ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ ----- Ουκρανία vs Ρωσία

Ουκρανία vs Ρωσία ( Συλλογή άρθρων - Ανανεώνεται)

Τρίτη 29 Απριλίου 2025

Ακτινογραφία των ψηφοφόρων 2025. Έρευνα του Eteron

 

 Η Βουλή – Μοντέλο Βουλής των Ελλήνων

 

Στο επίκεντρο της «Ακτινογραφίας των Ψηφοφόρων» βρίσκονται κρίσιμα ερωτήματα για την κατανόηση της πολιτικής δράσης και συμπεριφοράς των πολιτών στην Ελλάδα. Το ερευνητικό project, αποσκοπεί στην εις βάθος διερεύνηση των ιδεολογικών και πολιτικών προσανατολισμών της ελληνικής κοινωνίας, υπερβαίνοντας τα περιορισμένα ερμηνευτικά πλαίσια των συμβατικών ερευνών κοινής γνώμης.

Επιδιώκεται η ανάδειξη των βασικών αξιακών και αντιληπτικών σχημάτων που διαμορφώνουν τον τρόπο σκέψης των πολιτών, καθώς και η ανάλυση των μεταβολών που έχουν επέλθει σε σύγκριση με προηγούμενες χρονικές περιόδους.

Το ερευνητικό πρόγραμμα που ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2023 και σε βάθος χρόνου διαμορφώνει χρονοσειρές, οι οποίες θα αποτυπώνουν την ιδεολογική και πολιτική εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας.

Μια εξέχουσα συνιστώσα της ταυτότητας ενός κόμματος είναι το εκλογικό του σώμα (party-in-the-electorate). Η έρευνα του Ινστιτούτου Eteron με την aboutpeople επιχειρεί να διερευνήσει τα χαρακτηριστικά των επιμέρους εκλογικών σωμάτων σε μια περίοδο που το κομματικό σκηνικό χαρακτηρίζεται από ρευστότητα και συνεχείς ανακατατάξεις. Η έρευνα δεν εστιάζει στη βραχεία διάρκεια του εκλογικού ανταγωνισμού ούτε στο συσχετισμό ισχύος μεταξύ των κομμάτων. Σκιαγραφεί τις απόψεις των δυνητικών ψηφοφόρων των κομμάτων σε μεγάλες θεματικές, όπως πολιτική συμμετοχή, Δημοκρατία, θεσμοί, Ε.Ε., ιδεολογίες, δικαιώματα, εξωτερική πολιτική, οικονομία κλπ., με στόχο την παραγωγή μιας ακτινογραφίας των επιμέρους εκλογικών σωμάτων αλλά και την αποτύπωση  «συγγενειών» ανάμεσα στα επιμέρους κομματικά εκλογικά σώματα. Αποτελεί δε συνέχεια αντίστοιχου περιεχομένου έρευνας του 2023. 1

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από την aboutpeople για λογαριασμό του ΕTERON – Ινστιτούτου για την έρευνα και την κοινωνική αλλαγή, το διάστημα 24 Μαρτίου έως 4 Απριλίου 2025. Το δείγμα αποτελείται από 2.574 άνδρες και γυναίκες ηλικίας 17 ετών και άνω, με πανελλαδική κάλυψη. Η συλλογή των στοιχείων έγινε με 2.047 αυτοσυμπληρούμενες διαδικτυακές συνεντεύξεις (CAWI) και 527 τηλεφωνικές συνεντεύξεις με χρήση τυχαίας δειγματοληψίας και quota (CATI). Σημειώνεται ότι για τους εν δυνάμει ψηφοφόρους της Νίκης οι αναλύσεις είναι ενδεικτικές λόγω χαμηλής βάσης Ν<60.

Συντελεστές/τριες
 
 
 
 
 
 

Παρασκευή 25 Απριλίου 2025

Οι τρεις μετασχηματισμοί Η ιστορική διαδρομή προς την πολυπολικότητα.

 Του Βασίλη Φούσκα*


Από το 1944 μέχρι σήμερα, οι ΗΠΑ, με πειθώ και βία, επέβαλαν στο Δυτικό κόσμο –και πέρα απ’ αυτόν– τρεις μεγάλους μετασχηματισμούς. Οι δύο πρώτοι είναι σχετικά γνωστοί αλλά καλό είναι να τους θυμίσουμε, διότι τελευταία με το «φαινόμενο Τραμπ» έχουν υπάρξει αρκετές παρανοήσεις. Ο πρώτος αφορά τις διεργασίες στη δεκαετία του 1940, όπου οι ΗΠΑ εμπεδώνουν την ηγεμονία τους μέσω ενός νέου και πρωτότυπου συστήματος κανόνων και πολιτικών πρωτοβουλιών. Ο δεύτερος αφορά τη κρίση αυτού του συστήματος τη δεκαετία του 1970 και την απάντηση που δόθηκε για την υπέρβασή του. Ο τρίτος μεγάλος μετασχηματισμός είναι εν τη γενέσει και έχει να κάνει ακριβώς με το «φαινόμενο Τραμπ». Το κείμενο αυτό δείχνει ότι το «φαινόμενο Τραμπ» δεν είναι κεραυνός εν αιθρία, δεν προήλθε εκ του μηδενός, αλλά αντανακλά βαθύτερες ιστορικές-δομικές διεργασίες μετατόπισης παγκόσμιας ισχύος που λαμβάνουν χώρα για δεκαετίες, και οι οποίες υπονόμευσαν τα πρωτεία (primacy) των ΗΠΑ στο παγκόσμιο σύστημα διανομής οικονομικής, πολιτισμικής (κρίση αξιών, δημογραφικό) και πολιτικής ισχύος. Το «φαινόμενο Τραμπ» είναι γέννημα-θρέμμα αυτής ακριβώς της συνολικής συστημικής κρίσης των ΗΠΑ και συνολικότερα της Δύσης, δηλ. του Ευρω-Ατλαντισμού. Η ανάλυση που επιχειρείται εδώ, σίγουρα με κενά και παραλείψεις, αποσκοπεί να δώσει το έναυσμα για μια συγκεκριμένη συζήτηση γύρω από τα καυτά αυτά θέματα της διεθνούς πολιτικής και οικονομικής ιστορίας που επηρεάζουν άμεσα τη χώρα μας και την Κυπριακή Δημοκρατία.

Ο πρώτος μετασχηματισμός και η κρίση του

Ο πρώτος μεγάλος μετασχηματισμός, ο οποίος άρχισε να οργανώνεται ήδη από το 1939-40, αφορά την απόφαση για ενεργό συμμετοχή των ΗΠΑ στην παγκόσμια πολιτική και οικονομία με την απαίτηση κατοχής κεντρικής θέσης και τη δόμηση ενός νέου ιμπεριαλισμού. Η κύρια κατεύθυνση ήταν η αναδιάρθρωση του Ευρωπαϊκού συστήματος των ιμπεριαλισμών –αλλά και της Ιαπωνίας– που είχαν οδηγήσει τον πλανήτη σε δύο παγκοσμίους πολέμους. Οι ΗΠΑ καταφέρνουν κάτι που δεν είχε καταφέρει η Αγγλία και το σύστημα των Ευρωπαϊκών ιμπεριαλισμών. Συγκεκριμένα, επιβάλλουν την υπαγωγή των Ευρωπαϊκών ιμπεριαλισμών και της Ιαπωνίας στον νέο Αμερικανικό ιμπεριαλισμό, ο οποίος είναι άτυπος. Δεν χρειάζεται πλέον ο ωμός κυβερνητικός έλεγχος των αποικιών από το ιμπεριαλιστικό κέντρο και το μοίρασμα του κόσμου μεταξύ των ιμπεριαλιστικών κρατών, όπως είχε γίνει το 1916-18. Οι ΗΠΑ εισέρχονται στο παγκόσμιο στερέωμα ως αντι-αποικιοκρατική δύναμη. Τους αρκεί ο άτυπος έλεγχος καίριων μηχανισμών του υποτελούς κράτους, είτε του κέντρου (π.χ. Γερμανία, Ιαπωνία), είτε της περιφέρειας (π.χ. Χιλή), είτε της περιφέρειας του κέντρου (π.χ. Ελλάδα) δημιουργώντας σθεναρές δομές εξάρτησης/υποτέλειας από τις ΗΠΑ, το κέντρο απόφασης και ισχύος, μέσα στα κράτη. Αυτό γίνεται μέσω ενός συνδυασμού πολιτικών, στρατιωτικών, οικονομικών και ιδεολογικών μεθοδεύσεων και μηχανισμών, ένας συνδυασμός ο οποίος θα πρέπει να ειδωθεί στην ολότητα του. Αναλυτικότερα:

1. Ο πολιτικός-στρατιωτικός έλεγχος ασκείται μέσω δομών και διακλαδώσεων εξουσίας που τοποθετούν οι ΗΠΑ μέσα στα υποτελή κράτη (στρατιωτικές βάσεις, μυστικές υπηρεσίες, Gladio, ρόλος της Πρεσβείας κ.λπ.). Στο Ευρωπαϊκό θέατρο καθοριστικός είναι ο ρόλος του ΝΑΤΟ και η στρατιωτικοποίηση του δόγματος της «ανάσχεσης» του Τζωρτζ Κήναν από τους Ντην Άτσεσον και Πωλ Νίτσα, με το περίφημο κείμενο NSC-68 (1949-50), το οποίο παρέμεινε διαβαθμισμένο και άκρως απόρρητο έως τη δεκαετία του 1970. Ο Αμερικανικός στρατός παραμένει στην Ευρώπη ώστε το κέντρο εξουσίας να μην είναι σε καμία Ευρωπαϊκή πρωτεύουσα-ες, αλλά στην Ουάσινγκτον. Στον Ειρηνικό ωκεανό, δεσπόζει ο ουσιαστικός έλεγχος της Ιαπωνίας με τη μεγάλη βάση στην Οκινάουα και η Αμερικανο-Ιαπωνική Συνθήκη Ασφάλειας του 1951.

2. Ο οικονομικός-νομισματικός έλεγχος ασκείται μέσω της κυριαρχίας του δολαρίου στις παγκόσμιες αγορές και την καταξίωσή του ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος επί τη βάσει της ισοτιμίας του με τον χρυσό (ο χρυσός κανόνας επέβαλε την προπολεμική ισοτιμία $35 = 1 ουγκιά χρυσού). Η κεϋνσιανή πολιτική παρέμβασης στην ενεργό ζήτηση κυριάρχησε μεν ως πυλώνας της εσωτερικής οικονομικής πολιτικής των υποτελών κρατών, αλλά ο ίδιος ο Κέυνς, ο οποίος αντιπροσώπευε τη Μεγάλη Βρετανία στις διαπραγματεύσεις του Μπρέτον Γουντς το 1944, δεν κατάφερε να υπερασπίσει το δικαίωμα των υποδεέστερων Ευρωπαϊκών ιμπεριαλισμών να έχουν πρόσβαση στο διεθνή δανεισμό μέσω μιας παγκόσμιας τράπεζας η οποία θα διαχειριζόταν ένα νέο νόμισμα, το bancor. Η Μεγάλη Βρετανία απέτυχε ολοκληρωτικά να μπορεί να ασκήσει, ανεξάρτητα από τις ΗΠΑ, τις ιμπεριαλιστικές της οικονομικές πρακτικές με δανεικά.

3. Ο ιδεολογικός-πολιτικός έλεγχος –με την έννοια περισσότερο του ideational κι όχι του ideology– ασκείται μέσω της (επινοημένης/κατασκευασμένης) δαιμονοποίησης της Σοβιετικής Ένωσης ως «απόλυτου εχθρού» και τον παντελή εξοβελισμό της κομμουνιστικής συνιστώσας από κάθε ανάληψη διακυβέρνησης των υποτελών κρατών. Κλασικά εδώ είναι τα παραδείγματα της Ελλάδας με την κατάληξη του εμφυλίου πολέμου, και του Κ.Κ. Ιταλίας με το περίφημο conventio ad excludendumπου οδήγησε, με ενεργοποίηση της Gladio και της «στρατηγικής της έντασης» (strategia della tensione), στην απαγωγή του μεγάλου στελέχους της χριστιανοδημοκρατίας, Άλντο Μόρο, και την κατάρρευση του «ιστορικού συμβιβασμού» του Ενρίκο Μπερλινγκουέρ. Πανομοιότυπη είναι και η κατάσταση στην Κυπριακή Δημοκρατία του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου (1960-1974), ο οποίος είχε «χριστεί» από τη ΣΙΑ ως «ο Κάστρο της Μεσογείου», με αποτέλεσμα τις άπειρες συνομωσίες κατά της ζωής του και, τελικά, την ανατροπή του από τη χούντα του Ιωαννίδη, δίνοντας την αφορμή για την παράνομη Τουρκική εισβολή το καλοκαίρι του 1974, τα τετελεσμένα της οποίας δέχτηκε και η κυβέρνηση των Καραμανλή-Μαύρου. (1)

Ο πρώτος μεγάλος μετασχηματισμός, ο οποίος άρχισε να οργανώνεται ήδη από το 1939-40, αφορά την απόφαση για ενεργό συμμετοχή των ΗΠΑ στην παγκόσμια πολιτική και οικονομία με την απαίτηση κατοχής κεντρικής θέσης και τη δόμηση ενός νέου ιμπεριαλισμού

Ο νέος Αμερικανικός ιμπεριαλισμός δεν άφηνε περιθώρια δημιουργίας άλλων αδέσμευτων ιμπεριαλισμών. Όλοι οι ιμπεριαλισμοί, Ευρώπης και Ιαπωνίας, μετατρέπονται σε εξαρτημένους υπο-ιμπεριαλισμούς με το στρατηγικό κέντρο εξουσίας και αποφάσεων να είναι ένα και μοναδικό: η Ουάσινγκτον. Αυτό είναι που Αμερικανοί και Άγγλοι νεο-μαρξιστές, με προεξέχοντα τον Πήτερ Γκάουαν, είχαν ονομάσει hub and spoke system of American global governance (κομβικό-ακτινωτό σύστημα της Αμερικανικής παγκόσμιας διακυβέρνησης). Αυτός είναι και ο σημαντικότερος λόγος που κάνει τις αναλύσεις μερικών χώρων ή κομμάτων της Αριστεράς, που στηρίζονται ακόμα στις αναλύσεις του Λένιν και του Μπουχάριν για τον ιμπεριαλισμό και την παγκόσμια οικονομία, να είναι ανεδαφικές και κενές περιεχομένου.

