ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ ----- Ουκρανία vs Ρωσία

Ουκρανία vs Ρωσία ( Συλλογή άρθρων - Ανανεώνεται)

Παρασκευή 29 Οκτωβρίου 2021

Οι αντιστασιακές οργανώσεις της Κατοχής και η ανέφικτη Λαϊκή Επανάσταση

 Του Γιώργου Καραμπελιά

 


 

Το “Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ” ορίζει τον χαρακτήρα του αγώνα ως αυστηρά εθνικοαπελευθερωτικό, με συμμετοχή ανεξαιρέτως όλων των κοινωνικών τάξεων, καλεί δε σε συστράτευση στο ΕΑΜ όλα τα αντιφασιστικά πολιτικά κόμματα. Άλλωστε, τα οργανωτικά του πρότυπα είναι η Φιλική Εταιρεία και ο Ρήγας Βελεστινλής και κεντρικό σύνθημά του το «καλυτέρα μιας ώρας ελεύθερη ζωή» του Θούριου.

Υπολογίζεται ότι, όταν οι Γερμανοί εγκατέλειψαν την Ελλάδα, οι αντιστασιακές οργανώσεις στην Κατοχή συμπεριλάμβαναν πάνω από 2.000.000 άτομα, η συντριπτική πλειονότητα των οποίων ανήκε στο ΕΑΜ, ενώ οι ένοπλες αντιστασιακές οργανώσεις έφθαναν τους 90.000 μαχητές εκ των οποίων οι 70.000 ήταν μαχητές του ΕΛΑΣ. Ο Δημήτρης Γληνός, που είχε προσχωρήσει στο ΚΚΕ μετά την αλλαγή της θέσης του στο Μακεδονικό, το 1936, θα αναλάβει να συντάξει το μανιφέστο του ΕΑΜ.

Παραπέμπει δε άμεσα στην ελληνική διαχρονία ως αποφασιστικό θεμέλιο αυτής της εθνικής αγωνιστικής ενότητας: “Οι Έλληνες ξέρουν να πεθαίνουνε για τη λευτεριά, που δεν τους την εχάρισε κανένας ποτέ, παρά πάντα, από τον καιρό του Μαραθώνα και της Σαλαμίνας ως το ’21 και ως σήμερα, την καταχτήσανε με το αίμα τους και με τον ηρωισμό τους”. Άλλωστε, άμεσες ήταν οι αναφορές στην επαναστατική παράδοση του ’21, με την τοπική αυτοδιοίκηση στην ύπαιθρο, τα επαναστατικά τραγούδια που έφερναν και πάλι στο προσκήνιο τα κλέφτικα τραγούδια κ.ο.κ.

Βέβαια, ιδιαίτερα κατά την πρώτη περίοδο, το ΕΑΜ συνυπήρχε με δεκάδες άλλες οργανώσεις που θα αρχίσουν να δημιουργούνται αμέσως μετά τη γερμανική εισβολή και οι οποίες συγκροτήθηκαν κατ’ εξοχήν από παλαιούς βενιζελικούς αξιωματικούς και πολιτικούς, κάποιοι από τους οποίους προσχώρησαν στη συνέχεια στο ΕΑΜ. Έτσι, στην ηγεσία του ΕΑΜ συμμετείχαν πολλοί βενιζελικής προέλευσης σοσιαλιστές, ανάμεσά τους οι Αλέξανδρος Σβώλος και Ηλίας Τσιριμώκος.

ΕΔΕΣ και ΕΚΚΑ

Αλλά και σε όλες σχεδόν τις αντιστασιακές οργανώσεις ηγούνταν παλιοί βενιζελικοί αξιωματικοί: στην ΕΚΚΑ ο Δημήτρης Ψαρρός που θα εξοντωθεί από τον ΕΛΑΣ και ο “κόκκινος συνταγματάρχης”, Ευριπίδης Μπακιρτζής, που αντίθετα θα προσχωρήσει στον ΕΛΑΣ, ο Κομνηνός Πυρομάγλου και ο Ναπολέων Ζέρβας στον ΕΔΕΣ και αναρίθμητοι άλλοι. Αντίθετα, οι Επίστρατοι του Μεταξά στην καλύτερη περίπτωση θα στελεχώσουν τον στρατό του Καΐρου και πολύ συχνά τα Τάγματα Ασφαλείας.

Η ίδρυση του ΕΔΕΣ (Εθνικός Δημοκρατικός Ελληνικός Σύνδεσμος) έγινε στις 9 Σεπτεμβρίου 1941 και στόχευε να αποτελέσει την έκφραση της βενιζελικής παράταξης. Υποστήριζε την εκδίωξη της “μοναρχικής σπείρας του Γεωργίου” και τη δημιουργία μιας δημοκρατικής-σοσιαλιστικής Ελλάδας. Αρχικώς, είχε σημαντική επιρροή στις προσφυγικές συνοικίες της Αθήνας, ενώ συμμετείχε ενεργά και στη φοιτητική οργάνωση ΕΣΑΣ, αντίπαλη της ΕΠΟΝ στα Πανεπιστήμια.

Ως αντάρτικο σώμα αναπτύχθηκε κυρίως μετά τον Γοργοπόταμο (25 Νοεμβρίου 1942) και εδραιώθηκε στην Ήπειρο. Στο εσωτερικό του υπήρχαν δύο “γραμμές”, εκείνη του αρχηγού Ναπολέοντα Ζέρβα, που θα μεταπηδήσει από το αντιμοναρχικό στο φιλομοναρχικό στρατόπεδο μέσα από την αντιπαράθεση με το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και εκείνη του Κομνηνού Πυρομάγλου, σταθερά αντιμοναρχικών και σοσιαλιστικών αποκλίσεων.

Η ΕΚΚΑ (Εθνική και Κοινωνική Απελευθέρωση) ιδρύθηκε τον Νοέμβριο του 1942 από τον βενιζελικό συνταγματάρχη Δημήτριο Ψαρρό που είχε συμμετάσχει ήδη σε πολλές προσπάθειες δημιουργίας οργανώσεων σε συνεργασία με τον Γεώργιο Καρτάλη. Στο καταστατικό της υποστήριζε την ανάγκη εγκαθίδρυσης ολοκληρωμένης Λαοκρατούμενης Δημοκρατίας, στην οποία τα βασικά μέσα παραγωγής θα κοινωνικοποιούνταν. Στρατιωτικό σκέλος της οργάνωσης ήταν το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων, που έφτασε να έχει 1000 μαχητές και να εκπροσωπείται στο γενικό αρχηγείο των ανταρτικών οργανώσεων μαζί με τον ΕΔΕΣ και τον ΕΛΑΣ.

Οι πρόσφυγες στην Αντίσταση

Η σημαντικότερη οργάνωση, μετά από το ΕΑΜ, τον ΕΔΕΣ και την ΕΚΚΑ, υπήρξε η ΠΕΑΝ (Πανελλήνιος Ένωσις Αγωνιζομένων Νέων), η οποία ιδρύθηκε τον Οκτώβριο του 1941 από τον αντιβασιλικό αξιωματικό της αεροπορίας Κώστα Περρίκο με τη συμβολή και του Παναγιώτη Κανελλόπουλου και η οποία πρωτοστατούσε επίσης στη δραστηριότητα της φοιτητικής ΕΣΑΣ.

Η σημαντική αντιστασιακή οργάνωση Αγών-Ανόρθωσις-Αναγέννησις (ΑΑΑ) –ιδρύθηκε στις αρχές Οκτωβρίου 1942 από τον βενιζελικό στρατηγό Νεόκοσμο Γρηγοριάδη– αποτελεί το κατ’ εξοχήν παράδειγμα μιας οργάνωσης του δημοκρατικού βενιζελισμού, τα στελέχη της οποίας εντάχθηκαν σχεδόν εξ ολοκλήρου στον ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, ο ίδιος ο Νεόκοσμος Γρηγοριάδης, ο Σταμάτης Χατζήμπεης και ο Στέφανος Σαράφης. Οι στρατιωτικοί αυτοί δεν εμπιστεύονταν ούτε τον βασιλιά Γεώργιο (που εγκατέλειψε την Ελλάδα στα δόντια των Γερμανών) ούτε τον καιροσκόπο Ναπολέοντα Ζέρβα.

Άλλωστε, οι 2.300 αξιωματικοί που θα προσχωρήσουν στον ΕΛΑΣ προέρχονταν από τις δημοκρατικές δυνάμεις του ελληνικού στρατού. Ο “κόκκινος συνταγματάρχης” Ευριπίδης Μπακιρτζής δημιούργησε την οργάνωση “Προμηθέας” στις 10 Απριλίου 1941, πριν καν οι Γερμανοί καταλάβουν την Αθήνα και συμμετείχε εν συνεχεία στην ΕΚΚΑ και την ΑΑΑ για να καταλήξει στον ΕΛΑΣ.

Καθοριστική υπήρξε άλλωστε η συμμετοχή των προσφύγων στην Αντίσταση. Οι δυνάμεις του άλλοτε αλύτρωτου Ελληνισμού, που είχαν αποτελέσει την πολιτική βάση του βενιζελισμού και της αβασίλευτης Ελληνικής Δημοκρατίας από το 1922 έως το 1935, θα πρωτοστατούν στο αντιστασιακό κίνημα ιδιαίτερα στις πόλεις και θα στελεχώνουν προνομιακά τις αντιστασιακές οργανώσεις και κυρίως τον ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Τα χωριά που είχαν σχηματιστεί από προσφυγικούς πληθυσμούς θα συμμετέχουν συχνά σύσσωμα στην Αντίσταση με τον ΕΛΑΣ, ενώ στη Θεσσαλονίκη, την Αθήνα, τον Πειραιά, τον Βόλο, οι προσφυγικοί πληθυσμοί θα βρίσκονται στην πρωτοπορία του αγώνα.

Ο σταλινισμός του ΚΚΕ

Ωστόσο, το μικρόβιο του ολοκληρωτισμού πάντα παρόν, υπονόμευσε καίρια την ίδια τη “λαοκρατία”, η οποία παράλληλα με τις κατακτήσεις της λαϊκής αυτοδιοίκησης, είχε επιμολυνθεί από τη σταλινική γραφειοκρατική αντίληψη, με αποτέλεσμα να αντιλαμβάνονται τη Λαοκρατία ως επιβολή απέναντι σε όλους τους υπολοίπους αντιστασιακούς. Ενδεικτική ήταν η στάση τους κατ’ αρχήν απέναντι στις κεντροαριστερές ή κεντρώες αντιστασιακές οργανώσεις.

Η ΠΕΑΝ πραγματοποίησε, στις 20 Σεπτεμβρίου 1942, την πρώτη μεγάλη αντιστασιακή ενέργεια στην Αθήνα, με την ανατίναξη των γραφείων της χιτλερικής οργάνωσης ΕΣΠΟ, στην Πατησίων, με συνέπεια τον θάνατο δεκάδων Γερμανών και μελών της οργάνωσης. Ο δε Κ. Περρίκος θα εκτελεστεί στις 4 Φεβρουαρίου 1943. Η ΠΕΑΝ ήταν κεντροαριστερών κατευθύνσεων, με αρκετές εκατοντάδες μέλη, και συζητούσε την ένταξή της ή τη συνεργασία με το ΕΑΜ το καλοκαίρι του 1943.

Και όμως, από το φθινόπωρο, όταν αρχίζει η εμφύλια διαμάχη, ο Τύπος της Αριστεράς τη συγκαταλέγει πλέον στις προδοτικές οργανώσεις και, μάλιστα, μία προκήρυξη του ΕΑΜ, στις 12/10/1943, την εντάσσει στην ίδια κατηγορία με την… ΕΣΠΟ, την οποία η ίδια η ΠΕΑΝ είχε ανατινάξει! Επίσης χαρακτηριστική ήταν η δολοφονία του χαρισματικού Κίτσου Μαλτέζου, την 1η Φεβρουαρίου 1944, πρώην στελέχους της ΟΚΝΕ, η οριστική διάλυση του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων της ΕΚΚΑ και η εκτέλεση του συνταγματάρχη Δημήτρη Ψαρρού, στις 26 Απριλίου 1944.

Άραγε το έπραξαν, γιατί ήταν αντιβασιλικοί και σοσιαλιστικών κατευθύνσεων και επομένως αποτελούσαν κίνδυνο για τη μονοπώληση του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα από το ΚΚΕ; Πολύ χειρότερη μάλιστα υπήρξε η συμπεριφορά του ΚΚΕ απέναντι στις σχετικά πολυάριθμες ομάδες της Αριστεράς, κυρίως τις τροτσκιστικές, πολλά μέλη των οποίων εξοντώθηκαν, ενώ, σε πολλές αγροτικές περιοχές, η ολοκληρωτική αντίληψη και ενίοτε η τρομοκρατία έσπρωχναν ένα μεγάλο αριθμό αγροτών στις τάξεις των Ταγμάτων Ασφαλείας.

Η έκλαμψη του Ζαχαριάδη

Με την τακτική αυτή επέτρεψαν στους Εγγλέζους –που δεν επιθυμούσαν μια πραγματικά ανεξάρτητη Ελλάδα και φοβούνταν ότι θα ήταν υποχρεωμένοι να παραχωρήσουν και την Κύπρο– να οικοδομήσουν σχετικά εύκολα ένα αντίπαλο δέος, και εν τέλει να διασώσουν όχι μόνο τον βασιλιά και την εξάρτηση, αλλά και τους ταγματασφαλίτες και τους δωσίλογους.

Και βέβαια, η αντίφαση έμοιαζε κυριολεκτικά αξεπέραστη. Πώς θα μπορούσε να οικοδομηθεί ένα καθεστώς που δεν “προεβλέπετο” σε καμία από τις προδιαγραφές και της παγκόσμιας τότε πραγματικότητας; Διότι, από τη μία πλευρά, βρισκόταν το σταλινικό γραφειοκρατικό μοντέλο και από την άλλη πλευρά η επιστροφή στο προπολεμικό σύστημα και τον βασιλιά, το οποίο προωθούσαν οι Εγγλέζοι, για να διατηρήσουν το γεωπολιτικό “οικόπεδο” που αποτελούσε η Ελλάδα απέναντι στην επέκταση της σοβιετικής ηγεμονίας σε όλη την ανατολική και νοτιοανατολική Ευρώπη.

Η έκλαμψη του Ζαχαριάδη στην 12η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, τον Ιούνιο 1945, μετά την ήττα του Δεκέμβρη, για μια μεταπολεμική Ελλάδα που θα βρίσκεται μεταξύ Σοβιετικής Ένωσης και Αγγλίας, κινούνταν προφανώς προς τη μόνη ορθή θεωρητικά λύση. Εξέφραζε εξάλλου τις βαθύτερες προσδοκίες ενός λαϊκού κινήματος που προφανώς απεχθανόταν την επιστροφή του παλιού καθεστώτος, αλλά και δεν επιζητούσε την “κολεκτιβοποίηση” της ημιορεινής αγροτικής Ελλάδας, ή των μικρών επιχειρήσεων που κυριαρχούσαν στην ελληνική πραγματικότητα!

