ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ ----- Ουκρανία vs Ρωσία

Ουκρανία vs Ρωσία ( Συλλογή άρθρων - Ανανεώνεται)

Κυριακή 16 Ιουνίου 2024

Ευρωεκλογές Ιουνίου 2024 ( Συλλογή απόψεων και άρθρων - ανανεώνεται)

Αποτελέσματα : 

 

 

 

Απόψεις ( με τη σειρά που αλιεύθηκαν από το διαδίκτυο)

 Αντώνης Λιάκος ( facebook 11-6-24) :

Τα αποτελέσματα και η γραμματική των συναισθημάτων 
 
Τα αποτελέσματα των χτεσινών εκλογών θέλουν συστηματική μελέτη. Ως ένα προσωρινό σχόλιο θα σημείωνα τα εξής:
Πρώτο το πολύ μικρό μέγεθος της συμμετοχής και το οποίο κυμαίνεται στο τρίτο περίπου του εκλογικού σώματος. Χρειάζεται μεν αξιολόγηση των επιμέρους παραμέτρων, δείχνει όμως μια γενικότερη καμπύλη εξέλιξης της πολιτικής συμμετοχής και του ενδιαφέροντος. Η ίδια καμπύλη αποτυπώνει ένα αίσθημα αδυναμίας των πολιτών απέναντι σε αποφάσεις που θεωρούν ότι δεν μπορούν να ελέγξουν.
Ως προς τα ποσοστά των κομμάτων, δεν προσφέρονται για πανηγυρισμούς από κανένα. Κανένα από τα τρία μεγάλα κόμματα δεν έπιασε τους στόχους του και όλα κινήθηκαν κάτω από τις προσδοκίες που καλλιέργησαν. Δηλαδή με το κόμμα που κυβερνά συντάσσεται ένα μικρό κομμάτι της κοινωνίας, το οποίο κυμαίνεται στο ένα τρίτο πάνω-κάτω του εκλογικού σώματος. Στο ένα τρίτο περίπου κυμαίνονται και τα δυο κόμματα της Κεντροαριστεράς. Πέρα από αυτά, γύρω στις 10 ποσοστιαίες μονάδες φαίνεται να λαμβάνουν ενισχυμένα τα ΚΚΕ και Ελληνική Λύση. Πέραν αυτών ένας αστερισμός μικρών εφήμερων κομμάτων. Από την Ελληνική Λύση και τον αστερισμό των πολύ μικρών δεξιών κομμάτων, αναδύεται ένα 20% στα Δεξιά της ΝΔ με αξιώσεις να συμμετάσχει στους συσχετισμούς διακυβέρνησης. Σοβαρή εξέλιξη αυτή. Δεν θα μπορούσε βέβαια να μιλήσει κανείς για έναν αντίστοιχο και ισοδύναμο χώρο στα Αριστερά της δικομματικής Κεντροαριστεράς. Το ΚΚΕ κρατά τον κόσμο του στο πολιτικό ψυγείο -στην αδιατάρακτη ασφάλεια μιας αριστερής ασυμβίβαστης ταυτότητας- ενώ τα υπόλοιπα αριστερά κόμματα ψήνονται στον πυρετό του ναρκισσισμού της ελάχιστης διαφοράς. Αξιοσημείωτη η συντριβή της Νέας Αριστεράς, που διέθετε ένα στελεχικό δυναμικό από τα καλύτερα στον ελληνικό κομματικό αστερισμό. Δείχνει ότι το σφάλμα της βεβιασμένης αποχώρησης από το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι ακόμη βαρύτερο.
Την ελληνική εικόνα θα πρέπει να την τοποθετήσουμε στην μεγάλή εικόνα της Ευρώπης η οποία αλλάζει χωρίς να έχει τον έλεγχο των εξελίξεων και ερήμην των πολιτών της. Δυο λέξεις μου έρχονται αυτή τη στιγμή στο νου, και θα περιέγραφα την ευρωπαϊκή εικόνα με δυο συναισθήματα: μνησικακία εναντίον ναρκισσισμού. Μνησικακία των επ’ έξω απέναντι στον ναρκισσισμό των από μέσα. Ναρκισσισμός των ελίτ, αλλά και του προοδευτισμού που χάνει και την ευρύτερη εικόνα και τον στόχο. Η μνησικακία τρέφει την άκρα δεξιά των μη προνομιούχων. Και σε όλη την Ευρώπη.
Ας έρθουμε όμως στα καθ’ ημάς: το λέμε και το ξαναλέμε από το 2019. Το ζήτημα είναι η ανασύνθεση του ευρύτερου προοδευτικού και δημοκρατικού χώρου. Είναι μονόδρομος πλέον. Το ζήτημα είναι πώς; Είναι διατεθειμένες οι δυο ηγεσίες να κάτσουν γύρω από ένα τραπέζι; Δύσκολο το βλέπω. Αλλά τα ηγετικά στελέχη των δυο κομμάτων (και θα προσέθετα και τη Νέα Αριστερά παρά τη συντριβή της) δεν διαθέτουν ένστικτο αυτοσυντήρησης; Το παιχνίδι βέβαια δεν είναι αμιγώς πολιτικό. Έχει κοινωνικά χαρακτηριστικά. Το ένα τρίτο του Μητσοτάκη περιέχει όχι μόνο τα ανώτερα, αλλά και δυναμικά μεσαία κοινωνικά στρώματα. Η Αντιπολίτευση σε ποια στρώματα θα απευθυνθεί και λέγοντάς τους τί που δεν κάνουν οι αντίπαλοί τους; Όχι ότι δεν έχει τι να πει, αλλά δεν το έχει σταθμίσει και δεν το έχει αρθρώσει σε πειστική εναλλακτική εικόνα.
 
Γιώργος Καραμπελιάς ( facebook 11/6/24) 

