ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ ----- Ουκρανία vs Ρωσία

Ουκρανία vs Ρωσία ( Συλλογή άρθρων - Ανανεώνεται)

Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2024

Δημοψηφίσματα και ΜΜΕ. Πώς το 2015 το “ΝΑΙ” των Μέσων έγινε στις κάλπες “‘ΌΧΙ'”. Εκδ. Τόπος, Αθήνα 2024

 Του Γιώργου Πλειού *


 

 

Ο ρόλος των ΜΜΕ στα δημοψηφίσματα είναι πολύπλευρος. Γι’  αυτό η  παροχή αξιόπιστων πληροφοριών, ώστε να είναι επαρκώς ενημερωμένο το εκλογικό σώμα,  είναι ζωτικής σημασίας σε μια δημοκρατική διαδικασία. Τα ΜΜΕ μπορούν να επηρεάσουν τα αποτελέσματα ενός δημοψηφίσματος με πολλούς τρόπους. Μπορούν να το κάνουν λ.χ. πλαισιώνοντας τα ζητήματα που σχετίζονται με το δημοψήφισμα (αν ήταν ορθή η προκήρυξή του, αν συνιστά όντως μορφή άμεσης δημοκρατίας και λαϊκής συμμετοχής, αν και ποιες θα είναι οι συνέπειες από την επικράτηση της μιας ή της άλλης επιλογής κ.ο.κ.), δίνοντας έμφαση στην ανάδειξή τους ως σημαντικών ειδησεογραφικών θεμάτων, επιλέγοντας τα πρόσωπα που θα μιλήσουν για αυτά τα ζητήματα, αλλά και χρησιμοποιώντας διάφορες λεκτικές και οπτικοακουστικές στρατηγικές δραματοποίησης

Ωστόσο τα Μέσα δεν λειτουργούν πλέον ως απλοί αγωγοί διοχέτευσης των απόψεων  των αντιμαχόμενων πλευρών στα ακροατήρια. Καταρχάς, επιλέγουν (λίγο έως πολύ) πλευρά, όχι μόνο με τη ρητή διατύπωση της θέσης τους αναφορικά με το ερώτημα ενός δημοψηφίσματος αλλά και με τον συνολικό τους λόγο, όπως λ.χ. έγινε στο δημοψήφισμα για το Brexit ή στο ελληνικό δημοψήφισμα του 2015. Κατά δεύτερο, το κάνουν με την επιλογή θεματολογίας, που ως τέτοια ευνοεί περισσότερο τη μία πλευρά του δημοψηφισματικού ερωτήματος ή εξασθενεί την αντίπαλή της. Το πράττουν, τέλος, με πλήθος ρηματικών στρατηγικών (λ.χ. πλαισίωση, δραματοποίηση, επιλογή ομιλουσών κεφαλών κ.ά.). 

Συνεπώς τα Μέσα απομακρύνονται από τον ρόλο του αμερόληπτου παρατηρητή και  καταλαμβάνουν τη θέση του «βοηθού» ή του συμπρωταγωνιστή ορισμένου πολιτικού  φορέα στο δημοψήφισμα. Συντελείται ή ενισχύεται, λοιπόν, μια διαδικασία ώσμωσης μεταξύ της πολιτικής εξουσίας που έχουν οι πολιτικοί φορείς και της συμβολικής που διαθέτουν τα Μέσα. Η εξέταση πρόσφατων  δημοψηφισμάτων σε ορισμένες χώρες – μέλη της ΕΕ (σε  Ιρλανδία, Μ. Βρετανία, Ιταλία), που παρατίθεται στο βιβλίο, κατέδειξε πως ισχύει, ό,τι και  για άλλες εκλογικές διαδικασίες: ο ρόλος των ΜΜΕ είναι κομβικός, όπως συμβαίνει στις κοινωνίες των Μέσων. Αυτό παρατηρείται όμως εντονότερα σε δημοψηφίσματα που αφορούν κατά κάποιον τρόπο την Ε.Ε.  Το γεγονός ότι η επίταση της λογικής των Μέσων παρατηρήθηκε εντονότερα σε δημοψηφίσματα που αφορούν την Ε.Ε. συνέβη κατ’ εμάς για δυο λόγους. Πρώτον επειδή η σχέση των χωρών – μελών με την Ένωση και η θέση τους σε αυτήν, καθώς και η πορεία της επιτελούν κομβικό ρόλο στη διαχείριση των οικονομικών και των πολιτικών υποθέσεων στις προαναφερθείσες χώρες, ιδιαίτερα σε περίοδο κρίσης και αστάθειας. Δεύτερον επειδή η απόσταση των πολιτών από τα όργανα διεύθυνσης της ΕΕ είναι πολύ μεγάλη, διαμεσολαβείται δε από πολλά ενδιάμεσα όργανα και συνιστά μια δύσκολα αντιληπτή πραγματικότητα από τους πολίτες, γεγονότα που επιτρέπουν μεγάλα περιθώρια δράσης των Μέσων για την πληροφόρηση του πολίτη.

