Του Στέφανου Καραβίδα

Το 2ο μέρος της συζήτησης με τον κύριο Ανδρέα Μουντζουρούλια στο DIRECTUS.gr
εγρήγορση η [eγríγοrsi] Ο32α : η κατάσταση της συνείδησης που είναι έτοιμη να αντιληφθεί και να ενεργήσει: Πνευματική / ηθική ~. (απαρχ. έκφρ.) εν εγρηγόρσει, σε εγρήγορση, σε επαγρύπνηση.[λόγ. < αρχ. ἐγρήγορ(σις) `το να είναι κανείς ξυπνητός΄ -ση & σημδ. γαλλ. vigilance]
Του Μάριου Ευρυβιάδη (Αναπληρωτής Καθηγητής στις Διεθνείς Σχέσεις και Ασφάλεια)

Η πρόσφατη τοποθέτηση το Άγγελου Συρίγου πως η Ελλάδα υποστηρίζει την απόκτηση των F-16 από την Τουρκία αλλά σε βάθος χρόνου, βασίζεται σε μια θεώρηση η οποία είναι, κατά την άποψη μου, μόνο κατά το ήμισυ ορθή.
Το ορθό της μέρος έχει δυο πτυχές. Η πρώτη αφορά στο μεταπολεμικό ιστορικό των Αμερικανο-Τουρκικών σχέσεων, διμερών και Νατοϊκων. Το ιστορικό αυτό υποδεικνύει πως αργά ή γρήγορα το συγκεκριμένο πολεμικό σύστημα θα δοθεί στην Τουρκία από τους Αμερικανούς. Όσο όμως πιο αργά τόσο καλύτερα, κατά τον Συρίγο. Στο μεσοδιάστημα η Ελλάδα θα έχει πραγματικά εξισορροπήσει στρατιωτικά την Τουρκία. Εξισορρόπηση σημαίνει διατήρηση της ειρήνης. Η ανισορροπία ισχύος προκαλεί και προσκαλεί επιδρομή.
Η δεύτερη πτυχή είναι πως με τη παροχή των F-16 (και γενικά δυτικών οπλικών συστημάτων) η Ουάσινγκτον αποκτά, ή καλύτερα συνεχίζει να διατηρεί επιρροή πάνω στην Άγκυρα, ενώ η τελευταία υφίσταται περιορισμούς στη συμπεριφορά της. Αντίθετα εάν τέτοιας μορφής υψηλών προδιαγραφών συστήματα δεν μπορούν να αποκτηθούν, η Άγκυρα θα τα πάρει από αλλού, δηλαδή από τη Ρωσία – όπως έπραξε με τους S-400. Κατά τον Συρίγο μια τέτοια εξέλιξη α) θα ακυρώσει την επιρροή της Ουάσιγκτον και β) θα κάνει την Άγκυρα ανεξέλεγκτη και, πιθανόν, να οδηγήσει σε ένα πόλεμο με την Ελλάδα. Σε μια τέτοια περίπτωση οι ΗΠΑ δεν θα έχουν ικανότητα αποτελεσματικής παρέμβασης ή διαμεσολάβησης.
Όλοι συμφωνούμε πως η Τουρκία “αυτονομείται” από την Ατλαντική Δύση. Αλλά σε ποιο βαθμό; Αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι το ερώτημα. “Αυτονομείται” μεν, αλλά όχι σε βαθμό διάρρηξης των σχέσεων της με τη Δύση.
Αυτό δεν πρόκειται να συμβεί ποτέ. Είναι η μόνη κληρονομιά του Κεμαλισμού που καμια διάδοχη κατάσταση δεν θα ακυρώσει. Γιατί; Διότι όλοι στην Άγκυρα γνωρίζουν πολύ καλά πως η κότα με τα χρυσά αυγά βρίσκονται στη Δύση και όχι άλλου. Και πως η Δύση διαθέτει πολύμορφο και πολυεπίπεδο στρατηγικό βάθος σε πολλαπλούς τομείς το οποίο δεν διαθέτει η μη-Δύση.
