ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ ----- Ουκρανία vs Ρωσία

Ουκρανία vs Ρωσία ( Συλλογή άρθρων - Ανανεώνεται)

Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2024

Δημοψηφίσματα και ΜΜΕ. Πώς το 2015 το “ΝΑΙ” των Μέσων έγινε στις κάλπες “‘ΌΧΙ'”. Εκδ. Τόπος, Αθήνα 2024

 Του Γιώργου Πλειού *


 

 

Ο ρόλος των ΜΜΕ στα δημοψηφίσματα είναι πολύπλευρος. Γι’  αυτό η  παροχή αξιόπιστων πληροφοριών, ώστε να είναι επαρκώς ενημερωμένο το εκλογικό σώμα,  είναι ζωτικής σημασίας σε μια δημοκρατική διαδικασία. Τα ΜΜΕ μπορούν να επηρεάσουν τα αποτελέσματα ενός δημοψηφίσματος με πολλούς τρόπους. Μπορούν να το κάνουν λ.χ. πλαισιώνοντας τα ζητήματα που σχετίζονται με το δημοψήφισμα (αν ήταν ορθή η προκήρυξή του, αν συνιστά όντως μορφή άμεσης δημοκρατίας και λαϊκής συμμετοχής, αν και ποιες θα είναι οι συνέπειες από την επικράτηση της μιας ή της άλλης επιλογής κ.ο.κ.), δίνοντας έμφαση στην ανάδειξή τους ως σημαντικών ειδησεογραφικών θεμάτων, επιλέγοντας τα πρόσωπα που θα μιλήσουν για αυτά τα ζητήματα, αλλά και χρησιμοποιώντας διάφορες λεκτικές και οπτικοακουστικές στρατηγικές δραματοποίησης

Ωστόσο τα Μέσα δεν λειτουργούν πλέον ως απλοί αγωγοί διοχέτευσης των απόψεων  των αντιμαχόμενων πλευρών στα ακροατήρια. Καταρχάς, επιλέγουν (λίγο έως πολύ) πλευρά, όχι μόνο με τη ρητή διατύπωση της θέσης τους αναφορικά με το ερώτημα ενός δημοψηφίσματος αλλά και με τον συνολικό τους λόγο, όπως λ.χ. έγινε στο δημοψήφισμα για το Brexit ή στο ελληνικό δημοψήφισμα του 2015. Κατά δεύτερο, το κάνουν με την επιλογή θεματολογίας, που ως τέτοια ευνοεί περισσότερο τη μία πλευρά του δημοψηφισματικού ερωτήματος ή εξασθενεί την αντίπαλή της. Το πράττουν, τέλος, με πλήθος ρηματικών στρατηγικών (λ.χ. πλαισίωση, δραματοποίηση, επιλογή ομιλουσών κεφαλών κ.ά.). 

Συνεπώς τα Μέσα απομακρύνονται από τον ρόλο του αμερόληπτου παρατηρητή και  καταλαμβάνουν τη θέση του «βοηθού» ή του συμπρωταγωνιστή ορισμένου πολιτικού  φορέα στο δημοψήφισμα. Συντελείται ή ενισχύεται, λοιπόν, μια διαδικασία ώσμωσης μεταξύ της πολιτικής εξουσίας που έχουν οι πολιτικοί φορείς και της συμβολικής που διαθέτουν τα Μέσα. Η εξέταση πρόσφατων  δημοψηφισμάτων σε ορισμένες χώρες – μέλη της ΕΕ (σε  Ιρλανδία, Μ. Βρετανία, Ιταλία), που παρατίθεται στο βιβλίο, κατέδειξε πως ισχύει, ό,τι και  για άλλες εκλογικές διαδικασίες: ο ρόλος των ΜΜΕ είναι κομβικός, όπως συμβαίνει στις κοινωνίες των Μέσων. Αυτό παρατηρείται όμως εντονότερα σε δημοψηφίσματα που αφορούν κατά κάποιον τρόπο την Ε.Ε.  Το γεγονός ότι η επίταση της λογικής των Μέσων παρατηρήθηκε εντονότερα σε δημοψηφίσματα που αφορούν την Ε.Ε. συνέβη κατ’ εμάς για δυο λόγους. Πρώτον επειδή η σχέση των χωρών – μελών με την Ένωση και η θέση τους σε αυτήν, καθώς και η πορεία της επιτελούν κομβικό ρόλο στη διαχείριση των οικονομικών και των πολιτικών υποθέσεων στις προαναφερθείσες χώρες, ιδιαίτερα σε περίοδο κρίσης και αστάθειας. Δεύτερον επειδή η απόσταση των πολιτών από τα όργανα διεύθυνσης της ΕΕ είναι πολύ μεγάλη, διαμεσολαβείται δε από πολλά ενδιάμεσα όργανα και συνιστά μια δύσκολα αντιληπτή πραγματικότητα από τους πολίτες, γεγονότα που επιτρέπουν μεγάλα περιθώρια δράσης των Μέσων για την πληροφόρηση του πολίτη.

Το ελληνικό δημοψήφισμα του 2015 διεξήχθη σε ένα περιβάλλον  αφενός με μικρή δημοψηφισματική εμπειρία αφετέρου  στο οποίο τα Μέσα διαδραμάτισαν πολλαπλώς πρωταγωνιστικό ρόλο, όπως άλλωστε συνέβη με τα δημοψηφίσματα σε άλλες χώρες της Ε.Ε. και σε σχέση με την ίδια την Ένωση, αλλά με διαφορετικό τρόπο σε σύγκριση με δημοψηφίσματα σε χώρες – μέλη της ΕΕ για ζητήματα που αφορούν με κάποιον τρόπο την ΕΕ. 

Τα ελληνικά Μέσα κάθε άλλο παρά στάση ουδετερότητας και αμεροληψίας τήρησαν στο δημοψήφισμα του 2015, τόσο που ήταν ορατό διά γυμνού οφθαλμού. Η εμπειρική έρευνα που παρατίθεται αναλυτικά κατέγραψε ότι με μικρές εξαιρέσεις, σχεδόν το σύνολο των τηλεοπτικών σταθμών τάχτηκε υπέρ «Ναι».  Η στάση που υιοθέτησαν οι εφημερίδες ήταν ανάλογη του πολιτικού τους προσανατολισμού, ενώ στο πεδίο των ενημερωτικών ιστοτόπων δύο –δημοφιλείς– υιοθέτησαν μια στάση ανάμεσα σε εκείνη των τηλεοπτικών σταθμών και των εφημερίδων που τάχτηκαν με το «Ναι». .

Η στράτευση των ΜΜΕ κατά την προ-δημοψηφισματική περίοδο πραγματοποιήθηκε με διάφορους τρόπους. Καταρχάς, με την έντονη προπαγανδιστική δραστηριότητα των περισσότερων παρουσιαστών των τηλεοπτικών σταθμών και άλλων Μέσων του κύριου ρεύματος που ήταν υπέρ του «Ναι». Δεύτερο, με την επιλογή συγκεκριμένων εκπροσώπων κοινωνικών φορέων ως «ομιλουσών κεφαλών», ώστε να φαίνεται στους τηλεθεατές ότι η πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας συντασσόταν με το «Ναι».  Τρίτο, με τη χρήση ως πεδίου προ-δημοψηφισματικής αντιπαράθεσης των διαδικαστικών ζητημάτων περί την οργάνωση του δημοψηφίσματος. Τέταρτο, με την ανάδειξη των πιθανών επιπτώσεων του δημοψηφίσματος,  και κυρίως του «Όχι», που θα μπορούσαν να έχουν άμεσες και ισχυρές αρνητικές επιπτώσεις στην καθημερινότητα των Ελλήνων πολιτών ή στην εθνική τους ταυτότητα. 

Σε κάθε περίπτωση αποτυπώθηκαν δύο είδη «Ναι», όπως και δύο είδη «Όχι. Μια κατηγορία του «Ναι» ήταν εκείνη που συμφωνούσε αρκετό καιρό νωρίτερα με αυτή τη θέση, δηλαδή για λόγους ιδεολογικούς και αξιακούς. Υπήρξε όμως και ένα «Ναι», το οποίο δημιουργήθηκε ως αντίθεση προς το «Όχι». Το ανάλογο ίσχυσε και για το «Όχι». Ένα «Όχι» προέκυψε από τη συμφωνία προς το περιεχόμενο της απάντησης  «Όχι» όπως ορίστηκε στο ψηφοδέλτιο του δημοψηφίσματος και ένα άλλο –διαφορετικό– τροφοδοτήθηκε από την έντονη αντίθεση προς το «Όχι» όσων, ιδιαίτερα  στη δημόσια σφαίρα, συντάχθηκαν με το «Ναι». Με άλλα λόγια πρόκειται για ένα «Όχι» που δημιουργήθηκε κυρίως από την αντίδραση των εκπροσώπων του «Ναι» στο αξιακό/ιδεολογικό πρόσημο του «Όχι».  

Ωστόσο, η στράτευση των Μέσων δεν ήταν το μόνο ή το πιο σημαντικό στοιχείο που παρατηρήθηκε κατά την προ-δημοψηφισματική περίοδο 2015. Η  στράτευση άλλωστε προϋπήρχε. Πιο σημαντική ήταν η αρνητική και συχνά επιθετική στάση όσων υποστήριζαν το «Ναι» εναντίον των υποστηρικτών του «Όχι» και της κυβέρνησης που αποφάσισε το δημοψήφισμα, η οποία στάση ήταν πιο εκτεταμένη και πιο έντονη σε σύγκριση με τη θετική τους στάση υπέρ του «Ναι». 

Σε αυτό το περιβάλλον θα μπορούσε κάποιος να πει ότι την έντονη και πιεστική αρνητική στάση κατά του «Όχι» και υπέρ του «Ναι» την ανέλαβαν Μέσα που ήταν ήδη «δυσφημισμένα» σε ό,τι αφορά την αμεροληψία τους.  Συνεπώς, υπήρχε ένα τείχος δυσπιστίας και αρνητισμού απέναντί τους, το οποίο η προπαγανδιστική στάση τους (συχνά με τη χρήση σκληρών τεχνικών προπαγάνδας όπως ο εκφοβισμός) όχι μόνο δεν μπορούσε να διαπεράσει, αλλά αντίθετα το έκανε ακόμη πιο ισχυρό και αδιαπέραστο. Παρά ταύτα, δεν είναι το μόνο πιο σημαντικό στοιχείο από τη στάση μεροληψίας και  στράτευσης που υιοθέτησαν τηλεοπτικοί σταθμοί, εφημερίδες και ενημερωτικοί ιστότοποι που υποστήριξαν το «Ναι». Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι το έκαναν με τρόπο πιεστικό, έντονα προπαγανδιστικό και συχνά χρησιμοποιώντας μια παλιά τεχνική προπαγάνδας, τον εκφοβισμό. Κατά τη γνώμη μας, αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαίο. 

Ως αποτέλεσμα, φαίνεται πως έλαβε χώρα ένα φαινόμενο παρόμοιο με αυτό που παρατηρήθηκε κάποιες φορές στην αρνητική πολιτική διαφήμιση, δηλαδή παραγωγή αποτελέσματος αντίστροφου από το σκοπούμενο. Το είδαμε στο πρόσφατο παρελθόν στην αρνητική πολιτική διαφήμιση που χρησιμοποιήθηκε έντονα από τη Ν.Δ. στην προεκλογική εκστρατεία του Ιανουαρίου του 2015, από τον ΣΥΡΙΖΑ στις προεκλογικές εκστρατείες του 2019 και του 2023 και παλιότερα, το 2000, πάλι από τη Ν.Δ., οπότε και είχε αντίστοιχα αποτελέσματα περισσότερο αρνητικά παρά θετικά υπέρ του κόμματος που το επιχείρησε. 

Θεωρούμε λοιπόν ότι δημιουργήθηκε το φαινόμενο μπούμερανγκ το οποίο προκάλεσε τον μεγάλο σε έκταση και αντίθετο προς τη στάση των ΜΜΕ του κύριου ρεύματος, προσανατολισμό των ψηφοφόρων τη μέρα του δημοψηφίσματος. Η άσκηση έντονης εκφοβιστικής προπαγανδιστικής πίεσης από Μέσα που λίγο έως πολύ προκαλούσαν δυσπιστία σε σημαντικό μέρος του κοινού ξεπέρασε κατά πολύ το όριο των ψηφοφόρων της κυβέρνησης που αποφάσισε το δημοψήφισμα.  Έτσι, μπορεί τα ΜΜΕ να επηρέασαν καθοριστικά το ελληνικό δημοψήφισμα του 2015, αλλά με πολύ διαφορετικό τρόπο σε σύγκριση με δημοψηφίσματα για ευρωπαϊκά θέματα σε άλλες χώρες – μέλη. 

Ένα εκ των αποτελεσμάτων συνολικά αυτής της εξέλιξης ήταν και  η «σκλήρυνση» της εξάρτησης των ΜΜΕ του κύριου ρεύματος από την πολιτική εξουσία.  

Συνέντευξη του Γ.Πλειού στον Πάρη Καρβουνόπουλο 28/12/24 

Πηγή κειμένου 

 Βιογραφικό

Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2024

Η ηθική χρεοκοπία της Δύσης (The Moral Bankruptcy of the West)

 Του John J. Mearsheimer *

 

 https://neoplanodion.gr/wp-content/uploads/2024/12/gfnanbvxiaaopp7.jpg

 

Στις 19 Δεκεμβρίου 2024, το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δημοσίευσε έκθεση 179 σελίδων που περιγράφει λεπτομερώς τη γενοκτονία του Ισραήλ κατά των κατοίκων της Γάζας.

Στις 5 Δεκεμβρίου 2024, η Διεθνής Αμνηστία εξέδωσε έκθεση 296 σελίδων που περιγράφει λεπτομερώς τη γενοκτονία του Ισραήλ κατά των κατοίκων της Γάζας.

Στις 21 Νοεμβρίου 2024, το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο εξέδωσε εντάλματα σύλληψης για τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου και τον πρώην υπουργό Άμυνας του Ισραήλ Γιοάβ Γκαλάντ για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και εγκλήματα πολέμου.

Στις 26 Ιανουαρίου 2024, το Διεθνές Δικαστήριο διαπίστωσε ότι υπάρχουν εύλογες ενδείξεις ότι το Ισραήλ διαπράττει γενοκτονία στη Γάζα.

Δεδομένης της υποτιθέμενης δέσμευσης της Δύσης για τα ανθρώπινα δικαιώματα και ιδιαίτερα για την πρόληψη της γενοκτονίας, θα περίμενε κανείς ότι χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Βρετανία και η Γερμανία, θα είχαν σταματήσει την ισραηλινή γενοκτονία εν τη γενέσει της.