Ο ιστορικός κύκλος αυτού του πρώτου μεγάλου μετασχηματισμού παρουσίασε σημάδια παρακμής, πρώτιστα στον οικονομικό του πυλώνα. Οι ΗΠΑ, υπό την πίεση του ανταγωνισμού της Ιαπωνίας και της Δυτικής Γερμανίας, αρχίζουν να παρουσιάζουν ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, με αποτέλεσμα την υπονόμευση των πρωτείων του δολαρίου στις παγκόσμιες αγορές. Η Γκωλική Γαλλία, επίσης, συνέβαλε αποφασιστικά στην υπονόμευση του δολαρίου εφόσον, σε συνεννόηση με την Ιαπωνία, άρχισαν να αγοράζουν μεγάλες ποσότητες χρυσού από τις ΗΠΑ με το εμπορικό πλεόνασμα των δολαρίων τους, υπονομεύοντας τη σταθερή ισοτιμία χρυσού-δολαρίου. Τις αρχές της δεκαετίας του 1970, όλος ο Ευρω-Ατλαντικός χώρος είχε εισέλθει στη λεγόμενη περίοδο του «στασιμοπληθωρισμού» (μεγάλη πτώση του ΑΕΠ και υψηλές πληθωριστικές τάσεις), την οποία ενίσχυσε η πρώτη (1973, πόλεμος του Γιομ Κιπούρ) και η δεύτερη (1979, Ιρανική επανάσταση) πετρελαϊκή κρίση. Η Κίνα, εν τω μεταξύ, εισερχόταν με ελεγχόμενο τρόπο από το Κ.Κ. Κίνας, στον αστερισμό της (καπιταλιστικής) αγοράς.

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, ο ανερχόμενος οικονομικός αστέρας και τραπεζίτης, Πωλ Βόλκερ, άρχισε να πιέζει την κυβέρνηση για αλλαγή οικονομικής πολιτικής. Ιδεολογικά, ήταν επηρεασμένος από το νεο-φιλελεύθερο ρεύμα της λεγόμενης σχολής του Σικάγου (Μίλτον Φρήντμαν κ.ά.), ρεύμα το οποίο είχε δημιουργηθεί υπό την επήρεια των Αυστρο-Γερμανών ορντο-φιλελεύθερων που ανθούσε από το μεσοπόλεμο («όρντο», διότι τον μεσοπόλεμο στη Γερμανία οι φιλελεύθεροι είχαν εκδόσει ένα περιοδικό με τον τίτλο «Όρντο» = τάξη). Ένας από αυτούς, μάλιστα, ο Άλφρεντ Μούλερ-Άρμακ, υπήρξε και μέλος του ναζιστικού κόμματος, ενώ τον μεταπόλεμο, ως υψηλόβαθμο μέλος της κυβέρνησης της Δυτικής Γερμανίας, ηγήθηκε των διαπραγματεύσεων ίδρυσης της ΕΟΚ με τη Συνθήκη της Ρώμης (1956-57). Πλανώνται πλάνην οικτρά όσοι και όσες νομίζουν ότι ο νεο-φιλελευθερισμός δεν είναι, στην ουσία του, βαθιά αυταρχικός, όπως επίσης και όσοι και όσες νομίζουν ότι ο νεο-φιλελευθερισμός γεννήθηκε στο Σικάγο τον μεταπόλεμο. Όχι, η πνευματική έδρα του ήταν στη Γερμανία και την Αυστρία του μεσοπολέμου, ο Φρήντμαν ήταν μαθητής του Χάγιεκ και η ιδέα μιας (συν)ομοσπονδιακής Ευρώπης στη βάση ορντο-φιλελεύθερων, αυταρχικών και αντι-πληθωριστικών αρχών ανήκει στο Χάγιεκ, ο οποίος την αναπτύσει το 1939 σε μια μελέτη άγνωστη στη χώρα μας. (2)

Ο Βόλκερ, ωστόσο, έπρεπε να κοιτάξει το εθνικό συμφέρον των ΗΠΑ, όχι της Ευρώπης ή της Ιαπωνίας. Η πίεση στην προεδρία του Νίξον από το Βόλκερ και τους Αμερικάνους νεο-φιλελεύθερους, αλλά και οι ίδιες οι συστημικές-δομικές αλλαγές που συντελούνταν εις βάρος των ΗΠΑ, του νομίσματος και της βιομηχανίας τους, ανάγκασαν τον Πρόεδρο Νίξον να εγκαταλείψει, έχοντας πλέον συγκεκριμένο νεο-φιλελεύθερο σχέδιο και προσανατολισμό, την ισοτιμία χρυσού-δολαρίου, υποτιμώντας δραστικά το δολάριο προκειμένου να απελευθερώσει την αγορά χρήματος και τις επιχειρήσεις από τη μέγγενη του κράτους και τις δεσμεύσεις που αυτό επέβαλε. Τα ελλείμματα διπλής φύσης που παρουσίαζαν οι ΗΠΑ, εμπορικό και δημοσιονομικό, θα επιλύονταν με προσφυγή στις αγορές χρήματος, όπου οι ΗΠΑ θα δανείζονταν στην ουσία το νόμισμα που αυτές θα τύπωναν. Έτσι, κύριοι οφειλέτες θα καταντήσουν να είναι όλες οι χώρες του Δυτικού κόσμου εφόσον, αναγκαστικά, θα κατέφευγαν στο δολάριο ως μέσο συναλλαγών και επενδύσεων. Θα έπρεπε να αγοράζουν με δολάρια και να επενδύουν σε δολάρια. Το νέο σχέδιο το συνόψισε περίφημα με μια μόνο φράση ο τότε Υπουργός Οικονομίας, Τζον Κόναλυ: «Το δολάριο είναι μεν το δικό μας νόμισμα, αλλά είναι και το δικό σας πρόβλημα». Επίσης καλά, και με περισσότερο στρατηγικό βάθος, το συνόψισε ένας νεαρός νεο-φιλελεύθερος οικονομολόγος, Αυστριακής καταγωγής, στο Πανεπιστήμιο Warwick της Αγγλίας, ο Φρεντ Χιρς: «Μια ελεγχόμενη αποσύνθεση της παγκόσμιας οικονομίας είναι ένας θεμιτός στόχος για τη δεκαετία του 1980». Ο Βόλκερ παραδέχεται ότι αυτή η φράση του Χιρς τον είχε συνεπάρει, και όταν το Warwick τον καλεί να δώσει διάλεξη προς τιμή του Χιρς –που πέθανε νέος σε ηλικία 47 ετών– τον Νοέμβριο του 1978, αρχίζει την ομιλία του μ’ αυτή τη φράση του Χιρς. (3) Τον επόμενο χρόνο ο Πρόεδρος Κάρτερ διορίζει τον Βόλκερ διευθυντή της Κεντρικής Ομοσπονδιακής Τράπεζας για να εκτινάξει τα επιτόκια στο 19% με στόχο, όπως είπε ο Βόλκερ, «να σπάσει τη σπονδυλική στήλη του πληθωρισμού». Ο νεο-φιλελευθεριμός ταξίδεψε στις ΗΠΑ μέσω της Αυστρίας και της Γερμανίας. Ο Βόλκερ, παρόλο που ήταν μέλος των Δημοκρατικών, παρέμεινε στη θέση του σχεδόν όλη τη «χρυσή εποχή» του Ρήγκαν, έως το 1987, χαράζοντας ανεξίτηλα τη νομισματική πολιτική του δολαρίου και την κυριαρχία του στις νέες παγκόσμιες αγορές της χρηματιστικοποίησης και των περιοδικών κρίσεων που δημιουργούσε.

Ο δεύτερος μετασχηματισμός

Έτσι εκκινά ο δεύτερος μεγάλος μετασχηματισμός. Πρόκειται για μια νέα φρενήρη εποχή, αυτήν της απελευθέρωσης των χρηματιστηριακών αγορών και των τραπεζικών συστημάτων, με τη Γουόλ Στρητ να γίνεται το παγκόσμιο χρηματιστηριακό κέντρο και το δολάριο, αφού κάνει τον γύρο των αγορών, να ανακυκλώνεται μέσω των Αμερικανικών χρεογράφων, των περίφημων T-Bills. Από τις πιο σημαντικές περιπτώσεις ήταν η ανακύκλωση των πετροδολαρίων, όπου το εμπορικό πλεόνασμα πετρελαίου σε δολάρια των χωρών του ΟΠΕΚ επανεπενδυόταν σε T-Bills. Αυτό συνέβαλε αποφασιστικά όχι μόνο στην αυτοχρηματοδότηση των διπλών ελλειμμάτων των ΗΠΑ, αλλά και σε έμμεση φοροαπαλλαγή των Αμερικανών πολιτών από κάθε πόλεμο που έκαναν –ή στρατιωτική βάση που άνοιγαν και συντηρούσαν– οι ΗΠΑ ανά την υφήλιο.

Ταυτόχρονα με τη χρηματιστικοποίηση, αρχίζει και η πλήρης κυριαρχία των οικονομικών της προσφοράς, επιφέροντας τη κρίση του Κεϋνσιανισμού ως δημόσιας πολιτικής προστασίας του μισθού (η κρίση του «Φορντιστικού μισθού» και του κράτους πρόνοιας των σοσιαλδημοκρατών). Σ’ αυτό το πλαίσιο, η σημαντική αλλαγή που λαμβάνει χώρα είναι η κρίση του βιομηχανικού τομέα, ειδικά στον Αγγλο-Αμερικανικό χώρο, ο οποίος τη δεκαετία του 1990 μετακομίζει κυριολεκτικά στην Ασία και τον παγκόσμιο Νότο. Τώρα πλέον, ο βιομηχανικός τομέας έχει στην κυριολεξία παγκοσμιοποιηθεί επί τη βάσει αλυσίδων τροφοδοσίας και υβριδικών μορφών παραγωγής και διανομής. Οι Αμερικανικές πολυεθνικές, τοποθετημένες στη νότια Ασία και στην ανατολική ακτογραμμή της Κίνας εξακολουθούν να επαναπατρίζουν κέρδη στην Αμερικανική μητρόπολη, όχι όμως χωρίς επιπτώσεις (δες παρακάτω). Ωστόσο, οι εξελίξεις είναι πολύ πιο σύνθετες.

Κατ’ αρχήν, οι άλλοι πυλώνες της Αμερικανικής υψηλής στρατηγικής δεν άλλαξαν: ο πολιτικο-στρατιωτικός έλεγχος του Δυτικού στρατοπέδου παραμένει ο ίδιος και ενισχύεται, όπως επίσης ενισχύεται και το ιδεολογικό μένος κατά της Σοβιετικής Ένωσης και –από το 1991 και μετά– της Ρωσίας. Το ΝΑΤΟ επεκτείνεται προς Ανατολάς, αν και δεν υπάρχει πλέον κομμουνισμός. Ο βασικός αντίπαλος παραμένει «η Ανατολή» ακόμη κι αν αυτή έχει καταρρεύσει ως κομμουνιστικό-σοσιαλιστικό πρόταγμα. Οι Ευρω-Ατλαντικές σχέσεις παραμένουν ισχυρές μέσα στη θεμιτή τους ανταγωνιστικότητα και η οικονομική άνοδος της Ιαπωνίας τη δεκαετία του 1980 παρέμεινε υπό έλεγχο, όπως παρέμεινε υπό έλεγχο και η εισαγωγή του Ευρώ ως νέου παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος. Τα τραπεζικά και χρηματιστηριακά δίκτυα της Γουόλ Στρητ, του Σίτυ του Λονδίνου, της Γερμανίας και της Γαλλίας είναι ενωμένα όπως τα δόντια με τα χείλη. Η Κίνα, βέβαια, η οποία δρομολόγησε την ελεγχόμενη μετάβαση στην αγορά χωρίς το Κομμουνιστικό Κόμμα να έχει απωλέσει τον έλεγχο της κρατικής εξουσίας, κατορθώνει να συμβιώσει με τις ΗΠΑ και να νομιμοποιηθεί στον Ευρω-Ατλαντικό χώρο μέσω της συμμετοχής της στους διεθνείς οργανισμούς (π.χ. ΠΟΕ) και μέσω των συμμαχιών των εταιριών της με παγκοσμιοποιημένους Αμερικανικούς και Ευρωπαϊκούς κολοσσούς για απόκτηση τεχνογνωσίας και, μετέπειτα, αυτονόμησης. Το καλύτερο παράδειγμα εδώ είναι η Huawei. Αυτό που ο Τρότσκυ είχε ονομάσει «άνιση και συνδυαστική ανάπτυξη» ισχύει. Για σειρά από λόγους που δεν μπορούν να εξετασθούν εδώ, η νεο-φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και η είσοδος της Κίνας στον ΠΟΕ ευνόησε περισσότερο την Κίνα παρά τις ΗΠΑ, όση προσπάθεια κι αν κατέβαλαν οι Αμερικανικές πολυεθνικές να επαναπατρίσουν, σχεδόν αφορολόγητα, τα κέρδη τους από την Κίνα στις ΗΠΑ.

Ο δεύτερος μεγάλος μετασχηματισμός πρόκειται για μια νέα φρενήρη εποχή, αυτήν της απελευθέρωσης των χρηματιστηριακών αγορών και των τραπεζικών συστημάτων, με τη Γουόλ Στρητ να γίνεται το παγκόσμιο χρηματιστηριακό κέντρο και το δολάριο, αφού κάνει τον γύρο των αγορών, να ανακυκλώνεται μέσω των Αμερικανικών χρεογράφων, των περίφημων T-Bills

Μια δεύτερη σημαντική εξέλιξη η οποία φτάνει μέχρι τις μέρες μας και είναι πάρα πολύ σύνθετη είναι η εξής: η αποβιομηχανοποίηση της Δύσης και η στροφή στις υπηρεσίες επέφερε την ήττα στις δύο κύριες ανταγωνιστικές τάξεις του καπιταλιστικού συστήματος, την εργατική τάξη και την αγροτιά. Η αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας παύει να είναι η βασική αντίφαση του κοινωνικού συστήματος στη Δύση και οι κρίσεις γίνονται είτε υπόθεση των (ενδο)συστημικών ανταγωνισμών μεταξύ μερίδων του κεφαλαίου, είτε εκδηλώνονται ως αποτέλεσμα της αντι-λαϊκής πολιτικής απάντησης στις ενδο-συστημικές κρίσεις, απάντηση η οποία φέρνει ακόμα μεγαλύτερη δυσφορία και δυσαρέσκεια σε ένα ήδη αποξενωμένο και θρυμματισμένο κοινωνικό σώμα που έχει απορροφηθεί στην κατανάλωση πολιτισμικών προϊόντων τύπου woke. Σ’ αυτή τη συνάφεια, η εργατική κουλτούρα της πυρηνικής οικογένειας, δηλ. η κουλτούρα του άμεσου παραγωγού της Δύσης, μειοψηφία πλέον, βαφτίζεται από τη κυρίαρχη νεο-φιλελεύθερη ιδεολογία, φεμινιστική και μη, ως μια από τις πιο αντιδραστικές κουλτούρες της κοινωνίας. Το αποτέλεσμα αυτής της συνολικής ιστορικής διαδικασίας, ωστόσο, η οποία βρήκε πολιτική και νομική στήριξη τόσο από την κεντρο-αριστερά όσο και από την κεντρο-δεξιά, ήταν η πριμοδότηση της ρατσιστικής και ξενοφοβικής ακροδεξιάς, η απώλεια ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων και ανέργων τα οποία στηρίζουν Τραμπ, Λεπέν και Εναλλακτική για τη Γερμανία.