Το ελληνικό πολιτικό σύστημα σε κρίση – Μέρος Α΄
Οι εκλογές της 9ης Ιουνίου μάλλον ήλθαν να διορθώσουν (sic) την «εκκρεμότητα» ενός απόλυτα μονοπολικού συστήματος. Πλέον, το σύστημα μοιάζει όλο και περισσότερο πολυπολικό, με έναν μεσαίο πόλο, τη ΝΔ, τέσσερις μικρομεσαίους, ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ, Ελληνική Λύση, ΚΚΕ, και ένα πλήθος μικρότερων. Η Νέα Δημοκρατία έπαψε να είναι ο μοναδικός και αδιαμφισβήτητος πόλος της πολιτικής εξουσίας και έχει υποστεί μια βαρύτατη ήττα, κινδυνεύοντας να ακολουθήσει, για πρώτη φορά μετά το 2919, τη μοίρα των υπολοίπων δύο κεφαλών του τρικέφαλου Άργου της μεταπολίτευσης (δύο κυρίαρχα πολιτικά κόμματα και ένα κυρίαρχο ιδεολογικά, η Αριστερά).
Πράγματι, όπως έχουμε δείξει σε αναρίθμητες περιπτώσεις, η μεταπολίτευση, καθώς εξαντλείται μετά το 2009, οδηγεί στη σταδιακή συρρίκνωση των δύο μεγάλων κομμάτων του δικομματισμού, τουλάχιστον σε επίπεδο ψήφων, και παράλληλα στη σταδιακή απομάκρυνση των πολιτών από το πολιτικό σύστημα· και αυτό παρά την πρόσκαιρη ανάδειξη του ιδεολογικού πόλουτης Αριστεράς σε πολιτικό, με τον ΣΥΡΙΖΑ, εξαιτίας της μνημονιακής κρίσης. Το πρώτο κόμμα που υπέστη αυτή τη συρρίκνωση υπήρξε το ΠΑΣΟΚ, το οποίο δικαίως οι πολίτες θεώρησαν κατ’ εξοχήν υπεύθυνο για την πορεία της Μεταπολίτευσης και την καταστροφή του 2009· ακολούθησε, μετά το 2019, ο ΣΥΡΙΖΑ ενώ ισχυρότερες ρίζες φαινόταν να διατηρεί η ΝΔ, καθώς η Μεταπολίτευση είχε μάλλον αριστερόστροφο πρόσημο.
Και πράγματι, μετά τις καταστροφές που προκάλεσε ο Γιώργος Παπανδρέου και ο Αλέξης Τσίπρας κατά τη μνημονιακή δεκαετία, ο Μητσοτάκης έμοιαζε μετά το 2019 ως η μόνη πιθανή λύση, και όντως προσπάθησε να μαζέψει τα ασυμμάζευτα. Εντούτοις, κακώς, πίστεψε πως το εισιτήριο που του πρόσφεραν οι Έλληνες μετά το 2019 ήταν εισιτήριο διαρκείας· δεν είχε κατανοήσει πως, μετά τη μνημονιακή περίοδο, είχε διαρραγεί τελεσίδικα ο βαθύς δεσμός των πολιτών με το σύστημα της Μεταπολίτευσης. Πλέον, οι διαρκώς μειούμενοι ψηφοφόροι ψήφιζαν με αποκλειστικό κριτήριο τον καλύτερο «υδραυλικό». Έγραφε ο Διονύσης Σαββόπουλος το 1989, με αφορμή την πρώτη μεγάλη κρίση της Μεταπολίτευσης, σε ένα τραγούδι του, που τότε λοιδορήθηκε ευρέως: «Το νόμισμα είναι πάντως τόσο ξεπεσμένο,/ διαλέγω ό,τι μπορώ που να `ναι και φθηνό…/ Αντί, αντί πολιτική, /αντιπολιτική τ’ όνομά μου/ κι ο δρόμος μου γραμμή/ όλος ζικ – ζακ, το μητσοτάκ, / το μητσοτάκ, το μητσοτάκ, το μητσοτάκ». Αυτό ακριβώς συνέβη το 2019, τριάντα χρόνια μετά, με έναν δεύτερο Μητσοτάκη.
Επειδή όμως η πολιτική εξουσία, και η δη η μονοπολική εξουσία, τυφλώνει, ο Κυριάκος Μητσοτάκης πίστεψε πως η στήριξη των Ελλήνων στην κυβέρνησή του δεν ήταν απλώς μία τακτική επιλογή των Ελλήνων για να ξεφορτωθούν τη φθαρμένη Μεταπολίτευση, στην ακραία συριζαϊκή εκδοχή της, αλλά αντίθετα μια ιδεολογική και πολιτική ταύτιση μαζί του. Μια ταύτιση με το μάλλον φθαρμένο προσωπικό του σημιτισμού και της ΝΔ που συγκέντρωσε γύρω του. Πίστεψε πως οι Έλληνες ενστερνίζονται την εθνομηδενιστική ιδεολογία του Μαξίμου, του ΥΠΕΞ και του Καλύβα, την WOKE ιδεολογία του Σκέρτσου και του Ιδρύματος Ωνάση, τον νεοφιλελευθερισμό ενός δρακόντειου τραπεζιτικού συστήματος. Πίστεψε πως θα καταπιούν αμάσητο ό,τι τους σερβίρει, τον γάμο των ομοφυλοφίλων, την ενδοτικότητα που επιστρέφει απέναντι στην Τουρκία, την επαμφοτερίζουσα πολιτική στο μεταναστευτικό, τα χλιαρά και ανεπαρκή μέτρα στο δημογραφικό, την ασυδοσία των τραπεζών και των πολυεθνικών και, προπαντός, την έλλειψη ενός εθνικού οράματος για μια χώρα που κινδυνεύει με καταποντισμό.
Και αυτό φάνηκε ξεκάθαρα στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του για τις ευρωεκλογές. Το κόμμα του και ο ίδιος εμφανίστηκαν χωρίς πνοή και όραμα και ασχολούνταν με την τιμή της φέτας, όπου ο Κυριάκος έκανε και κουτοπόνηρες λαθροχειρίες, ή με το πόθεν έσχες ενός πολιτικού κλόουν. Και όμως, αυτές οι Ευρωεκλογές είχαν αποφασιστική σημασία για την Ευρώπη και πρωτίστως για την Ελλάδα. Γιατί μόνο μια οχυρωμένη Ευρώπη απέναντι στα ανεξέλεγκτα μεταναστευτικά κύματα, στο πεδίο της άμυνας, καθώς και σε κείνο του παραγωγικού μοντέλου, ξεπερνώντας την αποβιομηχάνιση, θα μπορούσε να προσφέρει μια ασπίδα ασφαλείας για μια Ελλάδα που συρρικνώνεται θανάσιμα και απειλείται από τον τουρκικό νεο-οθωμανισμό. Αντ’ αυτών, η ΝΔ του Μητσοτάκη, ανεπαισθήτως και ασύγγνωστα, με το είδος της καμπάνιας της ήλθε να καθίσει δίπλα στους πτωχευμένους ανταγωνιστές της, έστω ως primus inter pares.
Και, για να μη θεωρηθεί ότι όλα όσα προαναφέρθηκαν αποτελούν ιδεοληψίες του συγγραφέα – που προσπαθεί να συνταιριάξει την πραγματικότητα με τα ιδεολογικά του πιστεύω–, σας παραθέτω το πλέον αδιάψευστο επιχείρημα, την ετυμηγορία των αριθμών, έστω και αν είναι κάποτε κουραστικοί: Η Μεταπολίτευση εγκαινιάστηκε το 1974 με τη Νέα Δημοκρατία στους 2.669.133 ψήφους και την αποχή στο 20%. Το 1981, τη στιγμή του θριάμβου του ΠΑΣΟΚ (2.726.309 ψήφοι), η ΝΔ πήρε ακόμα 2.034.496 και η αποχή ήταν κάτω από το 20%. Το 1990, τη στιγμή της πρώτης μεγάλης κρίσης της Μεταπολίτευσης, η ΝΔ πήρε 3.088.137(!) ψήφους και το ΠΑΣΟΚ 2.543.042, και πάλι με εξαιρετικά χαμηλή αποχή. Τέλος, στις έσχατες μεταπολιτευτικές εκλογές πριν την κρίση, το 2009, το ΠΑΣΟΚ του ΓΑΠ πήρε 3.012.542(!) ψήφους και η ΝΔ 2.295.719, με την αποχή να βρίσκεται στο 29%. Δηλαδή, σε ολόκληρη τη μεταπολιτευτική περίοδο, οι δυο πολιτικοί πόλοι του συστήματος κινούνταν σε επίπεδα άνω των 2 εκατομμυρίων ψηφοφόρων και η αποχή δεν ξεπέρασε ποτέ το 29% του 2009. Επρόκειτο δηλαδή για ένα μάλλον νομιμοποιημένο, και σταθερό –λιγότερο ή περισσότερο– πολιτικό σύστημα, όπως καταδεικνύει η χαμηλή αποχή και τα υψηλά ποσοστά των δύο μονομάχων (γύρω στο 40% τουλάχιστον).
Κατά τη δεκαετή κρίση που ακολούθησε, θα αρχίσει το ξήλωμα του πολιτικού και κομματικού πουλόβερ της Μεταπολίτευσης: τον Ιανουάριο του 2015, η ΝΔ θα πάρει 1.718.694 ψήφους, ο ΣΥΡΙΖΑ 2.245.978 και το ΠΑΣΟΚ 289.469 (sic), με την αποχή κοντά στο 37%. Δηλαδή, ο ένας πόλος του συστήματος, ο κατ’ εξοχήν ταυτισμένος με τη Μεταπολίτευση, θα καταρρεύσει εκλογικά, ενώ και ο δεύτερος, που προσπάθησε να τον υποκαταστήσει, ο ΣΥΡΙΖΑ, θα ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο το 2023. Η αποχή θα διευρύνεται διαρκώς στις εθνικές αναμετρήσεις (47,17% τον Ιούλιο του 2023), και στις Ευρωεκλογές (41,3% το 2019), για να μην αναφερθούμε στην αποχή ρεκόρ των πρόσφατων Δημοτικών Εκλογών. Και ο κύκλος θα κλείσει με τις πρόσφατες ευρωεκλογές όπου η ΝΔ θα πάρει 1.125.602 ψήφους, ο ΣΥΡΙΖΑ 593.133,το ΠΑΣΟΚ 508.399, ενώ η αποχή θα εκτιναχθεί στο 58,61%.
Με άλλα λόγια, η απονομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος (αποχή) και των πολιτικών κομμάτων (κατάρρευση αριθμού ψηφοφόρων) άγγιξε πλέον για τα καλά το σύνολο των κομμάτων-πόλων του μεταπολιτευτικού καθεστώτος.
Και ας μη βαυκαλίζονται οι νεοδημοκράτες πολιτικοί ότι πρόκειται για κάτι στιγμιαίο, εξαιτίας του χαμηλού διακυβεύματος των ευρωεκλογών, μετά το οποίο, με διορθωτικές κινήσεις, θα αναταχθεί. Και αυτό διότι, παρότι η ΝΔ τα προηγούμενα χρόνια έδειξε καλύτερα αντανακλαστικά από τους αντιπάλους, μετέχει και η ίδια στην ιδεολογία της μεταπολίτευσής: Ενδοτισμός, λογική του οικονομικού παρασιτισμού (τουρισμός για πάντα), επαρχιωτισμός (που τόσο περίτρανα καταδείχτηκε στις ευρωεκλογές), μικροελλαδισμός («ζούμε στον καλύτερο δυνατό κόσμο», στην… Εκάλη), παντελής έλλειψη οράματος που θα μπορούσε να συνεγείρει έναν βυθισμένο στην παρακμή ελληνικό λαό.
Συναφώς, έχουμε μπει σε μια νέα ταραγμένη πολιτική περίοδο που θα γνωρίσει ανατροπές, ανακατατάξεις και διαμόρφωση νέων σχημάτων, μέχρις ότου δημιουργηθεί (αν δημιουργηθεί) μια νέα σταθερότητα με νέα χαρακτηριστικά: πρόταξη της δημογραφικής ανάταξης· της παραγωγικής ανασυγκρότησης· αμυντική θωράκιση· ανατροπή του κυρίαρχου πολιτικού και πολιτισμικού μηδενισμού· ισχυρή ελληνική παρουσία σε μια νέα Ευρώπη, αμυντικά και παραγωγικά, ικανή να διαφυλάξει την αυτονομία της· εν ολίγοις ελληνισμός έναντι του μικροελλαδισμού της Μεταπολίτευσης. Αλλά για όλα αυτά και την ανάλυση των υπολοίπων κομμάτων, στα σημειώματα που ακολουθούν.
 