Ωστόσο, αυτή η διέξοδος έμοιαζε κυριολεκτικά να αποκλείεται, τόσο από την εσωτερική εμφυλιοπολεμική δυναμική, όσο και από τη διαμόρφωση των παγκόσμιων στρατοπέδων που μετά από λίγο θα συγκροτούσαν τους δύο πόλους του Ψυχρού Πολέμου. Μια διαφορετική εξέλιξη θα προϋπέθετε στην πραγματικότητα μια διαφορετική πολιτική: τη διαμόρφωση ενός πολιτικού μπλοκ δυνάμεων, από την Αριστερά μέχρι το αντιβασιλικό Κέντρο, σε μια ανανεωμένη εκδοχή ενός “κοινωνικού βενιζελισμού”, όπως εξάλλου διακήρυσσε το ΕΑΜ κατά τη στιγμή της ίδρυσής του.

 


 

Η αντίφαση του Άρη Βελουχιώτη

Ήταν η μόνη στρατηγική που θα επέτρεπε να απομονωθεί η αγγλοβασιλική στρατηγική. Όμως, καθώς το ΕΑΜ ενισχυόταν και η Σοβιετική Ένωση φαινόταν να κερδίζει τον πόλεμο, η ηγεσία του ΚΚΕ ακολούθησε την αντίστροφη στρατηγική: όχι μόνο να μονοπωλήσει το ΕΑΜ στο εσωτερικό του αλλά και την Αντίσταση στο σύνολό της, μέσω της κατάληψης της εξουσίας – στρατιωτικά εφικτή τον Οκτώβριο του 1944, αλλά πολιτικά ανέφικτη, δεδομένης της συμμαχίας Αγγλίας-Σοβιετικής Ένωσης, καθώς ο πόλεμος εναντίον της Γερμανίας συνεχιζόταν.

Η πιο τραγική έκφραση όλων αυτών των ανυπέρβλητων αντιφάσεων υπήρξε ο αρχικαπετάνιος του ΕΛΑΣ, ο θρυλικός Άρης Βελουχιώτης. Από τη μία πλευρά έκφραση των λαϊκών δυνάμεων που ξεκίνησαν τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα και από την άλλη φυλακισμένος ο ίδιος στα ιδεολογικά δεσμά του σταλινισμού. Αντιφάσεις που θα τον οδηγήσουν σε τραγικό θάνατο με την αυτοκτονία του, ενώ το κομμένο του κεφάλι θα μεταβληθεί σε σύμβολο θριάμβου των δωσιλογικών δυνάμεων και ενός τραγικού αδιεξόδου για τις λαϊκές δυνάμεις.

Ο Βελουχιώτης ορθά θα διαγνώσει τα σχέδια των Βρετανών για επαναφορά της βασιλείας και συντριβή μιας Λαϊκής Επανάστασης που είχε αρχίσει στα βουνά και τις προσφυγογειτονιές της Αθήνας. Και όμως τη λύση δεν μπορούσε να τη δώσει το ίδιο του το κόμμα, ούτε σε τακτικό επίπεδο, διότι η Σοβιετική Ένωση είχε συμφωνήσει για την παραχώρηση της Ελλάδας στους Βρετανούς, ούτε όμως και σε οραματικό, καθώς η κυριαρχία του σοβιετικού μοντέλου θα σηματοδοτούσε τη συντριβή της λαϊκής επανάστασης, εκείνη της σταλινικής σοβιετοποίησης.

Έτσι, ο Βελουχιώτης θα διαλύει τις “αστικές” αντιστασιακές οργανώσεις, όπως εκείνη του Ψαρρού, αντί να προσπαθήσει να τις εντάξει σε ένα ενιαίο μέτωπο που θα μπορούσε ίσως να υπερκεράσει τόσο την αγγλική επιβουλή όσο και τον σταλινισμό του ίδιου του κόμματός του, στην κατεύθυνση μιας δημοκρατικής και κοινωνικής “λαοκρατίας”, μόνη επιλογή που θα μπορούσε να αποφύγει τον εμφύλιο πόλεμο. Όμως ένα τέτοιο σχέδιο ξεπερνούσε κάθε δυνατότητα σύλληψης και εφαρμογής του στις συνθήκες της Ελλάδας της εποχής. Ο δε Βελουχιώτης ήταν ταυτόχρονα σταλινικός και λαϊκός αγωνιστής.

Κατοχή και λαϊκή επανάσταση

Η λαϊκή επανάσταση έμοιαζε επί θύραις, δεν διέθετε όμως τις πολιτικές-ιδεολογικές προϋποθέσεις για να κυριαρχήσει. Έτσι κατεστράφη ένα μεγάλο λαϊκό κίνημα, το σημαντικότερο που δημιούργησε ο ελληνισμός μετά το 1821 και το οποίο ενείχε την εσωτερική δυνατότητα να συγκροτήσει μια νέα κοινωνική, δημοκρατική και ανεξάρτητη Ελλάδα. Και κατ’ αυτόν τον τρόπο να επιτρέψει τη λύση υπέρ των ελληνικών συμφερόντων τριών μεγάλων εθνικών θεμάτων που εκκρεμούσαν, της Κύπρου, της Βορείου Ηπείρου και της Δωδεκανήσου.

Οι συνέπειες υπήρξαν ανυπολόγιστες, όχι μόνο υλικές και γεωπολιτικές αλλά και πολιτικές, πολιτισμικές και ηθικές-ψυχολογικές, μια και η χώρα θα οδηγηθεί σε μια μακρά εμφύλια διαμάχη, που στη πραγματικότητα θα συνεχίζεται και μετά το 1974, με τραγικές συνέπειες για την Κύπρο και κυρίως με τη διαιώνιση της εξάρτησης και ενός παρασιτικού καπιταλιστικού μοντέλου.

Η Κατοχή, με τις τεράστιες καταστροφές που προκάλεσε, και ο Εμφύλιος Πόλεμος που ακολούθησε αποτέλεσαν τη δεύτερη μεγάλη καταστροφή του ελληνισμού μετά το 1922. Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός θα υποταχθεί οικονομικά, στρατιωτικά, πολιτιστικά στην κυρίαρχη Δύση και τους Αγγλοαμερικανούς, οι οποίοι θα ηγεμονεύσουν, επιστρατεύοντας και “ξεπλένοντας” τους συνεργάτες των ναζί και τους μαυραγορίτες.

Παράλληλα η οποιαδήποτε αντίδραση τόσο των ηττημένων του εμφυλίου όσο και της όποιας φιλελεύθερης φωνής θα φυλακίζεται στη σοβιετική στρατοπεδική επικυριαρχία: τα πάντα σχεδόν θα εντάσσονται στη διαλεκτική του Ψυχρού Πολέμου, του οποίου η Ελλάδα θα αποτελέσει το προοίμιο και ταυτόχρονα το πρώτο πειραματόζωο (Περισσότερα στο βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά “1821-2021, Ρέκβιεμ ή Αναγέννηση”).

Πηγή 

Δευτέρα 4 Οκτωβρίου 2021

«Το δούναι και λαβείν στις διεθνείς σχέσεις και το πλεονέκτημα μετά τη συμφωνία με τη Γαλλία»

 Συνέντευξη του Κ. Φίλη


 

- Πώς αποτιμάτε την ελληνογαλλική συμφωνία που υπεγράφη μέσα στην εβδομάδα και πώς αυτή αλλάζει τις ισορροπίες στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο;

Αναντίρρητα πρόκειται για μία στρατηγικής σημασίας συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών. Όχι τόσο για την προμήθεια των φρεγατών ή στο μέλλον και γαλλικών κορβετών (που βέβαια αν συνδυάσουμε αυτά με την προμήθεια των Ραφάλ προφανώς η Ελλάδα βρίσκεται στο καλύτερο δυνατό επίπεδο ως προς την αμυντική της θωράκιση από ό,τι τα προηγούμενα χρόνια), αλλά κυρίως χάρη στον άρθρο 2, που αφορά στη αμυντική συνδρομή της Γαλλίας στην Ελλάδα σε περίπτωση που υπάρξει επίθεση στην επικράτειά της.

Οπωσδήποτε η σύμπραξη με μία χώρα με τα χαρακτηριστικά της Γαλλίας, η οποία αυτή τη στιγμή είναι μία πληγωμένη δύναμη μετά τις εξελίξεις στον Ινδικό και Ειρηνικό ωκεανό με τη συμφωνία Ηνωμένων Πολιτειών, Αυστραλίας, Βρετανίας, αλλά και μία ευρωπαϊκή δύναμη μεσογειακή που καταλαβαίνει καλύτερα τις εξελίξεις στην περιοχή Μεσογείου και Αφρικής στις οποίες έχει και παρουσία, δίνει στην Ελλάδα ένα πλεονέκτημα.

Πολύ περισσότερο αν αυτό το συνδυάσουμε με άλλες συμπράξεις περιφερειακές όπως είναι αυτές με το Ισραήλ, την Αίγυπτο που φτάνουν μέχρι και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τη Σαουδική Αραβία ακόμη και την Ινδία. Πάντα βέβαια με τη συμμετοχή της Κύπρου αλλά και συνεργασίες με την Ιορδανία και χώρες της περιοχής που έχουν μια αξία. Άρα, η συμφωνία αυτή θα έχει προστιθέμενη αξία για την Ελλάδα, σε περίπτωση που συνδυαστεί και με άλλες συμπράξεις που ήδη τρέχουν, και οι οποίες συν τω χρόνω φαίνεται να ενισχύονται.

Προφανώς το γράμμα και το πνεύμα της συμφωνίας προβλέπει συνδρομή σε περίπτωση κρίσης, όμως όλα αποδεικνύονται στην πράξη. Μόνο που ελπίζουμε ότι αυτό δεν θα συμβεί. Η συμφωνία με το Παρίσι είναι μια συμφωνία αποτρεπτικού χαρακτήρα, στη λογική ότι αυξάνει το κόστος σε περίπτωση που η Άγκυρα αποφασίσει να μπει σε περιπέτειες με την Ελλάδα. Ας συγκρατήσουμε δύο στοιχεία: πρώτον, ότι η συμφωνία αυτή δεν είναι παρά ένα ισχυρό εργαλείο που ενισχύει τη διαπραγματευτική μας θέση απέναντι στην Τουρκία.

Αλλά το πρόβλημα στο τέλος της ημέρας, τα προβλήματα με την Τουρκία επιλύονται με διαπραγμάτευση και όχι με πόλεμο. Και το δεύτερο, για αυτούς που λένε ότι «μα και εμείς θα εκτεθούμε», πράγματι η συμφωνία αυτή με τη Γαλλία θα μας κάνει πιο ευάλωτους, υπό την έννοια ότι μπορεί να έχουμε μία συμμετοχή σε κάποιες επιχειρήσεις γαλλικές και να βρεθούμε ενδεχομένως στο στόχαστρο τρομοκρατικών οργανώσεων στο μέλλον. Η ακόμη και προβοκάτσιας, μόνο και μόνο για να αμφισβητηθεί η χρησιμότητα της συμφωνίας με τη Γαλλία. Ωστόσο, οι διεθνείς σχέσεις λειτουργούν στη λογική του δούναι και λαβείν. Το ζητούμενο εδώ είναι για την Ελλάδα να μην αλλοιώσει τα χαρακτηριστικά που έχει ως μια χώρα γεφυροποιός στην περιοχή, που μπορεί να συνομιλεί με όλους.

Αλλά εδώ υπάρχει και το παράδειγμα της Τουρκίας, η οποία πάντα έδειχνε προθυμία να στηρίξει νατοϊκές αποστολές με την αποστολή στρατιωτών. Η Ελλάδα, επειδή υπάρχει και μια άλλη κουλτούρα και στην ελληνική οικογένεια δεν έδειχνε τέτοια προθυμία και αυτό δεν θα αλλάξει δραματικά με την εν λόγω συμφωνία. Αλλά σίγουρα για να μπορέσουμε να κερδίσουμε αυτό που θέλουμε σε σχέση με το άρθρο 2 θα πρέπει να δώσουμε και εμείς κάτι από πλευράς μας. Χρειάζεται πάντως προσοχή στον βαθμό εμπλοκής και στη στόχευση της άλλης πλευράς που θα εξυπηρετείται κάθε φορά. Σημειώνω δε ότι είναι η πρώτη φορά μεταπολιτευτικά που αγοράζουμε από ένα και μόνο προμηθευτή ταυτόχρονα για την αεροπορία και το ναυτικό μας.

-Θεωρείτε οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι χαρούμενες με αυτή την εξέλιξη με αυτή τη συμφωνία;

Υπήρχε μια ανοχή αν όχι αποδοχή από πλευράς των ΗΠΑ, τόσο γιατί θα ήθελαν να χρυσώσουν το χάπι στη Γαλλία για ό,τι συνέβη με την AUKUS, όσο και γιατί οι πρώτες βρίσκονται αυτή τη στιγμή σε μια κατάσταση αποστασιοποίησης, για να μην πω σχετικής αποδρομής από την περιοχή. Και οπωσδήποτε δεν θα ήθελαν, το κενό που αφήνουν να το καλύψουν δυνάμεις όπως είναι η Ρωσία και η Κίνα, πιθανόν συνεργαζόμενες με την Τουρκία. Προτιμούν να καλύψει το κενό τους ένα πλέγμα συμμάχων και συμπράξεων που θα μπορούσε να περιλαμβάνει τη Γαλλία, την Ελλάδα, την Κύπρο, το Ισραήλ, την Αίγυπτο, τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, και ούτω καθεξής.

Χώρες δηλαδή οι οποίες είναι λιγότερο ή περισσότερο κοντά στις Ηνωμένες Πολιτείες. Άλλωστε, το συμφέρον των Αμερικανών σε σχέση με την ενδεχόμενη εξαγορά των αμερικανικών φρεγατών δεν ήταν τόσο μεγάλο. Αυτή είναι η δική μου τουλάχιστον πεποίθηση, ότι προϊόντος του χρόνου το ενδιαφέρον των ΗΠΑ για την περιοχή μας μειώνεται χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα έχουμε αμερικανική παρουσία. Άλλωστε αυτό μαρτυρά και η συμφωνία που επίκειται με την Ελλάδα, αλλά πάντως το ενδιαφέρον είναι μικρότερο γιατί οι προτεραιότητες βρίσκονται σε άλλα σημεία του πλανήτη.