Οι οικονομικοί πυλώνες της χρηματιστικοποίησης καταρρέουν με την κρίση του 2007-08 και τη συνακόλουθη κρίση της Ευρωζώνης, εφόσον όλο το τραπεζικό σύστημα από τη μια και την άλλη πλευρά του Ατλαντικού ήταν συνδεδεμένο. Μηδενικά σχεδόν επιτόκια, μεγάλες ενέσεις ρευστού από το κράτος και μεταφορά χρεών στον δημόσιο τομέα βάζοντας τους εργαζόμενους να πληρώσουν για τη κρίση, έσωσαν το σύστημα και τις τράπεζες από πραγματική κατάρρευση. Στην τρίτη κοινή μου δουλειά για τη κρίση της Αμερικανικής υψηλής στρατηγικής με τον Μπουλέντ Γκόκαϋ, η οποία δημοσιεύτηκε σε μετάφραση από τις εκδόσεις Επίκεντρο το 2020, εδράζουμε ακριβώς στην κρίση του 2007-08 την αποσύνθεση του Ευρω-Ατλαντισμού και το αποδεικνύουμε με συγκεκριμένα ποσοτικά στοιχεία, ερμηνείες και αναλύσεις. (4) Η πανδημία, πρώτα, και η Ουκρανική κρίση που ακολούθησαν δεν υπήρξαν καθοριστικοί παράγοντες της συστημικής κρίσης του Ευρω-Ατλαντισμού, αν και την επέτειναν τα άκρα. Το τελικό αποτέλεσμα αυτών των δομικών ιστορικών διαδικασιών, της κρίσης του Ευρω-Ατλαντισμού και συνολικά της Δύσης, είναι το «φαινόμενο Τραμπ». Και στην Ευρώπη έχουμε πανομοιότυπα φαινόμενα: Φάρατζ στην Αγγλία, Λεπέν στη Γαλλία, Ορμπάν στην Ουγγαρία, Μελόνι στην Ιταλία, Εναλλακτική για τη Γερμανία κ.λπ.

Ο τρίτος μετασχηματισμός και η συνολική κρίση της Αμερικανικής υψηλής στρατηγικής

Θα πρέπει να γίνει πέρα ως πέρα σαφές ότι ο Τραμπ δεν έπεσε από τον ουρανό και δεν είναι «παρανοϊκός» ούτε απλά ένας «συντηρητικός» και «αντιδραστικός» ηγέτης που δεν γνωρίζει πώς να πολιτευτεί. Ο Economist κάνει λόγο για «τρέλα του βασιλιά Ντόναλντ». (5) Δεν νομίζω καθόλου ότι πρόκειται για τέτοια περίπτωση. Ο νέος μεγάλος και τρίτος κατά σειρά μετασχηματισμός που εκκινεί η δεύτερη θητεία του Τραμπ, με νέα ομάδα και με πολύ μεγαλύτερο έλεγχο του κρατικού μηχανισμού, έχει οργανωμένο σχέδιο και όραμα με βάση το Αμερικανικό εθνικό συμφέρον. Διαφωνίες για το πώς ορίζεται το «Αμερικανικό εθνικό συμφέρον» υπάρχουν, ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι το επιτελείο του Τραμπ δεν έχει το δικό του ορισμό. Make America Great Again (MAGA) σημαίνει, πάνω απ’ όλα, επανατοποθέτηση του εθνικού συμφέροντος των ΗΠΑ πριν και πάνω από τα συμφέροντα όλων των υπολοίπων διότι, όπως δείχνουν τα εμπορικά ελλείμματα και ο κρατικός προϋπολογισμός, το σύστημα της νεο-φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης έχει πάψει προ πολλού να ωφελεί το Αμερικανικό κράτος, δηλ. τα παγκόσμια οικονομικά και γεω-πολιτικά του συμφέροντα, ειδικά στην Ευρασία. Το συνολικό εμπορικό έλλειμμα της χώρας είναι σχεδόν $1 τρισ., το δημόσιο χρέος $35 τρισ. (120% του ΑΕΠ), ενώ οι αμυντικές δαπάνες είναι κοντά στο $1 τρισ. (οι ΗΠΑ καταβάλουν σχεδόν το 70% των δαπανών του ΝΑΤΟ). Συνεπώς, το παγκόσμιο σύστημα πολιτικής οικονομίας που δημιουργήθηκε από τις ΗΠΑ μετά το τέλος των συναλλαγματικών ισοτιμιών του Μπρέτον Γουντς το 1971 πρέπει να αποδομηθεί από τις ίδιες τις ΗΠΑ, ειδάλλως υπάρχει ο κίνδυνος ελέγχου της παγκόσμιας οικονομίας από νέες ανερχόμενες οικονομικές δυνάμεις, δηλ. και πάνω απ’ όλα η Κίνα, σε πιθανή συμμαχία με άλλες Ασιατικές χώρες, όπως η Ρωσία. Έχουμε πάλι να κάνουμε με μια ελεγχόμενη αποσύνθεση της παγκόσμιας οικονομίας που, στην προκειμένη περίπτωση, «νομιμοποιείται να ξεκινήσει με ριζοσπαστικό τρόπο το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 2020». Ο Τραμπ και το επιτελείο του έτυχε να είναι οι ενεργοί δρώντες που έπρεπε να αντιστρέψουν μια πραγματική οικονομική και γεω-πολιτική πραγματικότητα παρακμής που βίωναν οι ΗΠΑ για δεκαετίες. Ο τρίτος μεγάλος μετασχηματισμός είναι ακόμη πολύ νωπός για να μπορέσουμε να τον κρίνουμε. Είναι όμως απόλυτα θεμιτό –και γόνιμο– να κάνουμε μερικές παρατηρήσεις.

Μια πρώτη παρατήρηση έχει να κάνει με το γεγονός ότι, με αφορμή το Ουκρανικό και την επιτυχία της Ρωσίας στο θέατρο του πολέμου, το επιτελείο Τραμπ φαίνεται να έχει πειστεί ότι η Ρωσία δεν πρέπει πια να δαιμονοποιείται για να δικαιολογεί μια επιθετικότητα εναντίον της και ότι πρέπει να συμπεριληφθεί στο Ευρωπαϊκό σύστημα ασφάλειας. Ο πόλεμος της Ουκρανίας έδειξε τα όρια της επέκτασης του ΝΑΤΟ, ακριβώς όπως η ήττα της Γερμανίας από τον Κόκκινο Στρατό έδειξε τα όρια του πανευρωπαϊκού ονείρου της Ναζιστικής Γερμανίας. Αυτό είναι μια πραγματική επανάσταση στις διεθνείς σχέσεις, διότι ανατρέπει όλα τα Ψυχροπολεμικά δεδομένα ασφάλειας τα οποία στηριζόταν στον αποκλεισμό της ΕΣΣΔ/Ρωσίας, αν μη τι άλλο διότι η ΕΣΣΔ/Ρωσία είναι «έτοιμη να εισβάλει στην Δυτική Ευρώπη». Θυμίζω ότι την αντιδραστική αυτή άποψη, την οποία χρησιμοποιεί ακόμα αυτή τη στιγμή η Ε.Ε. προκειμένου να περάσει στις Ευρωπαϊκές κοινωνίες την «ανάγκη» τεράστιων στρατιωτικών δαπανών παραβιάζοντας κάθε κανόνα του Συμφώνου Σταθερότητας και των κριτηρίων του Μάαστριχτ, είχε από πολύ παλιά κατακρεουργήσει ο ίδιος ο Χένρυ Κίσινγκερ, λέγοντας με ειλικρίνεια: «Ο Στάλιν δεν μπορούσε να ανοικοδομήσει τη Σοβιετική Ένωση και ταυτόχρονα να ρισκάρει μια αντιπαράθεση με τη Δύση. Η πολυδιαφημισμένη Σοβιετική εισβολή της Ευρώπης ήταν φαντασίωση». (6) Το ίδιο ισχύει και σήμερα σε ότι αφορά τον Πούτιν. Σήμερα η Ευρώπη έχει γίνει το κόμμα του πολέμου και η νεο-συντηρητική ιδεολογία του Τραμπ το κόμμα της ειρήνης. Η δε Ευρωπαϊκή «αριστερά» περνάει τη μεγαλύτερη σύγχυση ιδεών στην ιστορία της.

Όλα τα παραπάνω σημαίνουν ότι το επιτελείο του Τραμπ είναι αποφασισμένο να ξηλώσει εξ ολοκλήρου τον ιδεολογικό Ψυχροπολεμικό πυλώνα της δαιμονοποίησης της ΕΣΣΔ/Ρωσίας, με τα πυρά να στρέφονται στο εσωτερικό μέτωπο κατά της woke κουλτούρας, η οποία θεωρείται υπεύθυνη όχι μόνο για την πολιτική των «ανοιχτών συνόρων» και την αποδοχή της παράνομης μετανάστευσης, αλλά και για την υπογεννητικότητα που μαστίζει τις Δυτικές κοινωνίες, δηλ. το τεράστιο δημογραφικό τους πρόβλημα. Αυτό ήταν ένα από τα βασικά μηνύματα της ομιλίας του αντιπροέδρου Βανς στο Μόναχο, ομιλία που άφησε άναυδο το γραφειοκρατικό κατεστημένο των Βρυξελλών.

Ο νέος μεγάλος και τρίτος κατά σειρά μετασχηματισμός που εκκινεί η δεύτερη θητεία του Τραμπ, με νέα ομάδα και με πολύ μεγαλύτερο έλεγχο του κρατικού μηχανισμού, έχει οργανωμένο σχέδιο και όραμα με βάση το Αμερικανικό εθνικό συμφέρον 

Η δεύτερη παρατήρηση είναι στενά συνυφασμένη με την πρώτη. Αν το επιτελείο του Τραμπ έχει ως ένα βαθμό μια λογιστική λογική αντιμετώπισης της δημοσιονομικής κρίσης της χώρας (ο προϋπολογισμός έχει έλλειμμα της τάξης του 6% του ΑΕΠ), τότε αυτό θα σημαίνει σταδιακή και ελεγχόμενη απόσυρση του στρατού και των εξοπλιστικών συστημάτων των ΗΠΑ από την Ευρώπη, με σκοπό τη χρησιμοποίησή τους στο θέατρο του Ειρηνικού και της Νότιας Ασίας. Αυτό δεν θα σημαίνει απαραίτητα και ότι πρόκειται να αφήσουν τον έλεγχο των πυρηνικών οπλοστασίων στους Ευρωπαίους και, ακόμη, δεν σημαίνει απόσυρση από τα νευραλγικά σημεία της Μεσογείου, όπως η Νάπολη, η Κρήτη, η Αλεξανδρούπολη και η Κύπρος. Οι Αγγλικές βάσεις στη Κύπρο χρηματοδοτούνται και χρησιμοποιούνται περισσότερο από τις ΗΠΑ παρά από το Ηνωμένο Βασίλειο. Αυτό έχει συγκεκριμένες επιπτώσεις για την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία, σε συνάφεια με τη θέση του Ισραήλ και την εμμονή του επιτελείου Τραμπ στους πραγματικούς υδρογονάνθρακες, όπερ και το περίφημο «drill baby, drill». Για τον Τραμπ πράσινη ενέργεια και πράσινη ανάπτυξη είναι νεο-φιλελεύθερες απάτες στο βωμό των οποίων έχουν ξοδευτεί δισεκατομμύρια δολάρια από τις νεο-φιλελεύθερες κυβερνήσεις των Δημοκρατικών. Δεν είναι καθόλου τυχαία η επιλογή της πρωτεύουσας της Σαουδικής Αραβίας ως έδρας διαπραγματεύσεων μεταξύ Ρωσίας και ΗΠΑ για το Ουκρανικό. Ο στόχος του Τραμπ είναι να μην απωλέσει την ανακύκλωση των πετροδολαρίων της Σαουδικής Αραβίας μετά τον εναγκαλισμό της Κίνας και της Ρωσίας τα τελευταία χρόνια. Όλα αυτά, βέβαια, σε συνδυασμό με τα όσα ειπώθηκαν σε επίπεδο ιδεολογίας και δαιμονοποίησης της Ρωσίας, δίνουν ένα ακόμα παραπάνω πάτημα στους Ευρωπαίους να στηρίξουν το μέγεθος των εξοπλιστικών τους προγραμμάτων στα μάτια των πολιτών τους. Ποιος είπε, στο κάτω-κάτω, ότι ένας μελλοντικός πόλεμος κατά της Ρωσίας από τους Αγγλο-Γάλλους δεν μπορεί να είναι και πράσινος και δημοκρατικός;

Η τρίτη και τελευταία παρατήρηση αφορά την πολιτική οικονομία του νεο-φιλελευθερισμού και της παγκοσμιοποίησης (δίκτυα υβριδικής παραγωγής, εφοδιαστικές αλυσίδες και χρηματιστικοποίηση). Αυτό είναι ένα πάρα πολύ σημαντικό ζήτημα, διότι αφορά τη θέση του δολαρίου στις παγκόσμιες αγορές ως το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα και τη σύνδεσή του με τους σημερινούς μεγιστάνες της Γουόλ Στρητ, η μεγάλη πλειοψηφία των οποίων στήριξε τον Τραμπ προεκλογικά αλλά τώρα υποφέρουν λόγω δασμών και πιθανής επανεκκίνησης των πληθωριστικών τάσεων. Αυτοί οι κολοσσοί της υψηλής τεχνολογίας και του χρηματιστηριακού πλούτου θα πληγούν από το σοκ της «ελεγχόμενης αποσύνθεσης της νεο-φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης», αλλά η υπόσχεση του επιτελείου Τραμπ είναι ότι αυτό δεν θα διαρκέσει, όπως έγινε για παράδειγμα με τους δασμούς που επέβαλε κατά τη διάρκεια της πρώτης του θητείας, δασμούς τους οποίους δεν κατάργησε –πρέπει να το πούμε αυτό– η κυβέρνηση Μπάιντεν. (7) Εδώ είναι ακόμη πολύ νωρίς για να γίνει συνολική εκτίμηση, διότι είναι πάρα πολλοί οι αστάθμητοι παράγοντες, όπως μια μεγάλη γεωπολιτική κρίση στο θέατρο της Ουκρανίας, ή της Ταϊβάν/Ανατολική Κινεζική θάλασσα, ή/και ακόμη στη Μέση Ανατολή (Συρία, Ιράν, Ισραήλ/Παλαιστίνη), κάτι που θα μεταβάλλει άρδην τα οικονομικά δεδομένα στρέφοντας τα έθνη-κράτη σε οικονομικές πολιτικές ακραιφνούς αυτάρκειας και στρατιωτικού κεϋνσιανισμού, δηλ. ένα βήμα πριν τον πόλεμο. Τονίζω ότι συντηρητικές δεξαμενές σκέψης στις ΗΠΑ, όπως η American Compass, συστήνουν στον Τραμπ την επιβολή «δασμών» στις υπηρεσίες και στο χρήμα (capital controls) με στόχο το χτύπημα της χρηματιστικοποίησης που τόσο έβλαψε τη βιομηχανία της χώρας. Αυτό δεν απέχει πολύ από τη θέση των μετα-κεϋνσιανών, αλλά και μαρξιζόντων, οικονομολόγων σήμερα.