Μελέτης Μελετόπουλος Πηγή 10-6-24
 
 Η κυβέρνηση απώλεσε την πλειοψηφία. Την ψήφισε το 28% του 40% όσων έχουν δικαίωμα ψήφου, δηλαδή περίπου το 12% του εκλογικού σώματος (το επιχείρημα ότι η αποχή «δεν μετράει» είναι παραπλανητικό, η αποχή είναι σαφής πολιτική πράξη, εύγλωττη δήλωση διαφωνίας και μηχανισμός απονομιμοποίησης).

Μετά τις ευρωεκλογές, στις οποίες η ίδια η κυβέρνηση Μητσοτάκη έδωσε αξία εθνικών εκλογών, υπάρχει πλέον κυβέρνηση μειοψηφίας, με τραυματισμένη νομιμοποίηση. Ο Μακρόν, μετά την εκλογική συντριβή του, είχε την αυτονόητη δημοκρατική ευαισθησία να διαλύσει άμεσα την Βουλή. Το ίδιο πρέπει να γίνει και εδώ. Πέραν της εκλογικής κατάρρευσης της κυβέρνησης, και τα δύο άλλα πρώην κόμματα εξουσίας απέτυχαν να καρπωθούν την δυσαρέσκεια για την κυβέρνηση και υπέστησαν πανωλεθρία.

Ο άλλοτε κραταιός ΣΥΡΙΖΑ υπέστη καθίζηση με ποσοστό κάτω του 15% (14,92%), που τον παγιώνει σε ποσοστά μικρομεσαίου κόμματος και δε δικαιώνει την επιλογή Κασσελάκη. Η ελληνική κοινωνία απέρριψε την μεταμοντέρνα, άσχετη με τα ελληνικά δεδομένα, νέα ηγεσία του κόμματος. Εξ άλλου, η οικτρά αποτυχημένη διακυβέρνηση Τσίπρα, με την εμπειρία από τις Πρέσπες και το Μάτι, εξακολουθεί να λειτουργεί ως ανασχετικός παράγων, που δεν πρόκειται να επιτρέψει στο κόμμα αυτό να επανέλθει στην εξουσία, τουλάχιστον στην παρούσα μορφή του. Η εσωκομματική κρίση και η αλλαγή ηγεσίας είναι αναπόφευκτα.

Το ΠΑΣΟΚ, που κυβέρνησε επί δεκαετίες, έλαβε κάτω του 13% (12,79%). Ο στόχος που είχε θέσει ο αρχηγός του να είναι δεύτερο κόμμα δεν επετεύχθη. Και στο ΠΑΣΟΚ, που έχει πλέον καθηλωθεί σε επίπεδα μικρομεσαίου κόμματος, η αλλαγή ηγεσίας θα τεθεί εκ των πραγμάτων. ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ δεν μπόρεσαν να αναδειχθούν ως εναλλακτικοί πόλοι διακυβέρνησης. Και τα μικρότερα κόμματα της Αριστεράς (Πλεύση Ελευθερίας, ΜέΡΑ25 κλπ.) παρέμειναν στο περιθώριο των εξελίξεων.