- Θεωρείτε ότι αυτή η ελληνογαλλική συμφωνία μπορεί να είναι ένα πρόπλασμα, ένα βήμα για μια ευρύτερη στενότερη συνεργασία σε επίπεδο Ευρώπης στην αμυντική και στην εξωτερική πολιτική; Μπορεί να ένα βήμα για την στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης;

Είναι νωρίς να πούμε κάτι τέτοιο για τρεις λόγους: πρώτον διότι από μόνη της μια συμφωνία μεταξύ δύο κρατών μελών, όσο σημαντικά και να είναι αυτά, δεν αλλάζει τις ισορροπίες πανευρωπαϊκά, ούτε κυρίως αλλάζει τη διάθεση κάποιων ευρωπαίων να μην αυτονομηθούν, καθιστώντας την Ευρωπαϊκή Ένωση έναν ανεξάρτητο παίκτη στο διεθνές γίγνεσθαι. Δεύτερον, διότι η αμυντική αυτονομία της ΕΕ, περνά μέσα από την τσέπη των Γερμανών. Οι Γάλλοι μπορεί να έχουν το όραμα, κάποιοι άλλοι όμως είναι αυτοί οι οποίοι θα πρέπει να βάλουν τα περισσότερα λεφτά και αυτοί είναι οι Γερμανοί. Και τρίτον, διότι διέκρινα μία θα έλεγα ενόχληση, ή διστακτικότητα διαβάζοντας και τον ευρωπαϊκό τύπο, από πλευράς άλλων κρατών μελών σε σχέση με τη συμφωνία αυτή καθαυτή.

Ειδικότερα κρατών-μελών ή ευρωπαίων αξιωματούχων οι οποίοι βρίσκονται πιο κοντά στην Τουρκία και δεν θέλουν να γίνονται κινήσεις οι οποίες ενοχλούν την Τουρκία. Αυτή όμως η πολιτική του κατευνασμού, που ακολούθησε η Γερμανία και η Μέρκελ, έχει αποδειχθεί εντελώς αναποτελεσματική και ατελέσφορη. Όμως φαίνεται ότι υπάρχουν ακόμη αυτές οι φωνές. Θα αποκτούσε μεγαλύτερη αξία η συμφωνία αυτή σε περίπτωση που στο μέλλον είχαμε συμμετοχή της Ιταλίας. Και αναφέρομαι στην Ιταλία για δύο λόγους: πρώτον διότι ο Ντράγκι είναι μια ενδιαφέρουσα προσωπικότητα που έχει δείξει στοιχεία ηγετικότητας.

Σας θυμίζω το περιστατικό με τον Ερντογάν: τον χαρακτήρισε δικτάτορα, απαιτήθηκε συγγνώμη, δεν ήρθε ποτέ και πριν από λίγες εβδομάδες ο τελευταίος τον κάλεσε στο τηλέφωνο σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Δεύτερον, διότι η Ιταλία είναι μια χώρα με παρουσία στη Λιβύη, και τα συμφέροντα της ορισμένες φορές είναι κοντά σε αυτά της Τουρκίας και μια χώρα που η Τουρκία προσπάθησε να χρησιμοποιήσει το περασμένο χρονικό διάστημα για να «σπάσει» το μεσογειακό μέτωπο. Με τη συμμετοχή λοιπόν και της Ρώμης σε μία σύμπραξη ευρύτερη περιφερειακή, νομίζω ότι θα μπορούσε πράγματι αυτό να κάνει μία διαφορά, κατ’ αρχάς στην περιοχή μας και εν συνεχεία να αποτελέσει, όπως είπατε, το πρόπλασμα για κάτι μεγαλύτερο σε σχέση με την Ευρώπη. Αυτή τη στιγμή όμως, η αμυντική αυτονομία της Ευρώπης φαντάζει αρκετά μακρινή χρονικά τουλάχιστον.

- Σε σχέση με όσα βλέπουμε να γίνονται στην Τουρκία και αυτό το φλερτ με τον Πούτιν μεταξύ Ερντογάν και Πούτιν θεωρείτε ότι είναι ένα φλερτ που μπορεί να μετατραπεί σε αμυντικό γάμο να το πω έτσι, ή πιστεύετε ότι λίγο πολύ εδώ υπάρχει και ένα παιχνίδι εντυπώσεων από τις δύο πλευρές;

Είναι και τα δύο. Η συνεργασία Ρωσίας-Τουρκίας έχει αρχίσει να αποκτά στρατηγικά χαρακτηριστικά από τη στιγμή που ενεργειακά η δεύτερη εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από το ρωσικό φυσικό αέριο, και ας θέλει να περιορίσει αυτή την εξάρτηση. Δεύτερον, διότι έχουμε μια συνεργασία στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας που είναι πολύ σημαντική και η οποία πάντα «δένει» τις χώρες. Τρίτον, διότι οι δύο χώρες μοιράζονται μια κοινή απογοήτευση για τη Δύση, ότι δηλαδή δεν κατανοεί το μέγεθος τους, δεν κατανοεί τις ευαισθησίες τους και είναι επίσης και οι δύο, η καθεμιά στο δικό της μέτρο αναθεωρητικές δυνάμεις.

Μάλιστα θα έλεγα ότι στον Πούτιν αρέσει πολύ κάθε φορά που η Άγκυρα φαίνεται να συμπεριφέρεται ως μία ανεξάρτητη χώρα, η οποία δεν επηρεάζεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες ή από τη θέση της μέσα στο ΝΑΤΟ. Μάλιστα την περασμένη Τετάρτη, όταν ο Ερντογάν είπε ότι «με πίεσαν κάποιοι για τους S-400 αλλά πήραν την απάντηση που έπρεπε», ήταν μια από τις λίγες φορές που ο Ρώσος πρόεδρος έσκασε χαμόγελο. Άρα λοιπόν υπάρχουν στοιχεία στρατηγικού χαρακτήρα στη σχέση τους. Από την άλλη βέβαια υπάρχουν και στοιχεία προσωπικής καλής χημείας μεταξύ των δύο ηγετών. Εντούτοις, οι σχέσεις των δύο κρατών δεν έχουν αναπτυχθεί ιδιαίτερα θεσμικά και δεν μπορεί να συγκριθεί σε καμία περίπτωση η σχέση τους με την αντίστοιχη της Τουρκίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το τρίτο στοιχείο είναι ότι και οι δύο χώρες αυτές εξαρτώνται πολύ περισσότερο από τις Ηνωμένες Πολιτείες από ό,τι εξαρτώνται η μία από την άλλη. Και βέβαια έχουμε και μία στρατηγική μεν κατανόηση για ζητήματα στα οποία διαφωνούν, όπως στη Λιβύη, στη Συρία, στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ ίσως και στο Αφγανιστάν, αλλά πάντως έχουν καταφέρει μια στρατιωτική κατανόηση μεταξύ τους. Όμως για την Τουρκία ενδεχόμενη στροφή και αλλαγή στρατηγικού προσανατολισμού προς τη Ρωσία, δηλαδή να αρχίσει να αγοράζει εκτός από τους S-400 και άλλα ρωσικά οπλικά συστήματα (π.χ. ρωσικά αεροπλάνα τώρα που δεν μπορεί να πάρει F-35 ή ρωσικά υποβρύχια αν δεν παραλάβει τα γερμανικά) όλο αυτό θα ήταν πολύ χρονοβόρο, πολύ κοστοβόρο και μία κίνηση με πάρα πολύ μεγάλο ρίσκο. Διότι η τουρκική οικονομία, όπως και ένα μεγάλο κομμάτι της ασφάλειας της Τουρκίας, εξακολουθούν να έχουν πολύ μεγάλο βαθμό εξάρτησης ή αλληλεξάρτησης με τη Δύση και ειδικότερα στα θέματα ασφάλειας με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

-Στο πρόσφατο βιβλίο σας «Διεκδικητικός Πατριωτισμός» (εκδ. Παπαδόπουλος) αναφέρεστε επάνω στα στοιχεία τα οποία πρέπει να υιοθετήσει η ελληνική εξωτερική πολιτική. Και αναρωτιέμαι αν πρόσφατες κινήσεις όπως η συμφωνία για την τμηματική οριοθέτηση ΑΟΖ με την Αίγυπτο όπως και η πρόσφατη ελληνογαλλική συμφωνία ακουμπάνε επάνω σε αυτό που εσείς προτάσσετε ως βασική κατεύθυνση στο βιβλίο σας.

Ναι, κινούνται σε αυτή την κατεύθυνση. Απλώς στον διεκδικητικό πατριωτισμό αυτό που επίσης απαιτείται είναι μια ισχυρή οικονομία για να υποστηρίξει τις φιλοδοξίες μας. Και ενώ αναγνωρίζω ότι βρισκόμαστε σε μία γειτονιά που απαιτεί οικονομικές «θυσίες» για την κατοχύρωση της θέσης μας, οι όποιες εξαγορές οπλικών συστημάτων πρέπει να λαμβάνουν υπόψη και αυτή την παράμετρο. Και βέβαια, όπως σωστά ειπώθηκε, να μην κάνουμε το λάθος να μπούμε σε κούρσα εξοπλισμών με την Τουρκία. Απαιτείται εξίσου ένα ισχυρό εσωτερικό μέτωπο και βλέποντας και την αντίδραση του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στην ελληνογαλλική συμφωνία αυτό το αρραγές μέτωπο δεν υπάρχει. Όσο πιο αρραγές είναι το μέτωπο στο εσωτερικό τόσο το καλύτερο και τόσο πιο ισχυρό το μήνυμα στο εξωτερικό.

Από εκεί και πέρα ο διεκδικητικός πατριωτισμός έχει στοιχεία μιας ενεργητικής, μη φοβικής, τολμηρής εξωτερικής πολιτικής, η οποία βέβαια αντιλαμβάνεται και τις διεθνείς εξελίξεις και προσαρμόζεται γρήγορα σε αυτές. Ο δικεδικητικός πατριωτισμός δεν είναι τσάμπα μαγκιές, αν μου επιτρέπετε τον όρο, ούτε ανεδαφικές προσδοκίες. Να σας δώσω ένα παράδειγμα: αν είχαμε πετύχει εγκαίρως μία συμφωνία με τη Λιβύη ανάλογη αυτής με την Αίγυπτο, θα είχαμε τώρα στον σβέρκο μας το παράνομο τουρκολιβυκό σύμφωνο; Ασφαλώς και όχι. Όπως σήμερα επικρίνεται η συμφωνία με την Αίγυπτο, παρότι διεμβολίζει το τουρκολιβυκό σύμφωνο, στο όνομα της επίτευξης του απόλυτου στόχου της 100% επήρειας σε όλα τα σημεία της επικράτειας, έτσι και στην περίπτωση ενδεχόμενης συμφωνίας με τη Λιβύη, οι κυβερνώντες θα κατηγορούνταν για υπαναχώρηση που ανοίγει την όρεξη της Τουρκίας. Λες και αν πετυχαίναμε την καλύτερη δυνατή συμφωνία με οποιαδήποτε γείτονα μας, αυτή θα μπορούσε να αποτελέσει βάση, δηλαδή θα γινόταν δεκτή από τους Τούρκους.

Το κυριότερο, όμως, κύριε Μαγγηριάδη, είναι ότι η "Γαλάζια Πατρίδα", που είναι το στρατηγικό δόγμα της Τουρκίας εδώ και πολλά χρόνια, προκειμένου να πάρει σάρκα και οστά, θα πρέπει να αναιρέσει στην πράξη τη Συνθήκη της Λωζάνης. Η συνθήκη της Λωζάνης ορίζει το τωρινό status quo του Aιγαίου. Η Τουρκία προσπαθεί να ανατρέψει το status quo του Aιγαίου και εφόσον αυτό ξέρει ότι δεν μπορεί να το πετύχει μέσω διαπραγματεύσεων, φοβούμαι μήπως επιχειρήσει μέχρι το 2023 να το καταφέρει μέσα από μία σύρραξη. Για αυτό η συμφωνία με τη Γαλλία είναι καλοδεχούμενη
 

Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2021

Η στρατηγική της Ελλάδας και οι δικές της δυνατότητες είναι μείζονος σημασίας και για τις αποφάσεις των άλλων

 Του Π. Ήφαιστου

 


Η συμφωνία Γαλλίας-Ελλάδας είναι αδιαμφισβήτητα σημαντική και ως εκ τούτου απαιτείται να συνεκτιμάται δεόντως υπό το πρίσμα α) των Ελληνικών εθνικών συμφερόντων και στρατηγικής που τα εκπληρώνει και τις Ευρωστρατηγικές, Ευρωατλαντικές και πλανητικές στρατηγικές ανακατατάξεις που είναι ρευστές και εξ αντικειμένου θα συνεχίσουν να είναι ρευστές επί μακρόν.

Εν τούτοις, η συμφωνία του AUKUS, οι νέες εξελίξεις στο επίπεδο Γαλλίας, οι Αμερικανικοί στρατηγικοί ελιγμοί πάνω στην Ευρασιατική ζώνη και πολλά άλλα, συχνά πυροδοτούν συζητήσεις εφήμερης σημασίας οι οποίες είτε θολώνουν την πραγματική μεγάλη εικόνα των στρατηγικών ανακατατάξεων και των αλλαγών ιεραρχήσεων των εμπλεκομένων είτε οδηγούν σε αλματώδεις εκλογικεύσεις που κατευνάζουν υποβόσκουσες επιθυμίες ή και αγωνίες.

Είτε βρισκόμαστε στην Ελλάδα είτε σε άλλο κράτος οι αναλύσεις για τις καθημερινές εξελίξεις απαιτείται να συνεκτιμούν δεόντως τις στρατηγικές δομές και τους μακρόχρονους στρατηγικούς προσανατολισμούς των κρατών και ταυτόχρονα παραβλέπουν τα κύρια αίτια και τις παρεμβαλλόμενες μεταβλητές που τελικά συμπλέκονται απρόβλεπτα πλην διαμορφωτικά.

Συντομογραφικά εάν όχι επιγραμματικά ακολουθούν μερικές πτυχές που αφορούν την όντως σημαντική εξέλιξη της ενίσχυσης του Ελληνικού στόλου με Γαλλικά πλοία.

Κατά πρώτον, όταν ένα κράτος –και ας αναφέρουμε εδώ την Ελλάδα ως παράδειγμα– προχωρεί σε αποφάσεις στρατηγικής σημασίας, όλα αποδυναμώνονται ή και ματαιώνονται εάν δεν διαθέτει κρατικά επιτελεία ανάλυσης, εκτίμησης, χάραξης εναλλακτικών σχεδίων και ιεράρχησης εναλλακτικών αποφάσεων ανάλογα και αντίστοιχα με το πώς εξελίσσονται τα πράγματα.

Όταν αυτό ισχύει τα μέλη του πολιτικού προσωπικού ζυγίζουν και σταθμίζουν κάθε φράση και κάθε λέξη που εκφέρουν περί τις στρατηγικές υποθέσεις. Μια εδραιωμένη θέση στην στρατηγική ανάλυση είναι ότι «όταν ένας πολιτικός ηγέτης μιλά για την εθνική στρατηγική ακόμη και οι μορφασμοί του προσώπου μετρούν αρνητικά ή θετικά για την στρατηγική αξιοπιστία του κράτους και της στρατηγικής του».