Αντ’ αυτού, οι κυβερνήσεις αυτών των τριών χωρών, ειδικά οι Ηνωμένες Πολιτείες, υποστήριξαν την αδιανόητη συμπεριφορά του Ισραήλ στη Γάζα σε κάθε ευκαιρία. Στην πράξη, αυτές οι τρεις χώρες είναι συνεργοί στη γενοκτονία.

Επιπλέον, σχεδόν όλο το πλήθος των υποστηρικτών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε αυτές τις χώρες, και στη Δύση γενικότερα, παρέμεινε σιωπηλό ενώ το Ισραήλ εκτελούσε τη γενοκτονία του. Τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης δεν έχουν κάνει σχεδόν καμία προσπάθεια να αποκαλύψουν και να επικρίνουν αυτό που κάνει το Ισραήλ στους Παλαιστίνιους. Αντίθετα, ορισμένα κορυφαία ΜΜΕ έχουν υποστηρίξει σταθερά τις ενέργειες του Ισραήλ.

Αναρωτιέται κανείς τι λένε στον εαυτό τους οι Δυτικοί που είτε υποστηρίζουν τη γενοκτονία του Ισραήλ είτε μένουν σιωπηλοί για να δικαιολογήσουν τη συμπεριφορά τους και να μπορούν να κοιμούνται ήσυχα τις νύχτες.

Η ιστορία δεν θα είναι ευγενική μαζί τους.

 

*John Joseph Mearsheimer (1947-) is an American political scientist and international relations scholar. He is the R. Wendell Harrison Distinguished Service Professor at the University of Chicago. Mearsheimer is best known for developing the theory of offensive realism, which describes the interaction between great powers as being primarily driven by the rational desire to achieve regional hegemony in an anarchic international system. In accordance with his theory, Mearsheimer believes that China's growing power will likely bring it into conflict with the United States. Προσωπική Ιστοσελίδα

 

Πηγή Μετάφρασης 

Πηγή 

 

Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2024

ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΝΕΔΡΙΟ 2-4 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ: "ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ": Ο ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ ΚΑΙ Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ

 

Το Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου Πανεπιστημίου είναι συνδιοργανωτής στο Διεθνές Συνέδριο με τίτλο:

"Μεταπολίτευση": Ο απολογισμός που δεν έγινε και η επόμενη μέρα

 

 metpol-rad

Η ωραιοποίηση της μεταπολιτευτικής περιόδου από συστημικές δυνάμεις και φορείς μας ώθησαν να προβούμε, μέσω ενός διεθνούς συνεδρίου, σε μια εναλλακτική πρόταση, η οποία αναδεικνύει τα πραγματικά ζητήματα: οικονομική καχεξία και κρατική χρεωκοπία, κοινωνική κατάρρευση, εξάρτηση από ξένα κέντρα εξουσίας και ενδοτισμός απέναντι στον περιφερειακό Τουρκικό ιμπεριαλισμό. Τέλος, ενόψει του τέλους της «μεταπολίτευσης» ως διαδικασίας που εκφράζεται πρωτίστως σε επίπεδο πολιτικού-κομματικού συστήματος, καλούμαστε, μετά από 50 χρόνια, να οριοθετήσουμε τα διακυβεύματα και τις αναγκαιότητες της επόμενης μέρας.

 

Στην ολοκλήρωση των εργασιών του συνεδρίου θα γίνει η αναγόρευση σε Επίτιμο Διδάκτορα του Ομότιμου Καθηγητή Συγκριτικής Ευρωπαϊκής Ιστορίας , Ντόναλντ Σασούν.
Ο Σασούν, ομότιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Queen Mary του Λονδίνου, είναι συγγραφέας πολλών βιβλίων, μεταξύ των οποίων το μνημειώδες Εκατό χρόνια σοσιαλισμού (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Καστανιώτη, 2001, δύο τόμοι).
 
Πρόκειται για τη συναρπαστική και συγκριτική εξιστόρηση της πορείας των ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών-σοσιαλδημοκρατικών-εργατικών κομμάτων από την ίδρυση της 2ης Διεθνούς (1889) μέχρι το τέλος του 20ου αιώνα. Μεταξύ των κομμάτων που αναλύει είναι και το ΠΑΣΟΚ. Πρόκειται για μια από τις πλέον εύστοχες αναλύσεις κατά τη γνώμη μου, του ΠΑΣΟΚ, στην οποία έχει συμβάλει και ο συνεργάτης του εκείνη την περίοδο Βασίλης Φούσκας, ο οποίος επίσης μετέχει στο συνέδριο. Το θέμα του υπό έκδοση βιβλίου του Σασούν είναι οι επαναστάσεις, που θα είναι και ο τίτλος μίας από τις δύο ομιλίες του στο συνέδριο.

Πρόγραμμα Συνεδρίου 

Link Παρακολούθησης 2 Δεκ 

Link Παρακολούθησης 3 Δεκ 

Link Παρακολούθησης 4 Δεκ 

Πηγή  

Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2024

Όταν οι Ελλαδικές Ελίτ υιοθετούν τις θέσεις του Τουρκικού εθνικισμού και του υπο-ιμπεριαλισμού: Μία πληρωμένη απάντηση στον γνωστό Ροζάκη

 Του Βασίλη Φούσκα *



Είναι αποκαλυπτικό το άρθρο του κ. Χρήστου Ροζάκη (ΝΕΑ, 23 Νοεμβρίου 2024), με τίτλο «Ανατρέχοντας στο παρελθόν των Ελληνοτουρκικών».

Μας βεβαιώνει ότι ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, αμέσως μετά τη Κυπριακή τραγωδία, άρχισε να συζητά «εφόλης της ύλης» με τη Τουρκία (αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, υφαλοκρηπίδα, το FIR Αθηνών, τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης κλπ).

 

Η λογική του εγχειρήματος ήταν και είναι ότι πρέπει να συζητάμε με τους Τούρκους, διότι αν δεν υπάρχει συζήτηση θα υπάρξει πόλεμος. Οι «υπερπατριώτες», οι «λαϊκιστές» και οι «εθνικιστές», τα θέλουν όλα δικά τους και ξεχνούν ότι αυτός που είπε πρώτος ότι «το Αιγαίο δεν είναι Ελληνική λίμνη» δεν είναι ούτε ο κ. Γεραπετρίτης ούτε η κα Μπακογιάννη, αλλά ο Κων/νος Καραμανλής. Γιαυτό και ήταν «μεγάλος ηγέτης».

Ο κ. Ροζάκης προσπαθεί να νομιμοποιήσει τη πολιτική της Νέας Δημοκρατίας (Ν.Δ.) στα Ελληνοτουρκικά με αναφορά στο Κων/νο Καραμανλή, προφανώς για να καθησυχάσει τα κομματικά στελέχη μετά τις ρωγμές που προκάλεσε η διαγραφή του Αντώνη Σαμαρά και άλλα διπλωματικά περιστατικά, όπως η παραίτηση του Ρούσου Κούνδουρου στο υπουργείο Εξωτερικών (ΥΠΕΞ). Αλλά αυτό δεν συνιστά αντιμετώπιση της ιστορίας ως επιστήμης, αλλά ως εργαλείου πολιτικής εκμετέλλευσης της οποίας η χρήση γίνεται επιλεκτικά.

Η Ελλαδική Δεξιά, ιδιαίτερα η «εκσυγχρονιστική» της πρέρυγα, αποδεχόμενη τον υποδεέστερο ρόλο της χώρας μέσα στο ΝΑΤΟ έναντι της Τουρκίας, έχει διαχρονικά υιοθετήσει το πρόγραμμα του Τουρκικού εθνικισμού και υπο-ιμπεριαλισμού, καθώς και των εκάστοτε διεκδικήσεών του, προκειμένου να έχει τα εύσημα των ΗΠΑ για να κυβέρνήσει τη χώρα.

Ήταν δε πάντοτε σε συζήτηση και συνδιαλλαγή με τη Τουρκία για παραχωρήσεις στο Αιγαίο, παρακάμπτοντας τα θέματα του μείζονα Ελληνισμού και της καταπάτησης των δικαιωμάτων του (μειονότητες Κωνσταντινούπολης και Σμύρνης, Ίμβρος και Τένεδος, Βόρεια Ήπειρος κλπ).

ΑΚΡΩΣ ΜΥΣΤΙΚΕΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ

Από το 1956, τα επιτελεία των Κων/νου Καραμανλή και Ευάγγελου Αβέρωφ διαπραγματευόταν, σε άκρως μυστικές συναντήσεις υπό την αιγίδα των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας, έξοδο της τουρκοκυπριακής (Τ/Κ) κοινότητας στη θάλασσα και παροχή στρατιωτικής βάσης στη Τουρκία στη Κύπρο.

Και αυτό, τη στιγμή που μαίνονταν ο εθνικο-απελευθερωτικός και αντι-αποικιακός αγώνας των Ελληνοκυπρίων (Ε/Κ) για ένωση με την Ελλάδα, καταγράφοντας εκατοντάδες νεκρούς με τη μέθοδο του απαγχονισμού, άρα τίθεται εδώ κι ένα ζήτημα ηθικής τάξης.

Η Ελλάδα, από τη δεκαετία του 1950, αποδέχεται τον ελάχιστο στόχο του Τουρκικού εθνικισμού και υπο-ιμπεριαλισμού στη Κύπρο, αυτό της διχοτόμησης. Ο μέγιστος στόχος ήταν και παραμένει ο πολιτικός-στρατηγικός έλεγχος ολόκληρης της Κύπρου – κάτι που θα γινόταν αν η Ε/Κ πλευρά υπέγραφε το σχέδιο Γκιουνές την 13η Αυγούστου 1974 στη Γενεύη, ή αν ψήφιζε υπέρ του σχεδίου Ανάν τον Απρίλιο του 2004.

Σε συνέντευξή του στη Le Monde το 1967 ο Καραμανλής θα ισχυριστεί ότι οι σχέσεις της Ελλάδας με τη Τουρκία είναι πολύ πιο σημαντικές από τις σχέσεις της Ελλάδας με τη Κυπριακή Δημοκρατία, ενώ ο  Ευάγγελος Αβέρωφ έγραφε με σαρκαστικό τρόπο τις αρχές της δεκαετίας του 1980 ότι «πάντοτε πίστευε ότι η Κύπρος είναι στρατιωτικά υποθηκευμένη στη Τουρκία».

Οι Καραμανλής-Αβέρωφ είχαν φτειάξει ένα τέτοιο δεσμευτικό πλαίσιο στις Ελληνοτουρκικές σχέσεις εις βάρος των εθνικών συμφερόντων της χώρας, από το οποίο ακόμα ούτε και η φιλο-λαϊκή κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου το 1964 δεν μπόρεσε να αποδεσμευτεί.

Παρόλες τις αντιρρήσεις του Ανδρέα Παπανδρέου, η κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου δέχεται να συζητήσει με τη μεσολάβηση των Αμερικανών τα σχήματα της διχοτόμησης και της «διπλής ένωσης», που συμπεριλάμβαναν απομάκρυνση και του Μακαρίου από την εξουσία (σχέδια Άτσεσον). Τα σχέδια απέτυχαν να πείσουν τη Τουρκία, η οποία ζήταγε περισσότερα (μέγεθος στρατιωτικής βάσης κλπ).

ΤΑΠΕΙΝΩΤΙΚΗ ΑΠΟΣΥΡΣΗ ΤΗΣ ΜΕΡΑΡΧΙΑΣ

Παρόμοιες θέσεις με το δεσμευτικό πλαίσιο της δεξιάς ενδοτικής πολιτικής ανέπτυξε και ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος.

Αφού απέσυρε ταπεινωτικά την Ελληνική μεραρχία από τη Κύπρο τέλη του 1967 – μεραρχία που είχε στείλει στη Κύπρο η κυβέρνηση Παπανδρέου – σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Μιλιέτ» το 1971, θα ισχυριστεί ότι αυτό που εμποδίζει ένα Ελληνοτουρκικό ομοσπονδιακό κράτος στο Αιγαίο το οποίο «σίγουρα θα πραγματοποιηθεί στο μέλλον» είναι το αγκάθι του Κυπριακού και ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος. Αυτός πρέπει να εξοβελιστεί.

Αυτό το τελευταίο έγινε με τη συνδρομή της προδοσίας του Δημήτρη Ιωαννίδη και το πρώτο Αττίλα (20-22 Ιουλίου 1974). Η Τουρκία, όμως, καταλαμβάνει το 36,4% της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά την «ψευτο-εκεχειρία» και το δεύτερο Αττίλα (22 Ιουλίου – 17 Αυγούστου 1974), δηλαδή κατά την περίοδο της συγκυβέρνησης μεταξύ κυβέρνησης «εθνικής» ενότητας υπό τον Κων/νο Καραμανλή και χούντας Φαίδωνα Γκιζίκη.

Εκτός από τον Ιωαννίδη ο οποίος είχε εξαφανιστεί από τις 22 Ιουλίου, όλοι οι χουντικοί στρατηγοί υπεύθυνοι για το πραξικόπημα του Μακαρίου την 15η Ιουλίου παρέμειναν στις θέσεις τους, παρά τις συμβουλές του στρατηγού Πανουργιά Πανουργιά για άμεση αποστράτευσή τους. Κι όχι μόνο αυτό. Αποστρατεύτηκαν με τιμές αφού είχε εδραιωθεί ο δεύτερος Αττίλας στη Κύπρο.

Έτσι, προϋπόθεση για να έρθει η όποια δημοκρατία στην Ελλάδα ήταν η εδραίωση του δεύτερου Αττίλα στη Κύπρο, κάτι που έγινε με αποκλειστική, συνολική ευθύνη των Καραμανλή-Αβέρωφ.

Ο ΚΙΣΙΝΤΖΕΡ ΕΞΟΡΓΙΣΤΗΚΕ!

Η υποχωρητικότητα των Καραμανλή-Αβέρωφ  στις Τουρκικές απαιτήσεις που ακολούθησε τη Κυπριακή τραγωδία θα εξοργίσει ακόμη και τον ίδιο τον Κίσιντζερ. Σε μια συνάντησή του με το Δημήτρη Μπίτσιο (Έλληνας ΥΠΕΞ) στο Ελσίνσκι στις 30 Ιουλίου 1975, ο Αμερικανός ΥΠΕΞ ξεστομίζει:

«Η διαπραγμάτευσή σας είναι η μόνη που απέτυχα να προχωρήσω. Δεν το λέω για να παραπονεθώ – και οι δύο γνωρίζουμε πως να λύσουμε το θέμα. Η μόνη κριτική που έχω είναι σχετικά με τη διαπραγματευτική σας τακτική η οποία δεν ακολουθεί την αρχή να πάρεις μία θέση και να υπεραμυνθείς αυτής της θέσης. Κάθε τρεις μήνες παραχωρείτε και κάτι και αυτό κάνει την άλλη πλευρά να κωλυσιεργεί».

Την ίδια υποχωρητικότητα έδειξε ο Καραμανλής και σε σχέση με τις διαπραγματεύσεις της χώρας να μπεί στην ΕΟΚ, κάτι που αναλύει με εξαιρετική ενάργεια ένας νέος δημοσιογράφος με ταλέντο στην ιστορική έρευνα, ο Βαγγέλης Γεωργίου, στη μελέτη του, Ελλάς-ΕΟΚ-Εμπιστευτικό.

Αυτό είναι η πραγματική εικόνα του παρελθόντος της δεξιάς παράταξης και της διαπραγμάτευσης των Ελληνοτουρκικών. Αυτό συμβαίνει και σήμερα σε όλα τα μέτωπα του διαλόγου με τη γειτονική χώρα (Θράκη, Αιγαίο, Κυπριακό).

Είναι μοιραίο κάθε διαπραγμάτευση με τη Τουρκία να καταλήγει, με μαθηματική ακρίβεια, σε απώλεια εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας, για τον απλούστατο λόγο διότι υιοθετούνται, ανερυθρίαστα, οι θέσεις του Τουρκικού εθνικισμού και υπο-ιμπεριαλισμού, ενώ όσοι και όσες αντιστέκονται σ’ αυτή την ενδοτική τακτική στοχοποιούνται ως «λαϊκιστές», «υπερπατριώτες» και «εθνικιστές».

* Βασίλης Κωνσταντίνου Φούσκας
Καθηγητής διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο του Ανατολικού Λονδίνου και μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής του δικτύου «Πανελλήνιοι Διάλογοι». Μία σύντομη μορφή αυτού του άρθρου δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ (27 Νοεμβρίου 2024)

Πηγή 







Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2024

Παρουσίαση του βιβλίου του Βασίλη Ασημακόπουλου «Πρώτη φορά Αριστερά.Αντιθέσεις, αντιφάσεις, εσωτερικές συγκρούσεις στο ΠΑΣΟΚ την περίοδο 1974-1990 και οι βάσεις του πολιτικού μεταμορφισμού του"» (ΕΣΗΕΑ, 25/12/2024)

Μπορεί να είναι εικόνα 2 άτομα και κείμενο 

 

 Ο Βασίλης Ασημακόπουλος είναι μαχόμενος δικηγόρος, ασχολούμενος με το Εργατικό Δίκαιο. Διδάκτωρ Πολιτικής Κοινωνιολογίας, Μεταδιδακτορικός Ερευνητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και Εντεταλμένος Διδασκαλίας στο Τμήμα Κοινωνικής Διοίκησης και Πολιτικής Επιστήμης στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών την περίοδο 2015-2016, της Συντονιστικής Επιτροπής του Εθνικού Συμβουλίου Διεκδίκησης Οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα και της Συντακτικής Επιτροπής του περιοδικού Τετράδια Πολιτικού Διαλόγου Έρευνας και Κριτικής. Έχει δημοσιεύσει άρθρα σε εφημερίδες, περιοδικά και ιστοσελίδες. Είναι συγγραφέας δύο βιβλίων: "Πορεία Αριστερά. Επισημάνσεις και εκτιμήσεις για την εξέλιξη του ΣΥΡΙΖΑ και άλλες ιστορίες", "Πρώτη Φορά Αριστερά. Αντιθέσεις, αντιφάσεις, εσωτερικές συγκρούσεις στο ΠΑΣΟΚ την περίοδο 1974-1990 και οι βάσεις του πολιτικού μεταμορφισμού του". Έχει επιμεληθεί δύο συλλογικούς τόμους: "Έξοδος, στο δρόμο για τη λαϊκή μεταπολίτευση" (εκδ. Τετράδια - Νέος Αγωνιστής, 2012) και σε συνεργασία με τον Χρύσανθο Τάσση "ΠΑΣΟΚ 1974-2018. Πολιτική Οργάνωση-Ιδεολογικές Μετατοπίσεις-Κυβερνητικές Πολιτικές".

 

Παρουσίαση του Βασίλη Ασημακόπουλου «Πρώτη φορά Αριστερά» (ΕΣΗΕΑ, 25/12/2024) 

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2024

Η Γερμανία ξαναγράφει την Ιστορία – Θα ξεχάσουμε τα ναζιστικά εγκλήματα;

 Του ομότιμου καθηγητή Ιστορίας Γιώργου Μαργαρίτη

 Θα ξεχάσουμε τα ναζιστικά εγκλήματα; – Η Γερμανία ξαναγράφει την Ιστορία, Γιώργος Μαργαρίτης

 

Τον περασμένο Ιούνιο βρέθηκα στο Δίστομο σε μια συνάντηση ιστορικών και εκπροσώπων μουσείων και μνημείων διατήρησης της μνήμης που οργάνωσε ο εκεί Δήμος με αφορμή τα 80 χρόνια από την εκτέλεση των κατοίκων της μικρής πόλης από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής. Ευθύς εξ αρχής αιφνιδιάστηκα από τον χαρακτηρισμό του γεγονότος ως “τραύμα”.

Τον όρο αυτό δεν τον χρησιμοποίησε κανείς σχεδόν από τους μετέχοντες στη συνάντηση ιστορικούς. Αντίθετα ο όρος αυτός επιστρατευόταν για να αποδοθεί το γεγονός από όλους τους εκπροσώπους των μουσείων, ή των παρεμφερών ιδρυμάτων “διατήρησης της μνήμης”. Υπενθυμίζω ότι στις 10 Ιουνίου 1944 τα γερμανικά στρατεύματα κατέστρεψαν την κωμόπολη και εκτέλεσαν εν ψυχρώ 228 κατοίκους της. Μέσα στους εκτελεσμένους περιλαμβάνονταν 117 γυναίκες και 53 παιδιά ηλικίας μικρότερης των 16 χρόνων. Οι λεπτομέρειες της σφαγής, σε φωτογραφίες ή μαρτυρίες επιζησάντων, προκαλούν αποτροπιασμό.

Η πράξη αυτή έχει περάσει στην ιστορία ως έγκλημα πολέμου και –μέχρι  πρόσφατα τουλάχιστον– αποδιδόταν ως “Ολοκαύτωμα”, ως “σφαγή” ή πιο απλά ως “έγκλημα”. Και οι τρεις αυτές έννοιες καθόριζαν το στίγμα του συμβάντος με τον πλέον απόλυτο και ουσιαστικό τρόπο. Αυτούς τους ορισμούς έρχεται να αντικαταστήσει ο όρος “τραύμα”. Πριν από μερικά χρόνια –όχι πολλά– ο ορισμός των γερμανικών εγκλημάτων πολέμου σαν “τραύμα” θα ήταν ακατανόητος και θα προκαλούσε κύματα αντιδράσεων από τους άμεσα ενδιαφερόμενους αρχικά – τους απογόνους των θυμάτων. Θα θεωρούνταν δε πιθανότατα ως ύβρις για τον μαρτυρικό λαό μας.

Φαίνεται πως πλέον οι ευαισθησίες έχουν αλλοιωθεί και το περιεχόμενο των λέξεων έχει αλλάξει. Το σημείο τομής μπορεί να προσδιοριστεί στην ενεργή παρέμβαση της γερμανικής πρεσβείας και των συμπορευόμενων με αυτήν ιδρυμάτων “αποκατάστασης” του γερμανικού κύρους – ανεξάρτητα εποχής και ιστορίας.

Άλλοι καιροί

Στις παρεμβάσεις των εκπροσώπων των μουσείων “μνήμης” –των Καλαβρύτων κυρίως– υπήρχε επίσης κάτι το καινούργιο. Οι μονάδες του γερμανικού στρατού που διέπραξαν τα εγκλήματα ονομάζονται με την υπηρεσιακή τους “ταυτότητα”, τάδε λόχος, τάδε τάγμα, τάδε σύνταγμα, τάδε μεραρχία. Σε κάθε δε κλιμάκιο αναφέρεται ο επικεφαλής αξιωματικός, ο διοικητής της μονάδας που διεκπεραίωσε την εγκληματική πράξη και οι ανώτεροί του στην κλίμακα διοίκησης.

Ετούτη η ακρίβεια έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την ασάφεια που, εντός των μουσείων, περιβάλει την Αντίσταση και τις οργανώσεις της. Το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ) ελάχιστα μνημονεύεται, ο Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός (ΕΛΑΣ) καταδεικνύεται ως νεφέλωμα “ατάκτων” περίπου με την όλη του εικόνα να πλησιάζει επικίνδυνα τον όρο, με τον οποίο τον περιέγραφαν οι Γερμανοί και οι Κατοχικές Αρχές: Bandit, δηλαδή κατσαπλιάδες, ληστές. Εδώ δεν υπάρχουν στρατιωτικές μονάδες, διοικητές, μάχες, αγώνες – για κάτι παραπλήσιο με τις “πληγές του Φαραώ” πρόκειται.

Η απόδοση αυτή της τότε πραγματικότητας εξυπηρετεί και συμπληρώνει την περί “τραύματος” θεωρία. Από την μία πλευρά υπήρχε οργανωμένο κράτος και συνακόλουθα τακτικός στρατός. Ο στρατός αυτός είχε διοίκηση και διοικητές. Από τους τελευταίους άλλοι ήταν καλοί, άλλοι κακοί, άλλοι αγαθοί, άλλοι αιμοβόροι. Μερικοί από αυτούς –με όνομα και επώνυμο– υπερέβησαν τα εσκαμμένα, ίσως κάτω από την πίεση που δέχονταν από τις επιθέσεις των “κατσαπλιάδων”. Αυτοί οι ολίγοι προκάλεσαν τα “τραύματα”, “τραύματα” στο κύρος και στην πολιτισμένη υφή του γερμανικού στρατού, “τραύματα” στις σχέσεις της Γερμανίας με τους Έλληνες.

Είμαστε εξάλλου 80 χρόνια μετά τα γεγονότα, στην εποχή της “συμφιλίωσης”. Είναι μια λέξη που ολοένα και πιο συχνά συναντάται στα κείμενα των εν λόγω “μουσείων”. Η “συμφιλίωση” έχει προϋποθέσεις και εδώ υπεισέρχεται η λειτουργία και η ποιότητα της “μνήμης”. Σύμφωνα με την γερμανική πλευρά το “τραύμα” των εγκλημάτων της Κατοχής έπληξε τόσο τον ελληνικό λαό, όσο και το κύρος, την εικόνα της Γερμανίας. Η απώλεια, το πένθος, η θλίψη ήταν αμοιβαία και περίπου ανάλογη. Οι Γερμανοί “πενθούν” για όσα έγιναν και στέλνουν τον εκάστοτε Πρόεδρο της Δημοκρατίας τους να ζητήσει συγγνώμη. Κάτω από αυτό το πρίσμα είναι σειρά των Ελλήνων να ζητήσουν κάποια συγγνώμη από την γερμανική πλευρά, επειδή με την Αντίστασή τους ανάγκασαν την τελευταία να τους σφάξει!

Η Γερμανία ανασκευάζει την Ιστορία

Η όλη διεργασία θα μπορούσε να αφορά μόνο την υπόθεση των γερμανικών πολεμικών επανορθώσεων που έχουν, από το 1946 κιόλας, επιδικαστεί στην Ελλάδα και οι οποίες ουδέποτε καταβλήθηκαν. Ίσως όμως πρόκειται για κάτι περισσότερο. Οι φιλοδοξίες του Βερολίνου έχουν, τα τελευταία χρόνια, υπερβεί τα ευρωπαϊκά τους όρια και έχουν στραφεί προς οικουμενική διάσταση. Η Γερμανία θα ήθελε να έχει πρωτεύοντα ρόλο στην όποια επαναδιάταξη του κόσμου μέσα από τις σημερινές εντάσεις και συγκρούσεις.

Ουσιαστική προϋπόθεση γι’ αυτό, όμως, είναι η εξαφάνιση των συνεπειών του τελευταίου παγκόσμιου πολέμου. Δεν πρόκειται μόνο για το στίγμα που άφησε πίσω της η σκοτεινή ναζιστική περίοδος. Διατηρούνται ακόμα θεσμικοί αποκλεισμοί της χώρας που έχουν την ρίζα τους στο 1945. Η Ρωσία κατέχει αυτοδίκαια, λόγου χάρη, θέση μονίμου μέλους στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, η Γερμανία όχι. Είναι κάτι το ιδιαίτερα ενοχλητικό για τον ρόλο που διεκδικεί το Βερολίνο.

Σε αυτή την προοπτική η περίπτωση της Ελλάδας είναι ιδιαίτερη. Η χώρα βρίσκεται στην πρώτη σειρά ανάμεσα στις χώρες που κατέστρεψε και μάτωσε η γερμανική Κατοχή. Διαφέρει, όμως, από άλλες που βίωσαν παρόμοιες καταστάσεις: η Γιουγκοσλαβία δεν υπάρχει πια, η Ρωσία είναι δαιμονοποιημένος εχθρός. Η Πολωνία υπέφερε τα πάνδεινα πλην όμως αποζημιώθηκε με γερμανικά εδάφη και οι διεκδικήσεις της περιορίζονται από αυτό. Η Ελλάδα όμως είναι φιλικό και σύμμαχο κράτος, δεν αποζημιώθηκε με γερμανικά εδάφη και οι δικές της διεκδικήσεις, με υπόβαθρο την αιματηρή ιστορία της, έχουν ηθικό και πολιτικό βάρος.

Τους κοστίζει και φτηνά…

Φυσικά, σε καμία περίπτωση δεν εξετάζουν στο Βερολίνο την περίπτωση διαπραγματεύσεων ως ίσος προς ίσο –η Ελλάδα ανήκει στο στρατόπεδο των νικητών του 1945, υπενθυμίζουμε– για την επίλυση των εκκρεμοτήτων του 1945. Αντίθετα, προωθούν μια πολιτική εξαγοράς, θα μπορούσε κανείς να την χαρακτηρίσει ως αποικιακής υφής. Πλήθος γερμανικά ιδρύματα ή και το ίδιο το γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών έχουν αναλάβει την “διόρθωση” της ιστορίας και των θεσμικών κληροδοτημάτων της.

Η Ελληνογερμανική Συνέλευση, το Ελληνογερμανικό Ταμείο για το Μέλλον, το Ελληνογερμανικό Ίδρυμα Νεολαίας, αναπτύσσουν πλήθος δραστηριοτήτων με στόχο την αποκατάσταση του γερμανικού κύρους. Με εξαιρετικά λίγα χρήματα και αυστηρό γερμανικό έλεγχο εκμεταλλεύονται στο έπακρο την ενδοτικότητα του ελληνικού κράτους, της τοπικής αυτοδιοίκησης αλλά και νέων επιστημόνων. Εισβάλουν σε Δήμους, ελέγχουν προγράμματα εκπαίδευσης στα σχολεία, δίνουν υποτροφίες, οργανώνουν εκδηλώσεις. Από την κρίση, από το 2010 και μετά, απλώνουν τις προπαγανδιστικές δραστηριότητές τους σε κάθε τομέα. Η διαχείριση και προσαρμογή της “μνήμης” είναι το πλέον προσφιλές τους πεδίο.

Εάν κρίνουμε από όσα στην αρχή επισημάναμε, το έργο των εν λόγω ιδρυμάτων έχει καταγράψει επιτυχίες. Έχει επιβάλει το δικό του λεξιλόγιο και την δική του λογική. Η ελληνική κοινωνία, πολιτικά και εθνικά ακέφαλη, σαστισμένη μέσα στα καθημερινή της προβλήματα, πτωχευμένη και αμήχανη, ελάχιστα αντιδρά. Η παρακμή των φορέων διεκδίκησης των γερμανικών επανορθώσεων, η συναινετική ανταπόκριση των μαρτυρικών δήμων σε κάθε γερμανική προσέγγιση μαρτυρούν την κατάσταση. Η ιστορία “ξαναγράφεται” με γερμανικό πρόσημο. Είναι ένα θέμα στο οποίο θα επανέλθουμε.

Πηγή 

Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2024

Γιατί να μαθαίνουμε ιστορία ;

 Του Ραϋμόνδου Αλβανού

 

 raymondos_alvanos1

Γιατί δεν αγαπάνε οι μαθητές την ιστορία; Οι απαντήσεις είναι γνωστές. Γιατί συνήθως πρέπει να τη μάθουν παπαγαλία, γιατί συνήθως μαθαίνουν για προσωπικότητες και όχι για την κοινωνία, γιατί μαθαίνουν κυρίως για την παλαιότερη ιστορία και όχι τη νεότερη. Ο σημαντικότερος όμως λόγος που η ιστορία είναι απωθητική για τους μαθητές, είναι ότι το σχολείο δεν καταφέρνει να συνδέσει τη ζωή των μαθητών με το παρελθόν. Δεν καταλαβαίνουν γιατί να πρέπει να τα μάθουν όλα αυτά. Όπως μου έλεγαν κάποιοι φοιτητές μου: «Γιατί, κύριε, να πρέπει να μαθαίνουμε ιστορία; Εμείς κοιτάμε μπροστά. Κοιτάμε στο μέλλον».
Αυτό που δεν καταλάβαιναν οι φοιτητές μου και δεν καταλαβαίνουν όσοι δεν εκτιμούν την αξία της γνώσης του παρελθόντος, είναι ότι τελικά όλοι μας είμαστε προϊόντα της ιστορίας. Ό,τι έχουμε στο μυαλό μας έρχεται από τους προηγούμενους από εμάς. Ακόμη και οι λέξεις που χρησιμοποιώ για να γράψω αυτές τις γραμμές, δεν είναι δικές μου. Έρχονται από τους προηγούμενους από μένα. Και βέβαια το πιο σημαντικό δεν είναι οι λέξεις. Είναι οι πεποιθήσεις, οι αξίες, οι γνώσεις ακόμη και οι κανόνες. Εμείς αποφασίζουμε για τους κανόνες που ρυθμίζουν τη ζωή μας; Όχι βέβαια. Οι προηγούμενοι από εμάς αποφασίζουν. Εμείς γεννιόμαστε μέσα σε ένα πολιτισμό, σε ένα κοινωνικό περιβάλλον που όλα αυτά έχουν ήδη διαμορφωθεί.
Είναι τόσο μεγάλο το βάρος του παρελθόντος πάνω στο παρόν, που ένας ιστορικός έχει ισχυριστεί κάτι που όταν το είχα πρωτοακούσει είχα εντυπωσιαστεί: «Οι νεκροί μάς κυβερνούν». Βαριά κουβέντα. Δεν συμφωνώ όμως, καθώς και εμείς επιδρούμε στον τρόπο που εξελίσσεται η ιστορία και έχουμε ευθύνη απέναντι στις μελλοντικές γενιές ως μελλοντικοί νεκροί που αναπόφευκτα είμαστε όλοι μας.
Αξίζει να μαθαίνουμε για αυτούς τους νεκρούς. Αξίζει να γνωρίζουμε τι έκαναν, πώς σκέφτονταν, πώς ζούσαν. Αξίζει γιατί αυτοί είναι που διαμόρφωσαν τον κόσμο που μας περιβάλλει. Η γνώση του παρελθόντος είναι απαραίτητη για την κατανόηση του παρόντος. Ή, για να το πούμε με άλλα λόγια, δεν μπορούμε να καταλάβουμε το σήμερα αν δεν ξέρουμε σε βάθος το χθες. Η ιστορία είναι μια πράξη αυτογνωσίας, μια πράξη γνώσης για τον συλλογικό μας εαυτό, απαραίτητη για να καταλάβουμε τον πολιτισμό μας.
Δεν μαθαίνουμε ιστορία για χάρη των προηγούμενων. Όντως αυτοί έφυγαν και δεν έχει πια καμία σημασία για αυτούς. Μαθαίνουμε ιστορία για εμάς, για να μάθουμε από τα λάθη των προηγουμένων, να δούμε τι λειτούργησε καλύτερα για εκείνους και τι όχι. Μαθαίνουμε ιστορία για να καταλάβουμε ποιοι είμαστε και να σκεφτούμε πού θέλουμε να πάμε. […]
 
[Ραϋμόνδος Αλβανός, Ο ελληνικός εμφύλιος. Μνήμες σε πόλεμο και σύγχρονες πολιτικές ταυτότητες, εκδ. Επίκεντρο, 2021, σελ. 25-27]. 
 

Πέμπτη 18 Ιουλίου 2024

Η τελικά «όχι και τόσο» σωστή πλευρά της ιστορίας

 Του Μάρκου Τρούλη ( Διδάσκων στο ΕΚΠΑ)


Η τελικά «όχι και τόσο» σωστή πλευρά της ιστορίας- Μάρκος Τρούλης

Φανατισμός, προσβολές για «πουτινάκια» και άναρθρες κραυγές συνέθεταν τον εν Ελλάδι δημόσιο διάλογο κατά την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, ενόσω ορισμένοι εξ ημών επιχειρούσαμε να υπογραμμίσουμε την ανάγκη τήρησης της αρχής της πολυδιάστατης διπλωματίας από την Αθήνα. Καθηγητές, απόστρατοι αξιωματικοί των Ενόπλων Δυνάμεων, αναλυτές με πολυετή εμπειρία… άπαντες κατατασσόμασταν σε ένα θολό «φιλοπουτινικό μπλοκ», το οποίο δήθεν αμφισβητούσε το δυτικό προσανατολισμό της Ελλάδας. Οι δε αναλύσεις και προειδοποιήσεις των John Mearsheimer, Henry Kissinger και George Kennan ή ακόμη και οι επισημάνσεις του Bernie Sanders φάνταζαν ακατανόητες και αντιμετωπίστηκαν με μηδενική σοβαρότητα, μιας που δεν ήταν δυνατόν να καταταχθούν στην κατηγορία των «φιλορωσικών» κειμένων. Η πρώην Υπουργός Εξωτερικών κα Ντόρα Μπακογιάννη, η οποία σήμερα αναγνωρίζει ότι «δε θα έπρεπε να είχαμε εμπλακεί στον πόλεμο της Ουκρανίας», πού λογίζεται;

Οι εκ του πονηρού προ διετίας επιθέσεις, οι οποίες συνεχίστηκαν και συνεχίζονται έως σήμερα, αποσκοπούν στη συγκάλυψη του σημαντικότατου ελλείμματος του πολιτικού συστήματος και σχετίζεται με την απουσία ενός συναισθηματικά αποστειρωμένου θεσμικού πλαισίου χάραξης στρατηγικής, που να μην υπακούει σε τίποτα άλλο πέρα από την εξυπηρέτηση των εθνικών συμφερόντων. Δείγμα της διιστορικής παθογένειας της ελληνικής άρχουσας τάξης να μην επιθυμεί έλεγχο και λογοδοσία, η εξωτερική πολιτική θεμελιώνεται υπό όρους ατομικής αυθεντίας και διαπροσωπικών σχέσεων πλανητικής εμβέλειας.

Όταν υπογραμμιζόταν από πολλούς η ανάγκη καταδίκης της διεθνοδικαιϊκά επαίσχυντης ρωσικής εισβολής και διασύνδεσής της με τα τουρκικά πεπραγμένα στην Κύπρο, γιατί θεωρείτο φιλορωσική άποψη; Όταν ο γράφων υπενθύμιζε το ρητό του Sun Tzu «Φτιάξε μια χρυσή γέφυρα για να μπορέσει να περάσει ο εχθρός σου υποχωρώντας» επισημαίνοντας παράλληλα ότι «αν για τη Ρωσία ακολουθηθεί η στρατηγική της «καμένης γέφυρας», τότε είναι αρκούντως ισχυρή ώστε να επιβάλει και εκείνη τεράστιο κόστος στη Δύση», γιατί αυτή η άποψη αντίβαινε στα ελληνικά εθνικά συμφέροντα; Όταν σημειώναμε ότι συνιστά φρενίτιδα να φθάσουμε να έχουμε «τα απαγορευμένα του Τσαϊκόφσκι» στο πλαίσιο ενός πρωτοφανούς παροξυσμού προς καθετί ρωσικό, τότε ήμασταν κάποιοι που «θέλαμε να προωθήσουμε το ρωσικό αφήγημα».

Μάλιστα, ο γράφων επισήμαινε ότι η Ελλάδα, βάσει της γεωπολιτικής θέσης ως ναυτική δύναμη τοποθετημένη στην περίμετρο της Ευρασίας, οφείλει να διατηρεί άριστες σχέσεις με την κυρίαρχη ναυτική δύναμη του πλανήτη, δηλαδή τις Η.Π.Α., ενώ προστίθετο στην ανάλυση: «Αντί μια ορθολογική αμερικανική ηγεσία να επιχειρήσει να κλείσει την περίμετρο της σινικής ανάσχεσης από βορρά, στρατηγικά ευθυγραμμιζόμενη – και όχι απαραίτητα συμμαχώντας – με έναν κρίσιμο περιφερειακό πόλο και με απώτερο στόχο την εξισορρόπηση της μείζονος απειλής της Κίνας, προτιμάται μια στρατηγική ψυχροπολεμικών ενστίκτων στη βάση της παρουσίας των ανάλογων διαμορφωτών της στην αμερικανική ελίτ. Αντί ο άξονας της αμερικανικής στρατηγικής σκέψης να είναι η αποφυγή της σύγκλισης μεταξύ δύο τόσο σημαντικών πόλων ισχύος, όπως η Ρωσία και η Κίνα, η Ουάσιγκτον πράττει ό,τι μπορεί για να τους οδηγήσει στη συνεργασία διαψεύδοντας τον Πούτιν, ο οποίος ανέφερε σε παλαιότερη συνέντευξή του ότι θαυμάζει τον τρόπο με τον οποίο οι Η.Π.Α. διαχειρίζονται τις κρίσεις και εν γένει τις δύσκολες καταστάσεις».

Ενδεικτικά, ο Ομότιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Γιάννης Μάζης εξηγούσε ότι «Ελλάδα και Κύπρος έπρεπε να είναι διαμεσολαβητές αντί να εμπλακούν στην αντιπαράθεση, όπως έπραξε ευφυώς η Τουρκία η οποία ούτε χριστιανική είναι, ούτε προφανώς Ορθόδοξη είναι, ούτε μέλος της ΕΕ είναι», ενώ πρόσθετε ότι «εάν έτηρούντο οι συμφωνίες του Μινσκ δεν θα είχαμε εισβολή και υπεύθυνες για την τήρηση τους ήτανε οι συνυπογράφουσες «εγγυήτριες» Γαλλία και Γερμανία».

Σήμερα, η κα Ντόρα Μπακογιάννη αναφέρει: «Δε θα έπρεπε ποτέ να είχαμε εμπλακεί εκεί (σ.σ. στην Ουκρανία) εάν είχαμε λάβει υπόψιν πολύ πιο σοβαρά τις συμφωνίες του Μινσκ και είχαμε εργαστεί σοβαρά πάνω σε αυτές»! Ωστόσο, ούτε γάτα ούτε ζημιά! Καμία λογοδοσία γιατί η Ελλάδα έλαβε όσες αποφάσεις έλαβε και κυρίως ποιο ήταν το κόστος σε επίπεδο παραδοτέου εξοπλισμού και διπλωματικού κεφαλαίου. Μάλιστα, η κα Μπακογιάννη σημείωσε: «Η Ουκρανία θα πρέπει με κάποιο τρόπο να υποκύψει. Αν αυτό θα έχει πολιτική κάλυψη, δεν το ξέρω»! Μπορεί να φανταστεί κάποιος, για παράδειγμα, πως θα αντιμετωπιζόταν ένας Καθηγητής Γεωπολιτικής ή Διεθνών Σχέσεων ή ένας αναλυτής της Διεθνούς Πολιτικής αν συμπέραινε ρητά ότι «η Ουκρανία θα πρέπει με κάποιο τρόπο να υποκύψει»;

Το φαιδρότερο δε είναι ότι οι «φιλοπουτινικές» αναλύσεις, οι οποίες σήμερα συνιστούν τον «ορθό λόγο» αναλόγως από ποιον παρατίθενται, δεν κατέληγαν ποτέ σε πρόταση ή σύσταση (!) «υποταγής της Ουκρανίας». Αντιθέτως, απαύγασμα των αναλύσεων συνιστούσε η θεμελίωση ενός συστήματος ισορροπίας ισχύος, βάσει του οποίου θα καθίσταντο σεβαστές οι ιστορικές γεωπολιτικές ευαισθησίες της Μόσχας, αλλά θα αναγνωριζόταν και το κεκτημένο του Κιέβου κατά τις τελευταίες δεκαετίες με την εμβάθυνση του ετεροπροσδιορισμού του ουκρανικού λαού, ανεξαρτήτως πως αυτός καλλιεργήθηκε και εμπεδώθηκε.

Κατ’ ουσία, με δεδομένο ότι το πρόβλημα θα κατέληγε να καταστεί «ανοιχτή πληγή» και σε έναν ανηλεή πόλεμο φθοράς στην καρδιά της ευρωπαϊκής ηπείρου, τονιζόταν ότι η διεθνής τάξη, δηλαδή η οργάνωση του διεθνούς συστήματος, συγκροτείται υπό το βάρος της τελευταίας ανακατανομής ισχύος, η οποία «απονέμει» σφαίρες επιρροής μεταξύ των βασικών πόλων. Το Διεθνές Δίκαιο εφαρμόζεται όσο τηρούνται οι εν λόγω κόκκινες γραμμές της διεθνούς τάξης. Συνεπώς, η επίκληση στη νομική επιχειρηματολογία θα προκαλούσε αργά ή γρήγορα – όπως και συνέβη – άβολους συνειρμούς, οι οποίοι θα παρέμεναν δυσεξήγητοι από πλευράς των νυν θιασωτών του Διεθνούς Δικαίου.

Η απόλυτη σιωπή και ενίοτε οι σφοδρές επιθέσεις κυριαρχούσαν ενάντια στις εν λόγω σκέψεις και σήμερα, μετά από χιλιάδες νεκρούς, εκατομμύρια εκτοπισμένους και τη δημιουργία ενός χάους στην καρδιά της ευρωπαϊκής ηπείρου, αρχίζει να αρθρώνεται ένα “mea culpa” και επαναλαμβάνω ότι τιμά όσους έχουν το θάρρος να το εκστομίζουν. Απλώς, όσον αφορά εκείνους που έχουν την πολιτική ευθύνη λήψης των αποφάσεων, θα πρέπει να υπάρξει και λογοδοσία, προκειμένου να ενσκήψουν μετέπειτα στο δύσκολο έργο της χάραξης μιας στρατηγικής για τη διόρθωση των εν λόγω σφαλμάτων.

Πηγή 

Συνέντευξη στο militaire.gr " Ποιος θα λογοδοτήσει για τις λάθος επιλογέ;" 


Κυριακή 16 Ιουνίου 2024

Ευρωεκλογές Ιουνίου 2024 ( Συλλογή απόψεων και άρθρων - ανανεώνεται)

Αποτελέσματα : 

 

 

 

Απόψεις ( με τη σειρά που αλιεύθηκαν από το διαδίκτυο)

 Αντώνης Λιάκος ( facebook 11-6-24) :

Τα αποτελέσματα και η γραμματική των συναισθημάτων 
 
Τα αποτελέσματα των χτεσινών εκλογών θέλουν συστηματική μελέτη. Ως ένα προσωρινό σχόλιο θα σημείωνα τα εξής:
Πρώτο το πολύ μικρό μέγεθος της συμμετοχής και το οποίο κυμαίνεται στο τρίτο περίπου του εκλογικού σώματος. Χρειάζεται μεν αξιολόγηση των επιμέρους παραμέτρων, δείχνει όμως μια γενικότερη καμπύλη εξέλιξης της πολιτικής συμμετοχής και του ενδιαφέροντος. Η ίδια καμπύλη αποτυπώνει ένα αίσθημα αδυναμίας των πολιτών απέναντι σε αποφάσεις που θεωρούν ότι δεν μπορούν να ελέγξουν.
Ως προς τα ποσοστά των κομμάτων, δεν προσφέρονται για πανηγυρισμούς από κανένα. Κανένα από τα τρία μεγάλα κόμματα δεν έπιασε τους στόχους του και όλα κινήθηκαν κάτω από τις προσδοκίες που καλλιέργησαν. Δηλαδή με το κόμμα που κυβερνά συντάσσεται ένα μικρό κομμάτι της κοινωνίας, το οποίο κυμαίνεται στο ένα τρίτο πάνω-κάτω του εκλογικού σώματος. Στο ένα τρίτο περίπου κυμαίνονται και τα δυο κόμματα της Κεντροαριστεράς. Πέρα από αυτά, γύρω στις 10 ποσοστιαίες μονάδες φαίνεται να λαμβάνουν ενισχυμένα τα ΚΚΕ και Ελληνική Λύση. Πέραν αυτών ένας αστερισμός μικρών εφήμερων κομμάτων. Από την Ελληνική Λύση και τον αστερισμό των πολύ μικρών δεξιών κομμάτων, αναδύεται ένα 20% στα Δεξιά της ΝΔ με αξιώσεις να συμμετάσχει στους συσχετισμούς διακυβέρνησης. Σοβαρή εξέλιξη αυτή. Δεν θα μπορούσε βέβαια να μιλήσει κανείς για έναν αντίστοιχο και ισοδύναμο χώρο στα Αριστερά της δικομματικής Κεντροαριστεράς. Το ΚΚΕ κρατά τον κόσμο του στο πολιτικό ψυγείο -στην αδιατάρακτη ασφάλεια μιας αριστερής ασυμβίβαστης ταυτότητας- ενώ τα υπόλοιπα αριστερά κόμματα ψήνονται στον πυρετό του ναρκισσισμού της ελάχιστης διαφοράς. Αξιοσημείωτη η συντριβή της Νέας Αριστεράς, που διέθετε ένα στελεχικό δυναμικό από τα καλύτερα στον ελληνικό κομματικό αστερισμό. Δείχνει ότι το σφάλμα της βεβιασμένης αποχώρησης από το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι ακόμη βαρύτερο.
Την ελληνική εικόνα θα πρέπει να την τοποθετήσουμε στην μεγάλή εικόνα της Ευρώπης η οποία αλλάζει χωρίς να έχει τον έλεγχο των εξελίξεων και ερήμην των πολιτών της. Δυο λέξεις μου έρχονται αυτή τη στιγμή στο νου, και θα περιέγραφα την ευρωπαϊκή εικόνα με δυο συναισθήματα: μνησικακία εναντίον ναρκισσισμού. Μνησικακία των επ’ έξω απέναντι στον ναρκισσισμό των από μέσα. Ναρκισσισμός των ελίτ, αλλά και του προοδευτισμού που χάνει και την ευρύτερη εικόνα και τον στόχο. Η μνησικακία τρέφει την άκρα δεξιά των μη προνομιούχων. Και σε όλη την Ευρώπη.
Ας έρθουμε όμως στα καθ’ ημάς: το λέμε και το ξαναλέμε από το 2019. Το ζήτημα είναι η ανασύνθεση του ευρύτερου προοδευτικού και δημοκρατικού χώρου. Είναι μονόδρομος πλέον. Το ζήτημα είναι πώς; Είναι διατεθειμένες οι δυο ηγεσίες να κάτσουν γύρω από ένα τραπέζι; Δύσκολο το βλέπω. Αλλά τα ηγετικά στελέχη των δυο κομμάτων (και θα προσέθετα και τη Νέα Αριστερά παρά τη συντριβή της) δεν διαθέτουν ένστικτο αυτοσυντήρησης; Το παιχνίδι βέβαια δεν είναι αμιγώς πολιτικό. Έχει κοινωνικά χαρακτηριστικά. Το ένα τρίτο του Μητσοτάκη περιέχει όχι μόνο τα ανώτερα, αλλά και δυναμικά μεσαία κοινωνικά στρώματα. Η Αντιπολίτευση σε ποια στρώματα θα απευθυνθεί και λέγοντάς τους τί που δεν κάνουν οι αντίπαλοί τους; Όχι ότι δεν έχει τι να πει, αλλά δεν το έχει σταθμίσει και δεν το έχει αρθρώσει σε πειστική εναλλακτική εικόνα.
 
Γιώργος Καραμπελιάς ( facebook 11/6/24) 

Το ελληνικό πολιτικό σύστημα σε κρίση – Μέρος Α΄
Οι εκλογές της 9ης Ιουνίου μάλλον ήλθαν να διορθώσουν (sic) την «εκκρεμότητα» ενός απόλυτα μονοπολικού συστήματος. Πλέον, το σύστημα μοιάζει όλο και περισσότερο πολυπολικό, με έναν μεσαίο πόλο, τη ΝΔ, τέσσερις μικρομεσαίους, ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ, Ελληνική Λύση, ΚΚΕ, και ένα πλήθος μικρότερων. Η Νέα Δημοκρατία έπαψε να είναι ο μοναδικός και αδιαμφισβήτητος πόλος της πολιτικής εξουσίας και έχει υποστεί μια βαρύτατη ήττα, κινδυνεύοντας να ακολουθήσει, για πρώτη φορά μετά το 2919, τη μοίρα των υπολοίπων δύο κεφαλών του τρικέφαλου Άργου της μεταπολίτευσης (δύο κυρίαρχα πολιτικά κόμματα και ένα κυρίαρχο ιδεολογικά, η Αριστερά).
Πράγματι, όπως έχουμε δείξει σε αναρίθμητες περιπτώσεις, η μεταπολίτευση, καθώς εξαντλείται μετά το 2009, οδηγεί στη σταδιακή συρρίκνωση των δύο μεγάλων κομμάτων του δικομματισμού, τουλάχιστον σε επίπεδο ψήφων, και παράλληλα στη σταδιακή απομάκρυνση των πολιτών από το πολιτικό σύστημα· και αυτό παρά την πρόσκαιρη ανάδειξη του ιδεολογικού πόλουτης Αριστεράς σε πολιτικό, με τον ΣΥΡΙΖΑ, εξαιτίας της μνημονιακής κρίσης. Το πρώτο κόμμα που υπέστη αυτή τη συρρίκνωση υπήρξε το ΠΑΣΟΚ, το οποίο δικαίως οι πολίτες θεώρησαν κατ’ εξοχήν υπεύθυνο για την πορεία της Μεταπολίτευσης και την καταστροφή του 2009· ακολούθησε, μετά το 2019, ο ΣΥΡΙΖΑ ενώ ισχυρότερες ρίζες φαινόταν να διατηρεί η ΝΔ, καθώς η Μεταπολίτευση είχε μάλλον αριστερόστροφο πρόσημο.
Και πράγματι, μετά τις καταστροφές που προκάλεσε ο Γιώργος Παπανδρέου και ο Αλέξης Τσίπρας κατά τη μνημονιακή δεκαετία, ο Μητσοτάκης έμοιαζε μετά το 2019 ως η μόνη πιθανή λύση, και όντως προσπάθησε να μαζέψει τα ασυμμάζευτα. Εντούτοις, κακώς, πίστεψε πως το εισιτήριο που του πρόσφεραν οι Έλληνες μετά το 2019 ήταν εισιτήριο διαρκείας· δεν είχε κατανοήσει πως, μετά τη μνημονιακή περίοδο, είχε διαρραγεί τελεσίδικα ο βαθύς δεσμός των πολιτών με το σύστημα της Μεταπολίτευσης. Πλέον, οι διαρκώς μειούμενοι ψηφοφόροι ψήφιζαν με αποκλειστικό κριτήριο τον καλύτερο «υδραυλικό». Έγραφε ο Διονύσης Σαββόπουλος το 1989, με αφορμή την πρώτη μεγάλη κρίση της Μεταπολίτευσης, σε ένα τραγούδι του, που τότε λοιδορήθηκε ευρέως: «Το νόμισμα είναι πάντως τόσο ξεπεσμένο,/ διαλέγω ό,τι μπορώ που να `ναι και φθηνό…/ Αντί, αντί πολιτική, /αντιπολιτική τ’ όνομά μου/ κι ο δρόμος μου γραμμή/ όλος ζικ – ζακ, το μητσοτάκ, / το μητσοτάκ, το μητσοτάκ, το μητσοτάκ». Αυτό ακριβώς συνέβη το 2019, τριάντα χρόνια μετά, με έναν δεύτερο Μητσοτάκη.
Επειδή όμως η πολιτική εξουσία, και η δη η μονοπολική εξουσία, τυφλώνει, ο Κυριάκος Μητσοτάκης πίστεψε πως η στήριξη των Ελλήνων στην κυβέρνησή του δεν ήταν απλώς μία τακτική επιλογή των Ελλήνων για να ξεφορτωθούν τη φθαρμένη Μεταπολίτευση, στην ακραία συριζαϊκή εκδοχή της, αλλά αντίθετα μια ιδεολογική και πολιτική ταύτιση μαζί του. Μια ταύτιση με το μάλλον φθαρμένο προσωπικό του σημιτισμού και της ΝΔ που συγκέντρωσε γύρω του. Πίστεψε πως οι Έλληνες ενστερνίζονται την εθνομηδενιστική ιδεολογία του Μαξίμου, του ΥΠΕΞ και του Καλύβα, την WOKE ιδεολογία του Σκέρτσου και του Ιδρύματος Ωνάση, τον νεοφιλελευθερισμό ενός δρακόντειου τραπεζιτικού συστήματος. Πίστεψε πως θα καταπιούν αμάσητο ό,τι τους σερβίρει, τον γάμο των ομοφυλοφίλων, την ενδοτικότητα που επιστρέφει απέναντι στην Τουρκία, την επαμφοτερίζουσα πολιτική στο μεταναστευτικό, τα χλιαρά και ανεπαρκή μέτρα στο δημογραφικό, την ασυδοσία των τραπεζών και των πολυεθνικών και, προπαντός, την έλλειψη ενός εθνικού οράματος για μια χώρα που κινδυνεύει με καταποντισμό.
Και αυτό φάνηκε ξεκάθαρα στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του για τις ευρωεκλογές. Το κόμμα του και ο ίδιος εμφανίστηκαν χωρίς πνοή και όραμα και ασχολούνταν με την τιμή της φέτας, όπου ο Κυριάκος έκανε και κουτοπόνηρες λαθροχειρίες, ή με το πόθεν έσχες ενός πολιτικού κλόουν. Και όμως, αυτές οι Ευρωεκλογές είχαν αποφασιστική σημασία για την Ευρώπη και πρωτίστως για την Ελλάδα. Γιατί μόνο μια οχυρωμένη Ευρώπη απέναντι στα ανεξέλεγκτα μεταναστευτικά κύματα, στο πεδίο της άμυνας, καθώς και σε κείνο του παραγωγικού μοντέλου, ξεπερνώντας την αποβιομηχάνιση, θα μπορούσε να προσφέρει μια ασπίδα ασφαλείας για μια Ελλάδα που συρρικνώνεται θανάσιμα και απειλείται από τον τουρκικό νεο-οθωμανισμό. Αντ’ αυτών, η ΝΔ του Μητσοτάκη, ανεπαισθήτως και ασύγγνωστα, με το είδος της καμπάνιας της ήλθε να καθίσει δίπλα στους πτωχευμένους ανταγωνιστές της, έστω ως primus inter pares.
Και, για να μη θεωρηθεί ότι όλα όσα προαναφέρθηκαν αποτελούν ιδεοληψίες του συγγραφέα – που προσπαθεί να συνταιριάξει την πραγματικότητα με τα ιδεολογικά του πιστεύω–, σας παραθέτω το πλέον αδιάψευστο επιχείρημα, την ετυμηγορία των αριθμών, έστω και αν είναι κάποτε κουραστικοί: Η Μεταπολίτευση εγκαινιάστηκε το 1974 με τη Νέα Δημοκρατία στους 2.669.133 ψήφους και την αποχή στο 20%. Το 1981, τη στιγμή του θριάμβου του ΠΑΣΟΚ (2.726.309 ψήφοι), η ΝΔ πήρε ακόμα 2.034.496 και η αποχή ήταν κάτω από το 20%. Το 1990, τη στιγμή της πρώτης μεγάλης κρίσης της Μεταπολίτευσης, η ΝΔ πήρε 3.088.137(!) ψήφους και το ΠΑΣΟΚ 2.543.042, και πάλι με εξαιρετικά χαμηλή αποχή. Τέλος, στις έσχατες μεταπολιτευτικές εκλογές πριν την κρίση, το 2009, το ΠΑΣΟΚ του ΓΑΠ πήρε 3.012.542(!) ψήφους και η ΝΔ 2.295.719, με την αποχή να βρίσκεται στο 29%. Δηλαδή, σε ολόκληρη τη μεταπολιτευτική περίοδο, οι δυο πολιτικοί πόλοι του συστήματος κινούνταν σε επίπεδα άνω των 2 εκατομμυρίων ψηφοφόρων και η αποχή δεν ξεπέρασε ποτέ το 29% του 2009. Επρόκειτο δηλαδή για ένα μάλλον νομιμοποιημένο, και σταθερό –λιγότερο ή περισσότερο– πολιτικό σύστημα, όπως καταδεικνύει η χαμηλή αποχή και τα υψηλά ποσοστά των δύο μονομάχων (γύρω στο 40% τουλάχιστον).
Κατά τη δεκαετή κρίση που ακολούθησε, θα αρχίσει το ξήλωμα του πολιτικού και κομματικού πουλόβερ της Μεταπολίτευσης: τον Ιανουάριο του 2015, η ΝΔ θα πάρει 1.718.694 ψήφους, ο ΣΥΡΙΖΑ 2.245.978 και το ΠΑΣΟΚ 289.469 (sic), με την αποχή κοντά στο 37%. Δηλαδή, ο ένας πόλος του συστήματος, ο κατ’ εξοχήν ταυτισμένος με τη Μεταπολίτευση, θα καταρρεύσει εκλογικά, ενώ και ο δεύτερος, που προσπάθησε να τον υποκαταστήσει, ο ΣΥΡΙΖΑ, θα ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο το 2023. Η αποχή θα διευρύνεται διαρκώς στις εθνικές αναμετρήσεις (47,17% τον Ιούλιο του 2023), και στις Ευρωεκλογές (41,3% το 2019), για να μην αναφερθούμε στην αποχή ρεκόρ των πρόσφατων Δημοτικών Εκλογών. Και ο κύκλος θα κλείσει με τις πρόσφατες ευρωεκλογές όπου η ΝΔ θα πάρει 1.125.602 ψήφους, ο ΣΥΡΙΖΑ 593.133,το ΠΑΣΟΚ 508.399, ενώ η αποχή θα εκτιναχθεί στο 58,61%.
Με άλλα λόγια, η απονομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος (αποχή) και των πολιτικών κομμάτων (κατάρρευση αριθμού ψηφοφόρων) άγγιξε πλέον για τα καλά το σύνολο των κομμάτων-πόλων του μεταπολιτευτικού καθεστώτος.
Και ας μη βαυκαλίζονται οι νεοδημοκράτες πολιτικοί ότι πρόκειται για κάτι στιγμιαίο, εξαιτίας του χαμηλού διακυβεύματος των ευρωεκλογών, μετά το οποίο, με διορθωτικές κινήσεις, θα αναταχθεί. Και αυτό διότι, παρότι η ΝΔ τα προηγούμενα χρόνια έδειξε καλύτερα αντανακλαστικά από τους αντιπάλους, μετέχει και η ίδια στην ιδεολογία της μεταπολίτευσής: Ενδοτισμός, λογική του οικονομικού παρασιτισμού (τουρισμός για πάντα), επαρχιωτισμός (που τόσο περίτρανα καταδείχτηκε στις ευρωεκλογές), μικροελλαδισμός («ζούμε στον καλύτερο δυνατό κόσμο», στην… Εκάλη), παντελής έλλειψη οράματος που θα μπορούσε να συνεγείρει έναν βυθισμένο στην παρακμή ελληνικό λαό.
Συναφώς, έχουμε μπει σε μια νέα ταραγμένη πολιτική περίοδο που θα γνωρίσει ανατροπές, ανακατατάξεις και διαμόρφωση νέων σχημάτων, μέχρις ότου δημιουργηθεί (αν δημιουργηθεί) μια νέα σταθερότητα με νέα χαρακτηριστικά: πρόταξη της δημογραφικής ανάταξης· της παραγωγικής ανασυγκρότησης· αμυντική θωράκιση· ανατροπή του κυρίαρχου πολιτικού και πολιτισμικού μηδενισμού· ισχυρή ελληνική παρουσία σε μια νέα Ευρώπη, αμυντικά και παραγωγικά, ικανή να διαφυλάξει την αυτονομία της· εν ολίγοις ελληνισμός έναντι του μικροελλαδισμού της Μεταπολίτευσης. Αλλά για όλα αυτά και την ανάλυση των υπολοίπων κομμάτων, στα σημειώματα που ακολουθούν.
 
Μελέτης Μελετόπουλος Πηγή 10-6-24
 
 Η κυβέρνηση απώλεσε την πλειοψηφία. Την ψήφισε το 28% του 40% όσων έχουν δικαίωμα ψήφου, δηλαδή περίπου το 12% του εκλογικού σώματος (το επιχείρημα ότι η αποχή «δεν μετράει» είναι παραπλανητικό, η αποχή είναι σαφής πολιτική πράξη, εύγλωττη δήλωση διαφωνίας και μηχανισμός απονομιμοποίησης).

Μετά τις ευρωεκλογές, στις οποίες η ίδια η κυβέρνηση Μητσοτάκη έδωσε αξία εθνικών εκλογών, υπάρχει πλέον κυβέρνηση μειοψηφίας, με τραυματισμένη νομιμοποίηση. Ο Μακρόν, μετά την εκλογική συντριβή του, είχε την αυτονόητη δημοκρατική ευαισθησία να διαλύσει άμεσα την Βουλή. Το ίδιο πρέπει να γίνει και εδώ. Πέραν της εκλογικής κατάρρευσης της κυβέρνησης, και τα δύο άλλα πρώην κόμματα εξουσίας απέτυχαν να καρπωθούν την δυσαρέσκεια για την κυβέρνηση και υπέστησαν πανωλεθρία.

Ο άλλοτε κραταιός ΣΥΡΙΖΑ υπέστη καθίζηση με ποσοστό κάτω του 15% (14,92%), που τον παγιώνει σε ποσοστά μικρομεσαίου κόμματος και δε δικαιώνει την επιλογή Κασσελάκη. Η ελληνική κοινωνία απέρριψε την μεταμοντέρνα, άσχετη με τα ελληνικά δεδομένα, νέα ηγεσία του κόμματος. Εξ άλλου, η οικτρά αποτυχημένη διακυβέρνηση Τσίπρα, με την εμπειρία από τις Πρέσπες και το Μάτι, εξακολουθεί να λειτουργεί ως ανασχετικός παράγων, που δεν πρόκειται να επιτρέψει στο κόμμα αυτό να επανέλθει στην εξουσία, τουλάχιστον στην παρούσα μορφή του. Η εσωκομματική κρίση και η αλλαγή ηγεσίας είναι αναπόφευκτα.

Το ΠΑΣΟΚ, που κυβέρνησε επί δεκαετίες, έλαβε κάτω του 13% (12,79%). Ο στόχος που είχε θέσει ο αρχηγός του να είναι δεύτερο κόμμα δεν επετεύχθη. Και στο ΠΑΣΟΚ, που έχει πλέον καθηλωθεί σε επίπεδα μικρομεσαίου κόμματος, η αλλαγή ηγεσίας θα τεθεί εκ των πραγμάτων. ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ δεν μπόρεσαν να αναδειχθούν ως εναλλακτικοί πόλοι διακυβέρνησης. Και τα μικρότερα κόμματα της Αριστεράς (Πλεύση Ελευθερίας, ΜέΡΑ25 κλπ.) παρέμειναν στο περιθώριο των εξελίξεων.

Οι νικητές των εκλογών

Οι δύο μεγάλοι νικητές των εκλογών είναι ασφαλώς το ΚΚΕ στα αριστερά και η Ελληνική Λύση στα δεξιά του εκλογικού φάσματος. Το ΚΚΕ εισέπραξε την στοιχειώδη θεσμική σοβαρότητα που επέδειξε όλα αυτά τα χρόνια, την ιδιότυπη επικοινωνιακή ικανότητα του αρχηγού του να εμπνέει εμπιστοσύνη, την σταθερή κριτική του στο σύστημα. Δεν λειτουργεί πλέον ως απειλή προς το (ανύπαρκτο άλλωστε στην Ελλάδα) καπιταλιστικό σύστημα, αλλά για για ένα κατ’ουσίαν συντηρητικό μικροαστικό κόμμα, που πείθει ότι είναι εκτός διαφθοράς, κυκλωμάτων διαπλοκής και πελατειακών δικτύων. Πάντως η αυτο-απομόνωσή του δεν πρόκειται να του επιτρέψει να παίξει ευρύτερο ρόλο.

Αντιθέτως η Ελληνική Λύση, με το 9,3% που επέτυχε, είναι πλέον ένα μεσαίο κόμμα, που υπό προϋποθέσεις μπορεί να απειλήσει την καταρρέουσα κυριαρχία της ΝΔ στον χώρο της Κεντροδεξιάς. Ασφαλώς δε διαθέτει ούτε τα στελέχη ούτε το κατάλληλο πρόγραμμα, ώστε να εμφανισθεί ως εναλλακτική δύναμη διακυβέρνησης.

Σε ποιους απευθύνεται η ΝΔ του Μητσοτάκη;

Πάντως, με τον οξύ καταγγελτικό λόγο του αρχηγού της, απέκτησε ευρύτερη απήχηση. Η Νίκη συγκράτησε τα ποσοστά της με κάποια ανοδική τάση, αλλά πάντως δε διέσπασε τον κλοιό της εσωστρέφειας, παρά την επιτυχημένη επιλογή νέων υποψηφίων με ανοιχτούς ορίζοντες. Συνολικά τα μικρά και μεσαία δημοκρατικά πατριωτικά κόμματα της κεντροδεξιάς (που η κυβέρνηση άκομψα, παραπλανητικά και χωρίς επιτυχία επεχείρησε να αμαυρώσει ως «ακροδεξιά»), δηλαδή Ελληνική Λύση, Νίκη, Φωνή Λογικής, Πατριώτες κλπ. συνολικά συγκέντρωσαν ένα ποσοστό κοντά στο 20%. Γεγονός που δείχνει ότι η Κεντροδεξιά έχει διασπαστεί, ότι οι διαρροές από την ΝΔ έχουν προσλάβει πλέον μαζικές διαστάσεις, ότι η σημερινή ηγεσία της ΝΔ απευθύνεται κυρίως σε κεντροαριστερούς ψηφοφόρους και ιδεολογικά βρίσκεται σε ανοιχτή αντιπαράθεση με τη μεγάλη πλειοψηφία των παραδοσιακών κεντροδεξιών ψηφοφόρων.

Αυτό γεννά μία μεγάλη εκκρεμότητα, που είναι η επανασυγκρότηση του συνόλου της Κεντροδεξιάς σε νέο σχήμα και με νέα ηγεσία. Φυσικά αυτή η αποστολή δεν πρόκειται να ανατεθεί στον Βελόπουλο, αλλά θα λυθεί εκ των έσω και με συστημικό τρόπο. Όπως έγινε με την υποκατάσταση του Λαϊκού Κόμματος από τον Συναγερμό το 1951, την υποκατάσταση του Συναγερμού από την ΕΡΕ το 1956 και της ΕΡΕ από την ΝΔ το 1974.

Τραυματισμένη και αδύναμη η κυβέρνηση

Το άμεσο θεσμικό πρόβλημα, αυτήν την στιγμή, είναι ότι η χώρα έχει μία αδύναμη κυβέρνηση, σε μία εξαιρετικά επικίνδυνη γεωπολιτική συγκυρία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εισέλθει σε φάση χάους, με την εκλογική συντριβή των κυβερνήσεων στην Γαλλία και στην Γερμανία.

Οι ΗΠΑ βρίσκονται σε πρωτοφανή προεκλογική δίνη, δύο πόλεμοι μαίνονται στην Ουκρανία και στην Εγγύς Ανατολή με τάση μάλλον όξυνσης και διεύρυνσης παρά εξασθένισης και αποκλιμάκωσης, ο πυρηνικός τρόμος έχει εγκατασταθεί ως δαμόκλειος σπάθη πάνω από την ανθρωπότητα, ενώ στην Ελλάδα ένα μείγμα οικονομικής κρίσης, δημογραφικής κατάρρευσης, ανεξέλεγκτων μεταναστευτικών ροών, πρωτοφανούς εγκληματικότητας και ανασφάλειας δημιουργεί σκηνικό ακυβερνησίας.

Η λογική επιτάσσει την άμεση διεξαγωγή βουλευτικών εκλογών και τον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας, ει δυνατόν οικουμενικής, ώστε να υπάρξει διακομματική συνεννόηση και λήψη δύσκολων αλλά αναγκαίων αποφάσεων.

 

Πάσχος Μανδραβέλης Πηγή Καθημερινή 11-6-24

Δεν γνωρίζουμε αν ξέρουν κάτι παραπάνω στην κυβέρνηση, αλλά η «πύρρειος (όπως τη βάφτισαν) νίκη» τους σημαίνει άλλο πράγμα, από τη νίκη με κάποιες απώλειες. Στα λεξικά, είναι «η νίκη που επιτυγχάνεται με βαρύτατες απώλειες, ώστε να μην έχει ουσιαστικό αντίκρισμα». Κατά τον Πλούταρχο, ένας στρατιώτης πλησίασε τον Πύρρο για να τον συγχαρεί μετά τη μάχη στο Ασκλο, και ο τελευταίος σάρκασε: «Μία ακόμη νίκη επί των Ρωμαίων και θα χαθούμε εντελώς». Δυστυχώς, το περί «πύρρειας νίκης» δεν το ξεφούρνισε κάποιος σαν τον κ. Αλέξη Τσίπρα για να έχουν να ασχολούνται επί μέρες τα τηλεοπτικά πάνελ.