Για πάνω από 30 χρόνια η Κίνα βρίσκεται σε μια ανοδική πορεία χωρίς σταματημό. Το ΑΕΠ της, με όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης, είναι μεγαλύτερο από αυτό των ΗΠΑ. Κατέγραψε τεράστιες επιτυχίες στους τομείς της υψηλής τεχνολογίας, της βιοτεχνολογίας και νανοτεχνολογίας, ενώ κατάφερε να αυξήσει το βιοτικό επίπεδο του πληθυσμού της με αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας μεσαίας καταναλωτικής τάξης περίπου μισού δισεκατομμυρίου ανθρώπων. Μεγάλο προβάδισμα δίνουν στην Κίνα τα τεράστια αποθέματα Σπάνιων Γαιών που έχει, τα οποία στηρίζουν τη δημιουργία πρωτότυπων νέων τεχνολογιών, ψηφιακών πλατφόρμων, τεχνητής νοημοσύνης και διάφορες εφαρμογές στην αεροδιαστημική και στρατιωτική τεχνολογία. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με τη δυναμική των BRICS των οποίων ηγείται και το νέο «δρόμο του μεταξιού» (Belt & Road Initiative) ορθώνουν ένα πραγματικό παγκόσμιο αντίπαλο για τις ΗΠΑ, ο οποίος δεν μπορεί να ηττηθεί μέσω μιας διείσδυσης από το Ευρωπαϊκό θέατρο της Ρωσίας με πολιορκητικό κριό την Ουκρανία. Η στρατηγική λογική του επιτελείου του Τραμπ έχει εσωτερική συνοχή και υπερισχύει σαφώς της παλιάς δοκιμασμένης Ψυχροπολεμικής ορθοδοξίας των νεο-φιλελεύθερων και της νεο-φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Αν τώρα όλα αυτά σημαίνουν ότι βαδίζουμε προς μια νέα Γιάλτα, τότε το ποιοι θα είναι αυτή τη φορά οι «Τρεις Μεγάλοι» είναι κάτι που μπορεί να μαντέψει ο καθένας.

Παραπομπές

1) Δες, Βασίλης Κ. Φούσκας, «Το μελάνωμα της Κύπρου. Οι ευθύνες των Κων/νου Καραμανλή και Ευάγγελου Αβέρωφ για την Κυπριακή τραγωδία», Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2024.

2) Friedrich A. Hayek, “The economic conditions of inter-state federalism”, στο Individualism and Economic Order, The University of Chicago Press, Chicago, 1939. Μια ανάλυση της σκέψης του Χάγιεκ και του ορντο-φιλελευθερισμού επιχειρούμε στο Βασίλης Κ. Φούσκας και Μπουλέντ Γκόκαϋ, «Η αποσύνθεση του Ευρω-Ατλαντισμού και ο νέος αυταρχισμός. Παγκόσμια μετατόπιση ισχύος», Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2020.

3) Δες, Paul Volcker, “The Political Economy of the Dollar”, The Fred Hirsch Lecture, University of Warwick, Coventry, 9 Νοεμβρίου 1978.

4) Βασίλης Κ. Φούσκας και Μπουλέντ Γκόκαϋ, «Η αποσύνθεση του Ευρω-Ατλαντισμού», ό.π.

5) “Ruination day”, The Economist, 5 Απριλίου 2025.

6) Henry Kissinger, “Diplomacy”, Simon & Schuster, New York 1994, σ. 433.

7) Και σε άλλα θέματα υπάρχει σιωπηλή σύγκλιση Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικάνων, αλλά δεν αναφέρονται από τα επίσημα ΜΜΕ. Το εναργέστερο παράδειγμα είναι το μεταναστευτικό. Πιο πολλούς φράχτες σήκωσε η κυβέρνηση Ομπάμα στα Μεξικανικά σύνορα, παρά ο Τραμπ.

Ο Βασίλης Φούσκας είναι καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής και Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο του Ανατολικού Λονδίνου, διευθυντής του Ερευνητικού Κέντρου για τη Μελέτη των Κρατών, Αγορών και Λαών (STAMP) στο ίδιο Πανεπιστήμιο, ιδρυτής και αρχισυντάκτης της επιστημονικής επιθεώρησης Journal of Balkan and Near Eastern Studies (οκτώ τεύχη ετησίως από το 1998)

Πηγή, Εφημερίδα Δρόμος της Αριστεράς

Παρασκευή 11 Απριλίου 2025

Αντικρούοντας τα επιχειρήματα του Υπουργείου Παιδείας για τη συνταγματικότητα ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων

 

Ο Ξενοφών Κοντιάδης είναι Καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Γιάννης Α. Τασόπουλος είναι καθηγητής δημοσίου δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και δικηγόρος.


O Ξ. Κοντιάδης και ο Γ. Α Τασόπουλος αναλύουν τη contra constitutionem ερμηνεία του Υπουργείου Παιδείας σχετικά με την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων, και την αντίθεσή της στην καθιερωμένη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, υπογραμμίζοντας την απειλή για τη συνταγματική ισορροπία και την ακαδημαϊκή ελευθερία.  

Ι. Η contra constitutionem ερμηνεία του Υπουργείου Παιδείας και η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας

Επιδιώκοντας να διασώσει τη συνταγματικότητα του νόμου για τα ΝΠΠΕ,το Υπουργείο Παιδείας επιχειρεί να ισορροπήσει μεταξύ του άρθρου 16 του Συντάγματος και των θεμελιωδών ελευθεριών που κατοχυρώνει το ευρωπαϊκό δίκαιο, ιδίως της ελευθερίας εγκατάστασης. Όμως αναπόδραστα οδηγείται σε πρόδηλη contra constitutionem ερμηνεία και, υπό το πρόσχημα μιας εσφαλμένης αντίληψης για τη δυναμική ερμηνεία και το «ζωντανό» Σύνταγμα, πλήττει επίσης ευθέως τον πυρήνα δύο θεμελιωδών θεσμών του σύγχρονου δημοσίου δικαίου: Το αυστηρό Σύνταγμα και την υποχρεωτική για τα ανώτατα δικαστήρια, όπως το Συμβούλιο της Επικρατείας, προδικαστική παραπομπή στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ).

Με την  ερμηνευτική συλλογιστική του το Υπουργείο ζητεί από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας να υιοθετήσει θέσεις και ισχυρισμούς που έρχονται σε αντίθεση όχι μόνο με τη ρητή και πάγια νομολογία του Δικαστηρίου αναφορικά με το άρθρο 16 Σ., αλλά με ολόκληρη την παράδοση του αυστηρού Συντάγματος που χαρακτηρίζει τον ελληνικό συνταγματισμό. Αυτή η ερμηνεία προσκρούει σε δύο ρητές, σαφείς και κατηγορηματικές συνταγματικές διατάξεις που ορίζουν αντίστοιχα ότι: «H ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση» (παρ. 5 άρθρ. 16) και «H σύσταση ανώτατων σχολών από ιδιώτες απαγορεύεται» (παρ. 8 άρθρ. 16). Εφόσον γίνει δεκτό ότι οι όροι «αποκλειστικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου» και «η σύσταση απαγορεύεται από ιδιώτες» μπορούν να τεθούν εκποδών στο όνομα της υποτιθέμενης δυναμικής ερμηνείας του Συντάγματος, όπως ισχυρίζεται το Υπουργείο, τότε είναι δύσκολο να φανταστεί ο αντικειμενικός παρατηρητής ποια διατύπωση και ποια διάταξη του αυστηρού Συντάγματος θα μπορούσε να αποτελέσει όριο και φραγμό στον νομοθέτη.

Το αυστηρό και τυπικό Σύνταγμα ως «τεχνική της πολιτικής ελευθερίας» (Αριστόβουλος Μάνεσης), ως δεσμευτικό νομικό κείμενο οριοθέτησης της εξουσίας και θεμέλιο των αντιβάρων της εξουσίας, υφίσταται κανονιστική αποδυνάμωση πλήρη και ολοσχερή, αν η αντίληψη του Υπουργείου Παιδείας για την contra constitutionem δυναμική ερμηνεία γίνει δεκτή από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Το αυστηρό Σύνταγμα στη χώρα μας δεν θα σημαίνει το ίδιο με αυτό που σημαίνει ως σήμερα στην νομική, πολιτική και δημόσια σφαίρα.

Υπό την έννοια αυτή, η απόφαση που καλείται να λάβει το Συμβούλιο της Επικρατείας θα είναι ιστορική, σε μία εποχή που το Σύνταγμα των οριοθετήσεων, το Σύνταγμα των ορίων και των φραγμών στη νομοθετική και στην εκτελεστική εξουσία (δηλαδή στην εκάστοτε κυβερνώσα μονοκομματική πλειοψηφία) είναι περισσότερο από ποτέ αναγκαίο, ιδιαίτερα στην Ελλάδα στην οποία τα θεσμικά αντίβαρα της εξουσίας είναι ως γνωστόν πολλαπλώς αποδυναμωμένα.

Το Υπουργείο Παιδείας υποστηρίζει ότι οι διατάξεις του ν. 5094/2022 για τα ΝΠΠΕ δεν εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 16 Σ. επειδή η εξαίρεση για την ανώτατη εκπαίδευση συνίσταται στην απαγόρευση της σύστασης/ίδρυσης στην ελληνική επικράτεια ιδιωτικών πανεπιστημιακών σχολών ανώτατης εκπαίδευσης. Ειδικότερα προβάλλει ότι οι διατάξεις του ν. 5094/2022 ρυθμίζουν ένα συγγενές, πλην όμως διαφορετικό ζήτημα: την εγκατάσταση και λειτουργία αλλοδαπών ανώτατων πανεπιστημιακών ιδρυμάτων τα οποία υφίστανται ήδη, έχουν έδρα στο εξωτερικό και προφανώς δεν συστήνονται το πρώτον. Ενόψει τούτων το Υπουργείο ισχυρίζεται ότι το συγκεκριμένο ζήτημα δεν καταλαμβάνεται από το γράμμα της απαγόρευσης του άρ. 16 παρ. 8 εδ. β΄ Σ. και κατ’ επέκταση από τις λοιπές προαναφερθείσες ρυθμίσεις του άρθρου 16. Οι εν λόγω ισχυρισμοί του οδηγούν σε καταστρατήγηση του Συντάγματος. Ως εκ τούτου, δεν αντέχουν σε λογική βάσανο για τους εξής λόγους:

α) Όταν το Σύνταγμα απαγορεύει τη σύσταση ανωτάτων σχολών από ιδιώτες και την παροχή ανώτατης εκπαίδευσης από φορείς που δεν αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση, αποβλέπει κατά προφανή λογική συνέπεια και στην απαγόρευση της λειτουργίας τους. Άλλωστε το Σύνταγμα δεν προβλέπει μόνο την απαγόρευση σύστασης ανωτάτων σχολών από ιδιώτες αλλά ρητώς και την παροχή ανώτατης εκπαίδευσης από φορείς που δεν είναι νπδδ με πλήρη αυτοδιοίκηση. Ποια αλήθεια θα ήταν η κανονιστική ratio της απαγόρευσης του άρθρου 16 παρ. 8, αν το Σύνταγμα απαγόρευε μόνον τη σύσταση αλλά επέτρεπε τη λειτουργία σύμφωνα με την επιχειρηματολογία του Υπουργείου Παιδείας που προτείνει την κατανόηση της σχέσης σύσταση και λειτουργίας όχι ως συμπλεκτικής, που είναι πράγματι, αλλά ως αντιθετικής; Η ερμηνεία αυτή καθιστά την απαγόρευση της παρ. 8  ακατανόητη και τη διάταξη ατελέσφορη. Cessante ratione legis, cessat lex ipsa. Η μόνη λογική ερμηνεία της διάταξης της παρ. 8 είναι ότι το Σύνταγμα απαγορεύει τη σύσταση για να αποτρέψει τη λειτουργία και όχι για να την επιτρέψει! Η προτεινόμενη από το Υπουργείο ερμηνεία οδηγεί ευθέως σε καταστρατήγηση του Συντάγματος, υπό το πρόσχημα της δυναμικής ερμηνείας.

