ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ ----- Ουκρανία vs Ρωσία

Ουκρανία vs Ρωσία ( Συλλογή άρθρων - Ανανεώνεται)

Σάββατο 25 Μαρτίου 2023

Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 : Ένα μεγάλο Ιστορικό γεγονός ή το Μεγαλύτερο του 19ου αιώνα ; ( "Αντιθέσεις" 24-3-2023)

 Στις "Αντιθέσεις" , ΕΔΩ μια μεγάλη συζήτηση παραμονή της 25ης Μαρτίου για την Ελληνική Επανάσταση του 1821, τα σημεία καμπής της και την διαδρομή του Ελληνικού Έθνους ως σύγχρονη κρατική οντότητα σε μια ιστορική διαδρομή 202 χρόνων .

 


 -Ήταν η Ελληνική Εθνεγερσία ένα μεγάλο ιστορικό γεγονός της εποχής ή το μεγαλύτερο της ιστορίας του 19ου αιώνα ; 

 -Πόσο μακριά είμαστε από το 1821 και την "κακοτυχία" της δολοφονίας του Καποδίστρια; -Μήπως μετά την δολοφονία του Καποδίστρια και την "Οδύσσεια" δύο αιώνων ξενοκρατίας, κυριαρχίας υπό επιτροπεία των Παγκόσιων δρώντων , εμφυλίων , το πελατειακό και κομματοκρατικό σύστημα την κλεπτοκρατία και την σύγχρονη χρεοκρατία τελικά, είμαστε στην περίοδο της "χαριστικής βολής"κατά του νεοελληνικού κράτους ; 

 - Kατά πόσο η τροχιά εξάρτησης και κυριαρχίας των ελίτ της εξουσίας ως παρακολούθημα των ισχυρών ξένων "ελεγκτών" μπορεί να αντιστραφεί για να τεθούν ξανά στο πολιτικό τραπέζι τα αιτήματα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821; 

Συμμετέχουν : 

Ο Ιστορικός Ερευνητής - συγγραφέας Θεόδωρος Παναγόπουλος, άλλοτε δικαστής. 

: - Παναγιώτης Ήφαιστος Ομότιμος Καθηγητής στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιά - Πολιτική Θεωρία του Διεθνούς Συστήματος///Κρατική Θεωρία – Στρατηγική Θεωρία 

 - Γεώργιος Κοντογιώργης Ομότιμος Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης - Πρώην Πρύτανης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο 

 - Γιώργος Μαργαρίτης Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο ΑΠΘ

 - Χρόνης Βάρσος Φιλόλογος - Ιστορικός Ερευνητής

Η 25η Μαρτίου 1821 ( του Δημήτρη Λιαντίνη)


* Ομιλία στο Γυμνάσιο Μολάων την 25η Μαρτίου του 1970.

    Γιορτάζει σήμερα η πατρίδα. Γιορτάζει τη μεγάλη γιορτή. Μέσα από τη γη, τη φτωχή και ακριβοχώματη γη, τινάζεται και ανεβαίνει στο φως, πλεγμένη και πνιγμένη στο αστερόφωτο ποτάμι της αφθαρσίας η μορφή της φυλής μας. Η φυλή μας που την έθρεψαν τα οράματα, τη στεφάνωνε κάθε φορά η αιματόχρωμη μαρμαρυγή της δύσης και τη λίκνιζε πάλι με χρόνια και καιρούς η ανάσταση και η ανατολή.

 

 Δημήτρης Λιαντίνης, Η  25η Μαρτίου

    Γιορτάζει σήμερα η πατρίδα. Παιχνιδίζει μέσα στην αγκαλιά και τη μοσκοβόλια της ελληνικής άνοιξης η δόξα με το θρήνο, η ελπίδα και η σφαγή και η θυσία. Ανασαλεύουν και ροδαμίζουν στις βραγιές και τα διάσελα μαρμαρωμένοι και αχάλαστοι πόθοι. Μορφές και σκιές και γιγάντια βήματα, ήρωες και διδάχοι και ψάλτες, βουερή λιτανεία και πομπή. Τινάζουν τις πλάκες των τάφων και εγείρονται, ξεφράζουν τις μπασιές και την έξοδο της γαλήνιας κοιλάδας που μέσα αναπαύονται και ορμάνε στην απάνου γης. Αντρειωμένο χορό ορδινιάζουν και τραγούδι βαθυνόητα πλημμυρίζει τη χώρα. Αστράφτει βαθιά στον ορίζοντα και ακούγεται αλάργα ο κρότος και ο βόγγος. Οργάνων κλαγγή, θριάμβου αντάρα, λαβωμένου κατάρα, πολέμαρχου διαταγή.

    Είναι το 21. Ο Φλέσσας στο Μανιάκι, ο Διάκος στο Ζητούνι, στο Καρπενήσι ο Μάρκος, και στ’ αγιωργιού τη γιορτή και τη χάρη τής καλόγριας ο γιος που ξεψυχάει. Είναι η φουστανέλα και το αρματολίκι. Ο Σαμουήλης στο Κούγκι, ο Κατσαντώνης στο σφυρί και στο αμόνι, η Φροσύνη στη λίμνη, η Μπουμπουλίνα στα κύματα, ο Δυσσέας στη φυλακή. Είναι το Μεσολόγγι. Το ψηλό αλωνάκι με το πικραμένο και ανάρματο Σουλιώτη, η πείνα η γύμνια η ζωή που μαραίνεται στην αθάνατη φρεσκάδα της άνοιξης.

    Αγαπητοί μου μαθηταί, ελληνόπουλα: Πριν από 150 χρόνια ελευθερώθηκε η πατρίδα από τη σκλαβιά. Μια φοβερή σκλαβιά γιομάτη φρίκη και τρομάρα. Όλη η πατρίδα μας τότε έμοιαζε με σκοτεινή, θλιμμένη και αγέλαστη νύχτα. Αν ζούσαμε θα ακούγαμε παντού ένα πνιχτό, πικρό παραπονεμένο μοιρολόι. Οι πρόγονοί μας, οι παππούδες μας δεν είχαν τίποτα δικό τους. Ούτε σπίτια, ούτε χωράφια, ούτε παιδιά, ούτε σχολεία, ούτε νόμους. Όλα ανήκαν στους Τούρκους, τους κατακτητές και τους τυράννους. Έσφαζαν, σκότωναν, έκαιγαν, φυλάκιζαν, έκοβαν δέντρα, γκρέμιζαν τα βουνά και στέρευαν τα ποτάμια. Νόμιζε κανείς ότι του Θεού η κατάρα είχε απλωθεί στη γαλάζια πατρίδα μας. Αυτή η δυστυχία βάσταξε 400 ολόκληρα χρόνια. Οσόπου ένα πρωί ξεσηκώθηκε ο λαός μας, άρπαξε όπλα, δρεπάνια, ξύλα, σίδερα και ό,τι άλλο είχε, σήκωσε τα μάτια ψηλά στον ουρανό, καταπρόσωπα στου Θεού το θρόνο και ξεστόμισε ένα φοβερό όρκο: Ή να διώξουν τον τύραννο ή να πεθάνουν όλοι. Έτσι άρχισε ο σηκωμός. Ο μεγάλος αγώνας. Χύθηκε τότε ποτάμι το αίμα, κι ύστερα από χρόνια πολλά έριξαν οι πρόγονοί μας τους τυράννους στη θάλασσα και ελευθέρωσαν τη χώρα από τα θεριά.

    Από τότε λάμπει ο ήλιος, λουλουδίζει η άνοιξη, γερανίζουν τα κύματα, κελαηδούν τα πουλιά στα ρέματα και κάθε Απρίλη γιορτάζουμε την Ανάσταση του Χριστού. Ελεύθεροι πια, τιμημένοι και περήφανοι. Δίκαια λοιπόν σήμερα στρέφουμε τη μνήμη, τη σκέψη μας πίσω στο μεγάλο και σημαδιακό κείνο σταθμό της ιστορίας μας να τιμήσουμε και να δοξάσουμε τους σεμνούς αγωνιστές, που άλλαξαν την πορεία και τη μοίρα της φυλής μας. Να τους δοξάσουμε και να τους τιμήσουμε και να τους δώσουμε την υπόσχεση ότι ακολουθούμε τα βήματά τους και τον αιώνιο δρόμο, που ασάλευτοι εκείνοι από τότε μας δείχνουν. 

Πηγή 

 

 

 

 

 

Φίλε, ο καιρός παρέρχεται, και δεν προσμένει την εδικήν μου και εδικήν σου αργοπορίαν ( Αρμόδιος )

 Επιστολή του Γρηγορίου Δικαίου προς τον Εμμανουήλ Ξάνθο ( 22 Φλεβάρη 1821)

papaflessa2

Αδελφέ Θυμήδη (Ξάνθε),

Δεν ηξεύρω δια τι περιωρίσθης εις τον ορίζοντά σου, και άλλο δεν ηξεύρεις πλέον να συμβουλεύεις τον Δικαίον να μην ορμά κατά τη συνήθειάν του και άλλα κουραφέξαλα. Ο Δικαίος, φίλε, έκαμεν ως επροστάχθη’ τα δανείσματα (γράμματα) έγειναν προς τα σύννεφα (τους Φιλικούς) από μέρους της βροχής (της Αρχής της Φιλικής). Αυτά βιαζόμενα επολλαπλασιάσθησαν’ τι θέλεις η ευγενεία σου; Να μην ακουσθή μικρός καν δούπος; Οι φρόνιμοι πρότερον σκέπτονται ταύτα, και ύστερον αποφασίζουν, και εις τας αποφάσεις μένουν σταθεροί. Θαυμάζω πόθεν η βραδύτης του σεβαστού Καλού (Αλέξανδρου Υψηλάντη) και δεν εφάνη μέχρι τούδε εις το Ν.2 (την Πελοπόννησο). Περιμενόμενος από πολλού καθώς υπεσχέθη και διέταξεν εις το Ν.104 (Ισμαήλι), εγώ εξετέλεσα τας διαταγάς αυτού και τα πρακτικά μου οπωσούν και προ ολίγων ημερών, και τώρα εν εκτάσει γενικώς προς τους κυρίους (τους αρχηγούς της Φιλικής). Το παν της πραγματείας μας επληρώθη. Οι πρόθυμοι (οι Ρωμιοί) ενταύθα και εις Ν.20 (τα Γιάννενα) και Ν.26 (Ρούμελη), ίστανται κεχηνότες, ως και οι δυστυχείς (αρχιερείς)  και οι εκδικητικοί (οι προεστοί του Μωριά) μας διέταξαν βριαρέως (στρατηγούς). Εφρόντισαν και ικανά υποδήματα (χρήματα), εδάνεισαν (έγραψαν) και προς ους έδει, ως προέγραψαστείλαντες τζιράκια (αποστόλους) εις ευταξίαν των πραγμάτων, και συντόμως ειπείν, έχουν τα ώτα αναπεπταμένα προς την ηχώ αυτού. Αλλά τι δυστυχία εις τους αθλίους προθύμους! Εν ω ελπίζομεν να ίδωμεν ενταύθα τον Καλόν (Αλέξανδρο Υψηλάντη), όσον τάχιστα, και εβιαζόμεθα, μανθάνομεν ότι έτι χρονοτριβεί εις το νούμερόν του (την κάθοδό του). 