Οι Τούρκοι γνωρίζουν, με πρώτο και καλύτερο τον (οικογενειακά εφοπλιστή) Ερντογάν – μαζί με το κλεπτοκρατικό συγγενικό και πολιτικό του συνάφι- πως μόνο η θεσμική σχέση με την Ατλαντική Δύση εξασφαλίζει, εκμοντερνίζει και πλουτίζει την Άγκυρα, αλλά και της επιτρέπει να πατά σε δυο βάρκες. Να παρουσιάζεται θεσμικά ως “παραγωγός ασφαλείας” της Δύσης. Αλλά ταυτόχρονα καί ως “παραγωγός ανασφάλειας”, απειλώντας να “αυτονομηθεί” ακόμη και να “εγκαταλείψει” τη Δύση στο “έλεος” διαφόρων μορφών απειλών από την Ανατολή και, γενικά από τη μη-Δύση. Έτσι εξασφαλίζει ωφελήματα τα οποία , επιπλέον, πιστεύει πως της ωφείλονται, αφού παρέχει “προστασία” .
Η θέση αυτή δεν είναι “ερντογανική”. Το 1979, ενώ η Τουρκική οικονομία ήταν υπό κατάρρευση – και στη Δύση (Ιαπωνία και Ν. Κορεα) έτρεχαν να τη σώσουν – Τούρκος πρωθυπουργός (Ντεμιρέλ) έλεγε σε πρώην αμερικανό αξιωματούχο (Rostow) στην Άγκυρα, “πρέπει να πληρώνεται τους λογαριασμούς μας γιατί μας έχετε ανάγκη”. Ο Αμερικανός του υπέδειξε ευγενικά να μην εκφράζεται έτσι διότι μπορεί τα λεγόμενα του να εκληφθούν ως “εκβιασμός”!
Είναι εδώ που η θεώρηση Συρίγου είναι λάθος. Η Τουρκία έχει πιάσει τη Δύση από το πόδι και δεν πρόκειται να την αφήσει ποτέ. Να πάρει δηλαδή τέτοιες αποφάσεις που να την βγάλουν, εκ των πραγμάτων, έξω από το Νατοϊκό μαντρί. Να εκβιάζει τη Δύση, ναι. Αλλά μόνο μέσα από το μαντρί μπορεί να το πράττει. Όχι έξω από αυτό.
Η Δύση εκμοντέρνισε και εκδυτικοποίησε την Τουρκία. Νατοΐκοί και Δυτικοί πόροι έχτισαν τις δομές της, στρατιωτικές και μη. Ακούσθηκε κανείς Τούρκος αξιωματούχος να λέει πως η Τουρκία θέλει θα φύγει από το ΝΑΤΟ; Αντίθετα λένε πως κανένας δεν μπορεί να την διώξει. Να φύγει μόνη της; Ποτέ.
Για να περιοριστώ μόνο στο ΝΑΤΟ, μια Τουρκία έξω από το ΝΑΤΟ , θα ήταν μια Τουρκία κάτι σαν το Πακιστάν: με υπερπληθυσμό, φτώχεια και θρησκευτικό φανατισμό (φαλαφισμό). Όχι τυχαία, το 1945 οι Αμερικανοί επέλεξαν για ανάπτυξη τρεις μη δυτικές χώρες ως “μοντέλα” προς μίμηση, για τον μη δυτικό κόσμο: την Τουρκία, το Ιράν και την Ινδονησία. Είναι η συμμετοχή στο ΝΑΤΟ που έκανε τη διαφορά. Και από τότε μέχρι πολύ πρόσφατα η Ουάσινγκτον περιφέρει το “Τουρκικό μοντέλο” ως υπόδειγμα στον μη δυτικό κόσμο.
Υ. Γ. Από την ένταξη της στο ΝΑΤΟ το 1952 η Τουρκία αποτελεί αμερικανο νατοϊκή βάση που φιλοξενεί ακόμη και αμερικανικές πυρηνικές κεφαλές. Υπάρχουν σήμερα εκεί 11 ενεργές αμερικανονατοϊκές βάσεις με κορωνίδα τη αμερικανο νατοϊκή βάση στο Ινσιρλίκ. Εκεί φιλοξενούνται 1650 αμερικανοί στρατιώτες και 4,850 εξαρτώμενοι τους. Για δεκαετίες η βάση αυτή θεωρούνταν “αναντικατάστατη”. Όχι πλέον. Χρόνια έχει να ακουστεί. Αμερικανο νατοϊκές βάσεις σε Ελλάδα, Αλβανία, Κόσοβο, Βουλγαρία, Ρουμανία και Ανατολική Ευρώπη την έχουν υποβαθμίσει. Η Άγκυρα έχασε τον άσσο της. Δεν μπορεί να εκβιάζει πλέον όπως τον παλιό καλό καιρό. Είναι για αυτό που ωρύεται κατά της Ελλάδας ως “αμερικανική βάση” – που είναι. Άλλος όμως είναι ο καημός της Άγκυρας. Και η οποία φαντάζει τον εαυτό της ακόμη και ως “αντιιμπεριαλιστική” δύναμη.