Εθνικά συμφέροντα και διεθνής τάξη

Δύο νομοτελειακής σημασίας πτυχές είναι οι εξής: 

Σε κάθε σοβαρό και αξιόπιστο κράτος θεωρείται δεδομένο ότι ορίζονται και ιεραρχούνται επακριβώς τα εθνικά συμφέροντα σε αναφορά με την διεθνή τάξη που προνοεί το διεθνές δίκαιο και οι Συνθήκες.

«Βιώσιμο είναι εκείνο το κράτος που διαθέτει επαρκή ισχύ (και στρατηγική) εκπλήρωσης των προνοιών του διεθνούς δικαίου για την Επικράτειά του (Morgenthau)».

Χωρίς να υπάρχει ανάγκη αναφοράς σε κυβερνήσεις ή πρόσωπα κανείς εύκολα μπορεί να διαβάσει δηλώσεις και θέσεις των τελευταίων ετών και τελευταίων μηνών για τα Ελληνοτουρκικά και να συναγάγει τα δικά του συμπεράσματα ως προς το τι απαιτείται εφεξής.

Πόσο αντιφατικό είναι και τι παραστάσεις δημιουργούνται θέσεις όπως:

α) «καζάν-καζάν» (για τις πρόνοιες του διεθνούς δικαίου)

β) «η Τουρκία έχει μεγάλες ακτογραμμές (ενώ η αλήθεια είναι ότι η Ελλάδα έχει μεγαλύτερες)»

γ) «έχει και η Τουρκία δικαιώματα και συμφέροντα στο Αιγαίο» (ως και να τα αμφισβήτησε κάποιος εάν αφορούν τις πρόνοιες του διεθνούς δικαίου και των Συνθηκών) και

δ) στην Κύπρο με «ενθουσιασμό» δεχόμαστε «Διζωνική, Δικοινοτική Ομοσπονδία με πολιτική ισότητα» (ως και να υπάρχει σοβαρός άνθρωπος Έλληνας ή ξένος που να μην γνωρίζει ότι αυτό σημαίνει Τουρκική συγκυριαρχία, τελικά Τουρκική κυριαρχία και γεωπολιτική αναβάθμιση της Τουρκίας και στρατηγική ομηρία της Ελλάδας όπου όμηροι θα είναι το ένα δέκατο του Ελληνισμού).

Απαιτείται αξιόπιστο κράτος – Ευκαιρία για μια νέα αρχή

Κοντολογίς, χωρίς ιεραρχημένα εθνικά συμφέροντα, χωρίς συντριπτική εσωτερική ομοφωνία υπεράσπισής τους και εκδηλωμένες αξιόπιστες αποτρεπτικές παραστάσεις διασφάλισής τους τελικά ακόμη και στρατηγικές κινήσεις και η αγορά όπλων όπως η προσέγγιση της Γαλλίας αποδεικνύονται είτε ασήμαντης και εφήμερης σημασία είτε και εξελίσσονται αρνητικά.

Χωρίς αξιόπιστο κράτος και χωρίς αξιόπιστη στρατηγική όλα είναι έωλα και αβέβαια και αυτό ισχύει για όλες τις χώρες είτε είναι η Ελλάδα είτε κάποια άλλη χώρα.

Η νέα σχέση με την Γαλλία μπορεί σε κάθε περίπτωση να αποτελέσει νέα αφετηρία αρχίζοντας ακαριαία με «νέα» κρατικά επιτελεία στελεχωμένα αυστηρά! με κρατικούς λειτουργούς.

Αφού γίνει σαφές ότι δική μας εκτίμηση εδώ είναι πως η προσέγγιση της Γαλλίας είναι ορθολογιστική –πάντα όταν τηρούνται οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις και πολλές άλλες–, στρατηγικές αποφάσεις ιδιαίτερα όταν αφορούν συμμαχικούς επανα-προσανατολισμούς απαιτούν την δέουσα συνεκτίμηση της ακριβούς Στρατηγικής και της εμβέλειας των δυνατοτήτων του «πωλητή», δηλαδή εδώ, της Γαλλίας.

Η στρατηγική αβεβαιότητα της Γαλλίας και το «Γερμανικό ζήτημα»

Απαιτείται επίσης σωστή συνεκτίμηση του πως επηρεάζεται αυτή η στρατηγική από ενδογενείς και εξωγενείς μεταβλητές που σχετίζονται με σημαντικά περιφερειακά και πλανητικά ζητήματα. Χωρίς να τα αναλύσουμε σήμερα εδώ, αναφέρουμε μερικά που ο υποφαινόμενος –επειδή η άποψή του δεν μπορεί να έχει την εγκυρότητα ενός αξιόπιστου κρατικού επιτελείου– μπορεί να μιλήσει μόνο για τους προσανατολισμούς και τις προϋποθέσεις που επηρεάζουν ορατές και αθέατες τάσεις.

Προφήτες στην διεθνή πολιτική δεν υπάρχουν ενώ υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ γνώμης, ιδεολογημάτων ή επικοινωνιακών τεχνασμάτων με τα συμπεράσματα μιας ανάλυσης που αφορά τα επίγεια και ιδιαίτερα το εν εξελίξει ρευστό Μεταψυχροπολεμικό στρατηγικό περιβάλλον. Ιδού λοιπόν μερικές χαρακτηριστικές μεταβλητές:

Ανεξαρτήτως ζώσης καθημερινότητας τι σχεδιάζουν τα επιτελεία των μεγάλων δυνάμεων και ιδιαίτερα των ΗΠΑ για τις μακροχρόνιες εξισορροπητικές συμμαχικές (3, 5, 10 χρόνια ή και δεκαετίες) πάνω στην ζώνη της Ευρασίας που αρχίζει από την Ευρώπη και φτάνει στην Κίνα.

Με δεδομένο σταθερό στρατηγικό κριτήριο το γεγονός πως η μεγαλύτερη στρατηγική αβεβαιότητα της Γαλλίας είναι το «Γερμανικό ζήτημα» –με κάθε κριτήριο κανείς πρέπει να είναι πολύ προσεκτικός όταν μιλά ή γράφει για την Ευρώπη εάν δεν το γνωρίζει– ερωτάται: Πώς εξελίσσονται οι συμπλεκόμενες σχέσειςΓαλλίας-ΗΠΑ, Γαλλίας-Ρωσίας, Γαλλίας-περιφερειακά κράτη, Ρωσίας-Κίνας σε σχέση με ΗΠΑ ή αντίστροφα Ρωσίας-ΗΠΑ σε σχέση με τις ΗΠΑ, Ινδίας-Κίνας και πως αυτό συμπλέκεται με άλλες δυνάμεις, και πολλοί άλλοι παράγοντες μεγάλης κύμανσης.

Με δεδομένο ότι η μεταπολεμική ΕΟΚ που το 1992 μετονομάστηκε σε ΕΕ «ήταν πάντα ένας στρατηγικός και πολιτικός νάνος και ένας νομικός γίγαντας που εκκολάφθηκε μέσα στο μεταπολεμικό στρατηγικό θερμοκήπιο» πώς θα επηρεάζεται η Ευρωπαϊκή πολιτική από εξελίξεις στο επίπεδο των στρατηγικών αποφάσεων των ΗΠΑ αλλά και όπως γράψαμε ξανά την στρατηγικά πολύ σκόπιμη κίνηση τουBrexit που όπως γνωρίζουμε ενθάρρυνε εάν όχι υποκίνησε η Ουάσιγκτον.Πώς εν τέλει προσανατολίζεται μακροχρόνια και διαμορφωτικά το «στρατηγικό τετράγωνο» Λονδίνο-Παρίσι-Βερολίνο-Μόσχα.

Ελληνική στρατηγική και νέα δεδομένα

Καταληκτικά και λογικά θα επανέλθουμε, παρά τον αναγκαίο και μη εξαιρετέο προβληματισμό σε αναφορά με ευρύτερα στρατηγικά ζητήματα, με κανένα τρόπο δεν υποτιμούν την εξέλιξη των νέων δεδομένων Αθήνας-Παρισιού. Αντίθετα υπογραμμίζουν ότι για να εκπληρωθούν οι σκοποί απαιτείται μια νέα κρατική-θεσμική οργάνωση και –επιτέλους, τρεις δεκαετίες Μεταψυχροπολεμικών εξελίξεων– μια νέα στρατηγική θέαση προσαρμοσμένη στο ρευστό στρατηγικό περιβάλλον.

Τονίστηκε και υπογραμμίστηκε, επίσης, ότι οι συζητήσεις και αναλύσεις είναι σημαντικές και έχουν νόημα όταν εντάσσονται σε μια Ελληνική στρατηγική μακροχρόνιων και μεσοπρόθεσμων στρατηγικών σκοπών και ευέλικτων αλλά προσεκτικών στρατηγικών σχέσεων που θα επηρεάσουν θετικά και αποφασιστικά την Ελληνική κρατική ασφάλεια και επιβίωση.

Αναγκαία και μη εξαιρετέα προϋπόθεση για να έχει στέρεα και συμφέρουσα αποτελέσματα η ολοφάνερη επιτάχυνση των Γαλλικών αποφάσεων που πυροδότησε η συμφωνία AUKUS να συνεκτιμήσουν δεόντως τα Ελληνικά συμφέροντα. Για κάτι τέτοιο μεγάλης σημασίας είναι οι παραστάσεις αξιοπιστίας της Ελληνικής στρατηγικής που καλό είναι να αποκολληθούν από νοοτροπίες καζάν-καζάν και «το ένα δέκατο του Ελληνισμού κείται μακράν».

Τι σημαίνει συμμαχία

Επιπλέον, απαιτείται να συνεκτιμάται δεόντως ότι το πώς θα εξελιχθούν οι προτεραιότητες της Γαλλικής στρατηγικής σχετίζεται τόσο με Γαλλικές ιεραρχήσεις των εθνικών συμφερόντων όσο και με το πώς εξελίσσονται ευρύτερα οι ευρωστρατηγικές και ευρωατλαντικές σχέσεις.

Σε όλο αυτό το πλέγμα στρατηγικών σχέσεων το Ελληνικό κράτος απαιτείται να είναι παρόν, ενεργό και επιτελικά προετοιμασμένο για αποφάσεις και ελιγμούς που θα δημιουργούν παραστάσεις αξιοπιστίας. Για το τι είναι μια συμμαχία θα επανέλθουμε με άλλο κείμενο.

Εδώ τονίζεται ότι συμμαχία σήμαινε και σημαίνει πάντα μια υπόσχεση συνδρομής και εξαρτάται πρωτίστως:

α) από τα συμφέροντα του παρέχοντος

β) τις δυνατότητές του σε σχέση με τις ανάγκες που δημιουργούν απειλές και

γ) την αποτρεπτική αξιοπιστία του κράτους που αναμένει εμπράγματη συνδρομή. Και ενώ επικοινωνιακά οι εξελίξεις στις σχέσεις Γαλλίας-Ελλάδας σωστά συνδέονται με ένα «ευρωπαϊκό όραμα» καλό είναι να γνωρίζουμε ότι αυτό που μπορεί να γίνει στο ορατό μέλλον, για να μιλήσουμε με νόημα αφοριστικά, είναι «Ελλάδα-Γαλλία-Συμμαχία» εν μέσω ρευστότητας όλων των άλλων στρατηγικών σχέσεων μερικές από τις οποίες προαναφέραμαι.

Υπό αυτό το πρίσμα, μείζονος σημασίας είναι η πρόσφατη βαρύνουσα θέση του προέδρου Μακρόν ότι το ΝΑΤΟ είναι εγκεφαλικά νεκρό» αφήνοντας ταυτόχρονα αιχμές για τις σχέσεις με την Ρωσία.

Η Ελλάδα, εν τέλει, έχει συμφέρον να γνωρίζει ότι τίποτα δεν κινείται σε κενό, όλα συμπλέκονται και ότι η δική της στρατηγική και οι δικές της δυνατότητες είναι μείζονος σημασίας και για τις αποφάσεις των άλλων.

Πηγή 

Τρίτη 21 Σεπτεμβρίου 2021

Η διαρκής επικαιρότητα του Σεφέρη

 Του Νάσου Βαγενά*

 Η συμπλήρωση φέτος πενήντα χρόνων από τον θάνατο του Γιώργου Σεφέρη τυχαίνει να συμπίπτει με το έτος εορτασμού των διακοσίων χρόνων από την Επανάσταση του 1821. Η σύμπτωση δεν θα είχε ιδιαίτερη σημασία αν το λογοτεχνικό έργο του Σεφέρη δεν συνδεόταν και με την αποτύπωση της ιστορικής φυσιογνωμίας της χώρας μας. Και τούτο γιατί η ποιότητα αυτής της σύνδεσης δεν αποτέλεσε μόνο ένα από τα στοιχεία γοητείας του ποιητικού και του δοκιμιακού έργου του (χάρη στην οποία εξακολουθούμε να μιλάμε για τον Σεφέρη σήμερα), αλλά υπήρξε και το κυριότερο αίτιο αμφισβήτησής του. Η οποία, αισθητή έως τη δεκαετία του 1960, από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 καλά κρατεί.

Η τρίτη δεκαετία του 20ού αιώνα υπήρξε για την ποίησή μας μια δεκαετία μεταβατική. Ουσιώδεις ανανεωτικές στιχουργικές ζυμώσεις εμφανίζονται με τον Παλαμά ήδη από το τέλος του προηγούμενου αιώνα, για να συνεχιστούν τις δύο πρώτες δεκαετίες του επόμενου και να ενταθούν τη δεκαετία του 1920, με το αίτημα του «συγχρονισμού» (ή «εκμοντερνίσεως») ιδιαίτερα προβαλλόμενο – ήδη από τη δεύτερη δεκαετία ο Καβάφης άνοιγε τον μοναχικό παράδρομο ενός δικού του μοντερνισμού. Η εμφάνιση του Σεφέρη με τη Στροφή (1931) φαίνεται να βάζει μια πρώτη τάξη στα έως τη στιγμή εκείνη ποιητικά διαδραματιζόμενα. Ομως ήταν η δημοσίευση του Μυθιστορήματος (1935) εκείνη που έδειξε (μαζί με τον Ελύτη, τον Ρίτσο και τους υπόλοιπους βασικούς ποιητές της δεκαετίας) προς τα πού θα πορεύονταν έκτοτε τα ποιητικά μας πράγματα.

Νέα κατεύθυνση

Αλλά ας επιστρέψουμε στη γοητεία του Σεφέρη. Ας δούμε από πού αυτή απορρέει, και γιατί με την εμφάνισή του κατά τη δεκαετία του 1930 το έργο του συντέλεσε περισσότερο από κάθε άλλο της εποχής στην κατανόηση της ανάγκης για μιαν ουσιώδη ποιητική αλλαγή. Τόσο ώστε ο Σεφέρης να θεωρείται – και να είναι – ο γενάρχης και κύριος μοχλός της γενιάς του ’30, η οποία οδήγησε την ποίησή μας σε μια κατεύθυνση πρωτοφανή στην ιστορία της.