Οι νικητές των εκλογών

Οι δύο μεγάλοι νικητές των εκλογών είναι ασφαλώς το ΚΚΕ στα αριστερά και η Ελληνική Λύση στα δεξιά του εκλογικού φάσματος. Το ΚΚΕ εισέπραξε την στοιχειώδη θεσμική σοβαρότητα που επέδειξε όλα αυτά τα χρόνια, την ιδιότυπη επικοινωνιακή ικανότητα του αρχηγού του να εμπνέει εμπιστοσύνη, την σταθερή κριτική του στο σύστημα. Δεν λειτουργεί πλέον ως απειλή προς το (ανύπαρκτο άλλωστε στην Ελλάδα) καπιταλιστικό σύστημα, αλλά για για ένα κατ’ουσίαν συντηρητικό μικροαστικό κόμμα, που πείθει ότι είναι εκτός διαφθοράς, κυκλωμάτων διαπλοκής και πελατειακών δικτύων. Πάντως η αυτο-απομόνωσή του δεν πρόκειται να του επιτρέψει να παίξει ευρύτερο ρόλο.

Αντιθέτως η Ελληνική Λύση, με το 9,3% που επέτυχε, είναι πλέον ένα μεσαίο κόμμα, που υπό προϋποθέσεις μπορεί να απειλήσει την καταρρέουσα κυριαρχία της ΝΔ στον χώρο της Κεντροδεξιάς. Ασφαλώς δε διαθέτει ούτε τα στελέχη ούτε το κατάλληλο πρόγραμμα, ώστε να εμφανισθεί ως εναλλακτική δύναμη διακυβέρνησης.

Σε ποιους απευθύνεται η ΝΔ του Μητσοτάκη;

Πάντως, με τον οξύ καταγγελτικό λόγο του αρχηγού της, απέκτησε ευρύτερη απήχηση. Η Νίκη συγκράτησε τα ποσοστά της με κάποια ανοδική τάση, αλλά πάντως δε διέσπασε τον κλοιό της εσωστρέφειας, παρά την επιτυχημένη επιλογή νέων υποψηφίων με ανοιχτούς ορίζοντες. Συνολικά τα μικρά και μεσαία δημοκρατικά πατριωτικά κόμματα της κεντροδεξιάς (που η κυβέρνηση άκομψα, παραπλανητικά και χωρίς επιτυχία επεχείρησε να αμαυρώσει ως «ακροδεξιά»), δηλαδή Ελληνική Λύση, Νίκη, Φωνή Λογικής, Πατριώτες κλπ. συνολικά συγκέντρωσαν ένα ποσοστό κοντά στο 20%. Γεγονός που δείχνει ότι η Κεντροδεξιά έχει διασπαστεί, ότι οι διαρροές από την ΝΔ έχουν προσλάβει πλέον μαζικές διαστάσεις, ότι η σημερινή ηγεσία της ΝΔ απευθύνεται κυρίως σε κεντροαριστερούς ψηφοφόρους και ιδεολογικά βρίσκεται σε ανοιχτή αντιπαράθεση με τη μεγάλη πλειοψηφία των παραδοσιακών κεντροδεξιών ψηφοφόρων.

Αυτό γεννά μία μεγάλη εκκρεμότητα, που είναι η επανασυγκρότηση του συνόλου της Κεντροδεξιάς σε νέο σχήμα και με νέα ηγεσία. Φυσικά αυτή η αποστολή δεν πρόκειται να ανατεθεί στον Βελόπουλο, αλλά θα λυθεί εκ των έσω και με συστημικό τρόπο. Όπως έγινε με την υποκατάσταση του Λαϊκού Κόμματος από τον Συναγερμό το 1951, την υποκατάσταση του Συναγερμού από την ΕΡΕ το 1956 και της ΕΡΕ από την ΝΔ το 1974.

Τραυματισμένη και αδύναμη η κυβέρνηση

Το άμεσο θεσμικό πρόβλημα, αυτήν την στιγμή, είναι ότι η χώρα έχει μία αδύναμη κυβέρνηση, σε μία εξαιρετικά επικίνδυνη γεωπολιτική συγκυρία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εισέλθει σε φάση χάους, με την εκλογική συντριβή των κυβερνήσεων στην Γαλλία και στην Γερμανία.

Οι ΗΠΑ βρίσκονται σε πρωτοφανή προεκλογική δίνη, δύο πόλεμοι μαίνονται στην Ουκρανία και στην Εγγύς Ανατολή με τάση μάλλον όξυνσης και διεύρυνσης παρά εξασθένισης και αποκλιμάκωσης, ο πυρηνικός τρόμος έχει εγκατασταθεί ως δαμόκλειος σπάθη πάνω από την ανθρωπότητα, ενώ στην Ελλάδα ένα μείγμα οικονομικής κρίσης, δημογραφικής κατάρρευσης, ανεξέλεγκτων μεταναστευτικών ροών, πρωτοφανούς εγκληματικότητας και ανασφάλειας δημιουργεί σκηνικό ακυβερνησίας.

Η λογική επιτάσσει την άμεση διεξαγωγή βουλευτικών εκλογών και τον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας, ει δυνατόν οικουμενικής, ώστε να υπάρξει διακομματική συνεννόηση και λήψη δύσκολων αλλά αναγκαίων αποφάσεων.

 

Πάσχος Μανδραβέλης Πηγή Καθημερινή 11-6-24

Δεν γνωρίζουμε αν ξέρουν κάτι παραπάνω στην κυβέρνηση, αλλά η «πύρρειος (όπως τη βάφτισαν) νίκη» τους σημαίνει άλλο πράγμα, από τη νίκη με κάποιες απώλειες. Στα λεξικά, είναι «η νίκη που επιτυγχάνεται με βαρύτατες απώλειες, ώστε να μην έχει ουσιαστικό αντίκρισμα». Κατά τον Πλούταρχο, ένας στρατιώτης πλησίασε τον Πύρρο για να τον συγχαρεί μετά τη μάχη στο Ασκλο, και ο τελευταίος σάρκασε: «Μία ακόμη νίκη επί των Ρωμαίων και θα χαθούμε εντελώς». Δυστυχώς, το περί «πύρρειας νίκης» δεν το ξεφούρνισε κάποιος σαν τον κ. Αλέξη Τσίπρα για να έχουν να ασχολούνται επί μέρες τα τηλεοπτικά πάνελ.

Πάντως, πύρρειος ή μη, με βαριές ή ελαφρές απώλειες, οι νεοδημοκράτες είχαν την πρωτιά για να πανηγυρίζουν το βράδυ των εκλογικών μαραθωνίων. Αφού έκαναν σεμνότυφη αυτοκριτική –«οι πολίτες έστειλαν μηνύματα»– ξεδίπλωσαν τα επιχειρήματα για τη νίκη τους.

Νικητές όμως –και με ακριβώς τον ίδιο τρόπο– ήταν και τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Εκαναν μια μικρή θρηνητική εισαγωγή για την αποχή και βρήκαν πολλά καλά να πουν για την αφεντιά τους· ο ένας γιατί έχασε μόνο τρεις μονάδες από την προηγούμενη συντριβή του κόμματός του, ο άλλος γιατί κάτι κέρδισε, ο τρίτος δήλωσε ότι «έ-ε-ε-ερχεται» κ.ο.κ. Πλην Νέας Αριστεράς, όλοι δήλωσαν νικητές.