β) Η πρόταση για την αντιδιαστολή της σύστασης από τη λειτουργία δεν είναι καινοφανής. Έχει κριθεί και απορριφθεί με μεγάλη πλειοψηφία από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας με την απόφαση ΣΕ 3457/1998 Ολομ. η οποία έκτοτε έχει επιβεβαιωθεί κατ’ επανάληψη και αποτελεί πάγια νομολογία. Η απόφαση αυτή αντιμετώπισε το ζήτημα της λειτουργίαςπαραρτήματος ή τμήματος πανεπιστημίου στην Ελλάδα, το οποίο δεν ιδρύεται το πρώτον στη χώρα μας επειδή ήδη υπάρχει στην αλλοδαπή, όπως ακριβώς προβάλλει σήμερα το Υπουργείο, δέχθηκε μάλιστα ότι:

«5. Επειδή από τη διατύπωση αλλά και το πνεύμα των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 16 του Συντάγματος, με τις οποίες προβλέπεται ότι η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται στην Ελλάδα αποκλειστικώς και μόνο από Ιδρύματα, που αποτελούν νομικά πρόσωπα – δημοσίου δικαίου, πλήρως αυτοδιοικούμενα, τα οποία τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους και λειτουργούν σύμφωνα με τους νόμους, οι οποίοι διέπουν την οργάνωση και λειτουργία τους, απαγορευομένης της συστάσεως ανωτάτων σχολών από ιδιώτες, συνάγεται ότι δεν είναι επιτρεπτή από το ΔΙΚΑΤΣΑ – το οποίο έχει, κατά νόμον, την αρμοδιότητα, όπως αναλυτικότερα εκτίθεται στις επόμενες σκέψεις, να προβαίνει στην αναγνώριση της ισοτιμίας και αντιστοιχίας τίτλων σπουδών A.E.I, της αλλοδαπής – η αναγνώριση ως χρόνου διανυθέντος εις ομοταγές προς ημεδαπό A.E.I, του χρόνου εκείνου σπουδών του διανυθέντος σε Τμήμα ή Παράρτημα αλλοδαπού Α.Ε.Ι., το οποίο λειτουργεί στην Ελλάδα, με τη μορφή ιδιωτικού φροντιστηρίου ή κέντρου Ελευθέρων Σπουδών. Συνεπώς, νομίμως, το ΔΙΚΑΤΣΑ αρνείται την αναγνώριση της ισοτιμίας του προαναφερθέντα; τίτλου σπουδών, προς τους απονεμομένους από τα ελληνικά Α.Ε.Ι. ” τίτλους σπουδών και λαμβάνοντας υπόψη του μόνο τα έτη σπουδών, τα οποία έχει πραγματοποιήσει στην αλλοδαπή ο κάτοχος του, σε ομοταγές A.E.I, της αλλοδαπής, κατατάσσει αυτόν σε ορισμένο εξάμηνο σπουδών συγκεκριμένου Τμήματος ή Σχολής Ελληνικού A.E.I. Πράγματι, η τυχόν αναγνώριση της ισοτιμίας τίτλου σπουδών, ο οποίος αποκτήθηκε υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες από ομοταγές A.E.I, της αλλοδαπής – ως εν προκειμένω – θα οδηγούσε στην αναγνώριση, εκ του αποτελέσματος, ως σπουδών ανωτάτης εκπαιδεύσεως, των σπουδών εκείνων οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στην Ελλάδα, σε Τμήμα ή Παράρτημα ομοταγούς αλλοδαπού A.E.I, που λειτουργεί στη Χώρα υπό μορφήνιδιωτικού φροντιστηρίου ή Κέντρου Ελευθέρων Σπουδών γεγονός όμως το οποίο θα συνιστούσε καταστρατήγηση του Συντάγματος, το οποίο απαγορεύει τη λειτουργία στην Ελλάδα A.E.I, από ιδιώτες (ολ. ΣτΕ 2274/1990). Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Α. Τσαμπάση, Γ. Παπαμεντζελόπουλος, Ν. Σακελλαρίου, Α. Ράντος και Ε. Σαρπ, οι οποίοι υποστήριξαν τη γνώμη ότι οι μνημονευμένες διατάξεις του Συντάγματος ρυθμίζουν τα της παροχής στην Ελλάδα ανωτάτης εκπαιδεύσεως και καθορίζουν τη νομική μορφή και το καθεστώς λειτουργίας των Ελληνικών Ιδρυμάτων, τα οποία την παρέχουν και ότι συνεπώς το μόνο το oποίο αποκλείεται, ρητώς, από το Σύνταγμα, είναι η σύσταση στην Ελλάδα από ιδιώτες ανωτάτων Σχολών, όχι όμως και η λειτουργία στην Ελλάδα Τμημάτων ή Παραρτημάτων ομοταγών Ανωτάτων Σχολών που έχουν την έδρα τους στην αλλοδαπή και ειδικότερα σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως».

γ) Από την πάγια νομολογία, ενδεικτικά, η ΣΕ2392/2004 αντιμετώπισε ευθέως το ζήτημα της λειτουργίας στην Ελλάδα παραρτημάτων ΑΕΙ της αλλοδαπής και απέρριψε το σχετικό αίτημα βάσει του άρθρ. 16 παρ. 5 και 8 Σ.:

«6. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 16του Συντάγματος, η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται στην Ελλάδα αποκλειστικώς και μόνον από Ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου πλήρως αυτοδιοικούμενα, τα οποία τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους και λειτουργούν σύμφωνα με τους νόμους που διέπουν την οργάνωση και λειτουργίατους (παρ. 5), είναι δε απαγορευμένη η σύσταση ανωτάτων σχολών από ιδιώτες (παρ. 8 εδαφ. β’). Ως εκ τούτου, δεν είναι επιτρεπτή η κατά τις διατάξεις του Ν. 741/1977 αναγνώριση χρόνου σπουδών διανυθέντος σε τμήμα ή παράρτημα Α.Ε.Ι. της αλλοδαπής, το οποίο λειτουργεί στην Ελλάδα με μορφή ιδιωτικού φροντιστηρίου ή Κέντρου Ελευθέρων Σπουδών, ως χρόνου διανυθέντος σε Α.Ε.Ι. της αλλοδαπής ομοταγές προς Ελληνικό Α.Ε.Ι., διότι θα ισοδυναμούσε με αναγνώριση σπουδών που πραγματοποιήθηκαν στην Ελλάδα σε ιδιωτικό φορέα ως σπουδών ανωτάτης εκπαιδεύσεως και θα συνιστούσε καταστρατήγηση του Συντάγματος. Συνεπώς, νομίμως το ΔΙΚΑΤΣΑ δεν λαμβάνει υπ’ όψιν τον ως άνω χρόνο και, υπολογίζοντας μόνον τα έτη σπουδών που έχει πραγματοποιήσει εκτός Ελλάδος ο κάτοχος τίτλου σπουδών Α.Ε.Ι. της αλλοδαπής, κατατάσσει αυτόν σε ορισμένο εξάμηνο σπουδών συγκεκριμένου Τμήματος ή Σχολής Ελληνικού Α.Ε.Ι. (Σ.τ.Ε. 3457/1998 Ολομ.)».

δ) Η ΣΕ 626/1994 έχει δεχθεί επίσης ότι:

«6. [..] Επομένως και σπουδές που έγιναν σε ιδιωτική σχολή, σε γνωστικό αντικείμενο ή επιστήμη που δεν διδάσκεται σε κανένα Τμήμα ελληνικού Α.Ε.Ι. δεν μπορούν να αναγνωρισθούν ως σπουδές με ισότιμα αποτελέσματα μα εκείνα σπουδών, που έχουν γίνει σε ημεδαπά Α.Ε.Ι. Εξάλλου, η αρχή της ελεύθερης αναπτύξεως της προσωπικότητας (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντ.) επιτρέπει μεν στον καθένα να επιλέξει, αν το επιθυμεί, να σπουδάσει σε ιδιωτικές σχολές στην Ελλάδα, δεν έχει όμως την έννοια ‘ότι επιβάλλεται στο κράτος να νομιμοποιήσει την επιλογή αυτή και να τις εξισώσει από άποψη συνεπειών με σπουδές που έχουν γίνει σε Α.Ε.Ι. κατά μείζονα λόγο, όταν άλλο άρθρο του Συντάγματος (16 παρ. 5 και παρ. 8 εδ. ‘β) επιβάλλει η ανώτατη εκπαίδευση να παρέχεται από Α.Ε.Ι. λειτουργούντα ως ν.π.δ.δ. και απαγορεύει την σύσταση ανωτάτων σχολών από ιδιώτες. Είναι, επομένως, απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και συγκεκριμένα ότι η υποχρέωση παροχής ανωτάτης εκπαιδεύσεως από Α.Ε.Ι. ισχύει μόνον όταν η επιστήμη που επιθυμεί να σπουδάσει κάποιος μέλλων φοιτητής διδάσκεται σε ημεδαπό Α.Ε.Ι. καθώς και ότι υπό την αντίθετη εκδοχή παραβιάζεται το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος».

Η ανωτέρω νομολογία διαψεύδει με τον πλέον σαφή και καθαρό τρόπο τον ισχυρισμό ότι η ερμηνεία του άρθρου 16 Σ. παρ. 5 και 8 που προτείνει το Υπουργείο επιβάλλεται από απρόβλεπτη εξέλιξη των πραγμάτων και από την ανάγκη ερμηνευτικής προσαρμογής των συνταγματικών διατάξεων στις εξελισσόμενες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες. Δεν είναι η πάγια ερμηνεία του Συμβουλίου της Επικρατείας για το άρθρ. 16 Σ. προϊόν απολιθωμένης στο χρόνο ερμηνείας του άρθρ. 16 Σ., αλλά αποτέλεσμα μακράς εξέλιξης, στο πλαίσιο της οποίας επήλθε σημαντική προσαρμογή του άρθρ. 16 Σ. στις επιταγές κυρίως του ευρωπαϊκού δικαίου. Η απόφαση ΣΕ 178/2023 Ολομ. συνοψίζει την ισορροπία που εναρμονίζει τόσον τον σεβασμό των επιταγών του άρθρ. 16 Σ. όσο και εκείνων του ευρωπαϊκού δικαίου. Χαρακτηριστικά, η εν λόγω απόφαση της Ολομέλειας έκρινε (σκ. 15) ότι:

«Τέλος, τα ζητήματα της ακαδημαϊκής αναγνώρισης τίτλων σπουδών ανάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Ελληνικής Δημοκρατίας, διαφορετικό δε είναι το ζήτημα της επαγγελματικής αναγνώρισης των τίτλων σπουδών (βλ. ενδεικτικά ΣτΕ 2253/2019, 3451/2011 επτ, 39/2001, 2076/1999, 3457/1998 Ολομ, βλ. και την ανωτέρω απόφαση στην υπόθεση Thieffry). Εν όψει των ανωτέρω κανόνων των ενωσιακού δικαίου και με σκοπό την εναρμόνιση της εθνικής νομοθεσίας προς τους κανόνες αυτούς, τροποποιήθηκε, κατά τα ανωτέρω, το π.δ. 38/2010, με τους νόμους 4093/2012 και 4111/2013. […] Ο όρος, εξ άλλου, “αναγνωρισμένος τίτλος” του άρθρου 3 παρ. 5 του π.δ. 38/2010 δεν έχει την έννοια ότι για την αναγνώριση της “επαγγελματικής ισοδυναμίας” του τίτλου απαιτείται είτε προηγούμενη αναγνώριση του τίτλου αυτού, κατά τις ισχύουσες διατάξεις περί ακαδημαϊκής αναγνώρισης του τίτλου, είτε η συνδρομή, πάντως, των σχετικών προϋποθέσεων που προβλέπει η ειδική νομοθεσία για την αναγνώριση αυτή [βλ. ν. 3328/2005 (Α’ 80) περί ΔΟΑΤΑΠ, καθώς και τη νομολογία για τις προϋποθέσεις αναγνώρισης σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτή (ΣτΕ 3100/2017 επτ κ.ά.)]. Η αναγνώριση της “επαγγελματικής ισοδυναμίας”, δηλαδή η αναγνώριση από την αρμόδια ελληνική αρχή [ΣΑΕΠ] ότι ο χορηγηθείς κατά τα ανωτέρω από άλλο κράτος-μέλος τίτλος είναι ισοδύναμος, ως προς την κατ’ αρχήν ικανότητα άσκησης από τον κάτοχό του συγκεκριμένης επαγγελματικής δραστηριότητας, με τίτλους του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, παρέχοντες την αντίστοιχη ικανότητα, δεν αποτελεί και αναγνώριση της ακαδημαϊκής αξίας του τίτλου, αλλά απλώς παρέχει στον κάτοχο του τίτλου που έχει αναγνωρισθεί από το ΣΑΕΠ “την δυνατότητα να αποκτήσει στην Ελλάδα πρόσβαση και να ασκήσει συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα” με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις υπό τους οποίους δύνανται να ασκήσουν τη δραστηριότητα αυτή οι κάτοχοι “συγκρίσιμων τίτλων του ημεδαπού εκπαιδευτικού συστήματος” [βλ. άρθρο 4 παρ. 3 του π.δ. 38/2010]».

Συνεπώς, είναι σαφές ότι η ισχύουσα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει καταλήξει παγίως και επιτυχώς στον συγκερασμό των προβλέψεων του άρθρ. 16 με τις επιταγές του ενωσιακού δικαίου προς αναγνώριση των επαγγελματικών δικαιωμάτων που κατοχυρώνει το ευρωπαϊκό δίκαιο μεταξύ των κρατών μελών («επαγγελματική ισοδυναμία»). Επομένως, η ανάγκη για την προσαρμογή της νομολογίας και της ερμηνείας του άρθρ. 16 Σ. στην εξελισσόμενη νομική πραγματικότητα έχει ήδη ληφθεί υπόψη και αντιμετωπιστεί μέσα από τη ανωτέρω θεμελιώδη διάκριση μεταξύ ακαδημαϊκής και επαγγελματικής αναγνώρισης των τίτλων σπουδών, κατ’ επιταγή του άρθρ. 16 παρ. 5 και 8 Σ. Βλ. ΣΕ 178/2023 Ολομ. (σκ. 15) «Συγκεκριμένα, αφενός, η ανωτέρω διαδικασία περιορίζεται στην αναγνώριση της “επαγγελματικής ισοδυναμίας” των τίτλων, όχι δε και της ακαδημαϊκής αξίας τους· αφετέρου, κατά την κρίση του για την αναγνώριση της “επαγγελματικής ισοδυναμίας” το ΣΑΕΠ προβαίνει σε συγκριτική εξέταση των ικανοτήτων που πιστοποιούνται με τους χορηγούμενους από τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών-μελών τίτλους και των γνώσεων και προσόντων που απαιτούνται από την εθνική νομοθεσία»

Πέρα όμως από την νομική εξέλιξη λόγω του ευρωπαϊκού δικαίου, το άρθρ. 16 Σ. δεν έχει εμποδίσει τον κοινό νομοθέτη να ρυθμίσει και να αντιμετωπίσει τις εξελίξεις στο πεδίο της «αγοράς» των μεταλυκειακών σπουδών εκτός κρατικών ΑΕΙ. Όπως δέχεται η ΣΕ 180/2023 Ολομ.:

«7. Επειδή, με τον ν. 3696/2008 (Α’ 177) εισήχθησαν νέες ρυθμίσεις για τη λειτουργία εκπαιδευτηρίων μεταλυκειακής εκπαίδευσης, ως προς τα οποία, προ του νόμου αυτού, ίσχυαν το άρθρο 5 του ν.δ. της 9/9 Οκτωβρίου 1935 (Α’ 451) και ο ν. 1966/1991 (Α’ 147) [άρθρα 13 και 15] για την ίδρυση επαγγελματικών σχολών από ιδιώτες υπό τη μορφή “Εργαστηρίων Ελευθέρων Σπουδών” [ΕΕΣ]· κατά πάγια νομολογία, τα ΕΕΣ εθεωρούντο κοινές εμπορικές επιχειρήσεις και δεν αναγνωρίζονταν από την ελληνική νομοθεσία ως εκπαιδευτικά ιδρύματα (βλ. ΣτΕ 691/2013 Ολομ, 546-47/2016 επτ). Στην αιτιολογική έκθεση του ανωτέρω ν. 3696/2008 αναφέρονται τα εξής: “Ι. Στο πλαίσιο των μεταρρυθμίσεων και του εκσυγχρονισμού των εκπαιδευτικών δομών εισάγεται για πρώτη φορά ρυθμιστικό πλαίσιο για τη λειτουργία των εκπαιδευτηρίων μεταλυκειακής εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Ένα ζήτημα που για πολλές δεκαετίες παρέμεινε αρρύθμιστο … δημιουργώντας μια γκρίζα ζώνη στη μεταλυκειακή εκπαίδευση σε βάρος της ποιότητας και της προοπτικής της νέας γενιάς, αντιμετωπίζεται. Η έλλειψη ελέγχου από την Πολιτεία δημιούργησε μία απαξιωτική κατάσταση στον χώρο της μη τυπικής εκπαίδευσης. Αποτέλεσμα ήταν ένα απολύτως άναρχο τοπίο με εξομοίωση ικανών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων με άλλα με ανύπαρκτες υποδομές, στοιχειώδη εκπαιδευτική μεθοδολογία και περιορισμένης ικανότητας διδάσκοντες. Με το σχέδιο νόμου αντιμετωπίζονται τα προβλήματα του παρελθόντος με σεβασμό στην ισορροπία μεταξύ Συντάγματος, κοινοτικού δικαίου και εθνικής νομοθεσίας.

[…]  III. Η κύρια φιλοσοφία του σχεδίου νόμου … εδράζεται στα ακόλουθα σημεία: –Το σχέδιο είναι απολύτως συμβατό με το Σύνταγμα, ιδίως δε με το άρθρο 16 που αναθέτει κατ’ αποκλειστικότητα την ανώτατη εκπαίδευση σε ΝΠΔΔ. Η νέα μεταλυκειακή δομή των ‘κολλεγίων’ κατά ρητή πρόβλεψη του νομοσχεδίου δεν αποτελεί πανεπιστημιακή εκπαίδευση και δεν οδηγεί σε πανεπιστημιακό τίτλο. -Το σχέδιο είναι απολύτως συμβατό με το κοινοτικό δίκαιο … Στο πλαίσιο του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου, η ρύθμιση των οργανωτικών δομών της εκπαίδευσης ανήκει στα κράτη-μέλη και στο πλαίσιο της ενάσκησης του δικαιώματος αυτού προχωρούμε σήμερα στη θέση κανόνων για την ίδρυση και λειτουργία των Κολλεγίων και των Εργαστηρίων Ελευθέρων Σπουδών. Κύριος στόχος του σχεδίου είναι να εξασφαλίσει την ποιότητα στην παρεχόμενη εκπαίδευση. –Το σχέδιο δεν ρυθμίζει θέματα αναγνώρισης ακαδημαϊκών ή επαγγελματικών προσόντων. Το ζήτημα αυτό, που συνδέεται άμεσα με την ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη κοινοτικών οδηγιών, αποτελεί πεδίο άλλης ρύθμισης. Η αποσύνδεση των δύο νομοθετημάτων είναι θεσμικά δυνατή και πολιτικά σκόπιμη στον βαθμό που η ρύθμιση της εκπαίδευσης και κατάρτισης που επιχειρείται με το παρόν σχέδιο αποτελεί κατεξοχήν ενάσκηση κυριαρχικού δικαιώματος του κράτους.IV. … Καθιερώνεται η μη τυπική βαθμίδα εκπαίδευσης των ‘Κολλεγίων’. Τα Κολλέγια είναι πιστοποιημένοι πάροχοι υπηρεσιών εκπαίδευσης και κατάρτισης που παρέχουν μεταλυκειακή εκπαίδευση στην Ελλάδα … Η πιστοποίηση εκ μέρους του Υπουργείου για τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων … παρέχει δύο σημαντικά ευεργετήματα για τους πιστοποιηθέντεςπαρόχους … Αφενός, μόνο αυτοί έχουν το δικαίωμα να φέρουν τον τίτλο ‘Κολλέγιο’ και αφετέρου μόνο νομίμως πιστοποιημένα Κολλέγια μπορούν να παρέχουν προγράμματα σπουδών σε σύμπραξη με εκπαιδευτικά ιδρύματα της αλλοδαπής …”».

Σύμφωνα με το άρθρ. 1 του ν. 3696/2008, όπως ισχύει (μετά το άρθρ. 75 παρ.1 ν. 4310/2014, ΦΕΚ Α 258/8.12.2014):

«1.α. Τα Κολλέγια είναι πάροχοι υπηρεσιών μη τυπικής μεταλυκειακής εκπαίδευσης και κατάρτισης, που παρέχουν κατ`αποκλειστικότητα σπουδές βάσει συμφωνιών πιστοποίησης (validation) και δικαιόχρησης (franchising) με ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της αλλοδαπής, αναγνωρισμένα από τις αρμόδιες αρχές στη χώρα που εδρεύουν, οι οποίες οδηγούν σε πρώτο πτυχίο (bachelor) τουλάχιστον τριετούς διάρκειας σπουδών και φοίτησης ή μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών.

β. Επίσης, περιλαμβάνονται στη συγκεκριμένη κατηγορία (κολλέγια) πάροχοι υπηρεσιών μη τυπικής μεταλυκειακής εκπαίδευσης και κατάρτισης, των οποίων τα προγράμματα σπουδών οδηγούν σε πρώτο πτυχίο (bachelor’s) τουλάχιστον τριετούς διάρκειας ή σε μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών (master’s), εφόσον αυτά τα συγκεκριμένα προγράμματα σπουδών έχουν πιστοποίηση (accreditation) από διεθνείς οργανισμούς πιστοποίησης. Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων ορίζονται οι διεθνείς οργανισμοί πιστοποίησης.»

Σύμφωνα με το άρθρο 10 ν. 3696/2008 (Α’ 177), όπως ισχύει, «Σύμπραξη με ιδρύματα της αλλοδαπής»:

«1. Αποκλειστικά και μόνο Κολλέγια που έχουν ισχύουσα άδεια μπορούν να παρέχουν υπηρεσίες εκπαίδευσης και κατάρτισης της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος.»

2. Για τη σύμπραξη Κολλεγίου με ίδρυμα της αλλοδαπής απαιτείται να συντρέχουν κατ’ ελάχιστο οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) Η συμφωνία σύμπραξης να υπογράφεται με ίδρυμα της αλλοδαπής νομίμως αναγνωρισμένο από τις αρμόδιες εθνικές αρχές της χώρας του και πιστοποιημένο, εφόσον απαιτείται τούτο σύμφωνα με το δίκαιο της έδρας του.

(β) Οι διδάσκοντες σε Κέντρο Μεταλυκειακής Εκπαίδευσης να έχουν τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα που απαιτούνται για την κατοχή θέσης διδακτικού προσωπικού στο ίδρυμα της αλλοδαπής και τούτο να πιστοποιείται με σχετική βεβαίωση του αλλοδαπού ιδρύματος.

(δ) Οι υπηρεσίες εκπαίδευσης και κατάρτισης που παρέχονται από το Κολλέγιο που συμπράττει να έχουν πιστοποιηθεί επισήμως από το ίδρυμα της αλλοδαπής. “(ε) Οι όροι εισαγωγής, φοίτησης, αξιολόγησης, εξέλιξης και αποφοίτησης των σπουδαστών να είναι συγκρίσιμοι με αυτούς που ισχύουν σε ίδιο ή συγκρίσιμο πρόγραμμα του ιδρύματος της αλλοδαπής.».

(στ) Το Κολλέγιο να έχει αξιολογηθεί υποχρεωτικά: i) από το ίδρυμα της αλλοδαπής και από τις αρχές που προβλέπονται από το δίκαιο της χώρας προέλευσης και ii) από το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων στο πεδίο της αρμοδιότητάς του.

3. Η συνδρομή των προϋποθέσεων της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου πρέπει να αποδεικνύεται από το Κολλέγιο με την προσκόμιση αντιγράφου της συμφωνίας και κάθε άλλου πρόσφορου αποδεικτικού μέσου. Για το ίδρυμα της αλλοδαπής ζητείται η γνώμη του Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π.».

Απλή σύγκριση των διατάξεων του ν. 3696/2008 που αφορά τα «Κολλέγια» με τις ένδικες διατάξεις του ν. 5094/2024 για τα ΝΠΠΕ θα δείξει ότι τα ΝΠΠΕ έχουν στην ουσία ως πρότυπο τη νομοθετική ρύθμιση για τα Κολλέγια, καθώς οι ρυθμίσεις των ΝΠΠΕ είναι αντίστοιχες και από νομοτεχνική άποψη συγκρίσιμες, αν όχι σύμμετρες, με τις διατάξεις για τα Κολλέγια του ν. 3696/2008, όπως ισχύει, με τη διαφορά ότι εκείνες του ν. 5094/2024 ρυθμίζουν τα ίδια θέματα από την οπτική της έμφασης στο ίδρυμα της αλλοδαπής, ενώ ο ν. 3696/2008 τα θεωρούσε από την άποψη των Κολλεγίων. Χαρακτηριστικά, η εκπαιδευτική συμφωνία του ν. 5094/2024 είναι αντίστοιχη της συμφωνίας σύμπραξης των Κολλεγίων στα πλαίσια της άσκησης δικαιώματος δικαιόχρησης, όπως προβλέπεται από τον ν. 3696/2008. Δεν είναι λοιπόν συμπτωματικό το ότι τα πληρούντα τις σχετικές προβλέψεις του ν. 3696/2008 Κολλέγια φέρονται ως αιτούμενα την υπαγωγή τους στις προβλέψεις του ν. 5094/2024 για τα ΝΠΠΕ.[1]

Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι την ίδια διατύπωση  του Υπουργείουγια ισορροπία μεταξύ εθνικού Συντάγματος, ενωσιακού δικαίου και νομοθετικής ρύθμισης των κοινωνικών σχέσεων μέσα από τον ν. 5094/2024 επικαλείται και η αιτιολογική έκθεση του ν . 3696/2008, όπως παρατίθεται στη ΣΕ 180/2023 Ολομ. Η επιδιωκόμενη και επιθυμητή ισορροπία στο πλαίσιο του ισχύοντος νομικού πλουραλισμού των εννόμων τάξεων του σύγχρονου δικαίου επιτυγχάνεται άριστα με τον ν. 3696/2008, βάσει του άρθρ. 16 Σ., χωρίς την ανάγκη προσφυγής στη δυναμική ερμηνεία του Συντάγματος, όπως ο ίδιος ο κοινός νομοθέτης δηλώνει κατηγορηματικά στον ν. 3696/2008 (αιτιολογική έκθεση). Δεν απαιτείται λοιπόν κατά κανένα τρόπο στο Δικαστήριο Σας να καταφύγει σε μία contra constitutionem «δυναμική», τάχα, ερμηνεία του Συντάγματος, όταν ο νόμος μπορεί να εξασφαλίσει τα ίδια αποτελέσματα χωρίς να παραβιάζεται τα Σύνταγμα και χωρίς να ακυρώνεται το άρθρ. 16 παρ. 5 και 8 νομολογιακά!

Η «νέα ισορροπία» που επιδιώκει το Υπουργείο Παιδείας γίνεται με την ολοσχερή εξουδετέρωση και την κανονιστική εκμηδένιση των κατηγορηματικών διατάξεων του άρθρ. 16 παρ. 5 και 8, μέσω της ανατροπής της διάκρισης μεταξύ ακαδημαϊκής και επαγγελματικής αναγνώρισης των τίτλων σπουδών, στην οποία συνοψίζεται κατ’ ουσίαν η εφαρμογή του άρθρ. 16 παρ. 5 και 8 Σ. (βλ.ΣΕ 178/2023 Ολομ.). Πράγματι, ο ν. 5094/2024 για τα ΝΠΠΕ εκεί αποβλέπει και αυτό προβλέπει. Αλλά η δομή της συνταγματικής μας τάξης και η διάρθρωση των εξουσιών καθιστά απαγορευτική αυτή τη συνταγματική μεταβολή με τη de facto κατάργηση του άρθρ. 16 παρ. 5 και 8, μέσω της Δικαιοσύνης και του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων. Αν η Βουλή θέλει, δύναται ασκώντας την αναθεωρητική λειτουργία σύμφωνα με το άρθρ. 110 Σ. να αναθεωρήσει το άρθρ. 16 και να καταργήσει τις παρ. 5 και 8, προβλέποντας συγχρόνως και τις δέουσες εγγυήσεις και προϋποθέσεις για την κατοχύρωση της ακαδημαϊκής ελευθερίας στα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Τέτοιες προτάσεις αναθεώρησης του άρθρ. 16 έχουν υποβληθεί κατ’ επανάληψη από διάφορα κόμματα (ενδεικτικά το 2006 από το ΠΑΣΟΚ και τη Νέα Δημοκρατία)[2] και ήδη είναι κατά την τρέχουσα περίοδο δυνατή η αναθεώρησή του καθώς έχουν παρέλθει τα πέντε έτη από την προηγούμενη αναθεώρηση και ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε την πρόθεσή του να περιληφθεί το άρθρ. 16 Σ. στις προς αναθεώρηση διατάξεις.[3] Όταν η κοινοβουλευτική πλειοψηφία της Βουλής ανακοινώνει δια του πρωθυπουργού την πρόθεση αναθεώρησης του άρθρ. 16 Σ. πώς το Δικαστήριο θα προκαταλάβει το αρμόδιο όργανο, την Αναθεωρητική Βουλή, με τη de facto κατάργηση κρίσιμων και ρητών διατάξεών του;

Άλλωστε έχει κριθεί (ΣΕ 95/2017 Ολομ.) σε σχέση με τη δεσμευτικότητα του άρθρ. 101Α Σ. και την αδυναμία των κομμάτων να συμφωνήσουν στη στελέχωση των Ανεξάρτητων Αρχών ότι (σκ. 19):

«Δεν μπορεί, όμως, σε καμία περίπτωση η τυχόν αυτή εκ πλαγίου παράβαση του Συντάγματος να θεραπευθεί με άλλη, ευθεία, πλέον, παραβίασή του. […] Δεδομένου δε ότι το Σύνταγμα, όπως και κάθε δημοκρατικό Σύνταγμα, προβλέπει εκείνο, ευθέως και αποκλειστικώς, τις καταστάσεις ανάγκης που δικαιολογούν την αναστολή εφαρμογής ή την τυχόν παράκαμψη ορισμένων, εκ των προτέρων καθορισμένων, διατάξεών του, δεν είναι νοητή η παράκαμψη της εφαρμογής ρητών συνταγματικών διατάξεων σε περίπτωση δυσχερειών, από την φύση τους μάλιστα παροδικών, κατά την εφαρμογή τους».

Αυτό δεν σημαίνει ότι το αυστηρό Σύνταγμα δεν μπορεί να είναι και ζωντανό. Αλλά το ένα δεν επιτρέπεται να αναιρεί το άλλο. Χαρακτηριστική περίπτωση δυναμικής ερμηνείας σύμφωνης με τον αυστηρό χαρακτήρα του Συντάγματος αποτελεί η αναβάθμιση του δημοσιονομικού και ταμειακού συμφέροντος του δημοσίου σε σοβαρό δημόσιο συμφέρον, λόγω της οικονομικής κρίσης και της ανάγκης αποτροπής της άτακτης χρεωκοπίας της χώρας (ΣΕ 668/2012 Ολομ.σκ. 35). Όχι όμως η αναγνώριση των διδάκτρων για τα μεταπτυχιακά, τη στιγμή που η ίδια η λέξη κατά τη λογική της έννοια και σημασία θέτει τα μεταπτυχιακά πέραν των τριών κατηγοριών της εκπαίδευσης που προβλέπει και ρυθμίζει το Σύνταγμα (υποχρεωτική, επαγγελματική, ανώτατη), όπως αβασίμως ισχυρίζεται το Υπουργείο. 

Όπως γράφει ο Ν. Αλιβιζάτος, η καθιέρωση του δημόσιου μονοπωλίου στη ανώτατα εκπαίδευση ισχύει  «διότι έτσι το θέλησε ο συντακτικός νομοθέτης. Χωρίς αναθεώρηση λοιπόν των ανωτέρω δύο διατάξεων των παρ. 5 και 8 του άρθρου 16 του Συντάγματος, ιδιωτικά πανεπιστήμια με οποιαδήποτε μορφή δεν μπορεί να υπάρξουν ως ισότιμα προς τα δημόσια».[4]

Εξάλλου είναι τελείως αβάσιμος ο ισχυρισμός του Υπουργείου ότι η απόσταση ανάμεσα στα πραγματικά δεδομένα τα οποία είχε υπόψη του ο συντακτικός νομοθέτης όταν διατύπωνε τις διατάξεις του άρθρου 16 Σ. για την ανώτατη παιδεία και σε εκείνα τα οποία υφίστανται σήμερα και αποτέλεσαν το αντικείμενο ρύθμισης του ν. 5094/2024, έχει ιδιαίτερη σημασία για την ερμηνεία των εν λόγω συνταγματικών διατάξεων. Καταρχάς, το Υπουργείο παραγνωρίζει ότι κατά τη θέσπιση του Συντάγματος του 1975 υπήρχαν εν λειτουργία τα δύο εμβληματικά ιδρύματα τα οποία θα μπορούσαν κάλλιστα να αποτελέσουν ιδιωτικά πανεπιστήμια, το Κολλέγιο Deree (ίδρυση το 1875, μεταφορά από τη Σμύρνη το 1923, ρυθμιζόμενο παλαιά από τον α.ν. 2545/1940) και το Κολλέγιο Ανατόλια στη Θεσσαλονίκη (ίδρυση το 1886). Κυρίως όμως το Υπουργείο παραγνωρίζει τη συνταγματική ratio της απαγόρευσης των ιδιωτικών πανεπιστημίων. Εμφανίζεται τάχα η απαγόρευση αυτή ως μία απαρχαιωμένη διάταξη αποκομμένη από τη σημερινή πραγματικότητα ενώ αυτό δεν αληθεύει. Η πρόβλεψη αποκλειστικά δημόσιων ΑΕΙ, ΝΠΔΔ, και η απαγόρευση ιδιωτικών πανεπιστημίων υποστηρίχθηκε από τους κεντρώους και φιλελεύθερους διανοουμένους και νομικούς το 1975 για χάρη της ακαδημαϊκής ελευθερίας.

Ο Δημήτρης Τσάτσος στις συζητήσεις στην Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή σε σχέση με την ιδιωτική (δευτεροβάθμια) εκπαίδευση  έλεγε ότι: «Στο θέμα της ιδιωτικής εκπαιδεύσεως κάνω μία σκέψη. Θα έπρεπε, κύριε Υπουργέ, να υπάρχει μία διασφάλιση των δασκάλων της ιδιωτικής εκπαιδεύσεως, να μη υπάρχη αυτή η σχέσις κεφαλαίου και εργασίας στην Παιδεία τέτοια, που το κεφάλαιο που είναι φορέας της ιδιωτικής Παιδείας να προσδιορίζη την πνευματική δουλειά του εξαρτωμένου δασκάλου».[5]

Στις «Προτάσεις για ένα δημοκρατικό Σύνταγμα», οι Φ. Βεγλερής, Ξ. Γιαταγάνας, Γ. Κουμάντος, Αρ. Μάνεσης, Γ. Μαυγορδάτος, Ν. Παπαντωνίου και Σπ. Πλασκοβίτης γράφουν ότι ενώ η ιδιωτική εκπαίδευση πρέπει να επιτρέπεται, ωστόσο «Εξαίρεση μπορεί να δικαιολογηθεί ως προς την Ανώτατη Παιδεία, ώστε να αποτραπεί επηρεασμός της από ανεξέλεγκτους παράγοντες».[6]

Αυτό το σκεπτικό που συνδέει τις εγγυήσεις και τις απαγορεύσεις του άρθρ. 16 Σ. με την ακαδημαϊκή ελευθερία τονίζει και η σύγχρονη θεωρία.[7] Η ratio συνεπώς του άρθρ. 16 και των απαγορεύσεών του δεν έχει παρέλθει. Η ακαδημαϊκή ελευθερία είναι ακριβώς το ζητούμενο των προβλέψεων του άρθρ. 16, παρ. 5 και 8 Σ. σε αρμονία με τη βασική ρύθμιση και αξία της παρ. 1: «Η τέχνη και η επιστήμη, η έρευνα και η διδασκαλία είναι ελεύθερες». Το 2ο εδ. του άρθρ. 16 παρ. 1 Σ. θεσπίζει το ατομικό δικαίωμα και τη θεσμική εγγύηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας. Η ακαδημαϊκή ελευθερία δεν επιτρέπει να παρεμποδίζεται η κριτική ανάπτυξη και των πιο ριζοσπαστικών ιδεών. Το άρθρ. 16 την κατοχυρώνει έναντι της κρατικής εξουσίας και δεν την εκθέτει στους έμμεσους κινδύνους και τις εξαρτήσεις της ιδιωτικής εξουσίας, μέσα από τις προβλέψεις του άρθρ. 16 Σ. παρ. 5 και 8 Σ. Στην ακαδημαϊκή ελευθερία έναντι της ιδιωτικής εξουσίας, χωρίς λειτουργικές και θεσμικές εγγυήσεις αντίστοιχες προς αυτές που απαιτεί και επιβάλλει το άρθρ. 16 Σ.εντοπίζονται τα μεγαλύτερα προβλήματα του θεσμού των ΝΠΠΕ και σε αυτά τα κενά και ελλείμματα της ακαδημαϊκής ελευθερίας εστιάζει η  αίτηση ακύρωσης.

ΙΙ. Οι οργανικές εγγυήσεις της ανώτατης εκπαίδευσης

Οι ρυθμίσεις του άρθρ. 16 παρ. 1, 2, 5, 6 και 8 Σ. συστηματικά ερμηνευόμενες συγκροτούν ένα ολοκληρωμένο συνταγματικό πλαίσιο οργανικών εγγυήσεων (τα ΑΕΙ ως ΝΠΠΔ), ατομικών ελευθεριών και θεσμικών εγγυήσεων (ακαδημαϊκή ελευθερία και αυτοδιοίκητο) το οποίο, υπό την εγγύηση του ακυρωτικού ελέγχου νομιμότητας, διασφαλίζει το προστατευτικό πλέγμα: i. ανοικτών διαδικασιών αξιοκρατικής επιλογής των μελών του διδακτικού και επιστημονικού προσωπικού των ΑΕΙ (ΔΕΠ) σε όλα τα στάδια της σταδιοδρομίας και εξέλιξης τους, βάσει προβλεπόμενων από τον νόμο αυξημένων προσόντων. Αυτές οι διαδικασίες και προϋποθέσεις εκλογής και εξέλιξης είναι εγγύηση ποιότητας της εκπαίδευσης στα ΑΕΙ. ii. αυτοδιοίκησης των ΑΕΙ η οποία αποκλείει την χειραγώγηση και τον έλεγχο των ΑΕΙ από την εκτελεστική εξουσία, ώστε να ελέγχεται από αυτήν ποιοι/ες εκλέγονται μέλη ΔΕΠ ή να λογοκρίνεται τί διδάσκεται, τί δεν επιτρέπεται να διδαχθεί, πώς γίνεται η διδασκαλία και η αξιολόγηση των φοιτητών κλπ. iii. προστασίας των μελών ΔΕΠ από απολύσεις εξαιτίας της ανεξαρτησίας τους πνεύματος και της ελευθερίας της διδασκαλίας, καθώς και από παράνομες πειθαρχικές διαδικασίες εις βάρος τους. Το πλέγμα των διατάξεων αυτών και των λοιπών συναγόμενων ερμηνευτικά από το άρθρ. 16 Σ. θεμελιώνει δικαιώματα και ταυτόχρονα θεσμικές εγγυήσεις, καθώς αμφότερα συνθέτουν το πανεπιστήμιο ως forum στο οποίο καλλιεργείται το κριτικό πνεύμα, η ανεκτικότητα υπό την έννοια της ακαδημαϊκής ελευθερίας έρευνας και διδασκαλίας, η ανεξαρτησία, η πλουραλιστική και διαβουλευτική ανταλλαγή ιδεών και η γνώση, υπέρ της ανοικτής δημοκρατικής κοινωνίας.

Συνεπώς, ο τύπος του Πανεπιστήμιου ως ΝΠΔΔ δεν αποτελεί στείρο νομικό κέλυφος, αποστεωμένη νομική φόρμα, την οποία μπορεί ανώδυνα να αντιπαρέλθει ο ερμηνευτής, αλλά αντίθετα εξαιρετικά κρίσιμη εγγύηση, ιδιαίτερα σε μια εποχή όπως η σύγχρονη που επικρατεί διεθνώς ισχυρή τάση προς περιορισμό της φιλελεύθερης δημοκρατίας και ολιγαρχικό έλεγχο της πολιτικής.

Δεν αποτελεί μάλιστα υπερβολή να λεχθεί ότι όχι μόνον παραμένει πάντα επίκαιρη η επιλογή του συνταγματικού νομοθέτη για την προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας από τις απειλές που διατρέχει προς πειθαναγκασμό και χειραγώγηση από την εξουσία – κρατική και ιδιωτική, αλλά η σπουδαιότητά της αυξάνεται δραματικά. Συνεπώς, η ratio της αυστηρότατης συνταγματικής προστασίας της ακαδημαϊκής ελευθερίας όχι μόνο δεν έχει ξεπεραστεί αλλά είναι απολύτως σύγχρονη και επίκαιρη. Η αυστηρότητα των απαγορεύσεων των άρθρ. 5 και 8 του άρθρ. 16 Σ. ως θεσμικών εγγυήσεων δεν αποτελεί παρά την άλλη όψη αυτής της προστασίας της ακαδημαϊκής ελευθερίας έναντι της ιδιωτικής εξουσίας. Η αναγνώριση της τριτενέργειας των δικαιωμάτων με την αναθεώρηση του 2001 στο άρθρ. 25 παρ. 1 Σ. πιστοποιεί την ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων έναντι της ιδιωτικής εξουσίας και επιβεβαιώνει τη διαρκή επικαιρότητα των προβλέψεων του άρθρ. 16 για αποκλειστικά δημόσια ανώτατη εκπαίδευση, με σκοπό την πλήρη εξασφάλιση της ακαδημαϊκής ελευθερίας έναντι της ιδιωτικής εξουσίας.

Η διάκριση μεταξύ ακαδημαϊκής και επαγγελματικής αναγνώρισης τίτλων σπουδών αποτελεί την ακραία και οριακή εκδήλωση των εγγυήσεων της ακαδημαϊκής ελευθερίας του άρθρ. 16 Σ., ως μέτρο συνταγματικής προστασίας και εγγύησης της ακαδημαϊκής ελευθερίας με το πυκνό κανονιστικό και ηθικοπολιτικό περιεχόμενο που αυτή έχει, κατά τα ανωτέρω.

Οι διατάξεις του ν. 5094/2024 για τα ΝΠΠΕ παραβιάζουν κατάφωρα τις θεσμικές εγγυήσεις και ελευθερίες που προβλέπει και εγγυάται το άρθρ. 16 Σ. σε σχέση:

α) με την αποκλειστική παροχή ανώτατης εκπαίδευσης από ΝΠΔΔ·

β) την απαγορευμένη καταστρατήγηση του Συντάγματος με την αναγνώριση της ισοτιμίας των παρεχόμενων τίτλων των ΝΠΠΕ με αυτά των ΑΕΙ του άρθρ. 16 Σ.·

γ) την παραβίαση της κατοχύρωσης του νομικού καθεστώτος των μελών ΔΕΠ·

δ) τα κριτήρια διασφάλισης της ποιότητας των παρεχόμενων σπουδών από τα ΝΠΠΕ από την Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ), δυνάμει εξουσιοδότησης προς την ΕΘΑΑΕ, η οποία είναι τελείως αόριστη παραβιάζοντας το άρθρ. 43 παρ. 2 Σ.·

ε) τα άρθρ. 145 παρ. 1 για το πρόγραμμα σπουδών, 146 παρ. 1 για τους τίτλους σπουδών και 152 και 153 για το διδακτικό και ερευνητικό προσωπικό των ΝΠΠΕ ν. 5094/2024, καθώς τα άρθρα αυτά παρέχουν εν λευκώ δυνατότητα επιλογών στο μητρικό εκπαιδευτικό ίδρυμα χωρίς να θέτουν ελάχιστες ποιοτικές προδιαγραφές και εγγυήσεις για να διασφαλίζεται η ακαδημαϊκή ελευθερία. Όλα τα ζητήματα αυτά μένουν αρρύθμιστα και παραπέμπονται στην εκπαιδευτική συμφωνία και το μητρικό ίδρυμα και στα όσα ισχύουν στο μητρικό εκπαιδευτικό ίδρυμα·

στ) τούτο δε ενώ δεν υπάρχει αποχρών λόγος σοβαρού και υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος, ούτε επικαλείται το Υπουργείο κάποιον, ο οποίος να δικαιολογεί την κανονιστική εξουδετέρωση του άρθρ. 16  παρ. 5 και 8 Σ. και τη θεσμικά τελείως αόριστη και διάτρητη κρατική εποπτεία των ΝΠΠΕ, εκτός της ανάγκης «δυναμικής ερμηνείας» του Συντάγματος και της πίεσης που ασκεί η αγορά.

Με τους όρους αυτούς, η ιδιωτικοποίηση της ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα οδηγεί σε πλήρη αναίρεση του άρθρ. 16 Σ. για την ανώτατη εκπαίδευση, επειδή ελλείπει το επιβαλλόμενο από το άρθρ. 16 λειτουργικό ισοδύναμο πλαίσιο κανόνων, διαδικασιών και εγγυήσεων που θα καταστρώνει με ρυθμιστική ακρίβεια τις εγγυήσεις της ποιοτικής εκπαίδευσης και της ακαδημαϊκής ελευθερίας την οποία επιτάσσει το άρθρ. 16 Σ. να υπάρχει στην Ελλάδα.[8]

ΙΙΙ. Η σχέση Συντάγματος και ευρωπαϊκούδικαίου

Η απίσχναση της συνταγματικής επιχειρηματολογίας του Υπουργείου Παιδείας συντελείται με τη θέση που υποστηρίζει αναφορικά με τη σχέση του Συντάγματος με το ενωσιακό δίκαιο. Έτσι επιδίδεται σε ερμηνευτικές ακροβασίες όπως ότι οι ρυθμίσεις του ν. 5094/2024 δεν επιβάλλονται από το ενωσιακό δίκαιο αλλά επιτυγχάνουν την δίκαιη ισορροπία μεταξύ του ελληνικού Συντάγματος και του ενωσιακού δικαίου δεν συντρέχει λόγος προδικαστικής παραπομπής στο ΔΕΕ και, επίσης, ότιοι ρυθμίσεις του ν. 5094/2024 δεν επιβάλλονται από το ενωσιακό δίκαιο αλλά είναι οι πλέον σύμφωνες με τη συστηματική, δυναμική και επίκαιρη ερμηνεία του άρθρ. 16 Σ.. Αποτέλεσμα είναι ότι η βάση των ΝΠΠΕ περιορίζεται στο σαθρό έδαφος μιας έωλης ερμηνείας του άρθρ. 16 Σ. με βάση την, τάχα, «δυναμική ερμηνεία» η οποία είναι θεμιτή μόνον αναφορικά με αόριστες και αξιολογικές έννοιες του Συντάγματος, όχι όμως σαφείς και ρητές διατάξεις όπως εκείνες του άρθρ. 16 παρ. 5 και 8 Σ.· ενώ το πραγματικό νομικό ζήτημα αφορά τη σχέση των απαγορεύσεων του άρθρ. 16 Σ. με τις επιταγές του πρωτογενούς και του παράγωγου ευρωπαϊκού δικαίου, (ΧΘΔΔΕ άρθρ. 13 και 14, την ελευθερία εγκατάστασης άρθρ. 54 ΣΛΕΕ, την Οδηγία 2006/123, ν. 3844/2010, ΦΕΚ Α΄ 63/2010 και τηΣυμφωνία για την ίδρυση του ΠΟΕ, της οποίας η GATS αποτελεί μέρος κλπ).

Όπως έχει γίνει δεκτό και από τη νομολογία άλλων ανωτάτων δικαστηρίων στην Ευρώπη, σε κάθε περίπτωση ο έλεγχος συνταγματικότητας πρέπει να προηγείται του ελέγχου συμβατότητας με το ευρωπαϊκό δίκαιο. Ενδεικτικώς το ζήτημα των σχέσεων μεταξύ του ευρωπαϊκού δικαίου και του γαλλικού Συντάγματος επέλυσε η απόφαση 2009-595 DC του γαλλικού Συνταγματικού Συμβουλίου, του Conseil constitutionnel, όπου, με αναφορά στα άρθρα 55 και 88 παρ. 1 του γαλλικού Συντάγματος, γίνεται δεκτό (σκ. 14) ότι ο νομοθέτης αποδεχόμενος να ασκείται κατά προτεραιότητα ο έλεγχος της συνταγματικότητας μιας νομοθετικής διάταξης έναντι του ελέγχου της συμβατότητάς της με διεθνείς δεσμεύσεις «αποσκοπούσε στο να εγγυάται τον σεβασμό του Συντάγματος και στο να υπενθυμίζει ότι αυτό βρίσκεται στην κορυφή της εσωτερικής έννομης τάξης […]».[9]

Εξάλλου, ρητώς έκρινε το ΔΕΕ στην υπόθεση Wirth «σύμφωνα με το άρθρο 60, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης, στο κεφάλαιο που αφορά τις υπηρεσίες περιλαμβάνονται μόνον οι παροχές που πραγματοποιούνται συνήθως έναντι αμοιβής» επισημαίνοντας ακολούθως ότι «[ό]πως έχει ήδη υπογραμμίσει το Δικαστήριο με την απόφασή του της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, υπόθεση 263/86, Humbel (Συλλογή 1988, σ. 5365, σκέψεις 17, 18 και 19), το ουσιώδες χαρακτηριστικό της αμοιβής έγκειται στο γεγονός ότι αποτελεί την οικονομική αντιπαροχή της αντίστοιχης παροχής, αντιπαροχή την οποία, κατά κανόνα, προσδιορίζουν από κοινού ο παρέχων την υπηρεσία και ο αποδέκτης της. Με την ίδια απόφαση, το Δικαστήριο έκρινε ότι το χαρακτηριστικό αυτό γνώρισμα ελλείπει όταν πρόκειται για μαθήματα διδασκόμενα στα πλαίσια του εθνικού εκπαιδευτικού συστήματος. Αφενός, με την εγκαθίδρυση και την εφαρμογή του συστήματος αυτού, το κράτος δεν αποβλέπει στην άσκηση αμειβομένων δραστηριοτήτων, αλλά εκπληρώνει την αποστολή του έναντι των πολιτών του στον κοινωνικό, πολιτιστικό και εκπαιδευτικό τομέα. Αφετέρου, το εν λόγω σύστημα χρηματοδοτείται, κατά κανόνα, από τον δημόσιο προϋπολογισμό και όχι από τους σπουδαστές ή τους γονείς τους.». Όπως επιβεβαιώνεται και από άλλες αποφάσεις του ΔΕΕ κατά το ευρωπαϊκό δίκαιο η οργάνωση της εκπαίδευσης δεν είναι οπωσδήποτε και σε κάθε περίπτωση «υπηρεσία» κατά την κατά την ΣΛΕΕ έννοια του όρου, και ότι το ευρωπαϊκό δίκαιο δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη της ΕΕ τον τρόπο που θα οργανώνουν την εκπαίδευση στη χώρα τους (ΔΕΚ C-76/05 Schwarz, ΔΕΕ ΔΕΚ C-318/05 Επιτροπή κατά Γερμανίας).

Σημειωτέον ότι η Έκθεση της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής επί του επίμαχου νομοσχεδίου για τα ΝΠΠΕ, αφού αναφέρθηκε σε σειρά διατάξεων του πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου, περιλαμβανομένου του άρθρου 165 ΣΛΕΕ, κατά το οποίο τα κράτη- μέλη και όχι η ΕΕ έχουν την αποκλειστική αρμοδιότητα όσον αφορά στην οργάνωση της παροχής της εκπαίδευσης  αποφαίνεται, πως το «ότι δεν διαθέτει η Ευρωπαϊκή Ένωση (δοτή) αρμοδιότητα γενικότερα επί των ζητημάτων της παροχής παιδείας, αλλά αρμοδιότητα υποστηρικτική, δεν αποκλείει τη θέση ερωτήματος ως προς το αν υφίσταται σύγκρουση των διατάξεων των παραγράφων 5, 6 και 8 του ελληνικού Συντάγματος προς αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικών με την παροχή παιδείας και, ειδικότερα, ανώτατης εκπαίδευσης, και, αν ναι, τι κατισχύει εν προκειμένω, ειδικότερα όσον αφορά την ελευθερία εγκατάστασης».

Η ερμηνεία των ως άνω διατάξεων του ευρωπαϊκού δικαίου και της συμβατότητάς τους με τις σαφείς και ρητές απαγορεύσεις των άρθρ. 16 παρ. 5 και 8 Σ. καθώς και με τις εγγυήσεις της ακαδημαϊκής ελευθερίας είναι αποκλειστική αρμοδιότητα του ΔΕΕ, τα δε ανώτατα δικαστήρια, όπως το Συμβούλιο της Επικρατείας, υποχρεούνται στην προδικαστική παραπομπή στο ΔΕΕ. Σημειωτέον μάλιστα ότι το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν το ευρωπαϊκό δίκαιο επιτρέπει τη σύσταση και λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων και την παροχή ανώτατης εκπαίδευσης από φορείς που δεν είναι αυτοδιοικούμενα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, αλλά αν την επιτάσσει και μάλιστα σε αντίθεση προς ρητές συνταγματικές διατάξεις.

Αν το Υπουργείο Παιδείας υπερασπίζεται την εξωστρέφεια στην ερμηνεία του Συντάγματος, αυτή είναι στενά συνδεδεμένη με τον διάλογο των δικαστηρίων, δικονομικός δίαυλος του οποίου είναι το άρθρ. 267 ΣΛΕΕ. Ενόψει της εγκατάστασης παραρτημάτων και ευρωπαϊκών πανεπιστημίων στην Ελλάδα με τη μορφή ΝΠΠΕ, είναι πρόδηλο το διασυνοριακό στοιχείο που προβλέπει το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι διατάξεις του άρθρ. 16 Σ. είναι ρητές και κατηγορηματικές, ώστε να μην υπάρχει περιθώριο σύμφωνης με το ευρωπαϊκό δίκαιο ερμηνείας του Συντάγματος και να επιβάλλεται η προδικαστική παραπομπή στο ΔΕΕ, ιδίως επειδή οι ελληνικές διατάξεις εισάγουν απόλυτες απαγορεύσεις, οι οποίες κατά την άποψή μας είναι μεν απολύτως συμβατές με το ευρωπαϊκό δίκαιο, αλλά αρμόδιο να το κρίνει αυτό είναι, όπως ήδη σημειώθηκε, το ΔΕΕ.

Αυτό ενισχύεται από το γεγονός ότι ο νόμος ορίζει ότι τα ΝΠΠΕ είναι μη κερδοσκοπικά, αν και αυτό δεν είναι δεδομένο. Αν δε δεν τηρηθεί η υποχρέωση της προδικαστικής παραπομπής, το Δημόσιο κινδυνεύει με αποζημίωση κατ’ άρθρ. 105 ΕισΝΑΚ.[10] Για τους λόγους αυτούς είναι σαφές ότι επιβάλλεται η προδικαστική παραπομπή στο ΔΕΕ, κατ’ άρθρ. 267 ΣΛΕΕ.

Ξενοφών Κοντιάδης – Γιάννης Α. Τασόπουλος


[1] https://www.esos.gr/arthra/92078/poia-xena-panepistimia-poy-synergazontai-me-kollegia-tha-aitithoyn-adeia-leitoyrgiasΠοια ξένα Πανεπιστήμια που συνεργάζονται με Κολλέγια θα αιτηθούν άδεια λειτουργίας Μη Κρατικών Πανεπιστημίων ESOS Δημοσίευση: 17/02/2025 Τελευταία Ενημέρωση: 19/02/2025. https://www.kathimerini.gr/society/562912474/koyrsa-kolegion-gia-mia-adeia-aei/Κούρσα κολεγίων για μια άδεια ΑΕΙ, Απ. Λακασάς, Καθημερινή, 4.3.2024.

[2] https://www.hellenicparliament.gr/Praktika/Anatheoriseis-Syntagmatos?sessionRecord=b447a2b1-6de9-43ab-8364-402ca2a1df33 Βλ. Πρακτικά Επιτροπής Αναθεώρησης Συντάγματος Περίοδος: ΙΒ, Σύνοδος: Α΄, Συνεδρίαση: Δ΄ 21/02/2008.

[3] «Όπως προανήγγειλε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στα υπό αναθεώρηση άρθρα η κυβέρνηση θα προτείνει  και την αλλαγή του Άρθρου 16 για τα ιδιωτικά Πανεπιστήμια [..]». https://www.skai.gr/news/politics/mitsotakis-oi-desmeyseis-gia-allagi-arthron-tou-syntagmatos Οι δεσμεύσεις Μητσοτάκη για αλλαγή άρθρων του Συντάγματος και οι αντιδράσεις της Αντιπολίτευσης, Σκάι, 20:58, 08.03.2025.

[4] «Πέρα από το 16 τα πριν και τα μετά», Μεταίχμιο, 2007, σ. 148-149.

[5] Σελ. 523.

[6] Ερμής 1975, σ. 49.

[7] Βλ. αντί άλλων, Ιωάννης Σαρμάς, «Η προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας κεντρικό ζητούμενο για το μέλλον της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης στη χώρα μας», syntagmawatch, 26.1.2024. https://www.syntagmawatch.gr/trending-issues/h-prostasia-ths-akadimaikis-eleftherias/

[8] Ξ.Κοντιάδης/Γ. Τασόπουλος, Γιατί αντίκειται στο Σύνταγμα και στο ευρωπαϊκό ενωσιακό δίκαιο η λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων, Syntagmawatch.gr 19.12.2024.

[9] Γ. Δρόσος,Lesmalheursdelavertu ή: το άρθρο 16 και η κακομεταχείριση του συνταγματικού λόγου, 2025(υπό έκδοση).

[10] F. Ferraro, C. Iannone – Le renvoi préjudiciel, Bruylant, 2023, σ. 236.

 

Πηγή