Φίλε, ο καιρός παρέρχεται, και δεν προσμένει την εδικήν μου και εδικήν σου αργοπορίαν’ το νεγότζιον, καθώς ηξεύρεις, χρειάζεται τάχος, ότι επιφέρει ζημίαν εις το εμπόριον η βραδύτης και η αμέλειά του. Ενταύθα είναι μέγας βρασμός, καθώς ίσως ίσως και άλλοθι δια τον πολλαπλασιασμόν των συννέφων (των μελών της Φιλικής) τα οποία συνωθούμενα και συγκρουόμενα αδύνατον να μη δουπήσουν (προκαλέσουν υπόνοιες) μικρόν ή μέγα, ώστε να φθάση ο δούπος και προς τους μετοίκους (τους Τούρκους) και να επιφέρη και σκοτείνιασμα (υποψία) δια ξεβουλωμάτων (προδοσιών), ως επέφερε και θεραπεύεται δια της γλαυκός (σύνεση)’ και εάν τις άνεμος τυφωνικός τα εκτυλίξει μικρόν, άφευκτα προσμένομεν κεραυνούς αιθαλόεις. Λοιπόν, φίλε, δια τους οικτιρμούς του Θεού, επιταχύνατε τον σεβαστόν Καλόν, ότι αν παρέλθει εορτή (ο μήνας) μία και δεν φανή, τα αγκάνθια (οι εχθροί) ως σκοτεινιασμένα δύνανται να κεντήσουν τους προθύμους μας ανεπαισθήτως, και τότε η αμαρτία ες ήναι ες τον λαιμόν σας’ επειδή άνευ υψηλού ονόματος δεν ηξεύρω, αν κατορθώσωμεν βιασμένοι, όσο πρέπει. Δεν εκτείνομαι, τα πάντα καλά, νύκτα μόνον έχομεν μήπως βραδυνει και νύκτα μεγάλην, επειδή τα εδώ αγκάνθια δεν είναι ως άλλων μερών, αλλά φυτρώνουν με ζωηρότητα. Ο κομιστής Πατρίκιος, τον οποίον συνιστώ εις την φιλίαν σας, Ιθακήσιος, θέλει σοι ειπεί δια ζώσης φωνής. Λοιπόν ενεργήσατε τα υποσχεθέντα κ’ εσείς, επειδή η μεν ωφέλεια και το κέρδος εστί κοινόν, η δε ζημία και η κατάκρισις εις βάρος σας.

Τα του Ανανία (του φόνου του Καμαρινού) ενταύθα ακούγονται έτι αμυδρώς πως’ τον Δικαίον και Περραιβόν έχουν δια ποιητικόν αίτιον. Ο συνοδηπόρος του αυτού Μ (Δικαίου) φθάσας εις Ν.2 εκήρυξεν, ως έμαθον κατ’ αυτάς, ότι αυτός εκινήθη δια το Ν.39 (Βουκουρέστι) το οποίον ελπίζω να αφυπνώσει τους προς αυτόν χαίνοντας. Ο Ν.110 (Πετρόμπεης) μ’ έγραψεν ζητών βοήθειαν, επειδή ο Περραιβός μόνον δύο φατούρας (χιλιάδες), τω έδωσεν υποδημάτων, διό και εσυγχίσθησαν, πλην είμαι αναγκασμένος να εμπλαστρώσω και αυτό το πάθος, όσον δύναμαι’ έρρωσο.

[…] Πάρετε μέτρα, πάρετε μέτρα! οι λόγοι δεν κάμουν δουλιάν. Εις τα καλούμπια δεν γίνονται άντρες ούτε εις τα ταντούρια. Σας τα λέγω με αγανάκτησιν, διότι εξοδεύη τοσούτος καιρός. Η αμαρτία εις σας’ και τέλος αν ο ουρανός μας επισκιάση, φαντασθήτε και τα μέλλοντα.

Ο σός ειλικρινής αδελφός

Αρμόδιος

Σχόλιο Κ. Παπαγιώργη

Κατακλείνοντας δεν μπορούμε να μην κάνουμε μια εύλογη υπόθεση. Έχοντας μελετήσει το σχετικό υλικό και έχοντας συγκρίνει κείμενα, επιστολές και απομνημονεύματα, συνάγουμε το συμπέρασμα ότι ο πλέον προικισμένος γραφιάς της Φιλικής (πιο σωστά: αυτός που θα μπορούσε να αναδειχθεί σε ιστορικό της) ήταν ο Γρηγόριος Δικαίος. Ο θάνατός του στο Μανιάκι δεν του άφησε περιθώρια για συγγραφικές ενασχολήσεις, στις λίγες επιστολές του όμως που διασώθηκαν αναγνωρίζουμε ένα ύφος οιονεί χειραφετημένο από τις λόγιες ανασχέσεις της εποχής, πρωτοφανή αμεσότητα και φρόνημα ανθρώπου που μεταφέρεται ακέραιο στο γραπτό. Η περίφημη επιστολή στον Ξάνθο, στο Ισμαήλι, ένα μήνα πριν από την Επανάσταση στην Πελοπόννησο, ήτοι στις 22 Φεβρουαρίου 1821 – όταν ο Φλέσσας αναμένει ματαίως τον Υψηλάντη-, αποτελεί μνημείο λόγου για τα δεδομένα της εποχής (με πλάγια στοιχεία, σε παρένθεση, βάζουμε τις αληθινές έννοιες προσώπων και πραγμάτων).

Σχόλιο Πάνου Ζέρβα:

Πολλά θα μπορούσε να σχολιάσει κανείς σ’ αυτή την μνημειώδη, όπως τη χαρακτηρίζει ο Παπαγιώργης, επιστολή του επαναστάτη Αρχιμανδρίτη. Και ακόμα περισσότερα να αναρωτηθεί, με αφορμή όσα αναφέρονται. Για παράδειγμα προξενεί εντύπωση η εκπληκτική αίσθηση της διαχείρισης του χρόνου ως καθοριστικού στοιχείου στο επαναστατικό (αλλά και στο πολιτικό και το επιχειρηματικό και κάθε είδους) managment (το νεγότζιον – υποθέτω από την αγγλική λέξη για τις διαπραγματεύσεις). Η αντίληψη ότι μελετάς όλες τις λεπτομέρειες πριν πάρεις την απόφαση, όταν όμως αποφασίσεις κάτι το εκτελείς χωρίς δισταγμούς και χρονοτριβή. Ακόμα, η παρρησία με την οποία απευθύνεται ο αποφασισμένος Δικαίος στον ανώτερό του Ξάνθο (πρακτικά τον κορυφαίο ηγέτη της Φιλικής Εταιρείας εκείνη την περίοδο) και – εμμέσως- στον ίδιο τον Αλέξανδρο Υψηλάντη.Αλλά η πολλή ανάλυση δεν ωφελεί: η επιστολή είτε μας μιλάει είτε παραμένει αδιάφορη. Δε μπορώ όμως να μην επισημάνω το ακόλουθο σημείο:

"και εάν τις άνεμος τυφωνικός τα εκτυλίξει μικρόν, άφευκτα προσμένομεν κεραυνούς αιθαλόεις"

Δε νομίζω ότι ο Γρηγόριος Δικαίος είχε καν υπόψη του ότι υπήρχε ένας συνομήλικος επαναστάτης (καρβονάρος αυτός και ποιητής) με το όνομα Ανδρέας Κάλβος. Οφείλουμε λοιπόν να το εκλάβουμε ως τυχαίο παιγνίδισμα της γραφής.

Πηγή : Πάνος Ζέρβας ΕΔΩ ,  Την παραθέτει (πλην των σημείων στίξης) ο Κωστής Παπαγιώργης στο βιβλίο του για τον Ξάνθο (σελ. 47-50).






Κυριακή 19 Μαρτίου 2023

Τουρκικός ιμπεριαλισμός και αποτροπή – Σημειώσεις για μια έρευνα

 Του Βασίλη Φούσκα

 

 Κυκλοφορεί το βιβλίο “Τουρκικός Ιμπεριαλισμός και Αποτροπή” του Βασίλη Κ.  Φούσκα: Πρόλογος του Κώστα Δημουλά | Hellasjournal.com

    Από το λεξιλόγιο και τα προγράμματα της Αριστεράς, κοινοβουλευτικής και μη, σε Ελλάδα και Κυπριακή Δημοκρατία δεν απουσιάζουν μόνο πολλά θέματα τα οποία θα έπρεπε να έχουν διαπραγματευτεί. Βρίθουν, επιπλέον, από πληθώρα άστοχων και ρηχών αναλύσεων, οι περισσότερες εκ των οποίων αντλούν απ’ το οπλοστάσιο της φιλελεύθερης κι όχι της σοσιαλιστικής παράδοσης. Πρόκειται περί γενικευμένου φαινομένου. Ένας απ’ τους πιο σημαντικούς – αν όχι ο σημαντικότερος – λόγος της στροφής πλατιών λαϊκών στρωμάτων στην άκρα δεξιά σε όλο τον Ευρω-Ατλαντικό χώρο βρίσκεται στην υιοθέτηση εκ μέρους της σοσιαλδημοκρατικής και κομμουνιστογενούς Αριστεράς ενός φιλελεύθερου προγραμματικού λόγου ο οποίος δεν σχετίζεται με τη κοινωνική αμεσότητα και τα πραγματικά προβλήματα των λαών. Κατά το μάλλον, η μεταλλαγμένη νεο-φιλελεύθερη Αριστερά αντιμετωπίζει τη κοινωνία ως βιοπολιτικό άθροισμα ατόμων χωρίς ταξική καταγωγή και οικονομικά προβλήματα. Το θέμα λαμβάνει επιπρόσθετες διαστάσεις στο πεδίο των διεθνών σχέσεων. Σε ότι αφορά την Ελλάδα και τη Κυπριακή Δημοκρατία μια απ’ τις πιο τρανταχτές ανεπάρκειες της Αριστεράς είναι οι θεωρητικές αναλύσεις περί ιμπεριαλισμού και, ιδιαίτερα, η παντελής απουσία και επεξεργασία της έννοιας του τουρκικού ιμπεριαλισμού.

    Παράγωγο αυτού του τεράστιου επιστημονικού και πολιτικού ελλείμματος είναι η απουσία μιας (σοσιαλιστικής) θεωρίας αποτροπής αυτού του ιμπεριαλισμού. Ωστόσο, ενώ στον ιμπεριαλισμό των παγκόσμιων μεγάλων δυνάμεων είναι δυνατό να αντιτάξεις, με κάποιο βαθμό επιτυχίας, ένα μαζικό λαϊκό κίνημα ιδιαίτερα όταν συντρέχουν ειδικές ιστορικές συνθήκες, στον ιμπεριαλισμό μιας γειτονικής χώρας με την οποία μοιράζεσαι μια συγκεκριμένη ιστορία και μία συγκρουσιακή δέσμη θεμάτων δεν υπάρχει δυνατότητα για κάτι τέτοιο, ειδικά όταν δεν υπάρχουν συνθήκες για ταυτόχρονη ανάπτυξη μαζικού ειρηνιστικού κινήματος και στις δύο χώρες – στην Ελλάδα και τη Τουρκία. Εδώ, χρειάζεται κάτι πολύ πιο καινοτόμο, χρειάζεται μια θεωρία της αποτροπής η οποία να έχει εφαρμογή επί του πεδίου. 

    Το παρόν κείμενο στοχεύει να αναδείξει, κυρίως, αυτά τα δύο θέματα και να προτείνει λύσεις εκεί που η επίσημη και ανεπίσημη Αριστερά σιωπά για λόγους που δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω. Η νεο-φιλελεύθερη Δεξιά παράταξη δεν με αφορά. Κι αυτό όχι τόσο γιατί δεν έχει αξιοπρόσεκτες ιδέες ή αξιόλογους διαννοούμενους και πολιτικούς, αλλά επειδή οι αναλύσεις της, συνολικά, αποτυγχάνουν παντελώς να θέσουν το κοινωνικό ζήτημα, πόσο μάλλον δε να το συσχετίσουν με την αποτροπή που έχει τη δυνατότητα και την την ιστορική υποχρέωση να παράγει η χώρα σε συνεργασία με τη Κυπριακή Δημοκρατία. Ο φιλελεύθερος λόγος και οι δεξιές πολιτικές της λιτότητας, απ’ οποιοδήποτε κομματικό χώρο κι αν προέρχονται, φέρουν τη κύρια ιστορική ευθύνη για τη διάρρηξη της διαλεκτικής ενότητας μεταξύ λαού, στρατού και πολιτικής ηγεσίας, μια ενότητα η οποία αποτελεί προϋπόθεση sine qua non για κάθε στρατηγική αποτροπής εξωτερικής επιβολής και παραβίασης της εθνικής-λαϊκής κυριαρχίας. Όσες φορές στην ελληνική ιστορία υπήρξε διάρρηξη αυτής της ενότητας, τα αποτελέσματα ήταν ολέθρια και θα αναφερθώ σε τρεις μόνο κραυγαλέες περιπτώσεις: εθνικός διχασμός (1916), εμφύλιος (1944-48), χούντα (1967-74).

Τι είναι ο τουρκικός ιμπεριαλισμός;

    Η Τουρκία δεν είναι «επεκτατική» λόγω της «ιδιοσυγκρασίας» ή του «ισλαμισμού» του προέδρου της. Δεν είναι «νεο-Οθωμανική» επειδή, τάχατες, «ηττήθηκε» ο κεμαλισμός και κυριάρχησαν οι φανατικοί ισλαμιστές. Ούτε και είναι «επεκτατική» επειδή απλά και μόνο το απαιτούν οι εκλογικές συγκυρίες στο εσωτερικό της χώρας. Ο «νεο-Οθωμανισμός», οι «γαλάζιες πατρίδες», οι προκλητικές δηλώσεις του τύπου «θα έλθουμε μια νύχτα» και όλα τα συναφή είναι εποικοδομήματα μιας τεράστιας κεφαλαιακής συσσώρευσης στο εσωτερικό της χώρας, μια συσσώρευση που αντιστοιχεί στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και στην σημερινή της κρίση. Η γιγαντιαία συσσώρευση κεφαλαίου στο εσωτερικό της χώρας, η οποία συνδράμεται και εμπλέκεται με σειρά άλλων αντιφάσεων – π.χ. κουρδικό ζήτημα – οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σε ιμπεριαλιστική εκχύλιση προς τα έξω. Η Αριστερά δεν έχει προχωρήσει σε μια εμβριθή ανάλυση του τουρκικού καπιταλισμού απ’ τη κατάρρευση του Μπρέτον Γουντς το 1971 και δώθε. Δεν μελέτησε την τουρκική εισβολή στη Κύπρο και τις λεπτομέρειές της – αν και υπάρχουν εξαιρετικές μελέτες του κυπριακού από ανεξάρτητους διαννοούμενους. Κι όχι μόνο αυτό. Μεγάλες μερίδες τόσο της κοινοβουλευτικής όσο και της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς πιστεύουν, γενικά κι αόριστα, ότι υπάρχουν δύο ισοβαρείς αστικές τάξεις απ’ τη μια και την άλλη πλευρά του Αιγαίου οι οποίες και σπέρνουν ισοβαρείς εθνικισμούς στις αντίστοιχες κοινωνίες τους. Αυτός είναι ένας παραλογισμός που δεν έχει προηγούμενο. Πρόκειται για ιδεοληψία που προδίδει το βαθμό διάβρωσης της σοσιαλιστικής (ταξικής) ανάλυσης από τις καταστροφικές ιδέες του φιλελευθερισμού και από τις εξωγενείς πολιτικές του δεσμεύσεις.

    Ενώ πριν 100 χρόνια το αρμενικό, το ελληνικό και το εβραϊκό εθνοτικό στοιχείο κινούσε όλα τα οικονομικά νήματα στη σημερινή τουρκική επικράτεια, σήμερα το άθροισμα των ΑΕΠ του Ισραήλ, της Αρμενίας και της Ελλάδας είναι κατώτερο της Τουρκίας. Το ΑΕΠ της Κων/πολης μόνο είναι μεγαλύτερο απ’ αυτό της Ελλάδος. Συγκρινόμενος με τον ελληνικό, ο τουρκικός καπιταλισμός είναι πάρα πολύ ανώτερος, τόσο σ’ ότι αφορά τα ποιοτικά όσο και τα ποσοτικά του χαρακτηριστικά. Δημογραφικά, ενώ οι χριστιανικοί και οι μουσουλμανικοί λαοί των Βαλκανίων και της Μικράς Ασίας πριν 100 χρόνια ήταν σε αναλογία 3:1 υπέρ των χριστιανών, σήμερα η εικόνα είναι ακριβώς η αντίστροφη: σε 3 μουσουλμάνους αντιστοιχεί 1 χριστιανός (εξαιρώ από τους υπολογισμούς τη Ρουμανία και για το 1922 και για το 2022). Εκτενή και συγκεκριμένα εμπειρικά/στατιστικά στοιχεία για την ανάπτυξη του τουρκικού καπιταλισμού από τη δεκαετία του 1970 μέχρι σήμερα θα βρει ο αναγνώστης στη πρόσφατη μελέτη μου, Τουρκικός ιμπεριαλισμός και αποτροπή (Επίκεντρο, 2022) και δεν υπάρχει εδώ χώρος επανέκθεσής τους. Αξίζει, ωστόσο, να θυμίσω εν συντομία τι είναι ιμπεριαλισμός. 

Ιμπεριαλισμός, μεταξύ άλλων, σημαίνει εξαγωγή τριών αλληλένδετων «πραγμάτων»: εξαγωγή μεγάλου κεφαλαίου, εξαγωγή σκληρής ισχύος (π.χ. στρατιωτικές επεμβάσεις) και εξαγωγή ήπιας ισχύος (π.χ. πολιτιστικά ή θρησκευτικά προϊόντα). Στην ολότητά του, ιμπεριαλισμός σημαίνει εξαγωγή τρόπου κοινωνικο-οικονομικής οργάνωσης, τρόπου ζωής. Όλες οι παγκόσμιες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις τα κάνουν αυτά και, ιδιαίτερα, οι ΗΠΑ. Αλλά και η Τουρκία τα κάνει όλα αυτά και τα κάνει με μεγάλη ένταση, ειδικά την τελευταία 20ετία. Μεγάλα τουρκικά κεφάλαια και εταιρείες έχουν εισβάλλει όχι μόνο στις Βαλκανικές και Ευρωπαϊκές αγορές, αλλά και στις αγορές της Μέσης Ανατολής, της Αφρικής, της Ρωσίας και της Κεντρικής Ασίας. Τα κεφάλαια αυτά ανταγωνίζονται σχεδόν ίσος προς ίσον κεφάλαια μεγάλων Ευρωπαϊκών ιμπεριαλιστικών χωρών, όπως η Γερμανία, η Αγγλία, η Ιταλία και η Γαλλία. Η τελευταία 20ετία ήταν πάρα πολύ ευνοϊκή για τη Τουρκία, λόγω της οικονομικής κρίσης και της σχετικής υποχώρησης της Ευρω-Ατλαντικής ισχύος από τα θέατρα της Κεντρικής Ασίας και της Μέσης Ανατολής. Αυτό ενθάρυνε τη περιφεριακή ανάπτυξη του τουρκικού ιμπεριαλισμού, με ανοιχτή προβολή στρατιωτικής ισχύος και εγκατάσταση στρατιωτικών βάσεων εκτός του θεσμικού πλασίου του ΝΑΤΟ, αλλά με την διακριτική ανοχή των ΗΠΑ, αν όχι με παρότρυνσή τους (π.χ. Λιβύη, Συρία, Σομαλία, Κατάρ). Η πολιτισμική διείσδυση είναι επίσης αξιοπρόσεκτη σε όλο τον πρώην Οθωμανικό χώρο, αλλά και πέρα απ’ αυτόν. Η κεντρική αιχμή εδώ είναι η προώθηση της ενότητας του ισλαμικού στοιχείου, η αθρόα χρηματοδότηση και έγερση ισλαμικών τέμενων, η χρηματική βοήθεια από κρατικές οργανώσεις όπως η ΤΙΚΑ (Turkish Cooperation and Coordination Agency), η πώληση πολιτιστικών προϊόντων στο θέαμα, τη διασκέδαση και τα ΜΜΕ (δημοφιλείς τηλεοπτικές σειρές), κλπ.

    Η κρίση της παγκοσμιοποίησης τα τελευταία 15 χρόνια και η σταθερή άνοδος της Κίνας στην παγκόσμια διανομή οικονομικής, πολιτισμικής και πολιτικής ισχύος, δημιούργησε περιοδικά «σοκ» στη κεφαλαιακή συσσώρευση της Τουρκίας τα οποία οι τουρκικές αρχές τα αντιμετωπίζουν με ένα πολύ ιδιαίτερο τρόπο. Σήμερα η Τουρκία ακολουθεί μια πολιτική «οικονομικής μεγέθυνσης με κάθε κόστος». Για παράδειγμα ενώ η πληθωρισμός κινείται σε ποσοστά άνω του 80%, η πολιτική της κεντρικής τράπεζας είναι αυτή της μείωσης των επιτοκίων, το αντίθετο απ’ ότι συμβαίνει στις Ευρω-Ατλαντικές χώρες, οι οποίες ακολουθούν πιστά την αμερικανική ομοσπονδιακή κεντρική τράπεζα και το δόγμα Πωλ Βόλκερ, όπως αυτό εκπονήθηκε τη δεκαετία του 1970 προκειμένου να καμφθεί ο στασιμοπληθωρισμός της εποχής. Η πολιτική αυτή συσσωρεύει τα αδιέξοδα του τουρκικού καπιταλισμού ο οποίος, σε συνδυασμό με άλλα εκρηκτικά εθνικά και κοινωνικά ζητήματα, κάνουν την κυβέρνηση της χώρας περισσότερο αυταρχική στο εσωτερικό και περισσότερο ιμπεριαλιστική και επιθετική στο εξωτερικό. Πρόκειται για τη πιο επικίνδυνη και εύφλεκτη μίξη (πολιτικά) αντιφατικών στοιχείων τα οποία οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σε δημιουργία κρίσεων για εκτόνωση ανυπόφορων καταστάσεων – έστω και αν αυτή η εκτόνωση δεν μπορεί παρά να είναι προσωρινή και επισφαλής. 

    Σ’ αυτό πλαίσιο αντιφάσεων προσπαθούν να εκπληρωθούν σήμερα οι πάγιοι ιστορικοί-στρατηγικοί στόχοι του τουρκικού κράτους, που είναι έλεγχος ή κυριαρχία της περιοχής της Μοσούλης (βόρειο Ιράκ), κάτι που ανάγεται στις διαπραγματεύσεις για τη συνθήκη της Λωζάνης και είναι ένα θέμα για το οποίο υπήρξε σύγκρουση του ηγέτη της τουρκικής διπλωματικής αποστολής, Ισμέτ Ινονού, με τους Άγγλους διπλωμάτες της εποχής. Ο έλεγχος ή κυριαρχία της βόρειας Συρίας σε τόσο βάθος όσο είναι και η νότια συνοριογραμμή της επαρχίας Χατάης, κάτι που ανάγεται στο μεσοπόλεμο και την ενδοτικότητα της Γαλλίας. Για να μην μιλήσουμε για τη Κύπρο, τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου και την Ανατολική Θράκη, θέματα που παραπέμπουν, ως ένα μεγάλο βαθμό, στις διαπραγματεύσεις για τη Συνθήκη της Λωζάνης, αλλά που δεν τέθηκαν με το διεκδικητικό και αποφασιστικό τρόπο που θα ήθελαν μερίδες της τουρκικής ηγεσίας της εποχής διότι δεν μπορούσαν να τεθούν για σειρά από λόγους (για παράδειγμα, η Κων/πολη ήταν ακόμη υπό τον έλεγχο των Άγγλων, ενώ υπήρχε άθικτη η στρατιά του Πάγκαλου στον Έβρο). Η τουρκική πολιτική ηγεσία βάζει σήμερα – όπως και σε ανάλογες συγκυρίες στο μεταπολεμικό παρελθόν – στη πρώτη γραμμή όλες αυτές τις πάγιες ιστορικές της διεκδικήσεις διότι βρίσκει γεωστρατηγικό χώρο προβολής των συμφερόντων της στην άμεση περιφέρειά της – απόσυρση και σχετική κρίση των ΗΠΑ – ενώ πιέζεται από εκρηκτική μίξη αντιφάσεων στον εσωτερικό τομέα, με αποκορύφωμα την οικονομική και δημογραφική ανάπτυξη της τελευταίας 20ετίας που συμπίπτει με το καθεστώς Ερντογάν. Το ισχυρότερο επιχείρημα της Τουρκίας για μοίρασμα/συνεκμετάλλευση με την Ελλάδα του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου δεν είναι, βέβαια, νομικό αλλά οικονομικό και πληθυσμιακό: τα παράλια της Μικράς Ασίας και η επαρχία του Ελλήσποντου έχουν πάνω από 50 εκ. ανθρώπους, ενώ τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου μετά βίας έχουν 280.000 συνολικό πληθυσμό. Κορεσμός των τουρκικών αγορών και έλλειψη κερδοφορίας, οδηγεί σε εξαγωγή κεφαλαίων και άμεση περιφερειακή επέκταση (το συγκρότημα του Κοτς, για παράδειγμα, είναι μεγαλο-μέτοχος στη μαρίνα της Μυτιλήνης). Για την εργατική τάξη της Τουρκίας τίθεται ακόμη το ερώτημα του βιοπορισμού, από τη στιγμή που το διεθνές δίκαιο τους αποκλείει απ’ τις πλουτοπαραγωγικές πηγές του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου (αλιεία, φυσικοί πόροι κλπ). Οι αξιώσεις της Τουρκίας στερούνται νομικής βάσης, δεν στερούνται όμως οικονομικής και δημογραφικής βάσης. Ο τουρκικός ιμπεριαλισμός είναι παράγωγο πολλών στοιχείων, τόσο διαχρονικών όσο και συγκυριακών, και υποβαστάζεται από στρατιωτική ισχύ και ανοιχτές πολιτικές απειλές επί του πεδίου.  

    Η τουρκική διπλωματία χειρίζεται όλες τις διεκδικήσεις της υπαλλακτικά και δύναται, υπό όρους, να υποχωρήσει έστω και λίγο, για παράδειγμα, στη περίπτωση του Αιγαίου ή της Κύπρου αν της παραχωρηθούν ζωτικά προνόμια στη Συρία ή/και στο Βόρειο Ιράκ. Ωστόσο, το αντίθετο σενάριο είναι το πιθανότερο. Επειδή τα διακυβεύματα των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων – συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας – σε Συρία, Ιράκ και Καύκασο έχουν πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα από αυτά της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας, η (διστακτική) πρόβλεψη που μπορεί να γίνει στη σημερινή συγκυρία είναι ότι η πίεση πάνω στην Ελλάδα για παραχωρήσεις τόσο στο Αιγαίο όσο και στη Κύπρο θα ενταθούν.

    Επανερχόμενος στην ανισότητα μεταξύ ελληνικού και τουρκικού καπιταλισμού, καθώς και της ανισοβαρούς θέσης που κατέχουν μέσα στο ΝΑΤΟ σε επίπεδο στρατηγικής αξίας για τις ΗΠΑ και, ακόμα, με δεδομένη τη πλεονεκτική επιχειρησιακή θέση της Τουρκίας στο θέατρο της Κύπρου, η Ελλάδα είναι σαφέστατα σε μειονεκτική θέση. Πιο συγκεκριμένα, δεν έχει δυνατότητα μέσης ή μακράς διάρκειας σύγκρουσης με τη Τουρκία και η απώλεια του ελέγχου της κλιμάκωσης μιας κρίσης, για σειρά από οικονομικούς και πολιτικούς λόγους, θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Σ’ αυτό συνδράμουν και οι πολιτικοί-αμυντικοί περιορισμοί (constraints) που έχουν θέσει οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ στην Ελλάδα, οι οποίοι τονίζουν ρητά την αποφυγή μονομερούς ενέργειας εκ μέρους της χώρας ακόμη κι αν υπάρξει παραβίαση της εθνικής της κυριαρχίας απ’ τη Τουρκία. Πρόκειται για το δόγμα του «μη-πολέμου» και του διαχωρισμού του κυπριακού ως ζητήματος εισβολής και κατοχής από τις ελληνο-τουρκικές διαφορές, το οποίο προσυπέγραψαν όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης, από τη Βέρνη του Κων/νου Καραμανλή (πρωτόκολο Βέρνης, 1977), μέχρι το Νταβός του Ανδρέα Γ. Παπανδρέου (1987) και τα Ίμια του Κώστα Σημίτη (1996), ο κατάλογος είναι μακρύς. Αυτό σημαίνει ότι στην απίθανη περίπτωση που οι ελληνικές ελίτ επιλέξουν, κυρίαρχα και ανεξάρτητα, ν’ αντιδράσουν στη τουρκική ιμπεριαλιστική επιθετικότητα, τότε η χώρα θα βρεθεί μόνη και χωρίς την δυνατότητα χρησιμοποίησης πολλών λογισμικών και τεχνικών συστημάτων απαραίτητα για την άμυνά της διότι αυτά ελέγχονται από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Άρα, ο έλεγχος της κλιμάκωσης της κρίσης, το πιο αποφασιστικό στοιχείο σε ένα δυνητικά ολοκληρωτικό πόλεμο, θα χαθεί και μαζί θα χαθεί και ο πόλεμος πριν καν αυτός υπάρξει επί του πεδίου. Έτσι, θα γίνουν οι υποχωρήσεις εκ μέρους της Ελλάδας που θα επιβάλλει η Τουρκία, με την Ελλάδα να χάνει και το νομικό έρρεισμα σε κάθε μελλοντική διεκδίκηση της Τουρκίας. Το πρόβλημα έχει ως εξής. 

    Τα ελληνικά επιτελεία, λόγω της εξάρτησής τους από το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ, δεν μπορούν να παράγουν αξιόπιστους ιδεότυπους αμυντικής αποτροπής του τουρκικού ιμπεριαλισμού, δηλ. αλγοριθμικά σχέδια και μοντέλα νίκης σε Θράκη, Αιγαίο και Κύπρο σε ιδεοτυπικό πόλεμο που να διαρκεί, για παράδειγμα, ένα μήνα και χωρίς να γίνεται απώλεια της διαδικασίας κλιμάκωσης της κρίσης. Κατά βάση, τους επιτρέπεται μόνο να καταναλώνουν αποτροπή (ακριβές αγορές οπλικών συστημάτων, μαχητικών αεροσκαφών, υποβρυχίων κλπ), αν και ιστορικά έχουν υπάρξει εξαιρέσεις. 

    Τα παραπάνω – η ανωτερότητα του τουρκικού καπιταλισμού, η υποτέλεια και ο μεταπρατικός-πελατειακός χαρακτήρας του ελληνικού κράτους, τα γεωγραφικά-δημογραφικά πλεονεκτήματα της Τουρκίας κλπ. – είναι κάτι που γνώριζε ο Παναγιώτης Κονδύλης, γιαυτό και διατύπωσε την ιδεοτυπική του θεώρηση για το Πρώτο Αποφασιστικό Μαζικό Πλήγμα (ΠΑΜΠ).

Τι είναι το Πρώτο Αποφασιστικό Μαζικό Πλήγμα (ΠΑΜΠ); Προβλήματα και λύσεις

    Το ΠΑΜΠ είναι ένας βεμπεριανός ιδεότυπος, ο οποίος δεν μπορεί να εντοπιστεί πουθενά στην εμπειρική πραγματικότητα, αλλά βοηθά τον αμυντικό αναλυτή να βάλει σε τάξη μια χαοτική και μειονεκτική πραγματικότητα για τα συμφέροντα της χώρας του. Και επειδή μιλάμε για αποτροπή, το ΠΑΜΠ είναι μια ολοκληρωμένη διανοητική κατασκευή η οποία επεξεργάζεται πρακτικά από αμυντικούς και πολιτικούς επιχειρηματίες δίνοντας τη δυνατότητα στην αδύνατη πλευρά, δηλ. στην προκειμένη περίπτωση στην Ελλάδα, να μπορεί να επιφέρει τόσο μεγάλο κόστος στον επιτιθέμενο, δηλ. στη Τουρκία, ώστε αυτό να μην μπορεί ν’ αντισταθμιστεί από τα όποια οφέλη θα μπορούσε να αποκτήσει ο επιτιθέμενος με βάσει τα επιτελικά του σχέδια. Αυτό είναι που δρα ανασταλτικά στην όποια σκέψη για παραβίαση εθνικής κυριαρχίας – πόσο μάλλον για πολλαπλές παραβιάσεις εθνικής κυριαρχίας ή/και κυριαρχικών δικαιωμάτων – εκ μέρους της Τουρκίας και αυτό είναι που δίνει τα κατάλληλα διαπραγματευτικά ατού στην ελληνική διπλωματία για κατοχύρωση των δικαιωμάτων της χώρας στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο (π.χ. επέκταση χωρικών υδάτων στα 12 νμ με βάση το διεθνές δίκαιο, χάραξη ΑΟΖ με Κυπριακή Δημοκρατία κλπ.). Παράλληλα, μετατοπίζονται οι διεθνείς διπλωματικοί άξονες διαπραγμάτευσης του κυπριακού ζητήματος. Από ζήτημα ανεύρεσης λύσης στη βάση της «πολιτικής ισότητας των δύο κοινοτήτων μέσω μιας δι-ζωνικής/δι-κοινοτικής ομοσπονδίας», το κυπριακό θα αντιμετωπίζεται πλέον ως ζήτημα εισβολής και κατοχής, το οποίο συνεπάγεται απόσυρση όλων των στρατευμάτων κατοχής του νησιού ως προϋπόθεση για όποια διαπραγμάτευση. Το ΠΑΜΠ δεν είναι ούτε μπλόφα ούτε πραγματικότητα.

    Ο Κονδύλης έβαζε κι ένα άλλο ζήτημα το οποίο, δυστυχώς, δεν το συσχέτισε με το ΠΑΜΠ. Έβλεπε – και ορθά – ότι οι κυρίαρχες ελληνικές οικονομικές και πολιτικές ελίτ είναι τόσο μεταπρατικές, πελατειακές, διεφθαρμένες, διαπλεκόμενες, υποτελείς και εξαρτημένες από δυτικά ιμπεριαλιστικά συμφέροντα, ώστε να αδυνατούν να χρηματοδοτήσουν και να εφαρμόσουν μια αδέσμευτη πολιτική οικονομικής, αμυντικής και κοινωνικής ανάπτυξης της χώρας με θεσμική σταθερότητα, κανόνες και επαγγελματισμό. Δεν προχώρησε όμως στην απάντηση του ερωτήματος για το πως αυτές οι συγκεκριμένες ελίτ κι αυτό το υποτελές και πελατειακό κράτος μπορούν να δημιουργήσουν αυτήν την ιδεοτυπική κατασκευή και, γεγονός ακόμα πιο απαιτητικό, να πειραματιστούν εφαρμογή της επί του πεδίου. Για να το πω αλλοιώς, πως αυτές οι συγκεκριμένες ελίτ μπορούν να επεξεργαστούν τον ιδεότυπο του ΠΑΜΠ και να τον θέσουν σε πρακτική εφαρμογή με τη μορφή δικτυοκεντρικών στρατιωτικών ασκήσεων επί του πεδίου (mock network-centric exercises), κάτι που προϋποθέτει άρτια διακλαδική συνεργασία. Η απάντηση, όπως υπαινιχθήκαμε παραπάνω, είναι ότι δεν μπορούν, με τη δραματική συνέπεια της έμπρακτης ακύρωσης της διανοητικής σύλληψης του Κονδύλη. Ωστόσο, η οπτική της σύνδεσης μεταξύ κοινωνικού ζητήματος και αμυντικού αποτρεπτικού δόγματος προτρέπουν σε μια μια νέα, περισσότερο ολιστική θεώρηση της ιδέας του ΠΑΜΠ του Κονδύλη. Η νέα αυτή έρευνα πρέπει αναγκαστικά να εμπεριέχει τα εξής στοιχεία, τα οποία θα αποτελούν και το (οργανικό-πραγματολογικό) υπόβαθρο του νέου ΠΑΜΠ, της νέας ιδεοτυπικής κατασκευής: 

Α. Σταδιακή και προγραμματισμένη, με επαγγελματισμό και αφοσίωση αλλαγή του κοινωνικο-οικονομικού παραγωγικού μοντέλου της χώρας, με έμφαση στην δημόσια επένδυση, τη τόνωση της ζήτησης και την ποσοτική και ποιοτική ανάπτυξη της χώρας, με έμφαση τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, της Δυτικής Θράκης και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η ελληνική δημόσια και ιδιωτική επιχείρηση θα αναπτύσσεται μέσα από το πλέγμα των υβριδικών κοινοπραξιών με εταίρους εντός και εκτός του ΝΑΤΟ, εντός και εκτός της ΕΕ.

Β. Ανάπτυξη και εκσυγχρονισμός της αμυντικής βιομηχανίας της χώρας με άξονα την ποιοτική της μεγένθυση και το δημόσιο, διαφανή και δημοκρατικό χαρακτήρα της στη βάση υβριδικών επιχειρηματικών συμφωνιών με εταίρους εντός και εκτός του ΝΑΤΟ. Επαναπροσδιορισμός και επανεπεξεργασία του αμυντικού δόγματος της χώρας στη βάση του ΠΑΜΠ με προώθηση γραμμών θωράκησης σε (αέρα, στεριά και θάλασσα) Έβρο, νησιά ανατολικού Αιγαίου και Κυπριακή Δημοκρατία. Απαραίτητη προϋπόθεση γιαυτό είναι η διοικητική αναδιοργώνωση της δομής των ενόπλων δυνάμεων της χώρας, η οποία θα πρέπει να εξυπηρετεί τις αμυντικές ανάγκες πριν, κατά τη διάρκεια και μετά το ΠΑΜΠ. 

Γ. Πολυδιάστατη αμυντική διπλωματία και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική η οποία θα ζυμώνει με συνέπεια και διάρκεια στο χρόνο το αποτρεπτικό δόγμα του ΠΑΜΠ μέσα κι έξω από το ΝΑΤΟ ώστε να υπερκεραστεί σταδιακά ο δομικός-πολιτικός περιορισμός των ΗΠΑ για αποφυγή μονομερούς ενέργειας της Ελλάδας ενάντια στη Τουρκία ακόμη κι όταν διακυβεύεται η εθνική κυριαρχία της χώρας ή το ελεύθερο τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Τουρκία, ως σύμμαχη χώρα στο ΝΑΤΟ, πρέπει να γνωρίζει ότι η Ελλάδα έχει την αντικειμενική δυνατότητα και τη πολιτική βούληση όχι μόνο να καταφέρει ένα ΠΑΜΠ σε χρόνο που εκείνη θα μπορεί να επιλέξει κυρίαρχα, αλλά και ότι αυτό το χτύπημα θα έχει τη στήριξη στρατηγικών συμμάχων της Ελλάδας μέσα κι έξω απ’ το ΝΑΤΟ, πριν και μετά το ΠΑΜΠ. 

Δ. Λαϊκή διπλωματία και δραστηριότητα ελληνικών ΜΚΟ που να προωθούν τη φιλία και την ενότητα των λαών των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής ενάντια στην ιμπεριαλιστική επιθετικότητα και τον κρατικό αυταρχισμό της Τουρκίας, ζυμώνοντας πολιτισμικές συνεργασίες και εκδηλώσεις ενάντια στην καταπίεση των λαών και τον κρατικό αυταρχισμό. Παρεπιπτόντως, να αναφερθεί ότι οι δικτυοκεντρικές ασκήσεις του ΠΑΜΠ επί του πεδίου επιδιώκουν μηδενικές απώλειες αμάχων αλλά μέγιστες απώλειες στρατιωτικών και άλλων στρατηγικών υποδομών του επιτιθέμενου, ώστε να τον παραλύσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια του οποίου θα υπάρξει διεθνή διαμεσολάβηση και διαπραγματεύσεις.

    Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το ΠΑΜΠ δεν είναι ούτε «προληπτικό χτύπημα», ούτε συνωμοσία. Η Ελλάδα δεν είναι ούτε πρέπει να φιλοδοξεί να γίνει Ισραήλ. Το ΠΑΜΠ είναι ένα ολιστικό σχέδιο με κεντρικό το στοιχείο της οικονομικής αναγέννησης της χώρας όπου το κοινωνικό ζήτημα θα έρχεται στη πρώτη κι όχι στη τελευταία γραμμή. Είναι μια διακυρηγμένη, μακροχρόνια αμυντική πολιτική ζύμωσης μέσα κι έξω από το ΝΑΤΟ. Για να γίνει όμως αυτή η ζύμωση, το ΠΑΜΠ πρέπει πρώτα να παραχθεί διανοητικά και διεπιστημονικά ως ολιστικό σχέδιο. Αυτό δεν  μπορεί παρά να είναι μόνο το ιδεοτυπικό προϊόν-κατασκεύασμα μιας διεπιστημονικής ομάδας ανθρώπων η οποία θα διέπεται από δημοκρατικά φρονήματα και επαγγελματισμό με σαφές όραμα τη προστασία του λαϊκού-κοινωνικού στοιχείου τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Τουρκία. Τονίζω: το ΠΑΜΠ διακηρύττει τη φιλία των λαών, στοχεύει σε μέγιστη κοινωνική πρόνοια για τον ελληνικό λαό και μηδενικές απώλειες αμάχων για το τουρκικό λαό σε περίπτωση που υπάρξει παραβίαση της εθνικής ανεξαρτησίας της Ελλάδος. Οι δε κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα και τη Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να ενσωματώνουν και τη διεκδίκηση για τη θεμελίωση του οργανικού-πραγματολογικού υποβάθρου του ΠΑΜΠ, όχι να την αποκλείουν, όπως γίνεται μέχρι σήμερα. Κοντολογής, δεν θα πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ κοινωνικής (π.χ. η ευημερία των εργαζομένων) και εθνικής ασφάλειας (π.χ. άμυνα των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου).  Γιαυτό ο νέος ιδεότυπος του ΠΑΜΠ μπορεί να παραχθεί και να εφαρμοστεί ολοκληρωμένα όταν συντρέχουν και συμπίπτουν προς ένα κοινό ταξικό-πολιτικό συμφέρον όλα τα στοιχεία – το οργανικό-πραγματολογικό υπόβαθρο – που σχεδίασα προηγουμένως. Και αυτό, να επαναλάβω, είναι εφικτό μόνο από μια διεπιστημονική ομάδα πολιτικών επιχειρηματιών και δημόσιων διαννοουμένων που είναι αδέσμευτοι και έχουν ως στόχο μια σοσιαλιστική δημοκρατία. Εξηγώ το γιατί εν συντομία.