Τροπαιούχοι δήλωσαν και οι δημοσκόποι, παρόλο που καμιά εταιρεία δεν πόνταρε στο 28,3% του κυβερνώντος κόμματος. Ολες έδειχναν τριάντα και βάλε για τη Ν.Δ. –31,9% ήταν ο μέσος όρος όλων των εταιρειών (KReport, 9.6.2024)– με κάποιες να φτάνουν μέχρι το 34%. Να εικάσουμε ότι και ο κ. Μητσοτάκης ανέβασε τον πήχυ στο 33% διότι έπαθε ό,τι και ο κ. Τσίπρας το 2019, όταν άκουγε τους δικούς του δημοσκόπους και δήλωνε πως «δεν υπάρχει μία στο εκατομμύριο…»;

Δαφνοστεφανωμένες εμφανίστηκαν και οι ομιλούσες κεφαλές της τηλεόρασης, οι οποίες «το είχαν πει» – ή, τέλος πάντων, κάτι είχαν πει. Δήλωσαν τη συνήθη δυσφορία τους διότι «δεν συζητήθηκε τίποτε για την Ευρώπη» και ακούσαμε δημοσιογράφους να εκφράζουν το παράπονό τους ότι στις συσκέψεις έψαχναν και δεν έβρισκαν θέμα για την Ευρώπη· «όλο ΤικΤοκ και “πόθεν έσχες” μας ερχόταν». Μένει η απορία: Αφού είχαν τόσο καημό να μάθουν τη θέση των πολιτικών για τα ευρωπαϊκά θέματα, γιατί δεν τους ρωτούσαν; Εξάλλου, υπήρχαν υποψήφιοι που έγραψαν γι’ αυτά, αλλά τους έφαγε το σκοτάδι της δημοσιότητας και τελικώς της κάλπης.

Μετά την… πύρρειο αυτοκριτική όλων, η συζήτηση στα εκλογικά πάνελ συνεχίστηκε κανονικά. «Θα έχει πρόβλημα ο Μητσοτάκης;». «Θα τεθεί θέμα Κασσελάκη;». Ευτυχώς, δηλαδή υπάρχει και το EPTnews και μάθαμε ότι έγιναν εκλογές και σε άλλες χώρες της Ευρώπης.

 
 Λευτέρης Κουσούλης (facebook 10-6-24)

- Ριζικά νέα πολιτική συνθήκη.
- Το κυβερνητικό σχήμα είναι πλέον μειοψηφικό.
- Η αντιπολίτευση ( ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ) έχει οριστικά εξαντληθεί.
- Ο πολιτικός κύκλος που ξεκίνησε τον Ιούλιο του 2019 έκλεισε.
- Δεν θα αντέξει τίποτα από αυτόν τον παλαιό κόσμο.
Καλή σας μέρα.
 
(9-6-24)
Σήμερα είδαμε την.πολιτική ευφυΐα του λαού.
Ενδιαφέρουσα μέρα.
 
Σωτήρης Ρούσσος ( facebook 10-6-24) 

Οι ψηφοφόροι μίλησαν. Τα πρώτα συμπεράσματα μπορούν να συνοψιστούν στα εξής 
 
1. Βαθειά κρίση και ανυποληψία της σημερινής κατάστασης του κομματικού συστήματος στην Ελλάδα. Αποχή ρεκόρ σε μια εποχή με οξύτατα προβλήματα στην καθημερινότητα- ακρίβεια, έλλειψη στέγης, διαλυμένη υγεία - και στον διεθνή χώρο - Ουκρανία, Γάζα κα.
 
2. Αποδοκιμασία της κυβέρνησης για 3 λόγους κυρίως. Πρώτον ανικανότητα να αντιμετωπίσει τα ζητήματα της ακρίβειας, της στέγης και της υγείας. Δεύτερον, συγκάλυψη ευθυνών στο έγκλημα των Τεμπών. Τρίτον σύγκρουση με το συντηρητικό ακροατήριο της στο θέμα του γάμου των ομοφυλόφιλων. Στα δύο πρώτα δεν αναμένονται αλλαγές. Στο τρίτο όμως θα δούμε πιστεύω μια έντονη ακροδεξιά ρητορική σε ταυτοτικά ζητήματα, το μεταναστευτικό και σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής όχι απέναντι στην Τουρκία αλλά προς Βορεια Μακεδονία και Αλβανία (Μπελερης).
 
3. Μεγάλη αύξηση της ακροδεξιάς που συνολικά λαμβάνει γύρω στο 17%-19%.. Δεν είναι περιστασιακό φαινόμενο. Ήρθε για να μείνει. Δεν πρόκειται για την χρυσαυγιτικη ακροδεξιά του ακτιβισμού στους δρόμους αλλά βρίσκεται εγγύτερα στην alt right και σε αυτό που η Anna Karakatsouli ονομάζει ελληνοκεντρική ακροδεξιά. Ταυτοτικά ζητήματα (γάμος ομοφυλοφίλων)
και κοινωνικά ζητήματα (ακρίβεια δημογραφικο, μετανάστευση) οδήγησαν στην άνοδο αυτή.
 
4. Ο ΣΥΡΙΖΑ επιβίωσε στη δεύτερη θέση αλλά δεν απέκτησε τη δυναμική που θα του έδινε ένα 18-20%. Έχει το ελαφρυντικό των διασπάσεων, της μεγάλης περιόδου εσωστρέφειας και του σχετικά σύντομου διαστήματος να δώσει ο νέος αρχηγός το στίγμα του. Από εδώ και πέρα όμως δεν υπάρχει καμία δικαιολογία. Θετικό στοιχείο η καλή επίδοση στους νέους 17-34
 
5. Το ΠΑΣΟΚ σταθεροποιήθηκε στη 3η θέση αλλά δεν έγινε ηγεμονική δύναμη της κεντροαριστεράς ούτε κάν η ισχυρότερη. Θα είναι πολύ δύσκολα πια να πείσει ότι έχει κάποιο ρόλο μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ.
 
6. Οι ομαδοποιήσεις της Αριστεράς (δεν περιλαμβάνω σε αυτή την Κωνσταντοπούλου) οδεύουν ολοταχώς στο πολιτικό περιθώριο. Δεν θεωρώ ότι πρέπει να επανέλθουν στον ΣΥΡΙΖΑ. Δεν γίνεται συγκόλληση ποσοστών, η πολιτική είναι κάτι δυναμικό. Τελικά η κάλπη έδειξε ότι οι εσωκομματικές εκλογές ήταν αντιπροσωπευτικές. Μετά την σαφή πολιτική αποδοκιμασία είναι ζήτημα ηθικής τάξης να παραδώσουν τις έδρες τους.
 
7. Η ενότητα της ιστορικής προοδευτικής δημοκρατικής παράταξης είναι αδηριτη ανάγκη αλλά δυστυχώς τα αποτελέσματα δεν ανέδειξαν έναν ηγεμονικό πολιτικό πόλο που θα την υλοποιήσει. Για αυτό είμαι απαισιόδοξος...
 