Για λεπτομέρειες περί Τουρκίας ως ενεργή αμερικανο νατοϊκή βάση σήμερα, δείτε Congressional Research Service, report, Turkey: Background and US Relations ( 22/12/22), διαθέσιμη στο διαδίκτυο.
ΑΦΙΕΡΩΣΗ
Αφιερώνω το κείμενο αυτό στη μνήμη του Χριστοδούλου Γιαλλουρίδη, που βοηθούσε τους πάντες, πάντα πρόσχαρος και αισιόδοξος, αγωνιστής μέχρι το τέλος και με τον οποίο μοιραζόμουν το ίδιο γραφείο στο Πάντειο Πανεπιστήμιο για χρόνια. Τα συλλυπητήρια μου στην οικογένεια του. Στο καλό Λάκη ο Θεός μαζί σου.
Φιλοδοξία του παρόντος κειμένου είναι να θίξει δύο σημαντικά ζητήματα που μας απασχόλησαν έντονα στο παρελθόν, αλλά δεν βλέπω γιατί, με ένα διαφορετικό, φυσικά, τρόπο και ρόλο, δεν θα μας απασχολήσουν στο παρόν και το μέλλον. Τα ζητήματα αυτά είναι πρώτον ο ρόλος του στρατιωτικού παράγοντα στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα και δεύτερον τα όρια ύπαρξης, παρουσίας και δράσης του φασισμού στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου.
Βασικό όχημα στην όλη μου έρευνα ήταν η ανάλυση που κάνει ο Σεραφείμ Μάξιμος στο εμβληματικό έργο του “Κοινοβούλιο ή Δικτατορία;” το οποίο πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις “Στοχαστής”, με μια κριτική εισαγωγή μου (σελ. 13-15). Θα σταθώ, λοιπόν, κατ’ αρχήν στο πρώτο μέρος που αφορά τον στρατιωτικό παράγοντα, δηλαδή πως ο στρατιωτικός παράγοντας μεταλλάχθηκε από όργανο άσκησης και επιβολής της λαϊκής κυριαρχίας σε όργανο άσκησης και επιβολής δικτατορικής εξουσίας.
Η μελέτη των άτακτων σχηματισμών (κλεφτών και αρματωλών) των προεπαναστατικών χρόνων ως και των πρωτοδιαμορφωνόμενων σχηματισμών των χρόνων της Επανάστασης, αλλά και μετά αυτήν, μιλά από μόνη της για τον ρόλο του στρατιωτικού παράγοντα στην διαμόρφωση της σύνολης εικόνας του ανάπηρου νεοελληνικού κράτους. Αυτό μας βοηθάει στο να αντιληφθούμε το αφενός και το αφετέρου της πρακτικής του στρατιωτικού παράγοντα με όρους κοινωνικούς και ιστορικούς.
Αυτή την αντιφατική διαλεκτική σχέση ο Σεραφείμ Μάξιμος ως προσεκτικός μελετητής της ιστορίας δείχνει όχι μόνο γενικά να την αντιλαμβάνεται, αλλά και εμπράκτως να την εφαρμόζει στην συγκεκριμένη του ανάλυση. Τόσο στην ανάλυσή του αυτή, όσο και σε μια σειρά άλλες μεταγενέστερες, ο Μάξιμος ξεδιπλώνει την άποψή του για τον ιδιότυπο ρόλο του στρατιωτικού παράγοντα από το 1821 και εντεύθεν και είναι σε θέση να αντιληφθεί και την αντιφατικότητά του στους εσωτερικούς αγώνες, αλλά και την συμβολή του στους δίκαιους αλυτρωτικούς αγώνες του Ελληνισμού.
«Μα πώς οι τάξεις που έρχονται σε τέτοιες σχέσεις δεν συγκρούονται παρά επεμβαίνει ο στρατός για λογαριασμό τους; Ο λόγος βρίσκεται στην ίδια τη διαμόρφωσι των τάξεων, στην κοινωνική διαμόρφωσι της χώρας. Ούτε από οικονομική, ούτε από κοινωνική και πολιτική άποψι, οι τάξεις ήτανε χωρισμένες, τη βραδιά της 3ης Σεπτεμβρίου του ’43, που ο στρατηγός Καλλέργης με επικεφαλής όλα τα τακτικά σώματα της πρωτεύουσας, στασίασε για να ζητήση “εν ονόματι του λαού” το σύνταγμα από τον Βαυαρό Όθωνα. Το ίδιο και στα 1861-62. Το ίδιο και στην επανάστασι ακόμα του Γουδί, που άνοιξε οριστικά το δρόμο στο κεφαλαιοκρατικό καθεστώς».