Δύο είναι τα κύρια τεχνοτροπικά στοιχεία της γοητείας της σεφερικής ποίησης. Το πρώτο αποτελεί η με περίτεχνο τρόπο απεμπλοκή της ποίησής μας από τον παλαιό έμμετρο στίχο, με τη διαμόρφωση ενός ελεύθερου στίχου ανταποκρινόμενου στις απαιτήσεις μιας σύγχρονης με την εποχή ποιητικής γραφής. Το δεύτερο είναι η (παρά την, κατά σημεία, φαινομενική σκοτεινότητα αυτής της γραφής) διαύγεια των εικόνων της, την ένταση της οποίας τροφοδοτούσε το αγωνιώδες όραμα του Σεφέρη για την ανθρώπινη μοίρα: η αναζήτηση μιας λύτρωσης, μιας συμφιλίωσης με το αίσθημα της φθοράς και του θανάτου, για την έκφραση της οποίας ένιωθε δραστικά και τα συναισθήματα που του γεννούσε η μοίρα του ως Νεοέλληνα υπό το βάρος της ελληνικής διαχρονίας.

Με ανάλογη διαύγεια διατύπωνε ο Σεφέρης και τις απόψεις του για την ποίηση, γενικά, και για τη νεοελληνική ποίηση ιδιαίτερα. Βασιζόμενα στην ίδια την εμπειρία της ποιητικής πράξης και συνεπικουρούμενα από ένα θεωρητικό πεδίο (ελληνικό και ξένο) καθοριζόμενο από τη μελέτη των ίδιων των λογοτεχνικών έργων, τα δοκίμια που συνθέτουν την ποιητική του είναι από τα κορυφαία κείμενα θεωρίας της λογοτεχνίας που γράφτηκαν – διαχρονικώς – στην ελληνική γλώσσα.

Αντιμαχίες

Η εμφάνιση των στίχων του Σεφέρη, σε μιαν εποχή που η κρίση του ποιητικού μας λόγου αναζητούσε μιαν οριστική επίλυση, ήταν φυσικό να γοητεύσει τους επαρκείς αναγνώστες της ποίησης και να αμφισβητηθεί από όσους ένιωθαν ότι έμεναν ποιητικά πίσω. Αρνητικότερη ήταν η αριστερή κριτική της σταλινικής εποχής, που έβλεπε τον Σεφέρη ως έναν αντιδραστικό αστό, αδιάφορο για τις ποιητικές ανάγκες του λαού. «Ο Σεφέρης», διαβάζουμε, «έμεινε ξένος και μακρυνός για την ψυχή του έθνους του, γιατί από το έργο του λείπει η Εθνική, η Ελλαδίτικη φυσιογνωμία. Θέλησε να γίνει ένας κοσμοπολίτης ποιητής, χάνοντας έτσι και τον κόσμο και την Ελλάδα» (1951).

Η τεχνοτροπία του Σεφέρη και των ομοίων του, γράφει άλλος, «είναι προϊόν φιλολογικής ξενομανίας χωρίς εθνικότητα», που «αντιμάχεται την ελληνική αρετή και θέλει να κρατήσει την τέχνη μακριά απ’ το λαό» (1950).

Ακολούθησαν η ευρύτερη αναγνώριση του Σεφέρη (με την αποδοχή της ποίησής του από ποιητές και κριτικούς της ανανεωτικής Αριστεράς), η καταξίωσή του με το Νομπέλ (1963), η επιβολή της δικτατορίας (1967-1974) και η δήλωσή του εναντίον της (1969), για να ακολουθήσει, όπως είπαμε, δεκαπέντε χρόνια μετά τον θάνατό του (1971), η εκ νέου αμφισβήτηση του έργου του, που συνεχίζεται έως σήμερα.

Ορθοπολιτικά πορίσματα

Είναι ενδιαφέρον το ότι η σημερινή αμφισβήτηση του έργου του Σεφέρη δεν προέρχεται από ομοτέχνους του αλλά από τον χώρο της πανεπιστημιακής, κυρίως, κριτικής: από την εισβολή των πολιτισμικών σπουδών στο πεδίο της μελέτης της λογοτεχνίας (οι οποίες για κάθε άλλο παρά για τη φύση και τον σκοπό της λογοτεχνίας ενδιαφέρονται), και από το διαυγώς ασαφές πεδίο της μεταμοντέρνας ιστοριογραφίας.

Ετσι σύμπασα η ορθοπολιτική (κυρίαρχη στις μέρες μας) κριτική, υπό τη μέθη του φετιχισμού της ετερότητας, βασίζει την αξιολογική κρίση της για το έργο του Σεφέρη όχι στην καλλιτεχνική του ποιότητα αλλά σε ένα κριτήριο εντελώς αντίθετο από εκείνο με το οποίο το καταδίκαζε προηγουμένως η ορθόδοξη αριστερή κριτική. Επικρίνει το έργο αυτό ως ελληνοκεντρικό και, ως εκ τούτου, ουσιοκρατικό. «Η ελληνικότητα», διαβάζουμε, «ως δόγμα εθνικής αισθητικής, αποτελεί κατασκευή της γενιάς του ’30» (1994), δηλαδή του Σεφέρη και των συν αυτώ. Κι ας δήλωνε εμφατικά ο Σεφέρης: «Αρνούμαι να θεωρήσω την «ελληνικότητα» ενός έργου σαν κριτήριο αισθητικό» (1938).

Ομως αυτό δεν ήταν αρκετό. Η απαλλαγή από τη βαριά σκιά του Σεφέρη χρειαζόταν κάτι δραστικότερο. Ετσι επινοήθηκε η μετάθεση της μοντερνιστικής στροφής της ποίησής μας από τον Σεφέρη στον Καρυωτάκη, με τη μεταβάπτιση της συντηρητικής για τα προσωδιακά τεκταινόμενα της εποχής του τεχνοτροπίας του σε ανατρεπτική, και τη μετάλλαξή του από υπαρξιακό σε κοινωνικό ποιητή (τόσο ώστε να προβάλλεται ακόμη και ως «η ελλείπουσα κριτική συνείδηση της Αριστεράς», 1996). Με αποτέλεσμα η κριτική αυτή, «υπερβάλλοντας και κυριολεκτώντας», να καταλήγει στο πόρισμα ότι «η γενιά του ’30 δεν υπήρξε ποτέ, υπήρξε μόνο ένας μύθος με διάρκεια και απήχηση» (2011). Και να αναρωτιέται αμήχανα: «Γιατί η γενιά του ’30 εξακολουθεί να μας απασχολεί τόσο;».

Το ερώτημα αυτό περιέχει και την απάντησή του.

*Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι ομότιμος καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Πηγή 

Κυριακή 22 Αυγούστου 2021

Οι Ταλιμπάν και το τέλος της πρώτης μεταψυχροπολεμικής περιόδου

 Συνέντευξη του Σωτήρη Ρούσσου (21-82021)

Σε λίγες μέρες συμπληρώνονται είκοσι χρόνια από την 11η Σεπτεμβρίου, ημέρα που σηματοδότησε την τότε ‘αρχή του τέλους’ της εξουσίας των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν. Μέσα σε αυτά τα χρόνια τι άλλαξε σε σχέση με την εθνοτική, τη θρησκευτική και την κοινωνική εικόνα της χώρας;

Το Αφγανιστάν είναι μια χώρα πολυεθνοτική. Η μεγαλύτερη εθνοτική ομάδα είναι οι Παστούν, οι οποίοι είναι 30%-40% του συνολικού πληθυσμού, υπάρχουν όμως και Τατζίκοι, Ουζμπέκοι, Χαζάροι. Το μεγαλύτερο ποσοστό (80%-90%) είναι Σουνίτες μουσουλμάνοι, ένα μικρότερο ποσοστό είναι Σιίτες, που μιλάνε κυρίως περσικά Φαρσί και έχουν και τις περισσότερες σχέσεις με το Ιράν. Είναι επίσης μια κοινωνία με έντονη διαφοροποίηση μεταξύ των μεγάλων αστικών κέντρων και της υπαίθρου στο μορφωτικό επίπεδο, στο επίπεδο ζωής και στους τρόπους αντίληψης της κοινωνικής οργάνωσης. Στην ύπαιθρο ιδιαίτερα, η οργάνωση είναι κυρίως φυλετική, δηλαδή έχουμε μεγάλες φυλές, συμμαχίες οικογενειών, που συνδέονται με δεσμούς συγγένειας και με έναν παραδοσιακό τρόπο ιεραρχίας. Τα χωριά είναι οργανωμένα στη βάση των δημογερόντων, προκρίτων και ελέγχονται κυρίως από τους μεγάλους γαιοκτήμονες. Πρόκειται, δηλαδή, για μια αγροτική χώρα, της οποίας ο πληθυσμός ζει κυρίως από τη γεωργία. Έτσι στην ύπαιθρο κυριαρχούν οι γαιοκτήμονες, δηλαδή άνθρωποι με εκατοντάδες χιλιάδες ή εκατομμύρια στρέμματα στα οποία δουλεύει ένας μεγάλος αριθμός αγρεργατών με ποσοστό, ένα μικρό κομμάτι από τη μεγάλη παραγωγή που το κρατούν για να επιβιώσουν με όλο το υπόλοιπο να καταλήγει στους γαιοκτήμονες. Έχουν μεγάλη κοινωνική και πολιτική εξουσία όπως αντίστοιχα και οι μουλάδες, δηλαδή οι θρησκευτικοί αρχηγοί των χωριών και των περιοχών.

Το μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού ζει στην ύπαιθρο, η οποία επιχείρησε να ενσωματωθεί στα αστικά κέντρα, όπως η Καμπούλ, με τεράστιες παραγκουπόλεις που κάνουν ακόμα πιο οδυνηρή και πιο έντονη την αίσθηση του πλούτου από την μια και της εξαθλίωσης από την άλλη.

Επομένως, έχουν υπάρξει σημαντικές αλλαγές ή διαφοροποιήσεις ανάμεσα στο Αφγανιστάν του τότε και του σήμερα;

Όχι ιδιαίτερες. Η τάξη των γαιοκτημόνων συνεχίζει να έχει την εξουσία. Πολλοί από αυτούς που βρίσκονται διαχρονικά στην ελίτ της χώρας είναι άνθρωποι που έχουν εκπαιδευτεί σε πανεπιστήμια του εξωτερικού και έχουν τη δυνατότητα να στέλνουν τα παιδιά τους σε πανεπιστήμια στην Αμερική και τη Βρετανία για σπουδές. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70 και πριν την εισβολή των σοβιετικών υπήρξε μια αύξηση των ανθρώπων που πήγαιναν στο πανεπιστήμιο και μορφώνονταν. Ωστόσο, μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν ιδιαίτερες διαφοροποιήσεις. Οι μεγάλοι γαιοκτήμονες και οι μουλάδες είχαν και έχουν την εξουσία.

Σε ποιες συμμαχίες βασίστηκε η διοίκηση του Αφγανιστάν τα τελευταία είκοσι χρόνια μέχρι και την πρόσφατη αποχώρηση του αμερικανικού στρατού κατοχής;

Οι μεγάλοι γαιοκτήμονες και τα μορφωμένα στρώματα της Καμπούλ συμμάχησαν με τους Αμερικανούς γιατί οι τελευταίοι τους επέτρεψαν να κάνουν πράγματα που οι Ταλιμπάν ως ένας συντηρητικός και ανθεκτικός πόλος εξουσίας δεν τους άφηναν. Και δεν αναφέρομαι στο επίπεδο της οικονομικής ζωής γιατί ούτε οι Ταλιμπάν επιχείρησαν ποτέ μια αναδιανομή του κλήρου. Ωστόσο, οι τελευταίοι μέσω σκληρών νόμων είχαν περιορίσει ορισμένες απαίσιες και βάρβαρες συνήθειες των γαιοκτημόνων και των φυλάρχων, όπως για παράδειγμα το να παίρνουν δια της βίας μικρά αγόρια για τα χαρέμια τους. Οι Αμερικανοί είχαν την ανάγκη στήριξης των φυλάρχων και αυτό είχε σημαντικά αρνητικά αποτελέσματα ως προς την εμπιστοσύνη που είχαν τα λαϊκά στρώματα προς την κυβέρνηση της Καμπούλ.

Είναι αλήθεια ότι το Αφγανιστάν βρισκόταν πάντοτε στη δίνη ξένων δυνάμεων και κατακτητών;

Από τη συμφωνία του Ροβαλπίντι (1919) όταν το Αφγανιστάν έγινε ανεξάρτητο κράτος, η χώρα πέρασε μεγάλες περιόδους σχετικής ή απόλυτης ανεξαρτησίας. Είναι μια περιοχή που πολλές δυνάμεις έχουν κάνει επανειλημμένες προσπάθειες να την κατακτήσουν ανεπιτυχώς. Οι Βρετανοί προσπάθησαν να την προσαρτήσουν στην ινδική τους αυτοκρατορία αλλά δεν τα κατάφεραν, ούτε οι Σοβιετικοί μετά, ούτε οι Αμερικανοί τώρα. Βεβαίως υπήρξαν και υπάρχουν παρεμβάσεις των μεγάλων δυνάμεων αλλά αυτό δεν αναιρεί τις περιόδους ανεξαρτησίας. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου το Αφγανιστάν στο μεγαλύτερο διάστημα κράτησε μια ουδέτερη στάση με την ξένη βοήθεια να προέρχεται κατά τα δύο τρίτα από τη Σοβιετική Ένωση και κατά το ένα τρίτο από τις ΗΠΑ. Μέχρι και τη Σοβιετική εισβολή ήταν μια χώρα που προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων.

Πόσο άλλαξε η εικόνα του Αφγανιστάν έπειτα από τη Σοβιετική εισβολή;

Το καθεστώς στο Αφγανιστάν πριν από τη σοβιετική εισβολή ήταν αυτό που συχνά αποκαλούμε μια ‘σοσιαλιστική δικτατορία από τα πάνω’, ένα καθεστώς που δεν ήταν το μοναδικό για τις χώρες του τότε λεγόμενου αναπτυσσόμενου κόσμου. Η σοβιετική εισβολή ήταν το αποτέλεσμα συγκρούσεων εντός του καθεστώτος που οφείλονταν στην αδυναμία εκσυγχρονισμού της χώρας και στην τεράστια ανομοιογένεια μεταξύ της Καμπούλ και των εκεί μορφωμένων ελίτ και της υπαίθρου, προβλήματα που σχετίζονταν με το ρόλο των μουλάδων και των γαιοκτημόνων. Όταν, λοιπόν, αυτό το καθεστώς δε μπορούσε πια να σταθεί, οι Σοβιετικοί αποφάσισαν ότι πρέπει να εισβάλουν στη χώρα για να προστατέψουν την κυβέρνηση που θεωρούσαν ότι ήταν φιλική προς τη δική τους επιρροή.