Ρούντι Ρινάλντι  (Δρόμος, φύλλο 689, 15/6/24)

Ευρωεκλογές: Τρεις κεντρικές ιδέες

Το γενικό τοπίο στο οποίο διεξήχθηκαν οι ευρωεκλογές ήταν και είναι φορτισμένο από πολύ μεγάλα θέματα (άσχετα αν στη χώρα μας υπήρξε σιωπή γι’ αυτά), που αφορούν την πορεία της Ευρώπης γενικά (οικονομικά, πολιτικά, στρατιωτικά, πολιτισμικά). Ταυτόχρονα δεν μπορούσε να λείπει μια γενική δυσφορία λαϊκών στρωμάτων και ευρωπαίων πολιτών για τη νεοφιλελεύθερη «συναίνεση» που τους φτωχαίνει διαρκώς, και φυσικά εξαιτίας του φόβου από την εξέλιξη του πολέμου στην Ουκρανία (και τη Μέση Ανατολή), και των ιαχών της Κομισιόν και σχεδόν όλων των δυνάμεων που κυβερνούν μέχρι σήμερα την Ευρώπη για περισσότερη στρατιωτικοποίηση και οικονομία πολέμου. Οι ευρωεκλογές επομένως δεν διεξήχθησαν σε κλίμα γενικής αδιαφορίας όπως τις προηγούμενες φορές. Υπήρξε αυξημένο ενδιαφέρον, μεγάλη έκφραση της δυσφορίας και μεγάλες ανακατατάξεις σε ορισμένες χώρες.
Πριν περάσουμε στις τρεις κεντρικές ιδέες για τις ευρωεκλογές, ας σημειώσουμε ακόμα πως σε όλο τον κόσμο, που περιτυλίγεται με πιο συγκρουσιακά χαρακτηριστικά και όπου η αβεβαιότητα περί των εξελίξεων είναι βασικό δεδομένο, το Πολιτικό στοιχείο παραμένει ένα επίδικο. Σε όλο τον κόσμο, σχεδόν ταυτόχρονα, διεξάγονται σοβαρές εκλογικές διαδικασίες (Ν. Αφρική, Ινδία, λίγο πριν στη Ρωσία, Μεξικό, Ιράν σε λίγο, στην Αγγλία τον Ιούλιο, στις ΗΠΑ τον Νοέμβριο). Δεν ψηφίζουν μόνο οι ελίτ (παρόλο που ελέγχουν τις διαδικασίες και διαμορφώνουν το κλίμα), και η κρίση που τις διαπερνά εκφράζεται και από τις «εκπλήξεις» ή τις ανατροπές που φέρνουν οι εκλογικές διαδικασίες: από το Πολιτικό, έστω έτσι όπως έχει συρρικνωθεί.
 
Πρώτη κεντρική ιδέα: 
 
Η βαθιά απονομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα
Αυτό που αποκάλεσαν «λαό της αποχής» και «κόμμα της αποχής» θεωρήθηκε ο «νικητής» των ευρωεκλογών. Δεν είχαμε απλά μια έλλειψη ενδιαφέροντος και μια απάθεια των πολιτών προς το τι συμβαίνει πολιτικά. Είχαμε σε μεγάλο βαθμό μια σε έκταση και βάθος πιο συνειδητή άρνηση να πάρουν μέρος στην εκλογική διαδικασία πολίτες προερχόμενοι από όλους τους ιδεολογικούς και πολιτικούς χώρους. Η αποχή (αλλά και τα άκυρα και λευκά δεκάδων χιλιάδων πολιτών που πήγαν μέχρι τις κάλπες) είναι ένα μεγάλο μήνυμα, επειδή συνοδεύεται ή φέρνει μαζί της ένα άλλο αποτέλεσμα: τη μείωση σε αριθμό ψήφων σχεδόν σε όλα (εκτός από ένα κόμμα, του κ. Βελόπουλου) τα κόμματα της σημερινής Βουλής. Η μείωση είναι θηριώδης για τα μεγάλα συστημικά κόμματα (Ν.Δ., ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ), που το συνολικό τους ποσοστό (στο 41% που πήγε να ψηφίσει) φτάνει το 55%. Αν μετρήσουμε την πραγματική τους δύναμη σαν ποσοστό στο εκλογικό σώμα, η Ν.Δ. αντιπροσωπεύει το 12%, ο ΣΥΡΙΖΑ το 6,5%, το ΠΑΣΟΚ το 5,5%. Σύνολο: 24%. Αυτή είναι η πραγματική δύναμη των τριών πρώτων κομμάτων σε ένα σύνολο 9 εκατομμυρίων ψηφοφόρων.
Το επιχείρημα πως η αποχή (αλλά και το άκυρο και το λευκό) ευνοούν τα μεγάλα κόμματα ή το πρώτο κόμμα, πήγε περίπατο. Όταν ο όγκος μιας ορισμένης στάσης ενός τμήματος των εκλογέων είναι μεγάλος, αποκτά τη δική του «αυτονομία», στέλνει το δικό του μήνυμα, αποκτά μέχρι και ένα «δημοψηφισματικό» χαρακτήρα. Σε σχέση με τις εκλογές του 2023, ένα χρόνο πριν, τα κόμματα της Βουλής είδαν την εξής μείωση: Ν.Δ. 990.000 ψήφους, ΣΥΡΙΖΑ 337.000, ΠΑΣΟΚ 109.000 (σύνολο τα τρία συστημικά κόμματα: μείον 1.430.000 ψήφους), ΚΚΕ 33.000, Νίκη 19.000, Πλεύση Ελευθερίας 30.000. Η Ελληνική Λύση αύξησε τις ψήφους της κατά 138.000, παρά τον πόλεμο που της έγινε, ιδιαίτερα από τη Ν.Δ. και τα ΜΜΕ.
Πρόκειται για μια τεράστια απονομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος, και η πραγματικότητα είναι πως δεν υπάρχει το 41% του περσινού Ιουνίου (και τότε το ποσοστό αυτό ήταν πλασματικό σε ένα βαθμό). Η κυβέρνηση της Ν.Δ. είναι ο μεγάλος χαμένος, είναι η δύναμη που έφαγε το πιο μεγάλο χαστούκι. Είναι σαφές ότι αποδοκιμάστηκε, ακόμα και από μέρος της εκλογικής της βάσης, και είναι σίγουρο ότι δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι πήρε μήνυμα… «συνέχισης και επιτάχυνσης του μεταρρυθμιστικού έργου»! Η πορεία φθοράς της είναι αποτέλεσμα όλων των επιλογών της, και το περίφημο «επιτελικό κράτος» έχει σχεδόν καταρρεύσει. Ο Μητσοτάκης δεν κάνει ούτε καν για «διαχειριστής» ελλείψει άλλου.
Η απονομιμοποίηση είναι όμως βαθύτερη. Δεν είχαμε απλά ένα αντικυβερνητικό χαστούκι. Δεν υπάρχει αντιπολίτευση: έχουμε παράλληλη καθίζηση και του 2ου και του 3ου κόμματος. Η εικόνα μοιάζει αρκετά με αυτήν των εκλογών του 2012, όπου γκρεμίστηκε ο δικομματισμός (Ν.Δ. 18%, ΣΥΡΙΖΑ 16%, ΠΑΣΟΚ 13%, ΑΝΕΛ 10%, ΚΚΕ 8,5%, Χ.Α. 7%, ΔΗΜΑΡ 6%). Με μια μεγάλη διαφορά: τότε υπήρχε μια δυναμική του αντιμνημονιακού κινήματος και μια επιλογή ανάθεσης προς τον ΣΥΡΙΖΑ, που σε δυόμιση χρόνια πήρε την κυβέρνηση. Τώρα η κατάσταση 1ου, 2ου και 3ου κόμματος δεν παρουσιάζει καμία δυναμική. Κανένα από τα δύο κεντροαριστερά κόμματα δεν κατάφερε να εκφράσει ή να κερδίσει κάτι από τη φθορά της κυβέρνησης. Εισέπραξαν κι αυτά την απαξία του εκλογικού σώματος.
Η τεράστια έκταση της αποχής (πέρα από το ότι έχει πολλές και διαφορετικές «φέτες») σχετίζεται με μεγάλες και βαθιές διεργασίες που συντελούνται σε ένα σημαντικό τμήμα που δηλώνει ένα παρών, με ιδιόμορφο τρόπο, σε όλες τις εκδηλώσεις της κοινωνικής διαθεσιμότητας. Ιδιαίτερη θέση σε αυτή τη διαφοροποίηση έχει παίξει το «βαθύ και ενεργό ρήγμα» των Τεμπών, οι καταστροφές από τις φωτιές και τις πλημμύρες στη Θεσσαλία, η διάλυση των υποδομών, η εκτίναξη της ακρίβειας και η ανοικτή κοροϊδία των πολιτών.
Η επιλογή της αποχής από ένα ενεργό τμήμα της κοινωνικής διαθεσιμότητας, η διατήρηση μιας σχετικής αυτονομίας από το πολιτικό σύστημα και τις εκδοχές που του προσφέρονταν (πέρα από τα 3 συστημικά κόμμα ή τα κόμματα της Βουλής υπήρχαν κι άλλες δεκάδες «προτάσεις» ψηφοδελτίων που δεν συγκίνησαν ούτε έπεισαν), μας δείχνουν και τη μεγάλη έλλειψη κάποιου αξιόλογου εγχειρήματος που να μπορούσε να δώσει φωνή στην κοινωνική διαθεσιμότητα. Η αποχή όμως δείχνει (πέρα από την απονομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος και τη μεγάλη κρίση εκπροσώπησης ή αντιπροσώπευσης) και την αποξένωση προς την πολιτική όπως αυτή προσφέρεται σήμερα, καθώς και τη γενική αναξιοπιστία που περιβάλλει όλους τους υπάρχοντες πολιτικούς σχηματισμούς.
 
Δεύτερη κεντρική ιδέα: Ο πολιτικός σεισμός στην Ευρώπη
 
Η «Ευρώπη», δηλαδή οι 27 που συγκροτούν την Ε.Ε., γνωρίζουν έναν «πολιτικό σεισμό» με βάση τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών, χωρίς αυτό όμως να τροποποιεί την πορεία προς την «Ακραία Ευρώπη». Να εξηγηθούμε: Ο πολιτικός σεισμός αφορά την άμεση πολιτική κρίση σε Γαλλία και Γερμανία (τους δύο βασικούς πυλώνες της Ε.Ε.) και εν μέρει το Βέλγιο. Επίσης αφορά το «μερίδιο» που διεκδικεί το τμήμα που προέρχεται από ακροδεξιούς σχηματισμούς, οι οποίοι έχουν εισπράξει σε ένα βαθμό τη λαϊκή δυσαρέσκεια σε πολλές χώρες, και τη χρησιμοποιούν για να μπουν στο κλαμπ της διακυβέρνησης στις χώρες τους ή και συνολικά στην Ε.Ε. Το «ακραίο κέντρο», δηλαδή οι δυνάμεις που μέχρι τώρα κυβερνούσαν την Ε.Ε. και την πλειοψηφία των χωρών και αποτελείται από κυβερνήσεις κεντροαριστερές, κεντροδεξιές, κυβερνήσεις συνασπισμού και σε ορισμένες περιπτώσεις με κάποια συμμετοχή Πράσινων κομμάτων (οι Πράσινοι είναι στους μεγάλους χαμένους) είναι υποχρεωμένο να αποδεχθεί το νέο τοπίο. Η Μελόνι στην Ιταλία ανακηρύσσεται δύναμη συγκολλητική ανάμεσα στην παλιά διακυβέρνηση και αυτήν που θα εκκολαφθεί από τους νέους συσχετισμούς. Ο ελιγμός του Μακρόν μετά την εκλογική συντριβή προκηρύσσοντας εκλογές είναι μια επιχείρηση να καταστήσει συμμέτοχη και συνυπεύθυνη την Λεπέν σε μια ιδιότυπη συγκατοίκηση (εφόσον κερδίσει τις εκλογές και γίνει πρωθυπουργός).
Η «Ακραία Ευρώπη», δηλαδή μια πιο δεξιά Ευρώπη, μια πιο φιλοπόλεμη και εμπλεκόμενη στον πόλεμο Ευρώπη, μια Ευρώπη πιο υποτελής στις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, πιο αντεργατική και αντιδημοκρατική, πιο αντιρωσική και πιο ψυχροπολεμική, δεν αλλάζει ρότα με την είσοδο της ακροδεξιάς στο κλαμπ διακυβέρνησης (είτε σε ξεχωριστές χώρες είτε στη διοίκηση της Ε.Ε.). Το «ακραίο κέντρο» κρατά ακόμα τα κλειδιά και τα κρίσιμα πόστα. Οφείλει όμως να κάνει ανοίγματα προς τις δυνάμεις που ανέρχονται.
Οι πολίτες της Ευρώπης σε διάφορες χώρες, καταδικάζοντας με την ψήφο ή με την αποχή το «ακραίο κέντρο», αναζητούν μια «στέγη» που θα απαντά διαφορετικά στα θέματα του πολέμου, της κοινωνικής συνοχής, της εργασίας, της μετανάστευσης. Σε ένα βαθμό ψάχνουν μια αντισυστημική έκφραση, άσχετα αν τη βρίσκουν ή όχι. Ψαχουλεύουν χωρίς καθαρή ορατότητα. Ορισμένες δυνάμεις κατορθώνουν να ξεχωρίσουν, όπως η Σάρα Βάγκενκνεχτ (6,2% και 2,5 εκατομμύρια ψήφοι) στη Γερμανία, που έχει θέσει ως κεντρικό ζήτημα τον πόλεμο και την κοινωνική φτωχοποίηση.
Στην ιδεολογική και πολιτική ατζέντα θα τεθεί το θέμα της κεντροαριστερής ανασύνθεσης, με παραδείγματα το Δημοκρατικό Κόμμα της Ιταλίας με επικεφαλής την 38χρονη Έλι Σλάιν, και φυσικά την απόπειρα «Λαϊκού Μετώπου» στη Γαλλία. Οι δυνάμεις που συγκροτούν τέτοιες απόπειρες ή σχέδια θα βρεθούν μπροστά σε κεντρικές επιλογές: πόλεμος Ουκρανίας, οικονομία πολέμου, Μέση Ανατολή, κοινωνική συνοχή.
Ήδη τα Διευθυντήρια δεν περιμένουν την επίλυση του πολιτικού σεισμού. Προχωρούν σε τετελεσμένα που πρέπει να πάρουν υπόψη τους όλες οι δυνάμεις που θέλουν να κυβερνήσουν. Πρώτα έγινε το G7 στην Ιταλία και πάρθηκαν σχετικές αποφάσεις για τον πόλεμο στην Ουκρανία. Αμέσως μετά ο Στόλτενμπεργκ σε δηλώσεις στα πλαίσια της Συνόδου των Υπουργών Άμυνας του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες δεσμεύτηκε για βοήθεια 40 δισεκατομμυρίων προς Ουκρανία, και έκανε λόγο για αναβάθμιση του πυρηνικού σχεδιασμού του ΝΑΤΟ, χαρακτηρίζοντας τα πυρηνικά όπλα «απόλυτη εγγύηση ασφάλειας» του NATO και ένα μέσο για τη διατήρηση της ειρήνης. Μιλώντας για τη «συνεχιζόμενη προσαρμογή» του πυρηνικού οπλοστασίου του ΝΑΤΟ, ο Στόλτενμπεργκ ανέφερε ότι η Ολλανδία τον Ιούνιο αποκτά τα πρώτα μαχητικά αεροσκάφη F-35 ικανά να φέρουν πυρηνικά όπλα, και τόνισε ότι «οι ΗΠΑ εκσυγχρονίζουν τα πυρηνικά τους όπλα στην Ευρώπη»…
 
