εγρήγορση η [eγríγοrsi] Ο32α : η κατάσταση της συνείδησης που είναι έτοιμη να αντιληφθεί και να ενεργήσει: Πνευματική / ηθική ~. (απαρχ. έκφρ.) εν εγρηγόρσει, σε εγρήγορση, σε επαγρύπνηση.[λόγ. < αρχ. ἐγρήγορ(σις) `το να είναι κανείς ξυπνητός΄ -ση & σημδ. γαλλ. vigilance]
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου