ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ ----- Ουκρανία vs Ρωσία

Ουκρανία vs Ρωσία ( Συλλογή άρθρων - Ανανεώνεται)

Κυριακή 31 Δεκεμβρίου 2023

Μενέλαος Χαραλαμπίδης: “Η ατιμωρησία των δωσίλογων ήταν μια κακοποίηση για όσους αντιστάθηκαν”

 Το βιβλίο του Μενέλαου Χαραλαμπίδη «Οι δωσίλογοι: ένοπλη, πολιτική και οικονομική συνεργασία στα χρόνια της Κατοχής» κυκλοφορεί  στα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια. 

( Μετά τη συνέντευξη,κείμενο από προδημοσίευση του βιβλίου, και εισήγηση του ομότιμου καθηγητή Αντώνη Λιάκου στην παρουσίαση του βιβλίου)


Οι δωσίλογοι (χαρτόδετη έκδοση) / ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Αν κάτσουμε και αναλογιστούμε σοβαρά το χάσμα ανάμεσα σε όλα αυτά που διδαχτήκαμε στο σχολείο ως μάθημα ιστορίας και στα τεκμήρια που ανασύρει η ανεξάρτητη ιστορική έρευνα, μάλλον θα αισθανθούμε πολύ δυσάρεστα για τον τρόπο που επέλεξε η επίσημη εκπαιδευτική πολιτική να επηρεάσει τη συγκρότηση της ιστορικής μνήμης, γι’ αυτά που υπογράμμισε και κυρίως γι’ αυτά που αποσιώπησε.

Αναμφίβολα τα γεγονότα της Κατοχής και της Αντίστασης είναι τα πλέον υποφωτισμένα, γραμμένα με το μολύβι της εθνικής αφήγησης, ριγμένα σ’ έναν γενικόλογο χυλό που αποκρύπτει ουσιώδεις πτυχές της πραγματικότητας. Χρειάζεται να κοπιάσει κάποιος αρκετά στη μετέπειτα ζωή του για να βρει τις πηγές και τα εργαλεία για τη μελέτη της ιστορίας έξω από προκαταλήψεις και μεθοδεύσεις.

Τα βιβλία του Μενέλαου Χαραλαμπίδη εξασφαλίζουν αυτή τη δυνατότητα. Διδάκτωρ Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, εμπνευστής και δημιουργός του εγχειρήματος δημόσιας ιστορίας Athens History walks, κάνει εδώ και χρόνια μια πολύτιμη δουλειά πάνω σε ιστορικά θέματα που είχαν θεωρηθεί ταμπού. Το τρίτο του βιβλίο συνιστά μια ενδελεχή επισκόπηση – προϊόν πολυετούς έρευνας –  του φαινομένου του δωσιλογισμού στον ελλαδικό χώρο στην Κατοχή. Γιατί σίγουρα είναι βολικό και εξυψωτικό να νομίζουμε πως η ελληνική κοινωνία στο σύνολο της είχε αντιστασιακή δράση.

Ωστόσο, επειδή αυτό δεν είναι αληθές, μας εμποδίζει στο να κάνουμε μια δίκαιη απόδοση της τιμής στα άτομα που αντιστάθηκαν και της ευθύνης στα άτομα που συνεργάστηκαν με τους ναζί κατακτητές. Ακόμα περισσότερο υπονομεύει τον στοχασμό πάνω στα ιστορικά συμβάντα και τον εντοπισμό του αποτυπώματος τους. Ο δωσιλογισμός είναι μια σοβαρή παράμετρος εκείνης της περιόδου με αλγεινές επιπτώσεις σε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού. Ακόμα περισσότερο είναι αναπόσπαστο στοιχείο της μεταπολεμικής συγκρότησης του ελληνικού κράτους και εξηγεί πολλά πράγματα που μας συνοδεύουν ως βαρίδια μέχρι σήμερα. 

Μενέλαε το τρίτο σου βιβλίο καταπιάνεται μ’ ένα ακανθώδες ζήτημα, αυτό του δωσιλογισμού. Θες να μας πεις λίγο πως προέκυψε;
Κοίτα το πρώτο μου βιβλίο είναι για την Κατοχή, το δεύτερο για τα Δεκεμβριανά, δηλαδή μ’ έναν τρόπο στο πρώτο περιέγραψα ποιοι αντιστάθηκαν και στο δεύτερο τη σύγκρουση εκείνων που αντιστάθηκαν με αυτούς που συνεργάστηκαν. Σκέφτηκα, λοιπόν, ότι πρέπει να κλείσει αυτός ο κύκλος και να μιλήσω γι’ αυτούς που συνεργάστηκαν. Είναι τεράστιο ζήτημα με μεγάλες και μακροχρόνιες παρενέργειες. 15 χρόνια συγκέντρωνα το υλικό. Δεν ήταν καθόλου εύκολη δουλειά με δεδομένο ότι ένα μεγάλο μέρος των αρχείων είναι κλειστά, δυσχεραίνοντας την ιστορική έρευνα. 

Γιατί παραμένουν κλειστά; Έχουν περάσει 80 χρόνια. Πως δικαιολογείται μια τέτοια απόφαση σε επίπεδο αρχειακής πολιτικής;
Η διεθνής και η εγχώρια νομοθεσία προβλέπει ότι μετά από 30 χρόνια τα αρχεία ανοίγουν εκτός από εκείνα που συνυφαίνονται με ευαίσθητα εθνικά θέματα, για τα οποία επιλαμβάνεται η επιτροπή αποχαρακτηρισμού. Βέβαια, το πόσοι κομμουνιστές συνελήφθηκαν την περίοδο της Κατοχής δεν εμπλέκεται με κάποιο εθνικό ζήτημα. Ωστόσο, το ελληνικό κράτος επιμένει στην πολιτική των κλειστών αρχείων. Είναι πολιτικοί οι λόγοι που 80 χρόνια μετά παραμένουν κλειστά. Έγινε μια προσπάθεια επί Υπουργίας Πανούση και έπειτα Τόσκα να ανοίξουν τα αρχεία. Φτιάχτηκε η διεύθυνση Ιστορίας του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, μεταφέρθηκαν εκεί οι φάκελοι, λίγοι συνάδελφοι πρόλαβαν τα τους δουν. Ακολούθησαν οι εκλογές, όπου η Νέα Δημοκρατία τα έκλεισε ξανά.

Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την πολυδιάσπαση των αρχείων, με το ότι δεν υπάρχει ένας ενιαίος φορέας και πολλά αρχεία βρίσκονται σε δημόσιες υπηρεσίες και καλείσαι να πείσεις τους υπηρεσιακούς παράγοντες ότι δεν έχεις κακές προθέσεις και κάνεις έρευνα, μας ταλαιπωρεί πολύ. Σπουδαίο υλικό υπάρχει στα βρετανικά αρχεία, πρόκειται κυρίως για υλικό ανακριτικών διαδικασιών των βρετανικών υπηρεσιών συλλογής πληροφοριών. Οι Βρετανοί στην απελευθέρωση προχώρησαν σε συλλήψεις διαφόρων πρακτόρων των Γερμανών που προσπαθούσαν να διαφύγουν – όπως και κάμποσοι Έλληνες συνεργάτες διέφυγαν προ Γερμανία και Αυστρία. Από αυτές τις ανακρίσεις προκύπτουν ενδιαφέροντα πράγματα και για τη δράση τους στην Ελλάδα. 

Η δική μου αίσθηση είναι πως το θέμα του δωσιλογισμού είναι σε μεγάλο βαθμό ανεξερεύνητο. Προκύπτει από τη δική σου έρευνα αυτό συμπέρασμα;
Ισχύει, έχουμε λίγες έρευνες. Η πρώτη δουλειά έγινε από τον Στράτο Δορδανά και αφορούσε τη Θεσσαλονίκη, σημαντική ήταν κι η δουλειά του Δημήτρη Κουσουρή για τις δίκες των δωσίλογων. Εγώ σε συνέχεια αυτών, ήθελα να δω ποιοι συνεργάζονται, γιατί και τι κάνουν. Προφανώς δεν μπορεί να εξαντληθεί σ’ ένα βιβλίο. Μπόρεσα, όμως, να ξεκαθαρίσω διάφορα πράγματα που ήταν θολά, να απαντήσω πρώτα στον εαυτό μου ώστε να μπορέσω να απαντήσω και σε όσους/ες το διαβάσουν, τι σημαίνει δοσιλογισμός για την Ελλάδα και ποιες είναι οι παράλληλες που μπορούμε να τραβήξουμε με το φαινόμενο στην υπόλοιπη Ευρώπη. 

Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη, την πολιτική, την οικονομική και την ένοπλη συνεργασία με τους ναζί. Θα έλεγες ότι αυτές οι μορφές συνεργασίας είναι κάπως αλληλένδετες, λειτουργούν ενισχυτικά και συμπληρωματικά η μια προς την άλλην;
Ναι, δεν έχουν στεγανά. Πολλές φορές οι ίδιοι άνθρωποι κινούνται και στα τρία επίπεδα, λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία. Είναι και ευνόητο ότι δε μπορεί να υπάρξει οικονομική και ένοπλη συνεργασία αν δεν υπάρχει πολιτική. Αυτή είναι στη βάση που επιτρέπει σε οποιαδήποτε άλλη μορφή συνεργασίας να αναπτυχθεί. Δουλεύω και στα τρία επίπεδα για να μπορέσουμε να καταλάβουμε με ποιον τρόπο η πολιτική συνεργασία που συμβαίνει από την πρώτη στιγμή που ορκίζεται η κυβέρνηση Τσολάκογλου, ανοίγει τον χώρο, εξασφαλίζει τη νομιμοποίηση για τη συνεργασία. Ο βιομήχανος σκέφτεται ότι από τη στιγμή που η κυβέρνηση συνεργάζεται  γιατί να μη συνεργαστώ εγώ; Αυτό συμβαίνει σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες

Αυτοί που συνεργάστηκαν μπόρεσαν να κρατήσουν σε λειτουργία τις επιχειρήσεις τους, ενδεχομένως και να τις επεκτείνουν κι έτσι όταν έληξε ο πόλεμος και ήρθαν τα αμερικάνικα κεφάλαια, αυτές οι επιχειρήσεις συμμετείχαν στη διαδικασία της ανασυγκρότησης.”

Ως προς την οικονομική συνεργασία, αυτό που έχουμε στο μυαλό μας και που είναι γερά ριζωμένο στην ιστορική μνήμη, είναι η μαύρη αγορά. Υπάρχουν κι άλλες εκδοχές οικονομικής συνεργασίας με τους Γερμανούς στην Κατοχή;
Η μαύρη αγορά είναι η χοάνη. Όλοι εμπλέκονται, ακόμα και άνθρωποι που δεν είναι μαυραγορίτες. Στην Κατοχή ένα μεγάλο κομμάτι της οικονομίας τίθεται εκτός νομιμότητας για όλους, για τους ανθρώπους που ψάχνουν τροφή για να μην πεθάνουν από την πείνα, για τους μικρούς μαυραγορίτες που το κάνουν για λόγους επιβίωσης και για τους μεγάλους μαυραγορίτες που το κάνουν για λόγους εύκολου και γρήγορου πλουτισμού. Είναι η ανάληψη έργων για λογαριασμό του κατακτητή είτε με τη μορφή επίταξης, είτε με τη μορφή συμβολαίου, είτε σε μικρότερο βαθμό με την μορφή απόκτησης εκ μέρους των Γερμανών του πλειοψηφικού πακέτου μιας εταιρείας. Το μεγαλύτερο όφελος που πρόεκυπτε δεν ήταν τόσο τα λεφτά, όσο ότι διατήρησαν ζωντανές τις επιχειρήσεις τους.

Οι Γερμανοί και στην Ελλάδα και αλλού τροφοδοτούσαν με ενέργεια και πρώτη ύλη μόνο τις επιχειρήσεις που τους ενδιέφεραν καταδικάζοντας τις υπόλοιπες σ υπολειτουργία ή κλείσιμο. Αυτοί που συνεργάστηκαν μπόρεσαν να κρατήσουν σε λειτουργία τις επιχειρήσεις τους, ενδεχομένως και να τις επεκτείνουν κι έτσι όταν έληξε ο πόλεμος και ήρθαν τα αμερικάνικα κεφάλαια, αυτές οι επιχειρήσεις συμμετείχαν στη διαδικασία της ανασυγκρότησης. Ενώ άλλοι βιομήχανοι που δε δέχτηκαν να συνεργαστούν ή ήταν αδιάφορο το αντικείμενο τους για τους Γερμανούς καταδικάστηκαν σε υπολειτουργία ή και σε εξαφάνιση. Αυτό αποτελεί μια σημαντική διαπίστωση της έρευνας. Η οικονομική συνεργασία με τους κατακτητές ήταν εκτεταμένη. Ένα μεγάλο ποσοστό των βιομηχάνων, των εφοπλιστών, των τραπεζιτών που υπάρχουν πριν και μετά την Κατοχή είναι άνθρωποι που έχουν συνεργαστεί. Δεν παραπέμφθηκαν, όμως, σε δίκη και άρα δεν έχουμε πρακτικά δικών για να μάθουμε λεπτομέρειες. Αυτό που έκανα εγώ ήταν να μελετήσω τις αγορές ακινήτων στο νομό Αττικής τη συγκεκριμένη περίοδο. Ήταν περίπου 60.000 ακίνητα και αποδελτίωσα 10.000 αγορές. Εκεί εντόπισα ποιοι άνθρωποι εμφανίζονται τακτικά και ήταν οι επιχειρηματίες που είχαν συναλλαγές με τους Γερμανούς. Προκύπτει μια ξεκάθαρη εικόνα για το πώς επωφελούνται. 

Το λίπασμα για τον δωσιλογισμό ρίχτηκε τότε ή νωρίτερα; Μπορούμε να πούμε ότι οι αντισημιτικές και φιλοναζιστικές οργανώσεις του Μεσοπολέμου και η διάβρωση του κράτους από τη δικτατορία Μεταξά έπαιξαν ρόλο για τη συνεργασία;
Σαφώς κι αυτό μας δείχνει πόσο λάθος κάνουμε να μελετούμε την κατοχική περίοδο από το 1941. Είναι μια μεγάλη τομή ο πόλεμος αλλά υπάρχουν συνέχειες που έρχονται από το παρελθόν και δε μπορούμε να κατανοήσουμε τι συνέβη στην Κατοχή, αν δεν τις δούμε. Για τις αντισημιτικές και φιλοναζιστικές οργανώσεις που δρούσαν στο Μεσοπόλεμο, το καθεστώς Μεταξά λειτούργησε ως συσσωρευτής, τις απορρόφησε στον κρατικό μηχανισμό της δικτατορίας. Στην Κατοχή η δράση τους αναζωπυρώθηκε. Δεν είναι αυτό, όμως, το καθοριστικό γιατί δεν είχαμε μαζικό φασιστικό κίνημα στην Ελλάδα. Το μεγάλο ζήτημα είναι ο μεσοπολεμικός αντικομμουνισμός που είχε διαποτίσει το ελληνικό κράτος, κορυφώθηκε επί Μεταξά αλλά είχε αρχίσει να χτίζεται ήδη από το 1929 με το Ιδιώνυμο. Αυτό βλέπουμε να αναπτύσσεται και να εξαπλώνεται στην κατοχή. Το αφήγημα που έχουν τα σώματα ασφαλείας είναι ότι δε συνεργάστηκαν με τον κατακτητή, ότι συνέχισαν να κάνουν ότι έκαναν και πριν, να κυνηγούν κομμουνιστές και αντιφρονούντες.  

Επομένως, η συνεργασία με τον κατακτητή ήταν μια στρατηγική ενός μέρους της ελληνικής άρχουσας τάξης;
Αν θέλουμε να σκιαγραφήσουμε τη γενική εικόνα, αυτοί που μπήκαν στην Αντίσταση προέρχονταν από τα λαϊκά στρώματα και τη μεσαία τάξη που φτωχοποιήθηκε στην κατοχή και ριζοσπαστικοποιήθηκε πολιτικά. Από την άλλη πλευρά, αυτοί που συνεργάστηκαν προέρχονταν από τις στρατιωτικές, οικονομικές και πολιτικές ελιτ της περιόδου. Υπήρχαν, βέβαια, και τυχοδιώκτες που βρήκαν ευκαιρία να επωφεληθούν. Στα σώματα ασφαλείας έχουμε βενιζελικούς και βασιλικούς αξιωματικούς που για πρώτη φορά συμμαχούν ενάντια στον κομμουνισμό. Σε επίπεδο βάσης, οι άνθρωποι που απαρτίζουν τα σώματα ασφαλείας δεν είναι ιδεολογικά τοποθετημένοι απέναντι στον κομμουνισμό. Γι’ αυτούς ο κομμουνισμός ενσαρκώνει έναν αδιόρατο φόβο. Οπότε σε επίπεδο βάσης το κίνητρο ήταν ο φόβος ή η δυνατότητα για εύκολα χρήματα σε μια κοινωνία που κατέρρεε. 

Είναι εφικτό να κάνεις μια αριθμητική προσέγγιση; Πόσοι άνθρωποι συνεργάστηκαν;
Είναι δύσκολο αυτό γιατί τα αρχεία παραμένουν κλειστά, όπως είπαμε. Ξέρουμε, για παράδειγμα, ότι το Σύνταγμα Ευζωνων Αθηνών που ανήκει σ’ αυτή την κατηγορία απαριθμούσε 4200 άτομα. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτά, ήταν η χωροφυλακή στο μεγαλύτερο τμήμα της, το μηχανοκίνητο τμήμα της αστυνομίας πόλεων, οι ομάδες ασφαλείας τοπικά που δημιουργήθηκαν που δεν έχουμε καθόλου εικόνα, ήταν αρκετοί όσοι πήραν όπλα κατά του ελληνικού αντιστασιακού κινήματος. Οι Γερμανοί δεν έχουν ούτε τις επαρκείς δυνάμεις, ούτε την υπηρεσιακή ικανότητα. Στηρίζονται στους Έλληνες συνεργάτες τους που έχουν τα αρχεία, τους φακέλους και τους ανθρώπους στις συνοικίες να καταγράφουν ποιοι/ες αντιστέκονται. Μην ξεχνάμε ότι υπάρχουν και Έλληνες που εντάχθηκαν απευθείας στη Βερμαχτ και τα SS, επιφέροντας μεγάλο κακό γιατί ένας άνθρωπος μπορούσε να καταδώσει μια ολόκληρη οργάνωση. 

Οπότε ο δωσιλογισμός είναι αναπόσπαστο κομμάτι της εξουσίας των ναζί κατακτητών; Μπορούμε να εικάσουμε ότι θα ήταν αρκετά αδύναμη χωρίς τους Έλληνες συνεργάτες;
Εγώ χρησιμοποιώ στο βιβλίο την έννοια του ελληνικού στρατού κατοχής, είναι μια έννοια που για πρώτη φορά χρησιμοποιείται, βασισμένος στα χαρακτηριστικά που έλαβε η ένοπλη συνεργασία. Τουλάχιστον στην Αθήνα και τον Πειραιά έχουμε τη συγκρότηση ενός ελληνικού στρατού κατοχής που σε συνεργασία με τις γερμανικές μονάδες αναλαμβάνει τη δουλειά. Οι Γερμανοί έχουν εποπτικό ρόλο, αυτοί που μπαίνουν μάχιμα είναι τα ελληνικά σώματα ασφαλείας. Υπάρχουν επιχειρήσεις που κάνουν μόνο τα σώματα ασφαλείας. 

Είναι κρίσιμος ο ρόλος τους και στα Μπλόκα;
Ναι, ρίχνουμε συνήθως την προσοχή μας στους κουκουλοφόρους στα Μπλόκα αλλά έχει γίνει μια προεργασία από τη χωροφυλακή και τους τύπους που λειτουργούν ως πληροφοριοδότες στις γειτονιές. Όπου κάνουν Μπλόκο οι Γερμανοί έχουν συλλεχθεί πληροφορίες πρωτύτερα από θυρωρούς, ταξιτζήδες, ιδιοκτήτες καταστημάτων. Με βάση αυτές τις πληροφορίες στήνονται τα Μπλόκα και έρχονταν συμπληρωματικά οι καταδότες για να κάνουν επί τόπου αναγνωρίσεις.

Ανταλλάχτηκαν εκείνη την εποχή και μέθοδοι βασανισμού;
Ανταλλαγή τεχνογνωσία γύρω από το θέμα της δίωξης κομμουνιστών ήδη από τον Μεσοπόλεμο. Οι Έλληνες αξιωματούχοι πήγαιναν στη Γερμανία για να εκπαιδευτούν, ο Μανιαδάκης είχε συνεργαστεί με τα SS. Είχαμε την εισαγωγή καινούργιων μεθόδων παρακολούθησης, βασανισμών, απόσπασης πληροφοριών που ήταν τόσο σκληρές που οδήγησαν στη διάλυση του ΚΚΕ. Αυτά λειτουργούν σαν μια τεχνογνωσία που υπάρχει και δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την υιοθέτηση πρακτικών που έφεραν οι Γερμανοί  μαζί τους ως κατακτητές. Αυτός πάντως είναι ο πυρήνας της συνεργασίας, ότι το ελληνικό κράτος παραδίδει τους πολίτες του απροστάτευτους στον ξένο κατακτητή, το κράτος αφαιρεί με δική του πρωτοβουλία το πλαίσιο προστασίας των πολιτών.

Με βάση αυτά που λέμε και κυρίως αυτά που προέκυψαν ως συμπεράσματα από την έρευνα σου, θεωρείς ότι η έννοια της «Εθνικής Αντίστασης» είναι κάπως ανακριβής και συσκοτιστική; Ότι η Αντίσταση δεν ήταν πάνδημη;
Είναι προφανές ότι δεν ισχύει. Οι κακοί της υπόθεσης δεν αποτελούσαν μιαν οικτρή μειοψηφία. Το διαπιστώνουμε και στις χρονικότητες της Κατοχής, μέχρι τις αρχές του 1943 αυτοί που συνδέονται με τη συνεργασία είναι περισσότεροι από αυτούς που συνδέονται με την Αντίσταση. Συσκοτίζεται ένα μεγάλο κατόρθωμα της αντιστασιακής δράσης, ότι δηλαδή οι πρώτοι αντιστασιακοί έδωσαν έναν τιτάνιο αγώνα για να πείσουν τους συμπολίτες τους ότι πρέπει να πάνε με τη δική τους πλευρά. Εμείς βλέπουμε το τέλος, ότι αντιστάθηκαν πολλοί, ναι πράγματι πολλοί αντιστάθηκαν αλλά το επίτευγμα αυτών που στην αρχή ήταν μειοψηφία ήταν ότι έπεισαν τους υπόλοιπους είτε να βγουν από την αδράνεια, είτε να σταματήσουν να συνεργάζονται με τους Γερμανούς και να περάσουν από το στρατόπεδο της συνεργασίας στο στρατόπεδο της ενεργητικής αντίστασης. Δεν αντισταθήκαμε ως έθνος σύσσωμο απέναντι στους κατακτητές, κανένα έθνος εξάλλου δεν το έκανε. 

Για μια μακρά περίοδο η έννοια της Αντίστασης είχε προσλάβει έναν στρεβλό χαρακτήρα, θεωρούσαν ότι αντιστάθηκαν αυτοί που πολέμησαν τους κομμουνιστές.”

Γιατί επιλέχθηκε ως επίσημο αφήγημα του κράτους;
Για πολιτικούς λόγους και πάλι. Έχει ενδιαφέρον να δούμε πως εξελίσσεται η έννοια της Αντίστασης. Έχουμε τα Δεκεμβριανά, τον Εμφύλιο και μετά την επικράτηση ενός κράτους εθνικοφρόνων που διέπονταν από το εμφυλιακό κλίμα μέχρι τουλάχιστον το 1974. Για μια μακρά περίοδο η έννοια της Αντίστασης είχε προσλάβει έναν στρεβλό χαρακτήρα, θεωρούσαν ότι αντιστάθηκαν αυτοί που πολέμησαν τους κομμουνιστές. Η αποκατάσταση των ανθρώπων που όντως αντιστάθηκαν έφτασε με 40 χρόνια καθυστέρηση, το 1982 επί ΠΑΣΟΚ και την προσπάθεια των αριστερών να ενταχθούν επιτέλους στον εθνικό κορμό. Γι’ αυτό η έννοια της Εθνικής Αντίστασης υιοθετήθηκε και από το ΚΚΕ και από όλες τις αριστερές δυνάμεις, να μπει μπροστά το εθνικό για να βγάλει από την αριστερά τη ρετσινιά της αντεθνικής δύναμης. Ήταν ένας όρος που τη δεκαετία του 80 και του 90 ικανοποιούσε τις προσδοκίες όλων των πλευρών.


Έχουμε ζήσει περιπτώσεις που ιστορικοί αμφισβήτησαν τα εθνικά αφηγήματα και στοχοποιήθηκαν λυσσαλέα. Σε αγχώνει ένα τέτοιο ενδεχόμενο;
Κοίτα δε μπορείς να κάνεις τη δουλειά σου σωστά αν έχεις αυτό το άγχος. Είναι μεγάλη η απόσταση που χωρίζει την έρευνα και την ιστορία ως επιστήμη από αυτό που διδάσκεται στα σχολεία. Για μένα είναι ξεκάθαρο πως ότι προκύψει από την έρευνα θα περάσει στο βιβλίο, δεν έχω σκεφτεί ποτέ το κόστος γιατί αυτός είναι ο ρόλος του ιστορικού. Γι’ αυτό ασχολούμαι με θέματα που θεωρούνται ταμπού. Το μέλημα μου είναι να είναι καλά τεκμηριωμένο αυτό που λέω, να μη μπορεί κάποιος να το ανατρέψει. Τωρα το ότι σε κάποιους δεν θα αρέσει, είναι άλλο πράγμα

Νομίζω πως αποτελεί πλέον μια κοινή πεποίθηση, αλλά θα ήθελα να μου πεις αν επιβεβαιώνεται και από τη δική σου έρευνα ότι δεν αποδόθηκαν ευθύνες στους δωσίλογους για τα εγκλήματα που διέπραξαν;
Αυτά μας τα έδειξε η δουλειά του Δημήτρη πολύ καθαρά. Είναι πραγματικά εντυπωσιακό και παράλληλα δύσκολο να περιγράψεις πως η ελληνική δικαιοσύνη έπαιξε έναν τέτοιο ρόλο. Κατά την άποψη μου, μιλάμε για την πιο μαύρη σελίδα στην ιστορία της ελληνικής δικαιοσύνης για την οποία ως θεσμός δεν έδωσε ποτέ εξηγήσεις. Το καθεστώς της ατιμωρησία ως παθογένεια του ελληνικού κράτους έρχεται από την Κατοχή και φτάνει στο σήμερα. Τα σώματα ασφαλείας την περίοδο της Κατοχής μετατρέπονται σε εγκληματική οργάνωση και δεν υπήρξε καμία λογοδοσία γι’ αυτό, ένα καθεστώς ανομίας που πέρασε στις συνειδήσεις των ανθρώπων και τους έδωσε να καταλάβουν πως λειτουργεί το κράτος. Έπεσαν οι μάσκες. Είδαν μαζικά οι πολίτες με ποιους τρόπους η εξουσία μεταχειρίζεται την ισχύ της. 

Έτσι, οι συνεργάτες των ναζί συνέχισαν και μεταπολεμικά ανενόχλητοι το έργο της τρομοκράτησης, έχοντας θεσμική κάλυψη και καταλαμβάνοντας υψηλές θέσεις στον κρατικό μηχανισμό.
Ακριβώς, τα ίδια έκαναν στα Δεκεμβριανά, στη λευκή τρομοκρατία, στον Εμφύλιο και μετεμφυλιακά. Συνέχισαν να τρομοκρατούν τις αντιστασιακές δυνάμεις της κοινωνίας. Εδώ χρειάζεται μια έρευνα να μας δείξει πως ο φόβος και η βία περνάει ως κανονικότητα ενσωματώνεται στη διοίκηση και η πολυπλευρη άσκηση βίας. Αυτά θέλουν μελέτη για να δούμε πως διαμορφώνεται το σύγχρονο ελληνικό κράτος, πως ομαλοποιήθηκε μια έκτακτη κατάσταση κι έγινε πρακτική του ελληνικού κράτους. Δεν εκκαθαρίστηκε ποτέ ο κρατικός μηχανισμός.  Έχω περιπτώσεις δοσίλογων που έφτασαν σε πολύ υψηλά αξιώματα, όπως ο Μπουραντάς έγινε αρχηγός της Πυροσβεστικής, ο Πατερης έγινε αρχηγός της χωροφυλακής. Αφέθηκαν να συνεχίσουν την καριέρα τους. 

Λειτούργησε αυτή η συνθήκη σαν ένας παράγοντας επιβολής σιωπής για τους/τις αντιστασιακούς/ες; Το γεγονός ότι θα έπρεπε να εκτίθενται στους βασανιστές τους διαρκώς και να ζουν κάτω από τη σκιά τους;
Πρέπει να σκεφτούμε αυτή τη διαδικασία σαν μια μαζική κακοποίηση ενός μεγάλου τμήματος του πληθυσμού. Είναι απόλυτα λογικό ότι η γενιά που τα έζησε δε μίλησε. Αν το σκεφτούμε σε ανθρώπινο επίπεδο, έκαναν οικογένεια μετά, πως θα μπορούσαν να εξηγήσουν στα παιδιά τους ότι έχουν κακοποιηθεί και αναγκάζονται να ζουν χωρίς δικαιοσύνη; Η επόμενη γενιά δεν είχε τη γνώση κι έρχεται η τρίτη γενιά να αναμοχλεύσει τα ζητήματα, χρειάζεται μια απόσταση γενεών για να μπορέσει το τραύμα να μπει σε μια διεργασία αφήγησης. 

Πηγή 

 

Ο αντικομμουνισμός ως συνέχεια του κράτους

 

Προδημοσίευση από το βιβλίο του Οι δωσίλογοι. Ένοπλη, πολιτική και οικονομική συνεργασία στα χρόνια της Κατοχής, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σελ. 448
 
Το μεσημέρι της 5ης Νοεμβρίου 1945 ξεκίνησε την απολογία του ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου Αθηνών ο διευθυντής της Ειδικής Ασφάλειας της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής, υποστράτηγος Αλέξανδρος Λάμπου. Η δίκη των ανδρών της Ειδικής Ασφάλειας ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη, μετά από εκείνη των κατοχικών κυβερνήσεων, γεγονός που αντανακλούσε την πρωτοκαθεδρία αυτής της υπηρεσίας στο πεδίο της συνεργασίας των ελληνικών δυνάμεων ασφαλείας με τους κατακτητές. Το βασικό επιχείρημα που υιοθέτησε ο Λάμπου, αλλά και πολλοί άλλοι άνδρες της χωροφυλακής, για να αποκρούσει την κατηγορία της συνεργασίας, ερχόταν από το παρελθόν και συγκεκριμένα από το 1929 και τους νόμους που όριζαν το αντικείμενο και τις αρμοδιότητες της υπηρεσίας του. Υποστηρίζοντας ότι δεν διέπραξε καμία παρανομία, καθώς συνέχισε στα χρόνια της Κατοχής το έργο που πάντα έκανε η υπηρεσία του, δηλαδή τη δίωξη των κομμουνιστών, ο Λάμπου διέγραφε τη γερμανική κατοχή, τραβώντας μια ευθεία γραμμή μεταξύ του 1929 και του 1944:
«Κατ’ εμέ δεν έπρεπε να φύγω εκ της Ειδικής Ασφαλείας και ως απεδείχθη εκ των υστέρων και εκ του κινήματος του ∆εκεμβρίου, ουδεμίαν παρανομίαν διέπραξα [...]. Η μόνη μου σκέψις ήτο η δίωξις των κομμουνιστών οίτινες ήσαν εχθροί της Πατρίδος [...] Ουδεμίαν συνεργασίαν είχον με τους Γερμανούς. [...]. Η Ασφάλεια κατεδίωκε πάντα όστις ενήργει εναντίον της τιμής και της ζωής της Πατρίδος μας. Εις τα γενόμενα μπλόκα συνελήφθησαν και Βούλγαροι. Τα νοσοκομεία μεταβλήθησαν εις Σοβιέτ».[1]
Αυτά που ανέφερε με εμφανή συναισθηματική φόρτιση ο Λάμπου τα επανέλαβε με ένα περισσότερο υπηρεσιακό λόγο ο υπασπιστής του και μάρτυρας «κατηγορίας», ταγματάρχης χωροφυλακής Γεώργιος Γενεράλης. Ο υπασπιστής του Λάμπου τόνισε ότι «Η Ειδική Ασφάλεια εφήρμοζε το ιδιώνυμον. Οι συλλαμβανόμενοι παρεπέμποντο εις την Επιτροπήν και εις το Στρατοδικείον. Τα όργανα κατεδίωκον τους κουμουνιστάς διότι υπήρχε το ιδιώνυμον. [...] Αι ομάδες της Ασφαλείας κακώς έκαμαν εάν συνελάμβανον μη κομουνιστάς και ας ήσαν εις το ΕΑΜ. Έπρεπε να εξετάζουν όταν συνελάμβανον τίνα εάν ήτο κουμουνιστής ή όχι».[2]
Το γεγονός ότι οι αξιωματικοί της χωροφυλακής πίστευαν πως οι κομμουνιστές ήταν εχθροί της πατρίδας δεν ήταν αποτέλεσμα των τρεισήμισι χρόνων της κατοχής. Δεν ήταν κάτι που έμαθαν από τους Γερμανούς κατακτητές, αλλά μια υπηρεσιακή βεβαιότητα που είχε θεμελιωθεί μέσα από τις πολιτικές των μεσοπολεμικών ελληνικών κυβερνήσεων. Ήταν μια βεβαιότητα, μια πίστη, που ερχόταν από το παρελθόν. Οι κομμουνιστές, επειδή ήταν εχθροί της πατρίδας, δεν αποτελούσαν τμήμα του ελληνικού έθνους και συνεπώς μπορούσαν να συνεχίζουν να συλλαμβάνονται ακόμα και κάτω από συνθήκες ξένης στρατιωτικής κατοχής. Το γεγονός ότι ανώτατοι αξιωματικοί της ελληνικής χωροφυλακής μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν αυτό το επιχείρημα στις αίθουσες των μεταπολεμικών δικαστηρίων, πριν ακόμη ξεσπάσει ο εμφύλιος πόλεμος, για να αποκρούσουν την κατηγορία της συνεργασίας με τους κατακτητές, δείχνει ότι ο αντικομμουνισμός αποτελούσε στοιχείο συνέχειας του ελληνικού κράτους, που νομιμοποιούσε τη δίωξη των κομμουνιστών κάτω από τις πολύ διαφορετικές, μεταξύ τους, περιόδους της μεσοπολεμικής, της κατοχικής και της μεταπολεμικής Ελλάδας.
Αν αναζητήσουμε τα αίτια της συνεργασίας με τους κατακτητές μόνο στις τομές που προκάλεσε ο πόλεμος, θα υποτιμήσουμε τη βαρύτητα που είχαν οι συνέχειες, τα κληροδοτήματα του μεσοπολέμου. Η περίπτωση της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής είναι χαρακτηριστική του πώς συναντήθηκαν συνέχειες και τομές στο πλαίσιο μιας νέας κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας. Η πρωτόγνωρη, σε έκταση και ένταση, βία που άσκησε η ελληνική χωροφυλακή κατά των Ελλήνων αντιστασιακών στα χρόνια της κατοχής, αποτέλεσε την κορύφωση μιας διαδικασίας μετασχηματισμού της από σώμα τήρησης της τάξης σε πολιτική αστυνομία και τελικά σε ένοπλη δύναμη κάτω από τις διαταγές του ξένου κατακτητή. Μια διαδικασία που είχε ξεκινήσει από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 και είχε εξοικειώσει τα στελέχη της, και ιδιαίτερα αυτά της Ειδικής Ασφάλειας, με το έργο της δίωξης του εσωτερικού πολιτικού εχθρού. Η απόφαση των ελληνικών κυβερνήσεων συνεργασίας και της ηγεσίας της χωροφυλακής να συνεχιστεί η δίωξη των Ελλήνων κομμουνιστών, παρά το γεγονός ότι αυτοί πρωταγωνιστούσαν στον αντιστασιακό αγώνα κατά των δυνάμεων κατοχής, κατέστησε την χωροφυλακή τον στενότερο συνεργάτη των γερμανικών αρχών κατοχής. Η Ελληνική Βασιλική Χωροφυλακή, και ιδιαίτερα η Ειδική Ασφάλεια του Κράτους, αποτέλεσε τον πυρήνα της «ελληνικής κατοχής».
Στην Ελλάδα, η συστηματική διοικητική και δικαστική δίωξη του πολιτικού αντιπάλου έχει τις ρίζες της στα χρόνια του Εθνικού Διχασμού.[3] Αυτό που έγινε ξεκάθαρο, ιδιαίτερα στη δεκαετία του 1930, ήταν ότι η τεχνογνωσία, που αποκτούσε σταδιακά ο κρατικός μηχανισμός στη δίωξη των πολιτικών αντιπάλων, άρχισε να στρέφεται κυρίως κατά των κομμουνιστών. Σταθμός στη διαδικασία συγκρότησης του αντικομμουνιστικού κράτους ήταν η ψήφιση του νόμου «περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών»,[4] από την κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου το καλοκαίρι του 1929.[5] Ο νόμος αυτός, γνωστός ως «ιδιώνυμο», υπήρξε ο πρώτος αμιγώς αντικομμουνιστικός νόμος, στόχευε στη νομοθετική οχύρωση του αστικού καθεστώτος από τον κομμουνιστικό κίνδυνο και έθετε το επιχειρησιακό πλαίσιο εντός του οποίου θα δρούσαν οι κρατικοί κατασταλτικοί μηχανισμοί.[6] Την αρμοδιότητα για την εφαρμογή του νόμου ανέλαβε η χωροφυλακή, ενισχυμένη με μια νέα υπηρεσία, που είχε συσταθεί λίγους μήνες πριν την ψήφιση του «ιδιωνύμου»,[7] τη Διεύθυνση Ειδικής Ασφάλειας του Κράτους.[8]
Το «ιδιώνυμο» αποτέλεσε τη βάση για την επιβολή σκληρότερων νομοθετημάτων όταν επτά χρόνια αργότερα, στις 4 Αυγούστου 1936, επιβλήθηκε η δικτατορία από τον Ιωάννη Μεταξά και τον βασιλιά Γεώργιο Β'. Εκτός από τους αυταρχικούς νόμους,[9] που θέσπιζαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης πολιτικών κρατουμένων, τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων και τις δηλώσεις μετανοίας,[10] η δημιουργία του υφυπουργείου Δημόσιας Ασφάλειας συνοδεύτηκε από την παραχώρηση υπερεξουσιών στον υφυπουργό Κωνσταντίνο Μανιαδάκη, στον αγώνα για προστασία του κοινωνικού καθεστώτος.
Η δημιουργία μιας πολιτικής αστυνομίας κατά το πρότυπο της ναζιστικής Γερμανίας, δεδομένου ότι ο Μανιαδάκης είχε τακτική συνεργασία με τον Ανώτατο Αρχηγό των Ες-Ες, Χάινριχ Χίμλερ,[11] εισήγαγε στην επιχειρησιακή τακτική των ελληνικών σωμάτων ασφαλείας πρακτικές πλήρους αυθαιρεσίας, όπως τον βασανισμό κρατουμένων, τη μακρόχρονη κράτηση χωρίς δίκη, τις συλλήψεις χωρίς εντάλματα κ.ά. Εντός αυτού του περιβάλλοντος εκτροπής από τη νομιμότητα και εντατικής αντικομμουνιστικής προπαγάνδας της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, γαλουχήθηκαν εκατοντάδες αξιωματικοί της χωροφυλακής και ιδιαίτερα αυτοί των ειδικών υπηρεσιών δίωξης κομμουνιστών.[12] Δεν είναι λοιπόν τυχαίος ο τρόπος που έδρασαν οι άνθρωποι αυτοί όταν οι ελληνικές κυβερνήσεις συνεργασίας τους έδωσαν το δικαίωμα να αποφασίζουν για τη ζωή των κομμουνιστών πολιτικών κρατουμένων. Ακολουθώντας τις ίδιες μεθόδους, όπως επί δικτατορίας Ιωάννη Μεταξά, και πλαισιωμένη με νέα αδίστακτα «στελέχη», η Ελληνική Βασιλική Χωροφυλακή παρακολουθούσε, συλλάμβανε, βασάνιζε, φυλάκιζε και πλέον εκτελούσε τους κομμουνιστές πολιτικούς κρατούμενους ή τους παρέδιδε στους Γερμανούς προς εκτέλεση. Με άλλα λόγια, στα χρόνια της Κατοχής, η αντικομμουνιστική δράση της χωροφυλακής δεν περιοριζόταν στην προστασία του κοινωνικού καθεστώτος από τον κίνδυνο του κομμουνισμού, αλλά εξυπηρετούσε και τα συμφέροντα του κατακτητή, θέτοντας ολόκληρο το σώμα στην υπηρεσία του.
 