    Οι ελληνικές και ελληνοκυπριακές ελίτ γνωρίζουν ότι δεν μπορούν να είναι «φιλελεύθερες» ή «νεο-φιλελεύθερες» και να αναμένεται ταυτόχρονα να παράγουν τα ποθητά αποτελέσματα  τόσο για την ασφάλεια των χωρών τους όσο και την κοινωνικο-οικονομική ευημερία των πολιτών τους. Ακριβώς επειδή γνωρίζουν τη πρακτική τους αδυναμία στη παραγωγή κοινωνικών συναινέσεων ειδικά όταν είναι κυβέρνηση, καταφεύγουν ανενδοίαστα σε δύο τακτικές: είτε στηρίζονται κατά κόρον στην εθνικιστική ιδεολογία, στους διθυράμβους και σε προεκλογικά τερτίπια εντυπωσιασμού, είτε ανταγωνίζονται η μά την άλλη σε ταυτοτικά θέματα βιοπολιτικής  και δικαιωμάτων, υποδαυλίζοντας τη ταξική ανάλυση, υποθάλπτοντας έτσι τη στροφή των λαϊκών τάξεων σε ακροδεξιά σχήματα. Η στροφή των λαϊκών και εργατικών στρωμάτων σε ακραία δεξιά σχήματα είναι πρωταρχική ευθύνη της υιοθέτησης των φιλελεύθερων οικονομικών και ιδεολογικών προταγμάτων τόσο απ’ την Αριστερά όσο και από μεγάλες μερίδες της Δεξιάς. Πρόσφατα, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ανεκάλυψε ότι η Ελλάδα πρέπει να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 νμ, ενώ η κυβέρνηση ανήγγειλε έρευνα για φυσικό αέριο νοτιο-δυτικά της Κρήτης, στη Πελοπόννησο και στην Ήπειρο. «Κάλιο αργά, παρά ποτέ», είναι η ρήση που κυριαρχεί στους δημοσιογραφικούς κύκλους, εφόσον προτάσεις και σχέδια για πραγματοποίηση τέτοιων ερευνών υπήρχαν από ειδικευμένα Ινστιτούτα ήδη από τη δεκαετία του 1990. Όντας, όμως, προεκλογική περίοδος, κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση θυμήθηκαν να προβάλλουν αυτά τα θέματα τώρα. Όλα τα παραπάνω φαντάζουν ως καιροσκοπισμοί χειρίστου είδους που αδυνατούν να θέσουν σε στέρεες μακρόπνοες βάσεις τη πολυπόθητη στρατηγική ενότητα μεταξύ στρατού, λαού και πολιτικής ηγεσίας.

    Σκάνδαλα απείρου κάλους, όπως αυτό των υποκλοπών, νεο-φιλελεύθερες πολιτικές λιτότητας και πολιτικές μνημονίων οι οποίες υφαρπάζουν τη λαϊκή και την εθνική-κρατική περιουσία χωρίς καν να θέτουν στο στόχαστρο μεταπρατικές και πελατειακές πρακτικές, κάνουν το λαό να μισεί το πολιτικό του σύστημα και τους ηγέτες του, υπονομεύοντας τη παραγωγή μιας ανεξάρτητης και ολιστικής στρατηγικής πλεύσης για τη χώρα. Όραμα δεν υπάρχει. Προϋπόθεση sine qua non για την ολιστική ιδεοτυπική σύλληψη και πρακτική εφαρμογή του νέου ΠΑΜΠ είναι το όραμα για ένα σοσιαλιστικό σύστημα οικονομικών και πολιτικών θεσμών, επαγγελματικά οργανωμένο και με άπλετη κρατική φροντίδα σε όλους τους βασικούς κοινωνικούς τομείς (υψηλοί μισθοί, δωρεάν παιδεία, δωρεάν υγεία, υψηλές συντάξεις, μέτρα για την ανατροπή της δημογραφικής συρρίκνωσης της χώρας, κλπ). Τελικά, η σοσιαλιστική αποτροπή, αποτέλεσμα του οράματος για μια σοσιαλιστική δημοκρατία, συγκροτείται από μια σειρά υβριδικών ενεργειών ακολουθώντας στη θεωρία και τη πράξη μια πολιτική των ορίων με στόχο την αποδέσμευση από τους περιορισμούς του εξαρτημένου συστήματος εξουσίας που χτίστηκε στην Ελλάδα υπό την πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ μετά τον εμφύλιο. Η καθεστηκυία πολιτική, οικονομική και ιδεολογική τάξη πραγμάτων, δηλ. το συνολικό πολιτικό σύστημα της Ελλάδος και της Κυπριακής Δημοκρατίας, αναπαράγει αυτό το σύστημα εξουσίας στη καρδιά του οποίου βρίσκεται η κατανάλωση κοινωνικής και στρατιωτικής ισχύος κι όχι η αυτοδύναμη παραγωγή τους. Εδώ, συμπεριλαμβάνεται και η (αυτο)κατανάλωση εισαγόμενης στρατιωτικής ισχύος από ΗΠΑ, Γαλλία και Γερμανία, όπως για παράδειγμα η περίπτωση με τα υποβρύχια, με τις φρεγάτες και τα F-35, πρακτικές που συνοδεύονται από παραπλανητικούς διθυράμβους για εσωτερική εκλογική κατανάλωση. 

Αντί επιλόγου: η πνευματική και πολιτική ένδεια της Αριστεράς

    Στην αρχή αυτού του κειμένου τόνισα την καχεξία ή την παντελή απουσία αναλύσεων της Αριστεράς σε θέματα θεωρίας και πρακτικής του Ευρω-Ατλαντικού ιμπεριαλισμού, ιδιαίτερα του τουρκικού ιμπεριαλισμού. Τόνισα, επίσης, ότι αυτό έχει ως αποτέλεσμα την παντελή απουσία μιας ολιστικής θεωρίας αποτροπής. Δεν υπάρχει ενδιαφέρον. Η Αριστερά στην Ελλάδα και τη Κυπριακή Δημοκρατία, κοινοβουλευτική και μη, έχει στρέψει την πλάτη της σε τέτοιου είδους αναλύσεις. Προτιμά την ανάλωσή της στο βιοπολιτικό πεδίο ενασχόλησης, όπου κυριαρχούν και προβάλλονται ζητήματα της πολιτικής των ταυτοτήτων, αποκόπτοντάς τα από την κοινωνική τους βάση. Έτσι, έχει καταλήξει στην υιοθέτηση νεο-φιλελεύθερων οικονομικών προγραμμάτων λιτότητας, σπρώχνοντας τις λαϊκές τάξεις είτε στην αγκαλιά ξενοφοβικών και ρατσιστικών πολιτικών σχημάτων είτε στην σιωπηρή ενθυλάκωσή τους μέσα στα διάφορα υπαρκτά πολιτικά κόμματα. Ξεχνά ότι η βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας περνά από την πρωτοκαθεδρία των σοσιαλιστικών ιδεών και της ταξικής πολιτικής ανάλυσης έναντι του νεο-φιλελεύθερου λόγου που νοεί το κοινωνικό ως άθροισμα ατόμων και το πολιτικό ως ισονομία διαφορετικών βιοπολιτικών ταυτοτήτων. Το φαινόμενο δεν είναι ελληνικό. Αφορά όλα τα Ευρω-Ατλαντικά πολιτικά συστήματα. 

Στην Ελλάδα, μετά από το θάνατο του Ανδρέα Γ. Παπανδρέου, η Αριστερά έχει πάψει να αναφέρεται στη ταξική σύνδεση μεταξύ του εσωτερικού και του εξωτερικού παράγοντα και έχει απορροφηθεί παντελώς από το ιδεολογικό σύστημα του νεο-φιλελευθερισμού, το οποίο υπαγορεύει ιδιωτικοποιήσεις κοινωνικών θεσμών και διαρκή λιτότητα. Έτσι, δεν μπορεί να συνδέσει το κοινωνικό ζήτημα με ζητήματα ασφάλειας και εθνικής κυριαρχίας της χώρας, δεν μπορεί να συνδέσει την εργατική ασφάλεια με την εθνική-κρατική ασφάλεια, την ασφάλεια της περιουσίας του ελληνικού λαού. Στο άκουσμα δε της ιδέας περί «ενότητας στρατού, λαού και πολιτικής ηγεσίας» εγείρονται αναμνήσεις περί «χούντας» και της «εκ φύσεως αντιδραστικής φύσης του στρατού». Πρόκειται για παρωδία, απότοκο των συνδρόμων που δημιούργησε το αντι-κομμουνιστικό καθεστώς της Φρειδερίκης, του Κων/νου Μανιαδάκη και του Δημήτρη Ιωαννίδη. Ουδεμία σχέση έχει σήμερα ο ελληνικός στρατός μ’ αυτές τις εποχές. Εν κατακλείδει, η ιδέα αυτή – ότι δεν πρέπει να υπάρχουν θεωρήσεις της εσωτερικής πολιτικής ανεξάρτητα από μέριμνες και απαιτήσεις της εξωτερικής πολιτικής – βρίσκεται αυτούσια στον Κλαούζεβιτς και ενέπνευσε μεγάλο μέρος του εμβληματικού έργου του Κονδύλη, Θεωρία του πολέμου. Αυτή η ιδέα, εντούτοις, θα πρέπει να μας απασχολήσει εντατικά, τόσο διανοητικά όσο και πολιτικά,  προκειμένου να φτάσουμε στα ποθητά αποτελέσματα για τα οποία φαίνεται να μην ενδιαφέρεται καθόλου πια η Αριστερά σε Ελλάδα και Κυπριακή Δημοκρατία.

Πηγή 

Παρουσίαση του Βιβλίου (video) 

 

 

 

 

Τρίτη 7 Μαρτίου 2023

Γιατί δεν "περπάτησε" ο σιδηρόδρομος στην Ελλάδα

 Του Βασίλη Ασημακόπουλου

 

 Γιατί δεν περπάτησε ο σιδηρόδρομος στην Ελλάδα, Βασίλης Ασημακόπουλος 

 

Το 2010 η Ελλάδα χρεοκόπησε. Η ήττα αυτή είναι κομβικής σημασίας. Στη διάρκεια της 2ης εκατονταετίας από την Επανάσταση του 1821, με σημείο αφετηρίας την τομή του 1922, είναι αντίστοιχη της ήττας του 1944 που οδήγησε στο 1946-1949, της ήττας του 1967 που οδήγησε στο 1974. Είναι ανάλογων διαστάσεων και σημασίας. Έτσι πρέπει να αντιμετωπίζεται, αν θέλουμε να την υπερβούμε. Αλλά και να βγάλουμε, ως κοινωνία εκ των υστέρων έστω κάποια συμπεράσματα, γιατί εκ των προτέρων σταθήκαμε ανίκανοι να το πράξουμε. Και πληρώνουμε στην Ελλάδα τον λογαριασμό από το 2007-2008 και μετά και μέχρι σήμερα.

Σε μια περίοδο διεθνούς και εγχώριας κρίσης που εκτείνεται σημειολογικά για τη χώρα μας από τις πυρκαγιές στην Πελοπόννησο τον Αύγουστο του 2007 με την απώλεια δεκάδων ανθρώπων στην Ηλεία, τη δολοφονία ενός εφήβου στα Εξάρχεια τον Δεκέμβριο 2008 και καταλήγει (;) στην τραγωδία του πολύνεκρου σιδηροδρομικού δυστυχήματος τον Φεβρουάριο 2023 και την απώλεια δεκάδων, νέων στην πλειοψηφία τους, ανθρώπων.