Γι’ αυτό και η ερμηνεία της λειτουργίας του ή ως δυνάμεως που επεμβαίνει για να εκδηλώσει θετικά την λαϊκή δυσφορία ή ως φορέα δικτατορίας είναι πειστική. Κατά την άποψή του «Από το στρατιωτικό κίνημα στο Γουδί βγήκανε δύο κινήσεις, που πολλές φορές εκδηλώνονται σ’ ένα και το ίδιο πρόσωπο: η νεώτερη ελληνική δημοκρατία και η δικτατορία. Αυτό είναι δυσκολονόητο αν το πάρουμε έξω από την κατοπινή εξέλιξι των πολιτικών και κοινωνικών αγώνων, αν δεν το εκτιμήσουμε μέσα στις αμοιβαίες αλληλεπιδράσεις τους. Το κίνημα του Γουδί έφερε στην πολιτική σκηνή ένα νέο πολιτικό συγκρότημα, που διεδραμάτισε σπουδαίο ρόλο και που εκπροσωπούσε τη συμμαχία του κεφαλαίου με την “τρίτη τάξη”. Τα πρόσωπα που πήρανε μέρος ή που βγήκανε από το κίνημα, βλέπουμε πιο ύστερα να ξαναπαίζουν σπουδαιότατο ρόλο στους αγώνες τους κομματικούς και κοινωνικούς. Ο Βενιζέλος και ο Πάγκαλος έχουν άμεση την καταγωγή τους από το στρατιωτικό εκείνο κίνημα. Απ’ αυτό βγήκανε: το κόμμα του μεγάλου κεφαλαίου, το μικροαστικό κόμμα, η δημοκρατία και η δικτατορία».
Είναι η ίδια η διαλεκτική της ανάλυσής του που τον βοηθάει να εμβαθύνει και εμπλουτίσει τους προβληματισμούς του, συνειδητοποιώντας και ο ίδιος ότι όταν από το 1843, το 1861-2 και το 1909 περνάμε στην μετά το 1922 περίοδο, η κατάσταση τόσο στην σφαίρα της οικονομίας, της κοινωνίας και της πολιτικής, όσο και εκείνης του στρατιωτικού παράγοντα, είναι πια τελείως διαφορετική. Η ίδια η Ελλάδα του 1922 διαφέρει πόρρω από την Ελλάδα του 1909.
Και είναι, φρονώ, πράγματι πειστική η επιχειρηματολογία του όταν αναφερόμενος στο στρατιωτικό κίνημα του 1909, επισημαίνει ότι «το κίνημα του Γουδί, έκανε το πρόγραμμά του μέσα σ’ ένα λαϊκό συλλαλητήριο από ογδόντα χιλιάδες πολίτες, λαϊκό πρόγραμμα. Το σκοπό του σκοπό της μάζας, τις απαιτήσεις του λαϊκές απαιτήσεις, μαζί δε μ’ αυτό πραγματοποίησε μια βαθύτερη ανάγκη της κοινωνίας, να φέρη στην εξουσία, με τη θέλησι μάλιστα του λαού, το κεφαλαιοκρατικό κόμμα. Ο σκοπός του κινήματος έγινε έτσι λαϊκός σκοπός και ο λαϊκός αυτός σκοπός δεν ήτανε στο τέλος, παρά ένας σκοπός της μπουρζουαζίας, που ήθελε να κυριαρχήση απ’ άκρη σ’ άκρη στην ελληνική κοινωνία και να κάνη την κίνησί της εθνική κίνησι».
Διαφορετική ήταν η στόχευση του κινήματος του Νικολάου Πλαστήρα, το οποίο «ήρθε, αντίθετα, ν’αντιδράση κι όχι να οργανώση μια λαϊκή εξέγερσι, που θα μπορούσε να ξεσπάση αυθόρμητα, ή να παρασκευασθή από στιγμή σε στιγμή μέσα στις πόλεις και στην ύπαιθρο από το επαναστατικό κόμμα. Γι’ αυτό και ο πραγματικός εχθρός του δεν ήτανε το μοναρχικό κόμμα, ήτανε η εργατική τάξι».