Τρίτη κεντρική ιδέα: Η ανάγκη ενός άλλου εγχειρήματος
 
Ξαναγυρνώντας στην ελληνική πραγματικότητα, οφείλουμε να εκτιμήσουμε πως η απονομιμοποίηση και η αναξιοπιστία του πολιτικού συστήματος δεν δημιουργεί κάποιο γενικό κενό που πρέπει να καλυφθεί, αλλά μια πραγματικότητα με πολλές αντιφατικές καταστάσεις και δεδομένα που πρέπει να συνυπολογίσουμε, αν μας ενδιαφέρει κάτι σημαντικό. Τι μπορεί να είναι το «κάτι σημαντικό»;
Είμαστε μπροστά σε μια μπλοκαρισμένη χώρα με μεγάλο υπαρξιακό πρόβλημα, και σε μια μπλοκαρισμένη κοινωνία υπό τα δεσμά ενός πολιτικού συστήματος (κυβέρνηση, σύστημα κομμάτων, ΜΜΕ, δικαιοσύνη, διοίκηση, ψηφιακό κράτος, γιγάντωση μηχανισμών ελέγχου και καταστολής), με έντονα εκφρασμένα μέσα στα τελευταία 14 χρόνια σημάδια ριζοσπαστισμού και εκδηλώσεις κοινωνικής διαθεσιμότητας, χωρίς όμως φωνή και αποτελεσματικότητα (ή και με ήττες, όπως συνέβη με το αντιμνημονιακό κίνημα). Άρα είναι απαραίτητο να σκεφτούμε το «κάτι σημαντικό» με όρους πείρας και συμπερασμάτων που πρέπει να εξαχθούν, και με όρους δυναμικής (αν αυτή υπάρχει και πώς μπορεί να εκφραστεί) της υπαρκτής κοινωνικής διαθεσιμότητας, όπως και με όρους σύνθεσης του εθνικού και κοινωνικού στοιχείου. Βασικό κλειδί κάθε κίνησης προς αυτήν την κατεύθυνση είναι να υπάρχουν εξαρχής ορισμένες προϋποθέσεις:
α) η ανοικτότητα και ο διάλογος,
β) η συνειδητοποίηση της έλλειψης μιας συνολικής εναλλακτικής πρότασης, που πρέπει να οικοδομηθεί,
γ) η χωρητικότητα και η εμβέλεια, που είναι αναγκαία στοιχεία για ένα μεγάλο εγχείρημα,
δ) ο σεβασμός των ιδιαίτερων διαδρομών μέχρι σήμερα του κάθε μέρους ή τμήματος της κοινωνικής διαθεσιμότητας,
ε) ο ακηδεμόνευτος χαρακτήρας του εγχειρήματος, μακριά από τις «σειρήνες» του πολιτικού και μιντιακού συμπλέγματος,
στ) πρόσωπα που χαρακτηρίζονται από ανιδιοτέλεια και πνεύμα προσφοράς.
 
Στο φόντο ενός εγχειρήματος πρέπει να είναι το ίδιο το υπαρξιακό πρόβλημα της χώρας σε όλες του τις διαστάσεις, κι όχι μια μονοθεματική ή μερική πρόταση ξεκομμένη από το όλον πρόβλημα. Η δικαιοσύνη, η δημοκρατία, η πολιτεία, η οικονομία, η εργασία, το περιβάλλον, ο πολιτισμός, η παιδεία, η υγεία, η ασφάλεια και η άμυνα σαν γενικό πλαίσιο σημαντικών ζητημάτων, δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν χωρίς ένα μεγάλο εγχείρημα-υποκείμενο που θα κινηθεί με όρους πληθυντικούς και πλειοψηφικούς, θα έχει ή θα προσπαθεί να πάρει δημοψηφισματικό χαρακτήρα στην κίνησή του και στις πρωτοβουλίες του, θα συγκεντρώνει υποστήριξη και δύναμη στη βάση των ιδεών και των περιεχομένων.
Αυτό το εγχείρημα είναι μέσα στο πλαίσιο των εν δυνάμει καταστάσεων που μπορούν να εμφανιστούν, είναι το «κάτι σημαντικό» που έχουμε ανάγκη. Κι αυτό σήμερα μπορούν να το αντιληφθούν περισσότεροι άνθρωποι, περισσότερες συλλογικότητες. Χρειάζεται όμως και δύο ακόμα προϋποθέσεις που θα ξεμπλοκάρουν μια κατάσταση: Έμπρακτα βήματα υπέρβασης του υποκειμενισμού, και δυνατότητα σύνθεσης γύρω από σημαντικούς ελάχιστους κοινούς προαγωγικούς παρανομαστές. Μια άλλη σχέση με την Πολιτική, σε αντίθεση με αυτό που αποκαλείται «πολιτική» και προσφέρεται από το σύστημα.
 
Από αυτή τη σκοπιά, το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών δεν αποθαρρύνει όπως εκείνο το «41-20» πριν ένα χρόνο, και αυτό οφείλεται σε βήματα και διεργασίες που γίνονται μέσα στην κοινωνία και μέσα στην κοινωνική διαθεσιμότητα. Αντίθετα, δείχνει ότι υπάρχουν δυνατότητες για ένα σημαντικό εγχείρημα. Με τον όρο πως κάποιοι θα το διαβάσουν, θα το αναλύσουν, θα το προσπαθήσουν με σοβαρότητα και γείωση. Δεν είμαστε χαζοχαρούμενοι. Απλώς επενδύουμε σοβαρά στην ανάγκη και στη δυνατότητα ενός σημαντικού άλλου εγχειρήματος!
 
 Γιάννης Μαυρής (14-6-24)