Το ελληνικό δημοψήφισμα του 2015 διεξήχθη σε ένα περιβάλλον  αφενός με μικρή δημοψηφισματική εμπειρία αφετέρου  στο οποίο τα Μέσα διαδραμάτισαν πολλαπλώς πρωταγωνιστικό ρόλο, όπως άλλωστε συνέβη με τα δημοψηφίσματα σε άλλες χώρες της Ε.Ε. και σε σχέση με την ίδια την Ένωση, αλλά με διαφορετικό τρόπο σε σύγκριση με δημοψηφίσματα σε χώρες – μέλη της ΕΕ για ζητήματα που αφορούν με κάποιον τρόπο την ΕΕ. 

Τα ελληνικά Μέσα κάθε άλλο παρά στάση ουδετερότητας και αμεροληψίας τήρησαν στο δημοψήφισμα του 2015, τόσο που ήταν ορατό διά γυμνού οφθαλμού. Η εμπειρική έρευνα που παρατίθεται αναλυτικά κατέγραψε ότι με μικρές εξαιρέσεις, σχεδόν το σύνολο των τηλεοπτικών σταθμών τάχτηκε υπέρ «Ναι».  Η στάση που υιοθέτησαν οι εφημερίδες ήταν ανάλογη του πολιτικού τους προσανατολισμού, ενώ στο πεδίο των ενημερωτικών ιστοτόπων δύο –δημοφιλείς– υιοθέτησαν μια στάση ανάμεσα σε εκείνη των τηλεοπτικών σταθμών και των εφημερίδων που τάχτηκαν με το «Ναι». .

Η στράτευση των ΜΜΕ κατά την προ-δημοψηφισματική περίοδο πραγματοποιήθηκε με διάφορους τρόπους. Καταρχάς, με την έντονη προπαγανδιστική δραστηριότητα των περισσότερων παρουσιαστών των τηλεοπτικών σταθμών και άλλων Μέσων του κύριου ρεύματος που ήταν υπέρ του «Ναι». Δεύτερο, με την επιλογή συγκεκριμένων εκπροσώπων κοινωνικών φορέων ως «ομιλουσών κεφαλών», ώστε να φαίνεται στους τηλεθεατές ότι η πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας συντασσόταν με το «Ναι».  Τρίτο, με τη χρήση ως πεδίου προ-δημοψηφισματικής αντιπαράθεσης των διαδικαστικών ζητημάτων περί την οργάνωση του δημοψηφίσματος. Τέταρτο, με την ανάδειξη των πιθανών επιπτώσεων του δημοψηφίσματος,  και κυρίως του «Όχι», που θα μπορούσαν να έχουν άμεσες και ισχυρές αρνητικές επιπτώσεις στην καθημερινότητα των Ελλήνων πολιτών ή στην εθνική τους ταυτότητα. 