Διαπίστωση εν μέρει όμως σωστή, στον βαθμό που η κύρια αντίθεση εξακολουθούσε να παραμένει αυτή ανάμεσα στον βενιζελισμό και τον αντιβενιζελισμό, όχι μόνο γιατί παρεμβάλλονται τα θα, αλλά και γιατί αποτελούν πραγματικό γεγονός τα στοιχεία της περιόδου, που μαρτυρούν το χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης και πολιτικής συγκρότησης τόσο του εργατικού κινήματος, όσο και του σπαρασσόμενου από εσωτερικές αντιθέσεις ΚΚΕ. Αντιθέσεις που πολλές φορές ξεπερνούσαν και το ίδιο δημιουργώντας ρήγματα όχι μόνο στις γραμμές του, αλλά ρήγματα με τον ίδιο τον ελληνικό λαό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το ανακύψαν ζήτημα του Μακεδονικού, υποδαυλισμένο από την Γ’ Διεθνή, που επηρεασμένη εμφανώς από το ΚΚ Βουλγαρίας, υιοθετεί τα συνθήματα «Ενιαία και ανεξάρτητη Μακεδονία» και «Ενιαία και ανεξάρτητη Θράκη». Συνθήματα που όπως έχω αναλύσει, δεν πέρασαν χωρίς αντίσταση, με θύματα τα κορυφαία στελέχη του ΚΚΕ, Θ. Αποστολίδη, Γ. Κορδάτο, Σ. Μάξιμο και Π. Πουλιόπουλο, αλλά και συνθήματα που μετά την «συνθηκολόγηση» του ΚΚΕ και την «εκχώρηση της εθνικής του δικαιοδοσίας» στην Κομιντέρν, σφράγισαν την πορεία του, δημιουργώντας αδιέξοδα στην διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης εθνικής στρατηγικής.
Έχω ήδη αναφερθεί στους ευθύβολους εντοπισμούς του Μάξιμου για τον χαρακτήρα και τις διαφορές ανάμεσα στα στρατιωτικά κινήματα του 1909 και του 1922. Χρήσιμο όμως είναι φρονώ, να επαναλάβω την καίρια επισήμανσή του που δεν αφορά μόνο την διαφορά ρόλου των στρατιωτικών ανάμεσα στο 1909 και το 1922, αλλά την εν γένει πλέον παρουσία των στρατιωτικών που με την έντονη πολιτικοποίηση και την σταθερά δραστική παρέμβασή τους στα ζητήματα του πολιτεύματος και της διακυβέρνησης μετατόπισαν προς το κέντρο της πολιτικής ζωής τον ρόλο του στρατιωτικού παράγοντα.
Ο Μάξιμος ξεπερνώντας τα στερεότυπα της εποχής του αναδεικνύει το πραγματικό γεγονός ότι το πέρασμα της εξουσίας από τα κινήματα στα κόμματα δεν γίνεται πλέον με την απόσυρση των στρατιωτικών, αλλά με την ενεργή πολιτικοποίησή τους που τους μετατρέπει μέχρι και σε κοινοβουλευτικούς αρχηγούς, για να το συμπληρώσει με την επισήμανση ότι «οι οπαδοί του “καθαρού κοινοβουλευτισμού” ολοένα και λιγοστεύουν. Οι “εκκλήσεις” και οι αγορεύσεις τους μοιάζουν με ψαλμωδίες που δεν συγκινούν. Οι μεγαλείτερες δημοκρατικές εφημερίδες των Αθηνών γεμίζουν τις στήλες τους με απομνημονεύματα και εικόνες του Μουσσολίνι. Θαυμάζουν τα έργα του και τον τιμούν. Ο δημοκρατικός στρατός είναι κι’ αυτός γιεμάτος από υποψήφιους δικτάτορες, που συνεννοούνται και συσκέπτονται συχνά για το πώς θα είναι δυνατόν να “σωθή η Ελλάδα” με μια “καλή Δικτατορία”. Κάθε επιχειρηματίας, βιομήχανος ή τραπεζίτης που επιζητεί μια σύμβασι ή μια προμήθεια και δεν το κατορθώνει, καταλήγει στο συμπέρασμα πως «χρειαζόμαστε ένα δικτάτορα».
Η άποψη του Μάξιμου αν και μερικά ανελαστική στον βαθμό που δείχνει να υποτάσσει τελικά το όλο του σχήμα στην βασική αντίθεση αστική τάξη-προλεταριάτο, επηρεασμένη προφανώς από το κυρίαρχο, ακόμα την περίοδο που γράφει «πνεύμα του πολεμικού κομμουνισμού» και του ανερχόμενου «οικονομικού καταστροφισμού», παραμένει εντούτοις ιδιαίτερα διαυγής, αλλά και ιδιαίτερα τολμηρή και κρατάει, κατά την γνώμη μου, στις βασικές επισημάνσεις την αξία της, αποτελώντας πυξίδα για την ορθή πλοήγησή μας στα γεγονότα που εξελίχθηκαν μετά το 1922.
Γεγονός παραμένει ότι έως και το 1916 ο στρατός δρούσε πράγματι ως εθνικός, ως στρατός όλων των Ελλήνων. Το κίνημα Βενιζέλου όμως στην Θεσσαλονίκη ανατρέπει και διασπά αυτή την παράδοση. Έτσι ανεξάρτητα από την ορθή διάγνωση και προσανατολισμό του μεγάλου αυτού Έλληνα πολιτικού, η πραγματικότητα καταδεικνύει ότι η ενέργειά του αυτή σηματοδοτεί μια δραστική παρέμβαση που ανέτρεπε τα έως τότε ειωθότα και στηλιτεύτηκε ακόμα και από ακραιφνείς βενιζελικούς, όπως λ.χ. ο Γεώργιος Βεντήρης.
Ο Θάνος Βερέμης επιβεβαιώνει ότι «η περίοδος μεταξύ του 1916 και του 1922 αποτελεί την αρχή της συστηματικής αναμείξεως του ελληνικού στρατού στην πολιτική». Ανάμειξη που σε μια πρώτη ανάγνωση, θα μπορούσε να ερμηνευτεί και ως αποτέλεσμα μιας άδικης ήττας, αφού «κατά την στρατιωτική λογική: Ο στρατός δεν νικήθηκε [στην Μικρά Ασία] διότι δεν πολέμησε, υπέκυψε εις τον κάματον και η ψυχή του εκάμφθη διότι δεν άκουε άλλο τι από τους εν Αθήναις αχρήστους», με αποτέλεσμα την ήττα στο μικρασιατικό μέτωπο να την διαδεχθεί η γνωστή ταραχώδης ή ασταθής κατάσταση που κυριάρχησε τα επόμενα χρόνια.
Εξετάζοντας όμως συστηματικότερα τα πράγματα και λαμβάνοντας υπόψη τις ποικίλες, διαφορετικές πολλές φορές στην αφετηρία, αλλά και στο αποτέλεσμα, απόψεις, εκτιμώ ότι η επισήμανση του Γιώργου Δερτιλή, χωρίς να είναι εξισορροπητική καταλήγει να είναι ισορροπημένη στην διαπίστωσή της ότι: «Στην περίπτωση του ελληνικού μεσοπολέμου, π.χ. η μεγάλη συχνότητα των στρατιωτικών επεμβάσεων αποδίδεται συχνά στη μικρασιατική καταστροφή, στην ταπείνωση από την ήττα και στην τραυματική εμπειρία του στρατού.
»Αναμφισβήτητα, η επακόλουθη αναζήτηση αποδιοπομπαίων, η επανάσταση που έκαναν τα κατάλοιπα αυτού του στρατού, η στρατιωτική δικτατορία που επιβλήθηκε και η εκτέλεση των έξι, όλα αυτά ήταν συμπτώματα ενός κλίματος αδυναμίας, απελπισίας κι εθνικής κρίσης με επίκεντρο τον ίδιο το στρατό. Είναι, λοιπόν, δικαιολογημένη η έμφαση στην ψυχολογική επίδραση του 22 πάνω στους αξιωματικούς, φτάνει να μην επεκτείνεται πολύ μακριά αυτή η ερμηνεία, ιδίως χρονικά. Η κατάσταση μπορεί να ήταν σημαντική (αν και όχι μοναδική) αιτία των αντιδράσεων του στρατού αμέσως μετά το 1922, αλλά δεν είναι δυνατό να την αποθηκεύσει κανείς και να τη χρησιμοποιεί κατόπιν πολύ βολικά για όλη τη διάρκεια του μεσοπολέμου, γιατί τότε φτάνει σε μια εξαιρετικά επισφαλή ψυχολογική ιδεαλιστική ερμηνεία».