Πάντως, πύρρειος ή μη, με βαριές ή ελαφρές απώλειες, οι νεοδημοκράτες είχαν την πρωτιά για να πανηγυρίζουν το βράδυ των εκλογικών μαραθωνίων. Αφού έκαναν σεμνότυφη αυτοκριτική –«οι πολίτες έστειλαν μηνύματα»– ξεδίπλωσαν τα επιχειρήματα για τη νίκη τους.

Νικητές όμως –και με ακριβώς τον ίδιο τρόπο– ήταν και τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Εκαναν μια μικρή θρηνητική εισαγωγή για την αποχή και βρήκαν πολλά καλά να πουν για την αφεντιά τους· ο ένας γιατί έχασε μόνο τρεις μονάδες από την προηγούμενη συντριβή του κόμματός του, ο άλλος γιατί κάτι κέρδισε, ο τρίτος δήλωσε ότι «έ-ε-ε-ερχεται» κ.ο.κ. Πλην Νέας Αριστεράς, όλοι δήλωσαν νικητές.

Τροπαιούχοι δήλωσαν και οι δημοσκόποι, παρόλο που καμιά εταιρεία δεν πόνταρε στο 28,3% του κυβερνώντος κόμματος. Ολες έδειχναν τριάντα και βάλε για τη Ν.Δ. –31,9% ήταν ο μέσος όρος όλων των εταιρειών (KReport, 9.6.2024)– με κάποιες να φτάνουν μέχρι το 34%. Να εικάσουμε ότι και ο κ. Μητσοτάκης ανέβασε τον πήχυ στο 33% διότι έπαθε ό,τι και ο κ. Τσίπρας το 2019, όταν άκουγε τους δικούς του δημοσκόπους και δήλωνε πως «δεν υπάρχει μία στο εκατομμύριο…»;

Δαφνοστεφανωμένες εμφανίστηκαν και οι ομιλούσες κεφαλές της τηλεόρασης, οι οποίες «το είχαν πει» – ή, τέλος πάντων, κάτι είχαν πει. Δήλωσαν τη συνήθη δυσφορία τους διότι «δεν συζητήθηκε τίποτε για την Ευρώπη» και ακούσαμε δημοσιογράφους να εκφράζουν το παράπονό τους ότι στις συσκέψεις έψαχναν και δεν έβρισκαν θέμα για την Ευρώπη· «όλο ΤικΤοκ και “πόθεν έσχες” μας ερχόταν». Μένει η απορία: Αφού είχαν τόσο καημό να μάθουν τη θέση των πολιτικών για τα ευρωπαϊκά θέματα, γιατί δεν τους ρωτούσαν; Εξάλλου, υπήρχαν υποψήφιοι που έγραψαν γι’ αυτά, αλλά τους έφαγε το σκοτάδι της δημοσιότητας και τελικώς της κάλπης.

Μετά την… πύρρειο αυτοκριτική όλων, η συζήτηση στα εκλογικά πάνελ συνεχίστηκε κανονικά. «Θα έχει πρόβλημα ο Μητσοτάκης;». «Θα τεθεί θέμα Κασσελάκη;». Ευτυχώς, δηλαδή υπάρχει και το EPTnews και μάθαμε ότι έγιναν εκλογές και σε άλλες χώρες της Ευρώπης.

 
 Λευτέρης Κουσούλης (facebook 10-6-24)

- Ριζικά νέα πολιτική συνθήκη.
- Το κυβερνητικό σχήμα είναι πλέον μειοψηφικό.
- Η αντιπολίτευση ( ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ) έχει οριστικά εξαντληθεί.
- Ο πολιτικός κύκλος που ξεκίνησε τον Ιούλιο του 2019 έκλεισε.
- Δεν θα αντέξει τίποτα από αυτόν τον παλαιό κόσμο.
Καλή σας μέρα.
 
(9-6-24)
Σήμερα είδαμε την.πολιτική ευφυΐα του λαού.
Ενδιαφέρουσα μέρα.
 
Σωτήρης Ρούσσος ( facebook 10-6-24) 

Οι ψηφοφόροι μίλησαν. Τα πρώτα συμπεράσματα μπορούν να συνοψιστούν στα εξής 
 
1. Βαθειά κρίση και ανυποληψία της σημερινής κατάστασης του κομματικού συστήματος στην Ελλάδα. Αποχή ρεκόρ σε μια εποχή με οξύτατα προβλήματα στην καθημερινότητα- ακρίβεια, έλλειψη στέγης, διαλυμένη υγεία - και στον διεθνή χώρο - Ουκρανία, Γάζα κα.
 
2. Αποδοκιμασία της κυβέρνησης για 3 λόγους κυρίως. Πρώτον ανικανότητα να αντιμετωπίσει τα ζητήματα της ακρίβειας, της στέγης και της υγείας. Δεύτερον, συγκάλυψη ευθυνών στο έγκλημα των Τεμπών. Τρίτον σύγκρουση με το συντηρητικό ακροατήριο της στο θέμα του γάμου των ομοφυλόφιλων. Στα δύο πρώτα δεν αναμένονται αλλαγές. Στο τρίτο όμως θα δούμε πιστεύω μια έντονη ακροδεξιά ρητορική σε ταυτοτικά ζητήματα, το μεταναστευτικό και σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής όχι απέναντι στην Τουρκία αλλά προς Βορεια Μακεδονία και Αλβανία (Μπελερης).
 
3. Μεγάλη αύξηση της ακροδεξιάς που συνολικά λαμβάνει γύρω στο 17%-19%.. Δεν είναι περιστασιακό φαινόμενο. Ήρθε για να μείνει. Δεν πρόκειται για την χρυσαυγιτικη ακροδεξιά του ακτιβισμού στους δρόμους αλλά βρίσκεται εγγύτερα στην alt right και σε αυτό που η Anna Karakatsouli ονομάζει ελληνοκεντρική ακροδεξιά. Ταυτοτικά ζητήματα (γάμος ομοφυλοφίλων)
και κοινωνικά ζητήματα (ακρίβεια δημογραφικο, μετανάστευση) οδήγησαν στην άνοδο αυτή.
 
4. Ο ΣΥΡΙΖΑ επιβίωσε στη δεύτερη θέση αλλά δεν απέκτησε τη δυναμική που θα του έδινε ένα 18-20%. Έχει το ελαφρυντικό των διασπάσεων, της μεγάλης περιόδου εσωστρέφειας και του σχετικά σύντομου διαστήματος να δώσει ο νέος αρχηγός το στίγμα του. Από εδώ και πέρα όμως δεν υπάρχει καμία δικαιολογία. Θετικό στοιχείο η καλή επίδοση στους νέους 17-34
 
5. Το ΠΑΣΟΚ σταθεροποιήθηκε στη 3η θέση αλλά δεν έγινε ηγεμονική δύναμη της κεντροαριστεράς ούτε κάν η ισχυρότερη. Θα είναι πολύ δύσκολα πια να πείσει ότι έχει κάποιο ρόλο μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ.
 
6. Οι ομαδοποιήσεις της Αριστεράς (δεν περιλαμβάνω σε αυτή την Κωνσταντοπούλου) οδεύουν ολοταχώς στο πολιτικό περιθώριο. Δεν θεωρώ ότι πρέπει να επανέλθουν στον ΣΥΡΙΖΑ. Δεν γίνεται συγκόλληση ποσοστών, η πολιτική είναι κάτι δυναμικό. Τελικά η κάλπη έδειξε ότι οι εσωκομματικές εκλογές ήταν αντιπροσωπευτικές. Μετά την σαφή πολιτική αποδοκιμασία είναι ζήτημα ηθικής τάξης να παραδώσουν τις έδρες τους.
 
7. Η ενότητα της ιστορικής προοδευτικής δημοκρατικής παράταξης είναι αδηριτη ανάγκη αλλά δυστυχώς τα αποτελέσματα δεν ανέδειξαν έναν ηγεμονικό πολιτικό πόλο που θα την υλοποιήσει. Για αυτό είμαι απαισιόδοξος...
 
Ρούντι Ρινάλντι  (Δρόμος, φύλλο 689, 15/6/24)

Ευρωεκλογές: Τρεις κεντρικές ιδέες

Το γενικό τοπίο στο οποίο διεξήχθηκαν οι ευρωεκλογές ήταν και είναι φορτισμένο από πολύ μεγάλα θέματα (άσχετα αν στη χώρα μας υπήρξε σιωπή γι’ αυτά), που αφορούν την πορεία της Ευρώπης γενικά (οικονομικά, πολιτικά, στρατιωτικά, πολιτισμικά). Ταυτόχρονα δεν μπορούσε να λείπει μια γενική δυσφορία λαϊκών στρωμάτων και ευρωπαίων πολιτών για τη νεοφιλελεύθερη «συναίνεση» που τους φτωχαίνει διαρκώς, και φυσικά εξαιτίας του φόβου από την εξέλιξη του πολέμου στην Ουκρανία (και τη Μέση Ανατολή), και των ιαχών της Κομισιόν και σχεδόν όλων των δυνάμεων που κυβερνούν μέχρι σήμερα την Ευρώπη για περισσότερη στρατιωτικοποίηση και οικονομία πολέμου. Οι ευρωεκλογές επομένως δεν διεξήχθησαν σε κλίμα γενικής αδιαφορίας όπως τις προηγούμενες φορές. Υπήρξε αυξημένο ενδιαφέρον, μεγάλη έκφραση της δυσφορίας και μεγάλες ανακατατάξεις σε ορισμένες χώρες.
Πριν περάσουμε στις τρεις κεντρικές ιδέες για τις ευρωεκλογές, ας σημειώσουμε ακόμα πως σε όλο τον κόσμο, που περιτυλίγεται με πιο συγκρουσιακά χαρακτηριστικά και όπου η αβεβαιότητα περί των εξελίξεων είναι βασικό δεδομένο, το Πολιτικό στοιχείο παραμένει ένα επίδικο. Σε όλο τον κόσμο, σχεδόν ταυτόχρονα, διεξάγονται σοβαρές εκλογικές διαδικασίες (Ν. Αφρική, Ινδία, λίγο πριν στη Ρωσία, Μεξικό, Ιράν σε λίγο, στην Αγγλία τον Ιούλιο, στις ΗΠΑ τον Νοέμβριο). Δεν ψηφίζουν μόνο οι ελίτ (παρόλο που ελέγχουν τις διαδικασίες και διαμορφώνουν το κλίμα), και η κρίση που τις διαπερνά εκφράζεται και από τις «εκπλήξεις» ή τις ανατροπές που φέρνουν οι εκλογικές διαδικασίες: από το Πολιτικό, έστω έτσι όπως έχει συρρικνωθεί.
 
Πρώτη κεντρική ιδέα: 
 
Η βαθιά απονομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα
Αυτό που αποκάλεσαν «λαό της αποχής» και «κόμμα της αποχής» θεωρήθηκε ο «νικητής» των ευρωεκλογών. Δεν είχαμε απλά μια έλλειψη ενδιαφέροντος και μια απάθεια των πολιτών προς το τι συμβαίνει πολιτικά. Είχαμε σε μεγάλο βαθμό μια σε έκταση και βάθος πιο συνειδητή άρνηση να πάρουν μέρος στην εκλογική διαδικασία πολίτες προερχόμενοι από όλους τους ιδεολογικούς και πολιτικούς χώρους. Η αποχή (αλλά και τα άκυρα και λευκά δεκάδων χιλιάδων πολιτών που πήγαν μέχρι τις κάλπες) είναι ένα μεγάλο μήνυμα, επειδή συνοδεύεται ή φέρνει μαζί της ένα άλλο αποτέλεσμα: τη μείωση σε αριθμό ψήφων σχεδόν σε όλα (εκτός από ένα κόμμα, του κ. Βελόπουλου) τα κόμματα της σημερινής Βουλής. Η μείωση είναι θηριώδης για τα μεγάλα συστημικά κόμματα (Ν.Δ., ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ), που το συνολικό τους ποσοστό (στο 41% που πήγε να ψηφίσει) φτάνει το 55%. Αν μετρήσουμε την πραγματική τους δύναμη σαν ποσοστό στο εκλογικό σώμα, η Ν.Δ. αντιπροσωπεύει το 12%, ο ΣΥΡΙΖΑ το 6,5%, το ΠΑΣΟΚ το 5,5%. Σύνολο: 24%. Αυτή είναι η πραγματική δύναμη των τριών πρώτων κομμάτων σε ένα σύνολο 9 εκατομμυρίων ψηφοφόρων.
Το επιχείρημα πως η αποχή (αλλά και το άκυρο και το λευκό) ευνοούν τα μεγάλα κόμματα ή το πρώτο κόμμα, πήγε περίπατο. Όταν ο όγκος μιας ορισμένης στάσης ενός τμήματος των εκλογέων είναι μεγάλος, αποκτά τη δική του «αυτονομία», στέλνει το δικό του μήνυμα, αποκτά μέχρι και ένα «δημοψηφισματικό» χαρακτήρα. Σε σχέση με τις εκλογές του 2023, ένα χρόνο πριν, τα κόμματα της Βουλής είδαν την εξής μείωση: Ν.Δ. 990.000 ψήφους, ΣΥΡΙΖΑ 337.000, ΠΑΣΟΚ 109.000 (σύνολο τα τρία συστημικά κόμματα: μείον 1.430.000 ψήφους), ΚΚΕ 33.000, Νίκη 19.000, Πλεύση Ελευθερίας 30.000. Η Ελληνική Λύση αύξησε τις ψήφους της κατά 138.000, παρά τον πόλεμο που της έγινε, ιδιαίτερα από τη Ν.Δ. και τα ΜΜΕ.
Πρόκειται για μια τεράστια απονομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος, και η πραγματικότητα είναι πως δεν υπάρχει το 41% του περσινού Ιουνίου (και τότε το ποσοστό αυτό ήταν πλασματικό σε ένα βαθμό). Η κυβέρνηση της Ν.Δ. είναι ο μεγάλος χαμένος, είναι η δύναμη που έφαγε το πιο μεγάλο χαστούκι. Είναι σαφές ότι αποδοκιμάστηκε, ακόμα και από μέρος της εκλογικής της βάσης, και είναι σίγουρο ότι δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι πήρε μήνυμα… «συνέχισης και επιτάχυνσης του μεταρρυθμιστικού έργου»! Η πορεία φθοράς της είναι αποτέλεσμα όλων των επιλογών της, και το περίφημο «επιτελικό κράτος» έχει σχεδόν καταρρεύσει. Ο Μητσοτάκης δεν κάνει ούτε καν για «διαχειριστής» ελλείψει άλλου.
Η απονομιμοποίηση είναι όμως βαθύτερη. Δεν είχαμε απλά ένα αντικυβερνητικό χαστούκι. Δεν υπάρχει αντιπολίτευση: έχουμε παράλληλη καθίζηση και του 2ου και του 3ου κόμματος. Η εικόνα μοιάζει αρκετά με αυτήν των εκλογών του 2012, όπου γκρεμίστηκε ο δικομματισμός (Ν.Δ. 18%, ΣΥΡΙΖΑ 16%, ΠΑΣΟΚ 13%, ΑΝΕΛ 10%, ΚΚΕ 8,5%, Χ.Α. 7%, ΔΗΜΑΡ 6%). Με μια μεγάλη διαφορά: τότε υπήρχε μια δυναμική του αντιμνημονιακού κινήματος και μια επιλογή ανάθεσης προς τον ΣΥΡΙΖΑ, που σε δυόμιση χρόνια πήρε την κυβέρνηση. Τώρα η κατάσταση 1ου, 2ου και 3ου κόμματος δεν παρουσιάζει καμία δυναμική. Κανένα από τα δύο κεντροαριστερά κόμματα δεν κατάφερε να εκφράσει ή να κερδίσει κάτι από τη φθορά της κυβέρνησης. Εισέπραξαν κι αυτά την απαξία του εκλογικού σώματος.
Η τεράστια έκταση της αποχής (πέρα από το ότι έχει πολλές και διαφορετικές «φέτες») σχετίζεται με μεγάλες και βαθιές διεργασίες που συντελούνται σε ένα σημαντικό τμήμα που δηλώνει ένα παρών, με ιδιόμορφο τρόπο, σε όλες τις εκδηλώσεις της κοινωνικής διαθεσιμότητας. Ιδιαίτερη θέση σε αυτή τη διαφοροποίηση έχει παίξει το «βαθύ και ενεργό ρήγμα» των Τεμπών, οι καταστροφές από τις φωτιές και τις πλημμύρες στη Θεσσαλία, η διάλυση των υποδομών, η εκτίναξη της ακρίβειας και η ανοικτή κοροϊδία των πολιτών.
Η επιλογή της αποχής από ένα ενεργό τμήμα της κοινωνικής διαθεσιμότητας, η διατήρηση μιας σχετικής αυτονομίας από το πολιτικό σύστημα και τις εκδοχές που του προσφέρονταν (πέρα από τα 3 συστημικά κόμμα ή τα κόμματα της Βουλής υπήρχαν κι άλλες δεκάδες «προτάσεις» ψηφοδελτίων που δεν συγκίνησαν ούτε έπεισαν), μας δείχνουν και τη μεγάλη έλλειψη κάποιου αξιόλογου εγχειρήματος που να μπορούσε να δώσει φωνή στην κοινωνική διαθεσιμότητα. Η αποχή όμως δείχνει (πέρα από την απονομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος και τη μεγάλη κρίση εκπροσώπησης ή αντιπροσώπευσης) και την αποξένωση προς την πολιτική όπως αυτή προσφέρεται σήμερα, καθώς και τη γενική αναξιοπιστία που περιβάλλει όλους τους υπάρχοντες πολιτικούς σχηματισμούς.
 