Σε κάθε περίπτωση αποτυπώθηκαν δύο είδη «Ναι», όπως και δύο είδη «Όχι. Μια κατηγορία του «Ναι» ήταν εκείνη που συμφωνούσε αρκετό καιρό νωρίτερα με αυτή τη θέση, δηλαδή για λόγους ιδεολογικούς και αξιακούς. Υπήρξε όμως και ένα «Ναι», το οποίο δημιουργήθηκε ως αντίθεση προς το «Όχι». Το ανάλογο ίσχυσε και για το «Όχι». Ένα «Όχι» προέκυψε από τη συμφωνία προς το περιεχόμενο της απάντησης  «Όχι» όπως ορίστηκε στο ψηφοδέλτιο του δημοψηφίσματος και ένα άλλο –διαφορετικό– τροφοδοτήθηκε από την έντονη αντίθεση προς το «Όχι» όσων, ιδιαίτερα  στη δημόσια σφαίρα, συντάχθηκαν με το «Ναι». Με άλλα λόγια πρόκειται για ένα «Όχι» που δημιουργήθηκε κυρίως από την αντίδραση των εκπροσώπων του «Ναι» στο αξιακό/ιδεολογικό πρόσημο του «Όχι».  

Ωστόσο, η στράτευση των Μέσων δεν ήταν το μόνο ή το πιο σημαντικό στοιχείο που παρατηρήθηκε κατά την προ-δημοψηφισματική περίοδο 2015. Η  στράτευση άλλωστε προϋπήρχε. Πιο σημαντική ήταν η αρνητική και συχνά επιθετική στάση όσων υποστήριζαν το «Ναι» εναντίον των υποστηρικτών του «Όχι» και της κυβέρνησης που αποφάσισε το δημοψήφισμα, η οποία στάση ήταν πιο εκτεταμένη και πιο έντονη σε σύγκριση με τη θετική τους στάση υπέρ του «Ναι». 

Σε αυτό το περιβάλλον θα μπορούσε κάποιος να πει ότι την έντονη και πιεστική αρνητική στάση κατά του «Όχι» και υπέρ του «Ναι» την ανέλαβαν Μέσα που ήταν ήδη «δυσφημισμένα» σε ό,τι αφορά την αμεροληψία τους.  Συνεπώς, υπήρχε ένα τείχος δυσπιστίας και αρνητισμού απέναντί τους, το οποίο η προπαγανδιστική στάση τους (συχνά με τη χρήση σκληρών τεχνικών προπαγάνδας όπως ο εκφοβισμός) όχι μόνο δεν μπορούσε να διαπεράσει, αλλά αντίθετα το έκανε ακόμη πιο ισχυρό και αδιαπέραστο. Παρά ταύτα, δεν είναι το μόνο πιο σημαντικό στοιχείο από τη στάση μεροληψίας και  στράτευσης που υιοθέτησαν τηλεοπτικοί σταθμοί, εφημερίδες και ενημερωτικοί ιστότοποι που υποστήριξαν το «Ναι». Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι το έκαναν με τρόπο πιεστικό, έντονα προπαγανδιστικό και συχνά χρησιμοποιώντας μια παλιά τεχνική προπαγάνδας, τον εκφοβισμό. Κατά τη γνώμη μας, αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαίο. 

Ως αποτέλεσμα, φαίνεται πως έλαβε χώρα ένα φαινόμενο παρόμοιο με αυτό που παρατηρήθηκε κάποιες φορές στην αρνητική πολιτική διαφήμιση, δηλαδή παραγωγή αποτελέσματος αντίστροφου από το σκοπούμενο. Το είδαμε στο πρόσφατο παρελθόν στην αρνητική πολιτική διαφήμιση που χρησιμοποιήθηκε έντονα από τη Ν.Δ. στην προεκλογική εκστρατεία του Ιανουαρίου του 2015, από τον ΣΥΡΙΖΑ στις προεκλογικές εκστρατείες του 2019 και του 2023 και παλιότερα, το 2000, πάλι από τη Ν.Δ., οπότε και είχε αντίστοιχα αποτελέσματα περισσότερο αρνητικά παρά θετικά υπέρ του κόμματος που το επιχείρησε. 