Υπό μίαν λοιπόν ορισμένη έννοια το 1922 αποτέλεσε μια κεντρική αιτία για την ανατροπή του μέχρι τότε υπάρχοντος ισοζυγίου ανάμεσα στον πολιτικό και τον στρατιωτικό παράγοντα. Το πελώριο ωστικό κύμα που επέφερε η Μικρασιατική Καταστροφή ανέτρεψε πλήρως την μέχρι τότε «γραμμική, σχεδόν, ανοδική εξέλιξη» της Ελλάδας, αλλά και του περιφερειακού Ελληνισμού και άνοιξε ευρύ χάσμα όχι πλέον ανάμεσα στην Ελλάδα και τους “ξένους”, αλλά μέσα στην ίδια την ελληνική πραγματικότητα.
Η αναγκαστική εγκατάσταση και διασπορά του «άλλου μισού» των Ελλήνων της Μικράς Ασίας και του Πόντου δηλαδή, σε όλες, σχεδόν, τις περιοχές της ελεύθερης Ελλάδας, είχε τεράστιες επιπτώσεις στον κοινωνικό και οικονομικό ιστό, αποτελώντας ταυτόχρονα και έναυσμα για μιαν αναδιάταξη του κοινωνικού-ταξικού χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας, στον βαθμό που οι πρόσφυγες ήρθαν να προστεθούν στην μέχρι τότε υπάρχουσα φτηνή εργατική δύναμη, διευρύνοντας σε αποφασιστική κλίμακα το στρατόπεδο των υποτελών τάξεων των οποίων και αποτέλεσαν το “νέο αίμα”. Αν όμως οι επιπτώσεις στον κοινωνικό τομέα ήταν βαθιές και ουσιαστικές, το ίδιο θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε και γι’ αυτές στον οικονομικό, όπου η δοκιμασία ξεπερνούσε την “εθνική σφαίρα”, καθώς η παγκόσμια οικονομική κρίση βρισκόταν προ των πυλών.
Γεγονός παραμένει ότι από το 1922 έως το 1929, η ελληνική οικονομία αντιμετώπιζε τεράστια προβλήματα που υπερέβαιναν την δυναμική του οποιουδήποτε κόμματος. Σε αυτά τα κρίσιμα χρόνια, όπου τα στρατιωτικά πραξικοπήματα διαδέχονταν το ένα το άλλο και ο κοινοβουλευτισμός, όπως τουλάχιστον τον έζησαν οι Έλληνες στα χρόνια 1864-1909, αποτελούσε παρελθόν, οι προσπάθειες του κυρίαρχου συγκροτήματος εξουσίας στράφηκαν παράλληλα με την διαφύλαξη της κοινωνικής σταθερότητας και τάξης από την απειλή του αναδυόμενου νέου ιακωβίνου, στην διαφύλαξη και της νομισματικής σταθερότητας, γεγονός που εν μέρει επετεύχθη χωρίς όμως να δοθεί αποφασιστική λύση στο όλο ζήτημα.
Του Θέμη Τζήμα
Με μία κίνηση η οποία χαρακτηρίσθηκε ευρέως ως πρόκληση, ο ακροδεξιός υπουργός Ασφαλείας της νέας κυβέρνησης του Ισραήλ, Ιτάμαρ Μπεν Γκβιρ επισκέφθηκε το τέμενος του Αλ Άκσα, υπό την προστασία του στρατού κατοχής. Δεν είναι η πρώτη φορά που το Ισραηλινό Απαρτχάιντ, υπό την καθοδήγηση (και) των πλέον ακροδεξιών εκδοχών του προσπαθεί να ταπεινώσει τον παλαιστινιακό λαό. Είναι χαρακτηριστική μια εικόνα από το παρελθόν (μεταξύ πολλών άλλων), όταν ο Ισραηλινός στρατός κατοχής είχε εξαναγκάσει έναν Παλαιστίνιο μουσικό να παίξει υπό την απειλή των όπλων, σε μια συμβολική και εμβληματική κίνηση η οποία είχε θυμίσει σκηνές από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ξεσηκώνοντας κατακραυγή και μέσα στον παγκόσμιο Εβραϊσμό. Άλλωστε, διακηρυγμένη πολιτική του σημερινού κυβερνητικού συνασπισμού του Ισραήλ είναι όχι μόνο η εξακολούθηση αλλά και η επίταση της πολιτικής του Απαρτχάιντ, μέσα από την επισημοποίηση της εθνοκάθαρσης εις βάρος των Παλαιστινίων.