Οι Σοβιετικοί και η κυβέρνηση βρήκαν απέναντί τους τούς μουλάδες, οι οποίοι προφανώς έβλεπαν την επέμβαση των Σοβιετικών ως μια εισβολή του πλέον αθεϊστικού καθεστώτος στον κόσμο. Αυτό το εκμεταλλεύτηκαν χώρες όπως το Πακιστάν, αλλά και οι ΗΠΑ και η Σαουδική Αραβία, για διαφορετικούς λόγους η καθεμία και έτσι ξεκίνησε ο εμφύλιος πόλεμος με τους Μουτζαχεντίν, τους ισλαμιστές αντάρτες που κατάφεραν να διώξουν τους Σοβιετικούς. Οι Μουτζαχεντίν νίκησαν τους Σοβιετικούς, με τον ίδιο τρόπο που οι Ταλιμπάν νίκησαν τους Αμερικανούς. Οι Σοβιετικοί έφυγαν, όπως και οι Αμερικανοί, γιατί δεν μπόρεσαν να εξουδετερώσουν τους αντάρτες. Γιατί ένα αντάρτικο δεν κρίνεται επιτυχές όταν θα νικήσει στρατιωτικά τον αντίπαλό του, αλλά όταν δεν του επιτρέψει να το εξουδετερώσει. Έτσι και οι Ταλιμπάν δεν εξουδετερώθηκαν ποτέ μετά την αμερικανική εισβολή του 2001, αλλά παρέμειναν πάντα εκεί. Είχαν την δυνατότητα να έχουν ασφαλή βάση στο Πακιστάν και αυτό τους έδινε μεγαλύτερη δυνατότητα να επανέρχονται, να κυριαρχούν σε ορισμένες περιοχές κυρίως κοντά στα σύνορα με το Πακιστάν και από εκεί να εξαπολύουν νέες επιθέσεις. Όταν ένα αντάρτικο δεν εξουδετερώνεται, είναι αναπότρεπτο κάποια στιγμή να νικήσει, γιατί καμία εξωτερική δύναμη δε μπορεί να μένει σε μια χώρα στο διηνεκές.

Μετά από τα πρόσφατα γεγονότα παρατηρούμε στην κοινή γνώμη να καλλιεργείται η αίσθηση μιας ταύτισης της Σοβιετικής με την Αμερικανική κατοχή, τοσο ως προς τις προθέσεις των δύο δυνάμεων όσο και ως προς το ‘πισωγύρισμα’ του Αφγανιστάν μετά την τελική αποτυχία τους.

Το βασικό ερώτημα είναι το γιατί καταρρέουν σαν χάρτινοι πύργοι τα κράτη που προσπαθούν να συγκροτηθούν πάνω στη βάση στρατιωτικής κατοχής είτε Σοβιετικής είτε Αμερικανικής. Γιατί, αφού οι Μουτζαχεντίν ήταν βάρβαροι και οι Ταλιμπάν βαρβαρότεροι, δεν είχαμε μια μεγάλη κοινωνική στήριξη των κυβερνήσεων αυτών. Γιατί αυτοί οι 300 χιλιάδες στρατιώτες που είχαν εξοπλιστεί από τους Αμερικανούς για να πολεμήσουν μέχρι ενός τους πολύ λιγότερους ενόπλους Ταλιμπάν απέτυχαν. Οι απαντήσεις έχουν να κάνουν με τις τεράστιες διαφορές μεταξύ της υπαίθρου και των μεγάλων πόλεων στο Αφγανιστάν και από το γεγονός ότι τη δεκαετία του ’70 πριν την Σοβιετική εισβολή, κατά τη διάρκεια της Σοβιετικής κατοχής και κατά τη διάρκεια της Αμερικανικής κατοχής αυτό που προσπαθήθηκε να γίνει ήταν μια ‘από τα πάνω’ αλλαγή της χώρας. Αυτό δεν μπορούσε να συμβεί χωρίς να αλλάξουν άλλες δομές και κυρίως η γαιοκτησία. Αν υπήρχε σοβαρή αναδιανομή του κλήρου πιθανότατα το Αφγανιστάν να είχε αλλάξει μορφή. Και όταν μιλάμε για μια χώρα με τέτοιες διαφορές μορφωτικού, οικονομικού και πολιτισμικού επιπέδου μεταξύ της πρωτεύουσας και της υπαίθρου, δεν έχει καμία σημασία να συζητάμε για άλλα ζητήματα όπως το πολίτευμά της. Κατά τη διάρκεια της Σοβιετικής περιόδου υπήρχε μια μεγαλύτερη τάση να δημιουργηθούν σχολεία με κρατικές δημόσιες πολιτικές και στην ύπαιθρο. Στην περίπτωση των Αμερικανών αυτά αφέθηκαν σε διάφορες ΜΚΟ με αμφίβολα αποτελέσματα. Όμως και στις δύο περιπτώσεις οι βασικές σταθερές της κοινωνίας και της πολιτικής του Αφγανιστάν παρέμειναν ίδιες.

Οι Ταλιμπάν εμφανίζονται δυναμικά στο διεθνές προσκήνιο όταν καταλαμβάνουν την εξουσία το 1996. Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά που συνθέτουν την εικόνα τους ως και σήμερα;

Η λέξη Ταλιμπάν σημαίνει σπουδαστής. Οι Ταλιμπάν, λοιπόν, είναι σπουδαστές  κυρίως θρησκευτικών σχολών που συγκροτήθηκαν μέσα σε στρατόπεδα Αφγανών προσφύγων στο Πακιστάν. Εκεί επηρεάστηκαν πολύ και από τις πιο σκληρές ισλαμιστικές ομάδες της χώρας και τις πιο σκληρές και ριζοσπαστικές θεωρήσεις για το Ισλάμ. Οι Ταλιμπάν έρχονται και έχουν πρωτίστως τη στήριξη του Πακιστάν και της Σαουδικής Αραβίας δευτερευόντως, γιατί ακριβώς το Πακιστάν έχει κάθε συμφέρον να σταθεροποιηθεί το Αφγανιστάν υπό την εξουσία μιας φιλικής προς αυτούς δύναμης. Επομένως, τόσο οι Αμερικανοί όσο και οι Πακιστανοί είχαν μεγάλο συμφέρον να σταματήσει ο εμφύλιος και να σταθεροποιηθεί το Αφγανιστάν και επειδή είδαν ότι οι Ταλιμπάν ήταν τότε η πιο συγκροτημένη δύναμη συγκριτικά με τις άλλες ομάδες πολέμαρχων, τους οδήγησαν στην εξουσία. Οι Ταλιμπάν ποτέ δεν κυριάρχησαν στο σύνολο του Αφγανιστάν. Υπήρξαν περιοχές στον βορρά και στα δυτικά όπου μπόρεσαν να εγκαθιδρύσουν την εξουσία τους ή τουλάχιστον δεν μπόρεσαν να γίνουν οι απόλυτοι κυρίαρχοι. Σήμερα φαίνεται να κυριαρχούν σε μεγαλύτερο κομμάτι της χώρας, αλλά και πάλι επειδή αυτή η κυριαρχία βασίζεται σε επιμέρους συμφωνίες που έχουν να κάνουν με φυλάρχους, η ειρήνη και η σταθερότητα στο Αφγανιστάν έχει να κάνει και με το κατά πόσο αυτές οι συμφωνίες θα τηρηθούν.

Ποιες είναι οι δυσκολίες που το νέο καθεστώς θα πρέπει να ξεπεράσει για να στερεωθεί στη χώρα; Θα επιδιώξει να αποκτήσει κάποιας μορφής λαϊκή υποστήριξη;

Έχουν υπάρξει αρκετές μαρτυρίες και έχει κατά καιρούς ειπωθεί ακόμα και από δυτικά μέσα ενημέρωσης ότι οι Ταλιμπάν κατά την πρώτη περίοδο της εξουσίας τους είχαν την αίγλη του ‘μη διεφθαρμένου’ καθεστώτος  συγκριτικά με τις κυβερνήσεις που ακολούθησαν κατά τη διάρκεια της Αμερικανικής κατοχής. Επίσης, κατά τη διάρκεια της πρώτης εξουσίας τους, η καλλιέργεια και εμπορία του οπίου ήταν πολύ μικρότερη, ενώ αντίθετα κατά τη διάρκεια της Αμερικανικής κατοχής υπήρξε υπερπολλαπλασιασμός της καλλιέργειας του οπίου και του ναρκεμπορίου. Είναι ενδεικτικό ότι σύμφωνα με υπολογισμούς  το ένα τρίτο των Αφγανών αστυνομικών είναι εθισμένοι στα ναρκωτικά και συμμετέχουν στο ναρκεμπόριο. Όλα αυτά μπορεί να δίνουν μια αίγλη στους Ταλιμπάν στις περιοχές της υπαίθρου, όχι όμως στην Καμπούλ και τις άλλες αστικές περιοχές.

Αν εξαιρέσουμε τον θρησκευτικό αρχηγο των Ταλιμπάν που διαδέχτηκε τον Μουλά Ομάρ, τα υπόλοιπα μέλη της ηγεσίας τους είναι νέοι άντρες μεταξύ 35 και 45 ετών. Συνεπώς, κανένας από αυτούς δεν έχει εμπλακεί στην πρώτη διακυβέρνηση των Ταλιμπάν και όλοι τους προέρχονται από τον ανταρτοπόλεμο εναντίον των Αμερικανών. Μέσα τους υπάρχει έντονο το στοιχείο της παράδοσης στον τρόπο που εξελίσσονται, για παράδειγμα δύο ή τρεις από τους αρχηγούς τους είναι γιοι παλιότερων αρχηγών που σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια του ανταρτοπολέμου. Αυτή, λοιπόν, είναι η νέα Ταλιμπανική ηγεσία η οποία έχει σημαντικές σχέσεις με χώρες του Περσικού Κόλπου, κυρίως με το Κατάρ και τη Σαουδική Αραβία, ενώ είναι σχεδόν βέβαιο ότι διατηρεί επαφές με τη Ρωσία και την Κίνα. Πρόκειται, επομένως, για μια πιο διεθνοποιημένη γενιά χαμηλού, ωστόσο, μορφωτικού επιπέδου.

Οι πιο σημαντικές δυσκολίες που θα πρέπει να αντιμετωπίσουν είναι η άμεση ανάγκη διεθνούς οικονομικής βοήθειας, η έλλειψη μορφωμένου και εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού, το οποίο φαίνεται να εγκαταλείπει τώρα τη χώρα, αλλά και οι εύθραυστες συμφωνίες που έχουν συνάψει με τους τοπικούς φυλάρχους, όταν τους παραδόθηκε η εξουσία, συμφωνίες ‘δούναι και λαβείν’, που μένει να δούμε κατά πόσο οι Ταλιμπάν και οι φύλαρχοι θα παραμείνουν συνεπείς σε αυτές. Αν αυτό δε συμβεί, οι συγκρούσεις θα συνεχιστούν.

Αν και αποτελεί κοινή αίσθηση ότι το Αφγανιστάν οδεύει σε μια βαθιά οπισθοχώρηση σε σχέση με τα ανθρώπινα δικαιώματα, η κυβέρνηση των Ταλιμπάν φαίνεται πως υιοθετεί έναν πιο μετριοπαθή λόγο μιλώντας για μια ηπιότερη περιστολή των δικαιωμάτων των γυναικών, αλλά και για σεβασμό απέναντι σε άλλες εθνοτικές και θρησκευτικές ομάδες. Πόσο ειλικρινή είναι όλα αυτα;

Πιθανώς στα μεγάλα αστικά κέντρα, τον πρώτο καιρό να δείξουν κάποια ανοχή αφήνοντας  γυναίκες να πηγαίνουν, έστω καλυμένες, σε δουλειές και σε σχολεία. Μην ξεχνάμε ότι το θέμα εδώ δεν είναι μόνο θρησκευτικό αλλά και οικονομικό. Για παράδειγμα το ISIS στη Συρία και στο Ιράκ, αναγκάστηκαν να έχουν γυναίκες νοσοκόμες και γιατρούς, αλλά και σε άλλα δημόσια πόστα λόγω ανάγκης λειτουργίας του κράτους και της οικονομίας. Ωστόσο, στην ύπαιθρο, όπου υπήρξαν κάποια ανοίγματα μέσω διάφορων προγραμμάτων για την εκπαίδευση των κοριτσιών, αυτά θα πάνε πίσω και συνολικότερα θα υπάρξει μεγάλη οπισθοχώρηση, αφού πλέον η εξουσία επιστρέφει στις κοινότητες. Η οπισθοχώρηση αυτή θα συμβεί χωρίς οι Ταλιμπάν να χρειαστεί καν να μπουν μέσα σε αυτές τις κοινότητες και να ασκήσουν βία.

Στα ΜΜΕ, προφανώς δεν θα υπάρχει ελευθερία και προφανώς γυναίκες δεν θα εργάζονται εκεί. Είναι ενδεικτικό ότι μέχρι στιγμής δεν έχουμε δει καμία γυναίκα να έχει κάποιο πόστο στην ηγεσία των Ταλιμπάν και αυτό τα λέει όλα.

Επίσης, δεν υπάρχει καμία περίπτωση να μην γίνουν εκκαθαρίσεις ανθρώπων οι οποίοι, σύμφωνα με εσφαλμένες ή σωστές πληροφορίες, έπαιξαν ρόλο εναντίον των Ταλιμπάν. Ωστόσο, πρέπει να ξέρουμε ότι οι Ταλιμπάν δεν αποτελούν ένα στρατό ατάκτων και ότι, σε αυτή τη φάση τουλάχιστον, δεν έχουν κανένα συμφέρον να διαλύσουν την οικονομία και να συγκρουστούν με τη διεθνή κοινή γνώμη ορμώντας στο γενικό πληθυσμό.

Τι πρόκειται να αλλάξει οικονομικά και γεωπολιτικά στην περιοχή; Ποιες δυνάμεις πρόκειται να ενισχυθούν και ποιων τα συμφέροντα πλήττονται με τα καινούργια δεδομένα;

Οι Ταλιμπάν έδωσαν μια υπόσχεση που αφορά τόσο περιφερειακές χώρες όσο, βεβαίως, και  τις ΗΠΑ, την οποία πιστεύω  ότι θα κρατήσουν. Αυτή είναι ότι δεν θα επιτρέψουν σε κανέναν να εγκατασταθεί στη χώρα τους και να κάνει κακό σε άλλη χώρα, δηλαδή θα προσπαθήσουν να αποτρέψουν φαινόμενα τύπου Αλ Κάιντα. Κάτι τέτοιο δεν αφορά μόνο τις ΗΠΑ αλλά και την Κίνα, το Ιράν και τη Ρωσία. Ιδιαίτερα η τελευταία πάντα έχει στο νου της ότι τέτοια ισλαμιστικά καθεστώτα πιθανότατα να αποτελέσουν χώρο εκκόλαψης ισλαμιστικών ομάδων που αργότερα θα μεταβούν στη Ρωσία και θα δημιουργήσουν προβλήματα.