Η ήττα του 2010, έχει μια προϊστορία, μια περίοδο προετοιμασίας δύο δεκαετιών. Το 1989-1990 αλλάζει ο κόσμος. Οι όροι κίνησης, οι κανόνες των οικονομικών και θεσμικών συστημάτων, οι κυβερνήσεις, τα κράτη και οι υπερεθνικές οντότητες, οι κινήσεις των πολιτών, τα κινήματα, η εργασία, ο τρόπος πρόσληψης και κατανόησης μιας ραγδαία μεταβαλλόμενης πραγματικότητας, εξελίσσονται με ταχύτατες μεγάλες. Αλλαγές ραγδαίες σε αντικειμενική και υποκειμενική βάση. Αυτό που ονομάστηκε παγκοσμιοποίηση.

Παράλληλα, το εγχώριο μεταπολεμικό αναπτυξιακό μοντέλο, όπως είχε διαμορφωθεί, έφτασε στα όρια του. Είχε ήδη “μπλοκάρει” μία δεκαετία πριν από το 1989. Χρειαζόταν μια μεγάλη τομή, ένας συγχρονισμός με τις νέες δυναμικές συνθήκες. Αυτό ήταν πολύ ορατό. Εφικτό και αναγκαίο ταυτόχρονα. Στη χώρα μας όμως κυριάρχησε και επιβλήθηκε μέσω της τηλεκρατίας – με αφετηριακό σημείο τον Αύγουστο του 1989 και τον ν. 1866/89 – μια πολιτική κοινωνία, ένα κομματικό σύστημα με όλα τα χαρακτηριστικά ενός συστήματος καρτέλ, όπως ονομάζει και αναλύει τα συστήματα αυτά διεθνώς η πολιτική επιστήμη.

Μια πολύ καλή σύνοψη της θεωρίας του «κομματικού συστήματος καρτέλ» περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Κώστα Ελευθερίου, Το Πολιτικό Κόμμα (ΕΝΑ, 2021). Ο ψευτοεκσυγχρονισμός αποτέλεσε την κυρίαρχη ιδεολογία και πρακτική του καρτελοποιημένου πολιτικού συστήματος, στο οποίο μετείχαν οι επίσημες εκφράσεις τόσο της κεντροαριστεράς με το λεγόμενο ΠΑΣΟΚ, όσο και η δεξιά, είτε ως “φιλελεύθερη”, είτε ως “λαϊκή/συντηρητική”, αλλά και η “ριζοσπαστική και ανανεωτική” αριστερά. Παλαιοκομματικές και πολιτικάντικες πρακτικές αλλά και διαφθορά.

Μια παρένθεση. Η ποινικοποίηση της πολιτικής, δηλαδή η συστηματική προσπάθεια εργαλειακής χρήσης της δικαστικής εξουσίας για εξόντωση πολιτικών αντιπάλων- μια πρακτική της μητσοτακικής Ν.Δ. και του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, σε αντίθεση με τη διαφορετική πρακτική του Ανδρέα Παπανδρέου τόσο το 1981, όσο και το 1993– είναι η άλλη όψη της δικαστικής αδυναμίας καταπολέμησης της διαφθοράς.

Η αποτυχία του ψευτοεκσυγχρονισμού

Τα ανταγωνιστικά σχέδια στον ψευτοεκσυγχρονισμό, που διατυπώθηκαν, καταπολεμούνταν με τους όρους του καρτέλ. Δηλαδή εξοβελίζονταν από την “δημόσια συζήτηση”, περιθωριοποιούνταν, χλευάζονταν. Ούτε όμως η κοινωνία, η κοινωνία πολιτών στη μεγάλη της πλειοψηφία, υπήρξε αθώα. Δεν εμφάνισε σημαντικά σημεία αντίστασης και δημιουργικότητας για το κοινό καλό αλλά ενσωμάτωσης. Υποστήριζε το «σύστημα καρτέλ», το οποίο απολάμβανε σημαντικό βαθμό νομιμοποίησης.

Η περίπτωση των σιδηροδρόμων αποτελεί ένα εξαιρετικό παράδειγμα της αποτυχίας του ψευτοεκσυγχρονισμού αλλά και του τρόπου αντιμετώπισης ανταγωνιστικών πολιτικών σχεδίων-προτάσεων ή και εγχειρημάτων από το «σύστημα κόμματος καρτέλ». Το εγχώριο μεταπολεμικό αναπτυξιακό παράδειγμα υποβάθμισε το τρένο και ενίσχυσε τους δρόμους, δηλαδή τις εισαγωγές των αυτοκινήτων, καλλιέργησε τα αρνητικά χαρακτηριστικά της μικροαστικής νοοτροπίας, το ενεργειακό έλλειμμα και σταδιακά την μόλυνση του περιβάλλοντος, ιδίως στην Αττική.

Σε αντίθεση με την κίνηση των προηγμένων ευρωπαϊκών κοινωνιών, αλλά και των ΗΠΑ, όπου το σύμβολο του εκσυγχρονισμού και της ανάπτυξης ήταν το τρένο από τον 19ο αιώνα. Η Ευρώπη της ατμομηχανής απέναντι στην Ευρώπη του κάρου. Ένα περιεκτικό κείμενο του Κωστή Μοσκώφ τη δεκαετία του ’80 αναφέρεται σ’ αυτήν τη νεοελληνική παθολογία και περιλαμβάνεται στο βιβλίο του “Λαϊκισμός ή Πρωτοπορία ;” (Καστανιώτης, 1985).

Από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 και μετά, στο πλαίσιο της επιτάχυνσης των διαδικασιών ευρωπαϊκής ενοποίησης, κατευθύνθηκαν προς τα κράτη-μέλη της Ε.Ε., πολλά κοινοτικά πλαίσια στήριξης, τα λεγόμενα «πακέτα». Οι εθνικές κυβερνήσεις διατύπωναν τα προγραμματικά σχέδια για την κατανομή και την αξιοποίησή τους. Έτσι είχαμε στη χώρα μας, όπως και στα υπόλοιπα κράτη-μέλη της Ε.Ε. το 1ο ΚΠΣ (1989), το 2ο ΚΠΣ (1994), το 3ο ΚΠΣ (2000), το 4ο ΚΠΣ (2006). Η γεωπολιτική και η γεωοικονομική εξέλιξη μετά το 1989-1990 ωθούσε στον συντονισμό της αναπτυξιακής διάστασης της διαδικασίας εσωτερικής ενσωμάτωσης με την επανασύνδεσή της με τα Βαλκάνια και τον Εύξεινο, τη διεθνή ενσωμάτωση.

Το βασικό μέσο ήταν το τρένο. Όμως η ανάπτυξη ενός σύγχρονου σιδηροδρομικού δικτύου, υψηλών ταχυτήτων και μεγάλης ασφάλειας, δεν υπήρχε στις προτάσεις, τις επιλογές, τους ορίζοντες των ελληνικών κυβερνήσεων, των κομμάτων, του επίσημου δημοσίου λόγου αλλά και των κινημάτων. Γι’ αυτό η χώρα μας έμεινε η τελευταία στην Ε.Ε. των 27 κρατών-μελών στο επίπεδο αυτό, όπως αναφέρουν διάφοροι δημοσιολόγοι αυτές τις μέρες. Ανακάλυψαν το ζεστό νερό. Η συγκριτική αναφορά βοηθά.

Όλοι οι άλλοι πήγαν μπροστά 

Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, το σιδηροδρομικό δίκτυο χωρών όπως της Ισπανίας και της Πορτογαλίας ήταν αντίστοιχο με της Ελλάδας. Μια δεκαετία μετά, στις αρχές του 21ου αιώνα, οι χώρες της Ιβηρικής Χερσονήσου διέθεταν τρένα σύγχρονα, υψηλών ταχυτήτων και ασφαλή, με τα οποία σύνδεσαν τις πόλεις και τις περιφέρειές τους, ανάπτυξαν την οικονομία τους. Κλασική εκσυγχρονιστική πολιτική. Αποτέλεσμα σε μεγάλο βαθμό της αξιοποίησης των κοινοτικών πόρων. Η σύγκριση με την ελληνική περίπτωση είναι καταθλιπτική.

Το θέμα των τρένων, της διεκδίκησης ενός σύγχρονου και ασφαλούς σιδηροδρομικού δικτύου δεν έγινε ούτε καν απλό ζήτημα, πολύ περισσότερο ταυτοτικό ζήτημα των κομμάτων, ούτε των κινημάτων. Με μια τιμητική εξαίρεση. Το 1999-2000, ένα πολιτικό ρεύμα στο ΠΑΣΟΚ, με επικεφαλής τον Μιχάλη Χαραλαμπίδη που έθετε συστηματικά ως κεντρικό ζήτημα αναπτυξιακής στρατηγικής τη διάσταση ενός σύγχρονου εθνικού και διεθνοποιημένου σιδηροδρομικού δικτύου και ασκώντας παράλληλα κριτική απέναντι στις αντιαναπτυξιακές επιλογές των κατανομών των κοινοτικών κονδυλίων και των εγχώριων πόρων, αποχώρησε από το κόμμα, επιχειρώντας να συγκροτήσει έναν άλλο πολιτικό σχηματισμό.

Στις προσεγγίσεις και τις πρωτοβουλίες εκείνης της περιόδου το ζήτημα των σιδηροδρόμων τόσο ως κριτική, όσο και ως πρόταση τίθεται κεντρικά. Τα σχετικά κείμενα, που είναι πολύ σύγχρονα, υπάρχουν στα βιβλία του Μιχάλη Χαραλαμπίδη, “Ελληνική Πολιτική Παιδεία” (Στράβων, 2012) και “Η Δολοφονία της Πολιτικής” (Στράβων, 2022). Ειδικά η πολυσέλιδη εισαγωγή του 1ου βιβλίου, με τίτλο “Μαθήματα Πολιτικής”, αποτελεί ένα εξαιρετικό ερμηνευτικό σχήμα για την ελληνική πραγματικότητα.

Ο ψευτοεκσυγχρονισμός αντιμετώπισε τότε, το 1999-2000, το εγχείρημα της Δημοκρατικής Περιφερειακής Ένωσης, με πρακτικές συστήματος καρτέλ, όπως τα εντοπίζει και αναλύει η σύγχρονη βιβλιογραφία. Αποκλεισμός από τα ΜΜΕ της τηλεκρατίας και παράλληλα παραπολιτικές διαρροές και χαρακτηρισμούς για «μέλη μαϊμού», για ανθρώπους που είχαν ενταχθεί στο ΠΑΣΟΚ στο πλαίσιο αρχών, ιδανικών και πολιτικού σχεδίου για το κοινό καλό, διατηρώντας τους όρους αυτονομίας τους και τις γενέθλιες πολιτικές αναφορές τους εξελίσσοντάς τες, αντιστεκόμενοι στις καθημερινές πρακτικές ενσωμάτωσης.