Θεωρούμε λοιπόν ότι δημιουργήθηκε το φαινόμενο μπούμερανγκ το οποίο προκάλεσε τον μεγάλο σε έκταση και αντίθετο προς τη στάση των ΜΜΕ του κύριου ρεύματος, προσανατολισμό των ψηφοφόρων τη μέρα του δημοψηφίσματος. Η άσκηση έντονης εκφοβιστικής προπαγανδιστικής πίεσης από Μέσα που λίγο έως πολύ προκαλούσαν δυσπιστία σε σημαντικό μέρος του κοινού ξεπέρασε κατά πολύ το όριο των ψηφοφόρων της κυβέρνησης που αποφάσισε το δημοψήφισμα.  Έτσι, μπορεί τα ΜΜΕ να επηρέασαν καθοριστικά το ελληνικό δημοψήφισμα του 2015, αλλά με πολύ διαφορετικό τρόπο σε σύγκριση με δημοψηφίσματα για ευρωπαϊκά θέματα σε άλλες χώρες – μέλη. 

Ένα εκ των αποτελεσμάτων συνολικά αυτής της εξέλιξης ήταν και  η «σκλήρυνση» της εξάρτησης των ΜΜΕ του κύριου ρεύματος από την πολιτική εξουσία.  

Συνέντευξη του Γ.Πλειού στον Πάρη Καρβουνόπουλο 28/12/24 

Πηγή κειμένου 

 Βιογραφικό

Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2024

Η ηθική χρεοκοπία της Δύσης (The Moral Bankruptcy of the West)

 Του John J. Mearsheimer *

 

 https://neoplanodion.gr/wp-content/uploads/2024/12/gfnanbvxiaaopp7.jpg

 

Στις 19 Δεκεμβρίου 2024, το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δημοσίευσε έκθεση 179 σελίδων που περιγράφει λεπτομερώς τη γενοκτονία του Ισραήλ κατά των κατοίκων της Γάζας.

Στις 5 Δεκεμβρίου 2024, η Διεθνής Αμνηστία εξέδωσε έκθεση 296 σελίδων που περιγράφει λεπτομερώς τη γενοκτονία του Ισραήλ κατά των κατοίκων της Γάζας.

Στις 21 Νοεμβρίου 2024, το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο εξέδωσε εντάλματα σύλληψης για τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου και τον πρώην υπουργό Άμυνας του Ισραήλ Γιοάβ Γκαλάντ για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και εγκλήματα πολέμου.

Στις 26 Ιανουαρίου 2024, το Διεθνές Δικαστήριο διαπίστωσε ότι υπάρχουν εύλογες ενδείξεις ότι το Ισραήλ διαπράττει γενοκτονία στη Γάζα.

Δεδομένης της υποτιθέμενης δέσμευσης της Δύσης για τα ανθρώπινα δικαιώματα και ιδιαίτερα για την πρόληψη της γενοκτονίας, θα περίμενε κανείς ότι χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Βρετανία και η Γερμανία, θα είχαν σταματήσει την ισραηλινή γενοκτονία εν τη γενέσει της.

Αντ’ αυτού, οι κυβερνήσεις αυτών των τριών χωρών, ειδικά οι Ηνωμένες Πολιτείες, υποστήριξαν την αδιανόητη συμπεριφορά του Ισραήλ στη Γάζα σε κάθε ευκαιρία. Στην πράξη, αυτές οι τρεις χώρες είναι συνεργοί στη γενοκτονία.

Επιπλέον, σχεδόν όλο το πλήθος των υποστηρικτών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε αυτές τις χώρες, και στη Δύση γενικότερα, παρέμεινε σιωπηλό ενώ το Ισραήλ εκτελούσε τη γενοκτονία του. Τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης δεν έχουν κάνει σχεδόν καμία προσπάθεια να αποκαλύψουν και να επικρίνουν αυτό που κάνει το Ισραήλ στους Παλαιστίνιους. Αντίθετα, ορισμένα κορυφαία ΜΜΕ έχουν υποστηρίξει σταθερά τις ενέργειες του Ισραήλ.