Το Αφγανιστάν είναι ένα μέρος πλούσιο σε ορυκτό πλούτο και έχει ειπωθεί κατά καιρούς ότι μέσα από τη χώρα ενδεχομένως μπορεί να περάσει ένας αγωγός, ωστόσο ένα τέτοιο έργο θα πάρει χρόνο. Εδώ η Κίνα μπορεί να παίξει έναν σημαντικό ρόλο, εφόσον οι Ταλιμπάν δεν επιτρέψουν στρατόπεδα και βάσεις στο Αφγανιστάν και όλα πάνε καλά με την εσωτερική σταθερότητα της χώρας. Σε ό,τι αφορά δυτικές εταιρείες, αυτές μπορούν να κάνουν εμπορικές συμφωνίες μέσω της Σαουδικής Αραβίας και του Κατάρ. Επίσης, το Ιράν προσβλέπει στη σταθερότητα του Αφγανιστάν κυρίως επειδή υπάρχουν πολλοί Αφγανοί πρόσφυγες στην επικράτειά του που θα ήθελε πολύ να γυρίσουν κάποια στιγμή πίσω. Κατά τη γνώμη μου, το τελευταίο είναι ιδιαίτερα δύσκολο να συμβεί και επιπλέον να έχουμε κατά νου ότι πρόκειται να υπάρξει νέο ρεύμα προσφύγων από το Αφγανιστάν κυρίως από όσους θα εκτοπιστούν μέσα από χαμηλής έντασης συγκρούσεις. Από την άλλη η Τουρκία φαίνεται να θελει να είναι ένας συνομιλητής των Ταλιμπάν, προωθώντας την ισλαμική της ταυτότητα. Και η ίδια επιθυμεί την σταθερότητα στο Αφγανιστάν γιατί δεν την συμφέρει να έχει τόσο μεγάλες προσφυγικές ροές. Νομίζω ότι πρόκειται να επιδιώξει έναν διττό ρόλο διεκδικώντας από τη μία χρηματοδοτικά πρωτόκολλα με την ΕΕ και κατάργηση δασμών για να συγκρατήσει αυτές τις ροές και από την άλλη συνομιλώντας με τους Ταλιμπάν, προκειμένου να δυναμώσει το ρόλο της στον ισλαμικό κόσμο.

Στο πρόσφατο διάγγελμά του ο Πρόεδρος Μπάιντεν, αναφερόμενος στην αποχώρηση των Αμερικανών στρατιωτών από το Αφγανιστάν, ανέφερε ότι οι ΗΠΑ  δεν επιθυμούν πλέον να εμπλέκονται στα εσωτερικά ζητήματα άλλων χωρών παρά μόνο όταν διακυβεύεται η δική τους ασφάλεια. Τι σηματοδοτεί μια τέτοια δήλωση;

Ο Μπάιντεν ουσιαστικά υλοποιεί τη συμφωνία που είχε κάνει ο Τραμπ με τους Ταλιμπάν, ότι δηλαδή ‘εμείς θα φύγουμε αν εσείς υποσχεθείτε ότι δεν θα επιτρέψετε σε καμία Αλ Κάιντα να κάνει βάση και να μας απειλήσει ξανά’. Από τη στιγμή που οι Ταλιμπάν δέχτηκαν αυτόν τον όρο, το παιχνίδι τελείωσε. Ταυτόχρονα τελειώνει μια ολόκληρη περίοδος που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ως την πρώτη μετα-ψυχροπολεμική περίοδο, η οποία χαρακτηρίζεται από το αφήγημα ότι το δυτικό μοντέλο θα είναι το κυρίαρχο μοντέλο διακυβέρνησης του κόσμου. Πρόκειται για μια βαθιά εξουσιαστική αντίληψη που ξεκινάει από την παραδοχή ότι ‘εμείς σαν λευκοί, επειδή είμαστε πιο καλλιεργημένοι και δυνατοί, έχουμε το δικαίωμα και την υποχρέωση να σώζουμε μη λευκούς από άλλους μη λευκούς’. Είναι ένα αφήγημα της αποικιοκρατίας που εξελίχθηκε σε ένα δήθεν αφήγημα για τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Πλέον αρχίζουν και οι Αμερικανοί να συμβιβάζονται με το γεγονός ότι θα υπάρχουν και άλλα μοντέλα διακυβέρνησης του κόσμου όπως το κινεζικό, το ισλαμικό και το ρωσικό. Βεβαίως το δυτικό θα παραμείνει το πιο ισχυρό αλλά δεν θα είναι το μοναδικό. Επομένως, περνάμε πια για τα καλά στη δεύτερη μετα-ψυχροπολεμική περίοδο, στην οποία η αμερικανική πρωτοκαθεδρία θα παραμείνει αλλά το σύστημα θα πάψει να είναι μονοπολικό. Οι ΗΠΑ θα παραμείνουν μια μεγάλη δύναμη μαζί όμως με αρκετές άλλες δυνάμεις, διαφορετικές αφηγήσεις και διαφορετικά μοντέλα διακυβέρνησης του κόσμου.

Πηγή 


Πέμπτη 13 Μαΐου 2021

Ο Σωτήρης Ρούσσος για το Παλαιστινιακό ( συνέντευξη 12-5-21)


- Η ανακοίνωση του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών για την νέα έξαρση της κρίσης στην Μέση Ανατολή, αντανακλά τις πάγιες και διαχρονικές θέσεις της Αθήνας στο Παλαιστινιακό;
-Όχι, αλλά δεν ξέρω και ποια είναι η πάγια θέση των ελληνικών κυβερνήσεων, τελικά. Θέλω να πω, ότι σιγά – σιγά οι ελληνικές κυβερνήσεις απομακρύνονται, ήδη από το 2009 θα έλεγα, όχι απλά από την φιλοπαλαιστινιακή θέση, αν θέλετε, αλλά ακόμη και από την θέση για λύση μέσω της δημιουργίας δύο κρατών, σε μια όλο και πιο φιλοϊσραηλινή τοποθέτηση, που νομίζω ότι κορυφώνεται με την ανακοίνωση του υπουργείου Εξωτερικών.
Πραγματικά είναι μια φιλοϊσραηλινή ανακοίνωση, γιατί δεν ξεκαθαρίζει ποιος χτυπάει αμάχους, τι είναι αυτός που τους χτυπάει, δεν βάζει τα ζητήματα των εποικισμών, των τεμένων. Θα έλεγα ότι είναι μια ανακοίνωση που την εξέδωσε... το Σουρινάμ, μια χώρα που δεν έχει καμία σχέση με την Μέση Ανατολή ή την Ανατολική Μεσόγειο.
-Συνεπώς, δεν είναι τυχαία η παντελής απουσία της λέξης «Παλαιστίνη» ή «Παλαιστίνιος», από την ανακοίνωση;
-Όχι, δεν είναι καθόλου τυχαίο. Αλλά είναι ατυχές. Διότι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της Ελλάδας είναι η κατοχή της Βόρειας Κύπρου από την Τουρκία. Μια κατοχή, μάλιστα, που συνοδεύεται από εποικισμούς και από παράνομες ενέργειες, τους τελευταίους μήνες, που μπορεί να ακολουθηθούν από εποικισμό, στα Βαρώσια. Είναι μια όξυνση των εκφάνσεων της τουρκικής κατοχής και του εποικισμού. Άρα λοιπόν, μια ελληνική στρατηγική που έχει στο στόχαστρό της κατοχές και εποικισμούς και η οποία θεωρεί – καλώς – ότι ένα από τα βασικά της όπλα είναι η προσφυγή στο Διεθνές Δίκαιο, δεν μπορεί να κλείνει τα μάτια στο τι γίνεται στο διπλανό της σπίτι. Δεν μπορεί να «τραγουδάει» καθώς τα σπίτια των άλλων καίγονται, γιατί θα έρθει η στιγμή που η Τουρκία μπορεί να εποικίσει τα Βαρώσια. Και τότε θα είναι εξαιρετικά δύσκολα να πείσουμε κάποιους, ότι τώρα θέλουμε να συζητήσουμε για παράνομους εποικισμούς, όταν στους διπλανούς παράνομους εποικισμούς εμείς δεν είπαμε κουβέντα.
Το δεύτερο στοιχείο είναι το εξής: Η πολιτική και η στάση των αραβικών κρατών μεταξύ τους μπορεί να αλλάξουν σε σχέση με τους Παλαιστίνιους, η στάση όμως της Ελλάδας απέναντι στο παλαιστινιακό ζήτημα δεν θα ξεχαστεί και όπου τους συμφέρει θα την αναδεικνύουν στον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο. Να θυμίσω, ότι η Σαουδική Αραβία, π.χ, που τώρα είμαστε στενοί σύμμαχοι - ο αρχηγός του ΓΕΕΘΑ μάλιστα είπε ότι έχουμε και «κοινές αξίες» - ήταν η χώρα που πριν λίγα χρόνια υποστήριζε όλα τα ψηφίσματα εναντίον της Ελλάδας και της Κύπρου και για τα ζητήματα της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης και για την κατεχόμενη Κύπρο. Μην έχουμε αυταπάτες ότι αυτό δεν θα επανέλθει. Και όταν επανέλθει κι εμείς θα αρχίσουμε να διαμαρτυρόμαστε και δικαίως, τότε θα έρθει στην επιφάνεια η ελληνική στάση έναντι των Παλαιστινίων. Θα έλεγα λοιπόν ότι δεν κερδίζουμε τίποτα, αλλά χάνουμε με αυτήν την τακτική, την οποία βλέπω δυστυχώς να επανέρχεται από διάφορες κυβερνήσεις κυρίως από το 2009 και μετά. Μέχρι τότε οι ελληνικές κυβερνήσεις υπογράμμιζαν την ανάγκη δύο κρατών, την ανάγκη δημιουργίας παλαιστινιακού κράτους, τα δικαιώματα των Παλαιστινίων και βεβαίως το δικαίωμα του Ισραήλ να ζει με ασφάλεια στα σύνορά του. Τα διεθνώς αναγνωρισμένα, όμως, σύνορα.
-Πού οφείλεται αυτή η αλλαγή;
-Η Ελλάδα, μετά την αποτυχία της λογικής ότι θα μπορέσουμε να τα βρούμε με την Τουρκία μέσα από τον ευρωπαϊκό δίαυλο, δηλαδή τη διαδικασία της υποψηφιότητας της Τουρκίας να γίνει μέλος της ΕΕ, βρέθηκε χωρίς στρατηγική. Και θεώρησε ότι είναι μια καλή κίνηση να κάνει συμμαχίες με το Ισραήλ, θεωρώντας ότι το Ισραήλ θα φέρει κοντά και τις ΗΠΑ. Και ότι όλες αυτές οι πανίσχυρες δυνάμεις θα τιθασεύσουν την τουρκική επιθετικότητα και η Τουρκία θα κάνει πίσω. Από πουθενά δεν προκύπτει αυτό όμως.
-Αναφέρεστε στην Τριμερή Ελλάδας – Κύπρου - Ισραήλ;
-Αυτή η συνεργασία, όπως καταλαβαίνω, είχε στόχο την αποτροπή της τουρκικής προκλητικότητας, όσον αφορά την Κύπρο και την Ελλάδα. Εγώ δεν είδα κάτι τέτοιο. Εγώ είδα έξαρση της τουρκικής επιθετικότητας από όταν δημιουργήθηκε η τριμερής. Εκεί που η Τουρκία δεν έστελνε πολεμικά και ερευνητικά πλοία στην ΑΟΖ και την αιγιαλίτιδα ζώνη της Κύπρου, τώρα το κάνει. Εκεί που η Τουρκία δεν ασχολούνταν με το τι συνέβαινε στην Ανατολική Μεσόγειο, τώρα το κάνει. Άρα λοιπόν, όχι μόνο δεν μας βοήθησε στην αποτροπή της τουρκικής προκλητικότητας και επιθετικότητας, αλλά τουναντίον έχουμε έξαρση. Δεν αντιλαμβάνομαι λοιπόν ποια είναι η μεγάλη διαφορά που έκανε αυτή η τριμερής ή τετραμερής. Δηλαδή αν δεν τις είχαμε, θα είχαν φτάσει στην Εύβοια οι Τούρκοι;
-Εννοείτε την Αίγυπτο όταν μιλάτε για τετραμερή.
-Η Αίγυπτος είναι μια χώρα που εμπλέκεται άμεσα στο παλαιστινιακό λόγω της Γάζας. Και γενικότερα είναι μια χώρα που θεωρεί τον εαυτό της ηγέτιδα δύναμη του αραβικού κόσμου, ακόμη κι όταν δεν είναι. Αλλά, επαναλαμβάνω, οι αραβικές χώρες έχουν τις δικές τους στρατηγικές. Εμείς πρέπει να κρατήσουμε μια θέση αρχών απέναντι στο παλαιστινιακό ζήτημα, ακριβώς γιατί επιθυμούμε να κρατήσουν θέση αρχών απέναντί μας. Αν δεν έχουμε θέση αρχών, τότε και οι άλλοι θα μας πουν, «αφού δεν τηρείτε θέσεις αρχών στα διεθνή ζητήματα, ας λύσουμε το Κυπριακό, όχι στη βάση των αρχών του Διεθνούς Δικαίου, αλλά στη βάση του πάρε – δώσε, δύο συνομόσπονδα κράτη» και τέλος. Είναι πολύ ολισθηρό μονοπάτι αν το ακολουθήσουμε.
-Ας έρθουμε στις αφορμές της αναζωπύρωσης της ισραηλινής βίας στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη. Τι ακριβώς συμβαίνει;
-Το ένα στοιχείο είναι ότι υπάρχει μια νέα γενιά Παλαιστινίων, οι οποίοι δεν έχουν ζήσει παλαιότερες περιόδους του παλαιστινιακού κινήματος, έχουν ζήσει αυτή την κατοχή από το 2000 μέχρι σήμερα και άρα έχουν διαφορετικά πολιτικά και κοινωνικά βιώματα. Αυτή η γενιά εξεγείρεται γιατί είναι ένα ελατήριο που το πιέζεις συνεχώς και κάποια στιγμή θα εξεγερθεί.
Το δεύτερο στοιχείο είναι ότι, πιθανότατα, εξτρεμιστικά στοιχεία της ισραηλινής θρησκευτικής δεξιάς, θεώρησαν ότι αυτή είναι μια καλή περίοδος στην πολιτική ζωή του Ισραήλ, για να επιβάλλουν τις απόψεις και σε ό,τι αφορά την Ανατολική Ιερουσαλήμ και όσον αφορά τα προσκυνήματα κλπ. Αυτό οδήγησε στην έκρηξη που είδαμε.
Από την άλλη μεριά η Χαμάς μην ξεχνάμε ότι έχει κι αυτή νέους ανθρώπους, που ζουν σε μια κατάσταση απόλυτης ανέχειας, άρα λοιπόν και εκεί η κλιμάκωση με τους πυραύλους κλπ είναι φυσικό επακόλουθο. Είναι δηλαδή μια γενιά 20 – 30 χρόνων, που δεν έχει τις πολιτικές εμπειρίες των παλαιότερων, ζει στην απελπισία και το τέλμα και κάποια στιγμή θα εξεγερθεί. Μάλιστα εγώ περίμενα να το κάνει την περίοδο της Αραβικής Άνοιξης, αλλά αυτό γίνεται τώρα. Πιθανόν κάποια στιγμή να σταματήσει, αλλά θα έχουμε κύματα. Δεν θα σταματήσει τελείως.
-Βλέπετε αλλαγή στην στάση των ΗΠΑ έναντι του Παλαιστινιακού;
Η ανακοίνωση των ΗΠΑ δεν ήταν ίδια με παλιά. Βάζει πολλά ζητήματα μέσα, όπως το δικαίωμα των Παλαιστινίων να ζουν με ασφάλεια. Για τα αμερικανικά δεδομένα δεν είναι η φιλοϊσραηλινική ανακοίνωση που θα περίμενε το Ισραήλ.
-Ωστόσο οι ΗΠΑ μπλόκαραν ψήφισμα στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ.
-Αυτό είναι άλλο πράγμα. Έχει ορισμένα όρια η αμερικανική πολιτική ως προς το Ισραήλ. Ακόμα
 

Πέμπτη 29 Απριλίου 2021

Οι ράγες της διαπραγμάτευσης ενός εκτροχιασθέντος τρένου

 γράφει ο Σάββας Ιακωβίδης

Ξαναζούμε σκηνές θεάτρου του παραλόγου, αυτήν τη φορά στην Γενεύη.