[1] ΓΑΚ-ΚΥ-ΕΔΑ, πρακτικά, 926, 930-931, 933, 950-953, 960, 999, 1045, 1131-1132/18 Οκτωβρίου έως 13 Νοεμβρίου 1945.
[2] Στο ίδιο.
[3] Νίκος Αλιβιζάτος, Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση, 1922-1974. Όψεις της ελληνικής εμπειρίας, Αθήνα, Θεμέλιο, 1995, σ. 341-344.
[4] ΦΕΚ 245/25 Ιουλίου 1929, τεύχος Α΄.
[5] Αλιβιζάτος, Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση, σ. 340-350.
[6] ΦΕΚ 245/25 Ιουλίου 1929, τεύχος Α΄.
[7] ΦΕΚ 63/21 Φεβρουαρίου 1929, τεύχος Α΄.
[9] ΦΕΚ 402/18 Σεπτεμβρίου 1936, τεύχος Α΄, «περί μέτρων προς καταπολέμησιν του κομμουνισμού και των εκ τούτου συνεπειών» και ΦΕΚ 45/11 Φεβρουαρίου 1938, τεύχος Α΄, «περί μέτρων ασφαλείας του Κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των πολιτών».
[10] Πολυμέρης Βόγλης, Η εμπειρία της φυλακής και της εξορίας. Οι πολιτικοί κρατούμενοι στον εμφύλιο πόλεμο, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2004, σ. 62-68.
[11] Στο ίδιο, σ. 439.
[12] Στα χρόνια της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά ενισχύθηκαν σημαντικά οι ειδικές υπηρεσίες δίωξης των κομμουνιστών στην Αστυνομία και τη Χωροφυλακή. Το δυναμικό της ομάδας δίωξης κομμουνισμού της Γενικής Ασφάλειας αυξήθηκε από 15 σε 80 επίλεκτους άνδρες και βρισκόταν σε στενή συνεργασία με την αντίστοιχη υπηρεσία που είχε αναλάβει τη δίωξη των κομμουνιστών στην Ειδική Ασφάλεια της Χωροφυλακής. Την ίδια περίοδο αναβαθμίστηκε η εκπαίδευση των σωμάτων ασφαλείας στις Σχολές Χωροφυλακής και Αστυνομίας, με την εισαγωγή μαθημάτων περί των βασικών αρχών «του μαρξισμού-λενινισμού και της κομμουνιστικής οργάνωσης, ενώ ορισμένοι σπουδαστές εκπαιδεύονταν ειδικά στη δίωξη του κομμουνισμού», D.H. Close, «Η αστυνομία στο καθεστώς της 4ης Αυγούστου», στο Χ. Φλάισερ και Ν. Σβορώνος (επιμ.), Ελλάδα 1936-1944. Δικτατορία - Κατοχή - Αντίσταση, Αθήνα, Μορφωτικό Ινστιτούτο ΑΤΕ, 1989, σ. 84 και 86.
 
 

Παρασκευή 15 Δεκεμβρίου 2023

Η άνοδος της Τουρκίας και η σημαδεμένη τράπουλα

 Του Βασίλη Φούσκα

 

 Η άνοδος της Τουρκίας και η σημαδεμένη τράπουλα, Βασίλης Φούσκας

    Με την ευκαιρία της επίσκεψης Ερντογάν υπενθυμίζουμε ότι η Τουρκία έχει στρατιωτικές βάσεις και εκπαιδευτικές μονάδες (εκτός ΝΑΤΟ) σε Λιβύη, Κατάρ, Σομαλία, κατεχόμενη Κύπρο, Συρία, και βόρειο Ιράκ, καθώς και στρατιωτικές αποστολές (εντός πλαισίου ΝΑΤΟ) στα Βαλκάνια και την Κεντρική Ασία. Ταυτόχρονα, συνεπιτηρεί με τη Ρωσία τον Καύκασο και τη βόρεια Συρία. Mετά την εθνοκάθαρση στο Αρτσάκ, η Τουρκία έχει αναβαθμίσει τη παρουσία της στη περιοχή και έχει αποκτήσει οδική-εμπορική και στρατιωτική έξοδο στη Κασπία.

    Η εξαγωγή ισχύος συμβαδίζει με την εξαγωγή μεγάλου κεφαλαίου, αν και η σχέση κεφαλαίου-ισχύος δεν είναι σχέση δύο ξεχωριστών μεγεθών. Τα τελευταία 20 χρόνια, η Τουρκία έχει γίνει μεγάλος επενδυτικός παράγοντας όχι μόνο στα Βαλκάνια, τη Μέση Ανατολή και τη Κεντρική Ασία, αλλά και στην Αφρική, Λατινική Αμερική και Νοτιοανατολική Ασία. Πρόσφατα, το Ελ Σαλβαντόρ υπέγραψε συνολική αμυντική και οικονομική συμφωνία με τη Τουρκία.

    Η εταιρία Καραντενίζ προμηθεύει με ηλεκτρική ενέργεια τη Γκάνα. Στην Ελλάδα, τουρκικοί κολοσσοί κάνουν χρυσές δουλειές. Το συγκρότημα Κοτς είναι μεγαλομέτοχος στη μαρίνα της Μυτιλήνης και το συγκρότημα Ντογούς στον Αστέρα της Βουλιαγμένης. Το τουρκικό ΥΠΕΞ εκτιμά ότι το 2022 οι τουρκικές άμεσες επενδύσεις στην Ελλάδα διπλασιάστηκαν (40 εκατ. ευρώ) σε σχέση με το προηγούμενο έτος (27 εκατ. ευρώ).

    Η εταιρία Ακφέν, που δραστηριοποιείται στον αγροτικό τομέα, έχει αγοράσει κτήματα στη Χίο έναντι 22 εκατ. το 2022. Η εταιρία Λιμάκ συμμετέχει στη κατασκευή μεγάλου έργου στο αεροδρόμιο της Σάμου. Μεγάλη δραστηριότητα της τουρκικής αστικής τάξης εμφανίζεται επίσης στον τομέα του real estate με αγορά ακινήτων και οικοπέδων τόσο στην Αττική όσο και σε ελληνικά νησιά.

Η οικονομική άνοδος

    Τα παραπάνω δεν είναι γεωπολιτικές συνωμοσίες. Είναι συνέπειες της μεγάλης οικονομικής ανάπτυξης της Τουρκίας σε συνδυασμό με τα προβλήματα και τις αντιφάσεις που δημιούργησε η υιοθέτηση του προγράμματος της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης από το 1980 και μετά. Ήταν οι στρατηγοί του Εβρέν που ξεκίνησαν να κάνουν πράξη την απελευθέρωση των αγορών στην Τουρκία. Στην Ελλάδα την πραγματοποίησε το ΠΑΣΟΚ του Σημίτη μετά το θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου το 1996, αν και οι πιέσεις της νεοφιλελεύθερης μερίδας του ΠΑΣΟΚ είχαν ξεκινήσει τουλάχιστον από τα μέσα της δεκαετίας του 1980. Όμως, στην Ελλάδα, η νεοφιλελεύθερη συνταγή επιβλήθηκε από την ΕΟΚ κι όχι ευθέως από το ΔΝΤ, όπως στην περίπτωση της Τουρκίας.

    Προφανέστατα, η Τουρκία τα κατάφερε πολύ καλύτερα. Με τεράστια πληθυσμιακή ανάπτυξη και μεγάλη αγορά, μπόρεσε να αναπτύξει οικονομίες κλίμακας, πριμοδοτώντας ακόμα την σταθεροποίηση μιας μεγάλης ισλαμικής αστικής τάξης, κάτι που πάλι η ίδια η χούντα του Εβρέν είχε υποστηρίξει ως αντίβαρο στις μεγάλες εργατικές κινητοποιήσεις της δεκαετίας του 1970.

    Και ενώ η Ελλάδα ασφυκτιούσε μέσα στο στενό κορσέ της Ευρωζώνης που υπονόμευσε την ανταγωνιστικότητά της και κατακρεούργησε τη βιομηχανία της, οδηγώντας την στη χρεωκοπία, η Τουρκία παρουσίαζε ρυθμούς ανάπτυξης μέχρι και 11% ετησίως, με τις εταιρείες της να συμμετέχουν υβριδικά στις παγκόσμιες αλυσίδες παραγωγής. Τα τελευταία πέντε χρόνια η Τουρκία έχει ποσοστά επένδυσης της τάξης άνω του 30%, ενώ της Ελλάδας είναι πολύ χαμηλότερο από το μέσο όρο των βαλκανικών χωρών (18%).

Απογοητευτική σύγκριση

    Το ΑΕΠ της Τουρκίας πλησιάζει το ένα τρισ. δολάρια, σχεδόν τετραπλάσιο της Ελλάδας. Η Κωνσταντινούπολη και μόνο έχει μεγαλύτερο πληθυσμό και μεγαλύτερο ΑΕΠ από την Ελλάδα. Η αστική τάξη της Ελλάδας δεν επενδύει, ειδικότερα δεν επενδύει στον παραγωγικό τομέα της οικονομίας. Η δε εισαγωγή ξένου κεφαλαίου διοχετεύεται στην κατανάλωση και στο real estate.

    Πρόκειται δηλαδή για δραστηριότητες καθαρά μεταπρατικού-παρασιτικού χαρακτήρα που αναπαράγουν μια νωχελική και αναποτελεσματική κρατική διοίκηση και μία κρατική υπαλληλία, απόλυτα εξαρτημένη από τη μισθολογική πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Έτσι, η ελληνική κυβέρνηση δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τα μείζονα προβλήματα της χώρας που είναι η παραγωγική ανασυγκρότηση, η περιφερειακή οικονομική ανάπτυξη και το δημογραφικό.

    Αντίθετα, έχει δημιουργήσει ένα υδροκέφαλο κράτος με κέντρο την Αθήνα και με μία περιφέρεια που φυτοζωεί και λιμνάζει, καταναλώνοντας τα προγράμματα ΕΣΠΑ. Η Λέσβος είναι σχεδόν τριπλάσια σε έκταση από τη Μάλτα. Η Μάλτα έχει όμως έχει πληθυσμό πάνω από μισό εκατομμύριο, ενώ η Λέσβος 74.000. Τα ανάλογα ισχύουν σε Έβρο και Θράκη. Χωρίς δημογραφική ανάπτυξη, συνολική παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας και ιδιαίτερη περιφερειακή οικονομική άνθηση δεν κρατάς συνοριογραμμή.

Τουρκικός περιφερειακός ιμπεριαλισμός

    Αν αφοπλιστούν ή ΝΑΤΟποιηθούν τα νησιά, όπως απαιτεί η Τουρκία και όπως συζητά το κράτος των Αθηνών, τότε η Ελλάδα δεν μπορεί να υπάρξει ως αστική κρατική οντότητα. Η ελληνική αστική τάξη έχει εξ ολοκλήρου υποχωρήσει απέναντι στον τουρκικό περιφερειακό ιμπεριαλισμό, διότι δεν έχει πρόγραμμα που να αντιστρέφει αυτές τις οδυνηρές πραγματικότητες στο εσωτερικό της χώρας. Οι πραγματικότητες αυτές αντανακλώνται στο πρόσφατο κείμενο που φέρει τις υπογραφές του Τούρκου Προέδρου και του Έλληνα πρωθυπουργού. Δεν ξέρουμε, βέβαια, τι συμβαίνει στο παρασκήνιο, αν δηλαδή έχουν υπογραφεί μυστικά πρωτόκολλα και εκχωρήσεις, γεγονός όχι ασύνηθες στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

    Αναφέρομαι σε τουρκικό περιφερειακό ιμπεριαλισμό, επειδή πρέπει να έχουμε κατά νου δύο αλληλένδετα θέματα τεράστιας σημασίας: Το πρώτο έχει την εξής σημαίνουσα διάσταση. Ο ιμπεριαλισμός είναι συνυφασμένος με ενδογενείς κρίσεις υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου, κάτι που είναι θεμελιώδες συστατικό της τουρκικής κοινωνικής οικονομίας την περίοδο της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Συνεχιζόμενες εισροές-εκροές ζεστού χρήματος στη χώρα προκαλούν κρίση στην πολιτική διαχείριση της συσσώρευσης, γεγονός που κάνει τα μεγάλα τουρκικά κονσόρτσιουμ εξαιρετικά επιθετικά στην αναζήτηση νέων κερδοφόρων αγορών.