Δεύτερη κεντρική ιδέα: Ο πολιτικός σεισμός στην Ευρώπη
 
Η «Ευρώπη», δηλαδή οι 27 που συγκροτούν την Ε.Ε., γνωρίζουν έναν «πολιτικό σεισμό» με βάση τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών, χωρίς αυτό όμως να τροποποιεί την πορεία προς την «Ακραία Ευρώπη». Να εξηγηθούμε: Ο πολιτικός σεισμός αφορά την άμεση πολιτική κρίση σε Γαλλία και Γερμανία (τους δύο βασικούς πυλώνες της Ε.Ε.) και εν μέρει το Βέλγιο. Επίσης αφορά το «μερίδιο» που διεκδικεί το τμήμα που προέρχεται από ακροδεξιούς σχηματισμούς, οι οποίοι έχουν εισπράξει σε ένα βαθμό τη λαϊκή δυσαρέσκεια σε πολλές χώρες, και τη χρησιμοποιούν για να μπουν στο κλαμπ της διακυβέρνησης στις χώρες τους ή και συνολικά στην Ε.Ε. Το «ακραίο κέντρο», δηλαδή οι δυνάμεις που μέχρι τώρα κυβερνούσαν την Ε.Ε. και την πλειοψηφία των χωρών και αποτελείται από κυβερνήσεις κεντροαριστερές, κεντροδεξιές, κυβερνήσεις συνασπισμού και σε ορισμένες περιπτώσεις με κάποια συμμετοχή Πράσινων κομμάτων (οι Πράσινοι είναι στους μεγάλους χαμένους) είναι υποχρεωμένο να αποδεχθεί το νέο τοπίο. Η Μελόνι στην Ιταλία ανακηρύσσεται δύναμη συγκολλητική ανάμεσα στην παλιά διακυβέρνηση και αυτήν που θα εκκολαφθεί από τους νέους συσχετισμούς. Ο ελιγμός του Μακρόν μετά την εκλογική συντριβή προκηρύσσοντας εκλογές είναι μια επιχείρηση να καταστήσει συμμέτοχη και συνυπεύθυνη την Λεπέν σε μια ιδιότυπη συγκατοίκηση (εφόσον κερδίσει τις εκλογές και γίνει πρωθυπουργός).
Η «Ακραία Ευρώπη», δηλαδή μια πιο δεξιά Ευρώπη, μια πιο φιλοπόλεμη και εμπλεκόμενη στον πόλεμο Ευρώπη, μια Ευρώπη πιο υποτελής στις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, πιο αντεργατική και αντιδημοκρατική, πιο αντιρωσική και πιο ψυχροπολεμική, δεν αλλάζει ρότα με την είσοδο της ακροδεξιάς στο κλαμπ διακυβέρνησης (είτε σε ξεχωριστές χώρες είτε στη διοίκηση της Ε.Ε.). Το «ακραίο κέντρο» κρατά ακόμα τα κλειδιά και τα κρίσιμα πόστα. Οφείλει όμως να κάνει ανοίγματα προς τις δυνάμεις που ανέρχονται.
Οι πολίτες της Ευρώπης σε διάφορες χώρες, καταδικάζοντας με την ψήφο ή με την αποχή το «ακραίο κέντρο», αναζητούν μια «στέγη» που θα απαντά διαφορετικά στα θέματα του πολέμου, της κοινωνικής συνοχής, της εργασίας, της μετανάστευσης. Σε ένα βαθμό ψάχνουν μια αντισυστημική έκφραση, άσχετα αν τη βρίσκουν ή όχι. Ψαχουλεύουν χωρίς καθαρή ορατότητα. Ορισμένες δυνάμεις κατορθώνουν να ξεχωρίσουν, όπως η Σάρα Βάγκενκνεχτ (6,2% και 2,5 εκατομμύρια ψήφοι) στη Γερμανία, που έχει θέσει ως κεντρικό ζήτημα τον πόλεμο και την κοινωνική φτωχοποίηση.
Στην ιδεολογική και πολιτική ατζέντα θα τεθεί το θέμα της κεντροαριστερής ανασύνθεσης, με παραδείγματα το Δημοκρατικό Κόμμα της Ιταλίας με επικεφαλής την 38χρονη Έλι Σλάιν, και φυσικά την απόπειρα «Λαϊκού Μετώπου» στη Γαλλία. Οι δυνάμεις που συγκροτούν τέτοιες απόπειρες ή σχέδια θα βρεθούν μπροστά σε κεντρικές επιλογές: πόλεμος Ουκρανίας, οικονομία πολέμου, Μέση Ανατολή, κοινωνική συνοχή.
Ήδη τα Διευθυντήρια δεν περιμένουν την επίλυση του πολιτικού σεισμού. Προχωρούν σε τετελεσμένα που πρέπει να πάρουν υπόψη τους όλες οι δυνάμεις που θέλουν να κυβερνήσουν. Πρώτα έγινε το G7 στην Ιταλία και πάρθηκαν σχετικές αποφάσεις για τον πόλεμο στην Ουκρανία. Αμέσως μετά ο Στόλτενμπεργκ σε δηλώσεις στα πλαίσια της Συνόδου των Υπουργών Άμυνας του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες δεσμεύτηκε για βοήθεια 40 δισεκατομμυρίων προς Ουκρανία, και έκανε λόγο για αναβάθμιση του πυρηνικού σχεδιασμού του ΝΑΤΟ, χαρακτηρίζοντας τα πυρηνικά όπλα «απόλυτη εγγύηση ασφάλειας» του NATO και ένα μέσο για τη διατήρηση της ειρήνης. Μιλώντας για τη «συνεχιζόμενη προσαρμογή» του πυρηνικού οπλοστασίου του ΝΑΤΟ, ο Στόλτενμπεργκ ανέφερε ότι η Ολλανδία τον Ιούνιο αποκτά τα πρώτα μαχητικά αεροσκάφη F-35 ικανά να φέρουν πυρηνικά όπλα, και τόνισε ότι «οι ΗΠΑ εκσυγχρονίζουν τα πυρηνικά τους όπλα στην Ευρώπη»…
 
Τρίτη κεντρική ιδέα: Η ανάγκη ενός άλλου εγχειρήματος
 
Ξαναγυρνώντας στην ελληνική πραγματικότητα, οφείλουμε να εκτιμήσουμε πως η απονομιμοποίηση και η αναξιοπιστία του πολιτικού συστήματος δεν δημιουργεί κάποιο γενικό κενό που πρέπει να καλυφθεί, αλλά μια πραγματικότητα με πολλές αντιφατικές καταστάσεις και δεδομένα που πρέπει να συνυπολογίσουμε, αν μας ενδιαφέρει κάτι σημαντικό. Τι μπορεί να είναι το «κάτι σημαντικό»;
Είμαστε μπροστά σε μια μπλοκαρισμένη χώρα με μεγάλο υπαρξιακό πρόβλημα, και σε μια μπλοκαρισμένη κοινωνία υπό τα δεσμά ενός πολιτικού συστήματος (κυβέρνηση, σύστημα κομμάτων, ΜΜΕ, δικαιοσύνη, διοίκηση, ψηφιακό κράτος, γιγάντωση μηχανισμών ελέγχου και καταστολής), με έντονα εκφρασμένα μέσα στα τελευταία 14 χρόνια σημάδια ριζοσπαστισμού και εκδηλώσεις κοινωνικής διαθεσιμότητας, χωρίς όμως φωνή και αποτελεσματικότητα (ή και με ήττες, όπως συνέβη με το αντιμνημονιακό κίνημα). Άρα είναι απαραίτητο να σκεφτούμε το «κάτι σημαντικό» με όρους πείρας και συμπερασμάτων που πρέπει να εξαχθούν, και με όρους δυναμικής (αν αυτή υπάρχει και πώς μπορεί να εκφραστεί) της υπαρκτής κοινωνικής διαθεσιμότητας, όπως και με όρους σύνθεσης του εθνικού και κοινωνικού στοιχείου. Βασικό κλειδί κάθε κίνησης προς αυτήν την κατεύθυνση είναι να υπάρχουν εξαρχής ορισμένες προϋποθέσεις:
α) η ανοικτότητα και ο διάλογος,
β) η συνειδητοποίηση της έλλειψης μιας συνολικής εναλλακτικής πρότασης, που πρέπει να οικοδομηθεί,
γ) η χωρητικότητα και η εμβέλεια, που είναι αναγκαία στοιχεία για ένα μεγάλο εγχείρημα,
δ) ο σεβασμός των ιδιαίτερων διαδρομών μέχρι σήμερα του κάθε μέρους ή τμήματος της κοινωνικής διαθεσιμότητας,
ε) ο ακηδεμόνευτος χαρακτήρας του εγχειρήματος, μακριά από τις «σειρήνες» του πολιτικού και μιντιακού συμπλέγματος,
στ) πρόσωπα που χαρακτηρίζονται από ανιδιοτέλεια και πνεύμα προσφοράς.
 
Στο φόντο ενός εγχειρήματος πρέπει να είναι το ίδιο το υπαρξιακό πρόβλημα της χώρας σε όλες του τις διαστάσεις, κι όχι μια μονοθεματική ή μερική πρόταση ξεκομμένη από το όλον πρόβλημα. Η δικαιοσύνη, η δημοκρατία, η πολιτεία, η οικονομία, η εργασία, το περιβάλλον, ο πολιτισμός, η παιδεία, η υγεία, η ασφάλεια και η άμυνα σαν γενικό πλαίσιο σημαντικών ζητημάτων, δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν χωρίς ένα μεγάλο εγχείρημα-υποκείμενο που θα κινηθεί με όρους πληθυντικούς και πλειοψηφικούς, θα έχει ή θα προσπαθεί να πάρει δημοψηφισματικό χαρακτήρα στην κίνησή του και στις πρωτοβουλίες του, θα συγκεντρώνει υποστήριξη και δύναμη στη βάση των ιδεών και των περιεχομένων.
Αυτό το εγχείρημα είναι μέσα στο πλαίσιο των εν δυνάμει καταστάσεων που μπορούν να εμφανιστούν, είναι το «κάτι σημαντικό» που έχουμε ανάγκη. Κι αυτό σήμερα μπορούν να το αντιληφθούν περισσότεροι άνθρωποι, περισσότερες συλλογικότητες. Χρειάζεται όμως και δύο ακόμα προϋποθέσεις που θα ξεμπλοκάρουν μια κατάσταση: Έμπρακτα βήματα υπέρβασης του υποκειμενισμού, και δυνατότητα σύνθεσης γύρω από σημαντικούς ελάχιστους κοινούς προαγωγικούς παρανομαστές. Μια άλλη σχέση με την Πολιτική, σε αντίθεση με αυτό που αποκαλείται «πολιτική» και προσφέρεται από το σύστημα.
 
Από αυτή τη σκοπιά, το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών δεν αποθαρρύνει όπως εκείνο το «41-20» πριν ένα χρόνο, και αυτό οφείλεται σε βήματα και διεργασίες που γίνονται μέσα στην κοινωνία και μέσα στην κοινωνική διαθεσιμότητα. Αντίθετα, δείχνει ότι υπάρχουν δυνατότητες για ένα σημαντικό εγχείρημα. Με τον όρο πως κάποιοι θα το διαβάσουν, θα το αναλύσουν, θα το προσπαθήσουν με σοβαρότητα και γείωση. Δεν είμαστε χαζοχαρούμενοι. Απλώς επενδύουμε σοβαρά στην ανάγκη και στη δυνατότητα ενός σημαντικού άλλου εγχειρήματος!
 
 Γιάννης Μαυρής (14-6-24)