>Πρώτον, είναι να  απορεί κανείς: Μετά από 44 χρόνια αλλεπάλληλων γύρων συνομιλιών για το Κυπριακό, ο ΓΓ του ΟΗΕ μόλις τώρα αναμένει από τις δύο πλευρές να παρουσιάσουν το όραμά τους για λύση;

>Δεύτερον, μετά από 47 χρόνια τουρκικής εισβολής και κατοχής, εποικισμού, εθνοκάθαρσης και κραυγαλέας παραβίασης θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών των νόμιμων κατοίκων της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο ΟΗΕ ακόμα αναζητεί λύση στο πρόβλημα; Γιατί αποφεύγει να ανοίξει την Χάρτα του και να εφαρμόσει τις αρχές της οποίες πρεσβεύει; Το απαγορεύουν η Βρετανία και η Τουρκία!

>Τρίτον, ο ΓΓ του ΟΗΕ είναι ή δεν είναι ο θεματοφύλακας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών και της αμάχητης και απρόσβλητης αρχής, «ένας άνθρωπος, μία ψήφος»; Γιατί παραβιάζει και προσβάλλει τις αρχές του, ανεχόμενος την διζωνική τερατουργία, δίκην νέου απαρχάιντ, η οποία ουδαμόθεν του πλανήτη απαντάται και σε κανένα συνταγματικό σύγγραμμα συναντάται;

Οι τράπουλες της Γενεύης

Ποιο όραμα, λοιπόν, να παρουσιάσουν οι δύο πλευρές όταν εκ προοιμίου ο ίδιος ο ΓΓ του ΟΗΕ, κατ’ απαίτηση της Βρετανίας και της Τουρκίας, με συνεπικουρία του κατοχικού ψευδοκράτους, αποδέχτηκε και επισημοποίησε την πενταμερή, υπό τα χειροκροτήματα του προέδρου Αναστασιάδη, ανατρέποντας την ουσία και το πραγματικό περιεχόμενο του Κυπριακού ως διεθνούς προβλήματος εισβολής, κατοχής, εποικισμού και εθνοκάθαρσης;

  • Οι τράπουλες της Γενεύης εξ αρχής ήταν σημαδεμένες και τετελεσμένες μέχρι γελοιότητος. Όπως μεταδίδουν καλοί συνάδελφοι, που καλύπτουν δημοσιογραφικά την άτυπη πενταμερή, «ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είχε την ευκαιρία να αναδείξει την ανάγκη επίλυσης του Κυπριακού στο πλαίσιο των παραμέτρων που ο ίδιος ο ΓΓ του ΟΗΕ είχε θέσει». Δηλ. του γνωστού πλαισίου Γκουτέρες.

Παράλληλα, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, ο Πρόεδρος «ανέλυσε εν εκτάσει το όραμα του για το Κυπριακό, δίνοντας έμφαση στην επόμενη μέρα της λύσης, η οποία θα συμβάλει όχι μόνο στην ευημερία όλων των Κυπρίων αλλά και στην ασφάλεια και σταθερότητα στην περιοχή». Αναφερόμενος στην πρόταση του για αποκεντρωμένη ομοσπονδία, «ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έδωσε έμφαση στην ανάγκη ενός λειτουργικού και αποτελεσματικού κράτους στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

Οι ίδιες πηγές ανέφεραν πως ο Ν. Αναστασιάδης τόνισε προς τον Α. Γκουτέρες «την ανάγκη όπως η λύση δημιουργήσει συνθήκες ασφάλειας στη χώρα με τρόπο που η αντίληψη της ασφάλειας της μίας κοινότητας να μην αποτελεί απειλή για την άλλη κοινότητα».

  • Από την πλευρά του, ο κατοχικός ηγέτης, Τατάρ, με 20σέλιδο έγγραφο επέμεινε στην τουρκική θέση για λύση δύο κρατών και στην κυριαρχική ισότητα. «Εξηγήσαμε τις απόψεις μας χωρίς να λυγίσουμε», είπε. «Διατηρήσαμε τις θέσεις μας». Δηλ. εμμονή σε δύο κράτη και κυριαρχική ισότητα.

Ο Τούρκος μηχανοδηγός…

Ποιος είναι ο στόχος της ελληνικής αντιπροσωπείας υπό τον πρόεδρο Αναστασιάδη; Σύμφωνα με ανταπόκριση (στον «Φιλελεύθερο», 28/4/2021) του καλού συναδέλφου, Ανδρέα Πιμπίσιη, ο οποίος επικαλείται κυβερνητικές πηγές, «η προσπάθεια που καταβάλλεται αυτές τις μέρες είναι να επαναφέρουμε το Κυπριακό στις ράγες της διαπραγμάτευσης». Παράλληλα διαμήνυσαν πως αυτός ήταν και ο κύριος στόχος των παρεμβάσεων του Προέδρου Αναστασιάδη «και σε αυτόν επικεντρώθηκε» και κατά την πρώτη του συνάντηση με τον Γενικό Γραμματέα.

Ώστε, λοιπόν, οι προσπάθειες της πλευράς μας είναι όπως το Κυπριακό επαναφερθεί στις «ράγες της διαπραγμάτευσης». Αν συναινέσει και ο Τούρκος μηχανοδηγός… Τι ενθυμίζει αυτή η δήλωση; Την καθημερινή απαίτηση του ΓΓ του ΑΚΕΛ προς τον πρόεδρο Αναστασιάδη, από τον οποίο απαιτεί να προβεί σε «γεφυρωτικές προτάσεις», οι οποίες, κατά τον Αβ. Νεοφύτου και τον ΥπΕξ, Ν. Χριστοδουλίδη, να οδηγήσουν «σε θετικό αποτέλεσμα». Υπό την αίρεση, φυσικά, ανάλογης ανταπόκρισης από την τουρκική πλευρά.

  • Αχαλίνωτοι ευσεβείς πόθοι; Ψευδαισθήσεις; Παραισθήσεις; Όχι! Πολιτική τύφλωση και κώφωση ενώπιον των γνωστών εκκωφαντικών δηλώσεων-θέσεων-απαιτήσεων της κατοχικής Τουρκίας, με κακόφωνη επανάληψή τους από το κατοχικό καθεστώς.

Είναι εμφανές και στους πλέον αδαείς περί το Κυπριακό ότι, με δεδομένες τις γνωστές θέσεις των δύο πλευρών, δεν υπάρχει καμία πιθανότητα ο ΓΓ του ΟΗΕ να τετραγωνίσει τον κύκλο και να επιτύχει σύγκλιση απόψεων ώστε να επαναρχίσουν συνομιλίες.

Αγγλοτουρκοδιζωνική

Αλλ΄ έστω ότι συντελείται το θαύμα και επαναρχίζει ο διάλογος. Σε ποια βάση; Ουδείς γνωρίζει. Σε αυτήν που, υπό την πίεση του ΔΗΣΑΚΕΛ και της ομοχειρίας του Αναν-ιστάν, ο Ν. Αναστασιάδης κανοναρχεί καθημερινά, με επωδό τη λειτουργία ενός «κανονικού κράτους» διζωνικής, ρατσιστικής, αντιευρωπαϊκής, αντιδημοκρατικής τερατουργίας;

  • Πώς ταυτίζεται, όμως, η αγγλοτουρκοδιζωνική ομοσπονδία, την οποία η πλευρά μας έκανε ιερό λάβαρο, με τις αρχές και αξίες της ΕΕ, του ΟΗΕ και του Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Δικαίου; Καμία απάντηση.

Ή πιθανές συνομιλίες θα επαναληφθούν στη βάση που ψαλμωδεί ο κατοχικός ηγέτης περί δύο κρατών και κυριαρχικής ισότητας; Η ελληνική πλευρά την απορρίπτει μετά βδελυγμίας και αντιπροτείνει την αποκεντρωμένη, χαλαρή ομοσπονδία.

Την ώρα που σύρονται αυτές οι γραμμές, το αδιέξοδο επικρέμμαται στην Γενεύη επειδή οι θέσεις και το… όραμα των δυο πλευρών για λύση, είναι τόσο εκ διαμέτρου αντίθετα ώστε κανένας νέος Άιντε δεν θα μπορούσε να… «ευθυγραμμίσει τα άστρα», για να συμπέσουν σε επαναφορά της διαπραγμάτευσης σε ισχυρές ράγες με συγκεκριμένη κατεύθυνση.

  • Σε ποιες «ράγες» θα μπορούσε να επανατοποθετηθεί η διαδικασία της διαπραγμάτευσης αφού οι μηχανοδηγοί-κοινοτάρχες δεν συμφωνούν όσον αφορά την κατεύθυνση ενός τρένου, το οποίο έχει προ πολλού εκτροχιαστεί και συντριβεί πάνω στην αδιαλλαξία και αδιστακτότητα της τουρκικής πλευράς και στην συνέργεια της ελληνικής;

Και πώς οι «ράγες της διαπραγμάτευσης» να οδηγήσουν το τρένο της λύσης σε απάνεμο σταθμό όταν οι δύο εγγυήτριες δυνάμεις, Βρετανία και Τουρκία από χρόνια βυσσοδομούν για την κατάλυση και εξαφάνιση της Κυπριακής Δημοκρατίας;

Κατάλυση-διάλυση

Ποια είναι η ουσία του προβλήματος, την οποία Λευκωσία και Αθήνα διέγραψαν, η δε Άγκυρα φρόντισε να ενταφιάσει; Το Κυπριακό ήταν και είναι διεθνές πρόβλημα τουρκικής εισβολής και κατοχής, εποικισμού, δημογραφικής αλλοίωσης, εθνοκάθαρσης και πρωτοφανούς παραβίασης βασικών και θεμελιωδών ανθρώπινων δικαιωμάτων και ελευθεριών.

Αυτός είναι ο πανίσχυρος άξονας του προβλήματος. Σε αυτόν ο ΟΗΕ όφειλε να επιμείνει και σε αυτόν η Λευκωσία και η Αθήνα όφειλαν να στηριχτούν και όχι να συνδράμουν ώστε το πρόβλημα να μετατραπεί σε δικοινοτική διαφορά.

  • Αλλά, τι; Ιδού το εξωφρενικό και το απίστευτα καταστροφικό: Η ελληνική και η τουρκική πλευρά εκκινούν από διαφορετικές κατευθύνσεις αλλά καταλήγουν στον ίδιο εφιάλτη: Στην κατάλυση και διάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας.

>Ο μεν Αναστασιάδης, ακολουθώντας την πεπατημένη όλων των προκατόχων του, εμμένει στην αγγλοτουρκοδιζωνική ομοσπονδία, η οποία προβλέπει όχι μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως ψευδέστατα δηλώνει, αλλά διά δύο χωριστών δημοψηφισμάτων (κοινό ανακοινωθέν με τον κατοχικό Έρογλου, 11/2/2014) στην δημιουργία δύο «συνιστώντων κρατιδίων», σε μία απροσδιόριστη ομοσπονδία με κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας όπως την γνωρίζουμε.

>Οι δε Τούρκοι υποστηρίζουν ότι δεν συζητούν πλέον για ομοσπονδία και εμμένουν σε λύση δύο κρατών και κυριαρχική ισότητα ώστε, διά της υπογραφής μας, να καταλυθεί και επίσημα η κατ’ αυτούς «εκλιπούσα Κυπριακή Δημοκρατία».

Το μέγα ερώτημα

Τρία τινά ενδέχεται να συμβούν στην άτυπη πενταμερή:

>Πρώτον, ο ΓΓ του ΟΗΕ κηρύσσει αδιέξοδο και καταθέτει την εντολή στο Συμβούλιο Ασφαλείας και αρχίζουν οι εκατέρωθεν αλληλοκατηγορίες για τις ευθύνες, με άγνωστες προοπτικές επανέναρξης συνομιλιών.

>Δεύτερον, οι Τούρκοι αιφνιδιάζουν με πρόταση, την οποία η ελληνική πλευρά θα δυσκολευτεί να απορρίψει, για να μη κατηγορηθεί ως… αδιάλλακτη.

>Τρίτον, τα Ην. Έθνη εκδίδουν ανακοίνωση με την οποία αναφέρονται στις διατυπωθείσες εκατέρωθεν θέσεις και αναγγέλλουν ότι θα συγκληθεί νέα πενταμερής, μετά τη Σύνοδο Ιουνίου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, για να καταβληθεί νέα προσπάθεια για επίτευξη λύσης.

Όλα αυτά, όμως, για την ελληνική πλευρά επικαλύπτουν την πραγματική, διαχρονικά τραγική ουσία του Κυπριακού. Το μέγα ερώτημα, το οποίο η Αθήνα και η Λευκωσία αποφεύγουν να απαντήσουν, είναι το εξής:

  • Αφού η Τουρκία, από τη δεκαετία του ΄50 ξεκάθαρα έχει σχεδιάσει και απαιτεί να ελέγξει την Κύπρο, στο πλαίσιο των  νεο-Οθωμανικών  ονειρώξεων της, πώς αντιμετωπίζεται, από την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία, και πώς εξουδετερώνεται αυτός ο εφιάλτης; Και πώς διασφαλίζεται η εθνική και βιολογική επιβίωση και ασφάλεια του κυπριακού Ελληνισμού, για να μη τουρκέψει και για να μη ισλαμοποιηθεί και μουσουλμανοποιηθεί;
( Χάρτης των διαχρονικών τουρκικών διεκδικήσεων στην Πηγή )