Με κόστος. Την περίοδο ακριβώς που ο ψευτοεκσυγχρονισμός ήταν πλαστικός στα κομματικά μέλη (εγγραφή μέσω τραπεζών), στο χρήμα (τράπεζες-χρηματιστήριο-siemens), στην πρακτική της κατασπατάλησης των κοινοτικών κονδυλίων και εθνικών πόρων, ειδικά σε λεγόμενα κέντρα κατάρτισης, σεμινάρια κλπ. Μια πρακτική που συνεχίστηκε και από τους επόμενους. Στην αδυναμία και στην άρνηση της σημερινής ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ να δει αυτοκριτικά με ό,τι αυτό συνεπάγεται και όχι αυτοδικαιωτικά όπως επιμένει το παρελθόν του επίσημου ΠΑΣΟΚ από το 1996 (τουλάχιστον) έως το 2015, οφείλεται σε σημαντικό βαθμό κατά τη γνώμη μου η διαφαινόμενη στασιμότητα μέχρι σήμερα των δημοσκοπικών ποσοστών του και όχι στις δήθεν ίσες αποστάσεις που υποτίθεται ότι τηρεί απέναντι σε ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ.

Οι σημερινοί Έλληνες έχουμε στερηθεί τη χαρά και την ασφάλεια του ταξιδιού με το τρένο, πέραν των αναπτυξιακών ωφελημάτων. Στα τέλη του 19ου αιώνα η Αθήνα είχε ενωθεί σιδηροδρομικά με την Πάτρα. Την 3η δεκαετία του 21ου αιώνα η σιδηροδρομική γραμμή φτάνει μέχρι το Κιάτο και μετά με λεωφορείο μέχρι την Πάτρα. H γραμμή από την Πάτρα μέχρι την Κυπαρισσία, που λειτουργούσε από τις αρχές του 20ου αιώνα σε πλήρη ανάπτυξη, οι περίφημοι ΣΠΑΠ, με τους πολύ όμορφους αισθητικά πέτρινους σταθμούς, παραμένει εκτός λειτουργίας από το 2011.

Ακόμα στην εποχή του αραμπά 

Αντί να υπάρχουν τρένα υψηλών ταχυτήτων και ασφάλειας για Θεσσαλονίκη-Σόφια ή Αλεξανδρούπολη-Μπουργκάς-Κωνστάντζα-Οδησσός, που μπορούσαν και έπρεπε να είχαν γίνει από τη δεκαετία του ’90 ως έργα πρώτης προτεραιότητας για πολλούς λόγους, σήμερα έχουμε φτάσει να μην υπάρχει τρένο που να συνδέει καθημερινά την Αλεξανδρούπολη με την Κομοτηνή. Η Ήπειρος και η Λακωνία δεν έχουν γνωρίσει μέχρι σήμερα τον σιδηρόδρομο.

Η υπανάπτυξη όμως του δικτύου συμβαδίζει με την απόλυτη υποβάθμιση του ζητήματος της ασφάλειας. Μαζί πάνε αυτά. Η έμπρακτη αδιαφορία για τη ζωή των πολιτών, ενός συστήματος “ιδιωτικο-δημόσιου” με νεο-αποικιακούς όρους – εδώ είναι η ευθύνη και της προηγούμενης κυβέρνησης του 3ου μνημονίου – κυνικού, παλαιοκομματικού και πολιτικάντικου. Το ημερολόγιο και μόνον των αναφορών, εξώδικων δηλώσεων, παραιτήσεων των αρμοδίων, οχλήσεων ακόμα και από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ανακοινώσεων των συνδικαλιστικών φορέων – οι κινητοποιήσεις των οποίων συστηματικά διασύρονται από τη νεοφιλελεύθερη δογματική ως αντικοινωνική πρακτική που βλάπτει το κοινωνικό σύνολο – για το θέμα της ασφάλειας των σιδηροδρόμων, τις τραγικές ελλείψεις του Κέντρου Τηλεδιοίκησης-Σηματοδότησης το 10μηνο που προηγήθηκε της τραγωδίας, καταδεικνύουν με τρόπο ανατριχιαστικό την έμπρακτη αδιαφορία που επέδειξε η σημερινή κυβέρνηση, ο ΟΣΕ και η ιδιωτική εταιρεία, το “ιδιωτικό-δημόσιο” σύστημα, σύμφωνα με τη μεσοπολεμική ορολογία του κοινωνιολόγου Κων/νου Καραβίδα.

Η Ελλάδα έχει ανάγκη από ένα νέο ανορθωτικό κίνημα, αντίστοιχο της περιόδου 1909-1915. Ένα μικρό μέρος της πολιτικής κοινωνίας του τότε ελλαδικού κράτους, των ελληνικών κοινοτήτων εκτός των ορίων του κράτους και κυρίως η κοινωνία των πολιτών, μια κοινωνία ευρισκόμενη ακόμα δημογραφικά σε ανοδική τάση, που αν και το 70% ήταν αναλφάβητη, φλεγόταν από πατριωτισμό, πάθος για τον τόπο και το κοινό καλό, γέννησε διανοητικά ρεύματα, πολιτικές ελίτ, κινήματα, το Κόμμα Φιλελευθέρων, τον Ελευθέριο Βενιζέλο, τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου, τον Νικόλαο Δημητρακόπουλο από την Καρύταινα, τον “μυθικό” Υπουργό Δικαιοσύνης των κυβερνήσεων Βενιζέλου της περιόδου 1910-1912, ίσως τον καλύτερο Υπουργό Δικαιοσύνης στην ιστορία του νέου ελληνικού κράτους.

Η αναγέννηση της χώρας είναι έργο μιας νέας δημοκρατικής κοινωνίας πολιτών και μιας δημοκρατικής πολιτικής κοινωνίας που θα έρθουν σε ανταγωνισμό με την κατεστημένη, παρηκμασμένη και αποτυχημένη σημερινή επίσημη πολιτική. Είναι έργο της νέας γενιάς, νέων μορφωτικών κινημάτων και όλων εκείνων των ζωντανών και δημιουργικών δυνάμεων του τόπου.

Πηγή 

Σάββατο 4 Μαρτίου 2023

Επιχείρηση «Μιθριδάτης»

 Του Μιχάλη Ψύλου

 

 

Ο Μιθριδάτης (132 π.Χ- 63 π.Χ) ήταν βασιλιάς του Πόντου και της Μικράς Αρμενίας στην περιοχή της βόρειας Μικράς Ασίας. Επειδή φοβόταν μήπως τον δολοφονήσουν με δηλητήριο, δηλητηρίαζε ο ίδιος σταδιακά τον εαυτό του! Χρησιμοποιούσε λίγο λίγο, αυξανόμενες, μικρές μη θανατηφόρες δόσεις δηλητηρίου, με αποτέλεσμα να αποκτήσει ανοσία. Όταν όμως νικήθηκε από τον Ρωμαίο στρατηγό Πομπήιο το 63 π.Χ, ο Μιθριδάτης  προσπάθησε να αυτοκτονήσει με δηλητήριο, αλλά επειδή δεν τα κατάφερνε εξαιτίας της ανοσίας που είχε αποκτήσει, διέταξε έναν αξιωματικό του να τον σκοτώσει με ξίφος.

Από το όνομα του βασιλιά του Πόντου έχει επικρατήσει σήμερα ο όρος μιθριδατισμός και χρησιμοποιείται για να περιγράψει μεταφορικά τη σταδιακή αποδοχή και εξοικείωση με καταστάσεις που πριν χαρακτηρίζονταν ως επικίνδυνες, αλλά οι πολίτες τελικά τις αποδέχονταν. Είτε με τη λογική ότι τίποτα δεν αλλάζει είτε ότι «όλοι ίδιοι είναι».

Αυτή η σταδιακή εξοικείωση που είναι βασικό όπλο της σημερινής πολιτικής επικοινωνίας, δεν έρχεται από τη μια στιγμή στην άλλη. Χρειάζεται χρόνος, μια συνεχή πλύση εγκεφάλου με εικόνες, ειδήσεις, πληροφορίες, ώστε ο πολίτης να αρχίσει να θεωρεί φυσιολογικό ή ανεκτό κάτι που σε παλιότερες εποχές θα προκαλούσε αντίδραση, αγανάκτηση ακόμη και βίαιες ανατροπές.

Σήμερα, αυτό το όπλο του Μιθριδατισμού είναι αποτελεσματικό, αλλά δεν λειτουργεί με τα δηλητήρια. Σήμερα, αυτή η ιδέα επιστρέφει χιλιάδες φορές και έχει στόχο να συνηθίσουμε κάθε είδους εγκλήματα, που μπορεί να μας οργίζουν την πρώτη φορά, λίγο λιγότερο τη δεύτερη. Μετά το συνηθίζουμε. Σαν τον τυφώνα που γεμίζει τα πρωτοσέλιδα την πρώτη φορά, λίγο λιγότερο τη δεύτερη, ακόμα λιγότερο την τρίτη: έτσι συνηθίζουμε να ζούμε σε ακραίες καταστάσεις χωρίς να πιστεύουμε ότι είναι ακραίες. Και δεν αγανακτούμε πια, ούτε ανησυχούμε, όταν γίνεται ακόμα και το χειρότερο. Τελικά, η περιγραφή μιας καταστροφής που θα έρθει, θα είναι τόσο ρεαλιστική, τόσο επαναλαμβανόμενη, που αρκεί να τη συνηθίσεις. Να μην ανησυχείς πια γι’ αυτήν, να την ανέχεσαι.

Αυτές οι σκέψεις έρχονται στο νου μετά την ανείπωτη τραγωδία στα Τέμπη. Βλέπουμε να ξετυλίγεται σιγά σιγά μια προσπάθεια να «το συνηθίσουμε». Αφού ήταν «βασικά ανθρώπινο λάθος», όπως έσπευσε να προλάβει ο πρωθυπουργός τα αποτελέσματα της «υπερκομματικής» επιτροπής που θα συσταθεί. Αφού, ανθρώπινα λάθη γίνονταν, γίνονται και θα γίνονται…Να το συνηθίσουμε!

Πρόκειται για επικοινωνιακές τακτικές Μιθριδατισμού. Βασικές αρχές επικοινωνιακής διαχείρισης κρίσεων. Είναι η λεγόμενη εταιρική «στρατηγική ελαχιστοποίησης της ευθύνης» : Αναγνώριση αδυναμίας, παραπομπή σε ανθρώπινο λάθος βρε αδελφέ και καλλιέργεια προσδοκίας ότι όλα θα λυθούν. Μετά τις εκλογές, φυσικά. Το ερώτημα είναι βέβαια αν έχουμε πάρει τόσο μεγάλη δόση Μιθριδατισμού και το φαινόμενο θα επαληθευτεί και αυτή τη φορά. Θα «συνηθίσουμε» και την τραγωδία στα Τέμπη;

 Πηγή