Αναρωτιέται κανείς τι λένε στον εαυτό τους οι Δυτικοί που είτε υποστηρίζουν τη γενοκτονία του Ισραήλ είτε μένουν σιωπηλοί για να δικαιολογήσουν τη συμπεριφορά τους και να μπορούν να κοιμούνται ήσυχα τις νύχτες.

Η ιστορία δεν θα είναι ευγενική μαζί τους.

 

*John Joseph Mearsheimer (1947-) is an American political scientist and international relations scholar. He is the R. Wendell Harrison Distinguished Service Professor at the University of Chicago. Mearsheimer is best known for developing the theory of offensive realism, which describes the interaction between great powers as being primarily driven by the rational desire to achieve regional hegemony in an anarchic international system. In accordance with his theory, Mearsheimer believes that China's growing power will likely bring it into conflict with the United States. Προσωπική Ιστοσελίδα

 

Πηγή Μετάφρασης 

Πηγή 

 

Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2024

ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΝΕΔΡΙΟ 2-4 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ: "ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ": Ο ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ ΚΑΙ Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ

 

Το Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου Πανεπιστημίου είναι συνδιοργανωτής στο Διεθνές Συνέδριο με τίτλο:

"Μεταπολίτευση": Ο απολογισμός που δεν έγινε και η επόμενη μέρα

 

 metpol-rad

Η ωραιοποίηση της μεταπολιτευτικής περιόδου από συστημικές δυνάμεις και φορείς μας ώθησαν να προβούμε, μέσω ενός διεθνούς συνεδρίου, σε μια εναλλακτική πρόταση, η οποία αναδεικνύει τα πραγματικά ζητήματα: οικονομική καχεξία και κρατική χρεωκοπία, κοινωνική κατάρρευση, εξάρτηση από ξένα κέντρα εξουσίας και ενδοτισμός απέναντι στον περιφερειακό Τουρκικό ιμπεριαλισμό. Τέλος, ενόψει του τέλους της «μεταπολίτευσης» ως διαδικασίας που εκφράζεται πρωτίστως σε επίπεδο πολιτικού-κομματικού συστήματος, καλούμαστε, μετά από 50 χρόνια, να οριοθετήσουμε τα διακυβεύματα και τις αναγκαιότητες της επόμενης μέρας.

 

Στην ολοκλήρωση των εργασιών του συνεδρίου θα γίνει η αναγόρευση σε Επίτιμο Διδάκτορα του Ομότιμου Καθηγητή Συγκριτικής Ευρωπαϊκής Ιστορίας , Ντόναλντ Σασούν.
Ο Σασούν, ομότιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Queen Mary του Λονδίνου, είναι συγγραφέας πολλών βιβλίων, μεταξύ των οποίων το μνημειώδες Εκατό χρόνια σοσιαλισμού (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Καστανιώτη, 2001, δύο τόμοι).
 
Πρόκειται για τη συναρπαστική και συγκριτική εξιστόρηση της πορείας των ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών-σοσιαλδημοκρατικών-εργατικών κομμάτων από την ίδρυση της 2ης Διεθνούς (1889) μέχρι το τέλος του 20ου αιώνα. Μεταξύ των κομμάτων που αναλύει είναι και το ΠΑΣΟΚ. Πρόκειται για μια από τις πλέον εύστοχες αναλύσεις κατά τη γνώμη μου, του ΠΑΣΟΚ, στην οποία έχει συμβάλει και ο συνεργάτης του εκείνη την περίοδο Βασίλης Φούσκας, ο οποίος επίσης μετέχει στο συνέδριο. Το θέμα του υπό έκδοση βιβλίου του Σασούν είναι οι επαναστάσεις, που θα είναι και ο τίτλος μίας από τις δύο ομιλίες του στο συνέδριο.

Πρόγραμμα Συνεδρίου 

Link Παρακολούθησης 2 Δεκ 

Link Παρακολούθησης 3 Δεκ 

Link Παρακολούθησης 4 Δεκ 

Πηγή