    Ο πληθωρισμός –ενδημικό πρόβλημα της τουρκικής οικονομίας– δημιουργεί τεράστια προβλήματα κερδοφορίας στο εσωτερικό της. Η εξαγωγή μεγάλου κεφαλαίου προς πάσα κατεύθυνση προσφέρει μια λύση. Τουρκικές κατασκευαστικές εταιρείες έχουν χτίσει τα μισά περίχωρα της Μόσχας. Αυτά σημαίνουν ότι οποιαδήποτε πολιτική συμφωνία με παραχώρηση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων ή/και κυριαρχίας στην Τουρκία με στόχο τη “διαρκή ειρήνη” δεν θα έχει κανένα θετικό αποτέλεσμα για την Ελλάδα. Η τουρκική αστική τάξη, μέσω της πολιτικής της ηγεσίας, θα πιέζει για νέες παραχωρήσεις, όπως θα πιέζει τη Συρία, το Ιράκ, τη Βουλγαρία κλπ.

Η πληθωριστική ανάπτυξη

    Το δεύτερο –αλληλένδετο με το πρώτο– θέμα είναι ότι η πληθωριστική ανάπτυξη της Τουρκίας δεν είναι πρόβλημα για την ανάπτυξη καθαυτή, αλλά για τα ποσοστά κέρδους των μεγάλων επιχειρήσεων που ψάχνουν διεξόδους ανάκτησης των κερδών κυρίως –αλλά όχι μόνο– μέσω εξαγωγών. Ο πληθωρισμός είναι πρόβλημα και για την τουρκική εργατική τάξη αλλά –όπως συμβαίνει παντού στον κόσμο– αυτή έπεσε θύμα αποπροσανατολιστικών ιδεολογιών, όπως ο ισλαμισμός, κάτι που ο Ερντογάν καλλιεργεί και προωθεί με μαεστρία.

    Οι κυβερνήσεις του δεν παράγουν μόνο –στην καλύτερη περίπτωση– μια ισλαμική κουλτούρα καθήλωσης-αποχαύνωσης ή –στη χειρότερη– νεοτζιχαντιστές. Παράγουν ακόμα και μια εξαγωγή πολιτισμικού κεφαλαίου και πολιτισμικής επιχειρηματικότητας κάθε λογής. Στο πλαίσιο της “μαλακής ισχύος” (soft power) έχουμε χρηματοδοτήσεις για κατασκευές τζαμιών σε όλο τον πρώην οθωμανικό χώρο, τηλεοπτικά σήριαλ, ανθρωπιστική βοήθεια σε χώρες της Αφρικής και της Ασίας κλπ.

    Στην Ελλάδα, η πολιτική κουλτούρα αποχαύνωσης-καθήλωσης που διαχέουν οι ιδεολογικοί μηχανισμοί της κυβέρνησης έχει άλλα πρόσημα. Έχει να κάνει με την –επίσης εισαγόμενη– “θρησκεία” του (ατομικού) δικαιωματισμού, η οποία αντικατέστησε το “Ελλάς-Ελλήνων-Χριστιανών”. Αυτή η κουλτούρα καλλιεργείται από τις νεοφιλελεύθερες “εκκλησίες” και μηχανισμούς, δηλαδή τις κυβερνήσεις της Δύσης. Έχει επίσης να κάνει με τη μεγάλη προδοσία του ΣΥΡΙΖΑ το 2015, που οδήγησε τουλάχιστον δύο γενιές σε απογοήτευση, στέλνοντάς τους να συσπειρωθούν πίσω από το θατσερικό δόγμα ΤΙΝΑ (There Is No Alternative). Δεν έχουμε καμία απορία γιατί η ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη, μετά τα Τέμπη και όλα τα άλλα, θριάμβευσε εκλογικά.

Με σημαδεμένη τράπουλα

    Τα συμπεράσματα είναι σαφέστατα. Η Τουρκία εξάγει ισχύ, μεγάλο κεφάλαιο και πολιτισμικά προϊόντα. Η Ελλάδα εισάγει και τα τρία και το πιο δραματικό είναι ότι δεν έχει ούτε μια σχετικά αυτοτελή σύγχρονη αμυντική βιομηχανία. Ενώ μέχρι τη δεκαετία του 1990 η Ελλάδα ήταν υποδεέστερη της Τουρκίας μέσα στο ΝΑΤΟ για γεωστρατηγικούς λόγους, σήμερα η υποτελής θέση της έρχεται να ενισχυθεί από τη δυναμικότητα της τουρκικής αστικής τάξης και την κονιορτοποίηση της ελληνικής.

    Η ελληνική αστική τάξη δεν ενδιαφέρεται ούτε για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, ούτε για το τεράστιο δημογραφικό πρόβλημα, ούτε για την οικονομική ανάπτυξη της περιφέρειας. Έτσι, η εξωτερική πολιτική και διπλωματία είναι απόφυση του υδροκέφαλου κράτους των Αθηνών το οποίο –μετά τον εξοβελισμό της Κυπριακής Δημοκρατίας– συζητά την ενθυλάκωση των νησιών του Αιγαίου από τη Τουρκία, την καταστροφή της νησιώτικης αλιείας, την απεμπόληση των κυριαρχικών δικαιωμάτων στην Ανατολική Μεσόγειο, εν ολίγοις, τη δορυφοροποίηση της χώρας από τον τουρκικό ιμπεριαλισμό.

Το άρχον συγκρότημα εξουσίας της χώρας σήμερα δεν εμπεριέχει και δεν καθορίζεται μόνο από το αμερικανικό και το γερμανικό-ευρωπαϊκό συμφέρον. Εμπεριέχει και το τουρκικό. Σε ό,τι αφορά το ελληνικό μερίδιο, αυτό είναι ωσάν να μην υπάρχει. Είναι χαρακτηριστικό ότι το Κυπριακό έχει εξαφανιστεί παντελώς από τα ελληνοτουρκικά με υπόδειξη του Κίσινγκερ τον Αύγουστο 1974.

    Οι ελληνικές κυβερνήσεις –με εξαίρεση τη πρώτη τετραετία του Ανδρέα Παπανδρέου– δεν αποποιούνται μόνο τις συμβατικές τους υποχρεώσεις που απορρέουν από το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι εγγυήτρια δύναμη. Αποποιούνται και την υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο 16 της Συνθήκης της Λωζάννης ως “ενδιαφερόμενο μέρος” όλων των εδαφών που εγκαταλείπονται από την Βρετανική Αυτοκρατορία.

    Τη στιγμή της συνάντησης Μητσοτάκη-Ερντογάν, πέρα από τις τουρκικές ΝΟΤΑΜ και NAVTEX και τις νέες αφίξεις μεταναστών, τουρκικές μονάδες καταπατούσαν τη νεκρή ζώνη στην Κύπρο, ουσιαστικά επεκτείνοντας το “σύνορο” με τη βρετανική βάση της Δεκέλειας – παλιότερα υπήρξε το επεισόδιο στα Στροβίλια. Ο στόχος της Τουρκίας είναι η κατάληψη της βάσης της Δεκέλειας όταν αυτή εκκενωθεί, κατά παράβαση του Συντάγματος του 1960 που προβλέπει ενωμάτωση και των δύο βρετανικών βάσεων στη Κυπριακή Δημοκρατία όταν η Βρετανία αποσυρθεί. Στις ερωτήσεις που απευθύνθηκαν στον Τούρκο Πρόεδρο στη συνέντευξή του στην “Καθημερινή” δεν υπάρχει ούτε μία ερώτηση για το Κυπριακό. Η τράπουλα είναι σημαδεμένη και τα αποτελέσματα προβλέψιμα.

* Ο Βασίλης Φούσκας είναι μεταξύ άλλων  συγγραφέας του Τουρκικός Ιμπεριαλισμός και Αποτροπή , Επίκεντρο,2002

 

Πηγή