Στην προαναφερθείσα κίνηση του Μπεν Γκβιρ που αποτελεί συνέχεια και όχι τομή στις πολιτικές του Ισραήλ μπορεί κανείς να εντοπίσει δύο διαστάσεις: η πρώτη έχει να κάνει με ένα συνδυασμό πολιτικαντισμού και απόπειρας συνδυασμού διαφορετικών στρατηγικών επιδιώξεων εν μέσω παγκοσμίου πολέμου. Ο πολιτικαντισμός αφορά την προσπάθεια της συγκεκριμένης εκδοχής της σιωνιστικής ακροδεξιάς να ηγεμονεύσει τη συγκυβέρνηση με την ακροδεξιά του Νετανιάχου. Οι στρατηγικές επιδιώξεις εκτείνονται από την ολοσχερή απαξίωση των παλαιστινιακών κομμάτων και οργανώσεων έως την εξολόθρευση της νέας γενιάς αγωνιστών της παλαιστινιακής αντίστασης, μέσα από μια γενικευμένη αντιπαράθεση με όρους που θα επιλέξει το Ισραήλ. Δεν σταματούν όμως εκεί.
Για να συνθέσουμε το παζλ αυτών των στρατηγικών επιδιώξεων πρέπει να λάβουμε υπόψιν μια σειρά εξελίξεων: η συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν θεωρείται απίθανη, απλώς οι ΗΠΑ δεν το ανακοινώνουν προκειμένου να μη χρειαστεί ο πρόεδρος Μπάιντεν να αναλάβει άμεσα στρατιωτική δράση. Η συμμαχία Ρωσίας-Ιράν (και Κίνας) εγείρει την πιθανότητα μιας πλήρους ανατροπής της περιφερειακής ασφάλειας του Ισραήλ. Το ίδιο και η προσέγγιση της Σαουδικής Αραβίας με τη Ρωσία, με την Κίνα και εν μέρει με το Ιράν. Οι διαδηλώσεις μέσα στο Ιράν απέτυχαν να προωθήσουν ένα σενάριο αλλαγής καθεστώτος.
Το Ισραήλ αντιμετωπίζει ένα πραγματικό ζήτημα αναίρεσης των πολιτικών που εγγυώνται την ασφάλειά του. Μια τυχόν ήττα των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ στην Ουκρανία θα σκορπίσει ρίγη τρόμου, όχι μόνο στους υποτακτικούς της Ουάσιγκτον στην Ευρώπη, αλλά και στη Μέση Ανατολή. Οι πρόσφατες δηλώσεις του νέου Ισραηλινού υπουργού Εξωτερικών περί χαμηλότερων τόνων ως προς τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία προδίδει μια βαθιά ανησυχία του ισραηλινού κατεστημένου για την πορεία της ηγεμονίας και της ισχύος των ΗΠΑ. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, μια γενικευμένη σύγκρουση του Ισραήλ με τον «άξονα της αντίστασης», θα μπορούσε να συμπαρασύρει τις ΗΠΑ και υπό αυτήν την έννοια να ωφελήσει και το Τελ Αβίβ και την Ουάσιγκτον: καταστροφή δυνατοτήτων του Ιράν και των συμμάχων του ή τουλάχιστον αποδυνάμωσή τους και άνοιγμα ενός δευτέρου μετώπου εναντίον της Ρωσίας και των συμμάχων της, πριν να είναι πολύ αργά.
Βεβαίως το σενάριο αυτό, ευκολότερα λέγεται παρά γίνεται. Η συχνά εκθειαζόμενη ιδιοφυία των Ισραηλινών στρατηγιστών, μάλλον διαψεύδεται προϊόντος του χρόνου παρά επιβεβαιώνεται. Το απαρτχάιντ έχει κατορθώσει να αναθρέψει νέες γενιές της παλαιστινιακής αντίστασης και να μεταφέρει τις συγκρούσεις στα εδάφη τα οποία ελέγχει de facto και de jure, ακυρώνοντας ένα μεγάλο μέρος των στρατιωτικών του πλεονεκτημάτων. Ταυτοχρόνως, η ταύτιση με τις ΗΠΑ είναι μεν αναγκαία, αλλά και εν δυνάμει επιζήμια για τους λόγους που προαναφέραμε. Παρότι η ηγεσία της Ρωσίας παραμένει πολύ προσεκτική έναντι του Ισραήλ, η συμμαχία Ρωσίας-Ιράν είναι στρατηγικού χαρακτήρα. Στην περίπτωση της ήττας των ΗΠΑ στην Ουκρανία και της πέραν πάσης αμφιβολίας εισόδου του πλανήτη στην εποχή του πολυκεντρισμού, το στρατηγικό αδιέξοδο του Ισραήλ θα διευρυνθεί εντυπωσιακά.
Η δεύτερη διάσταση της κίνησης του Μπεν Γκβιρ υποδηλώνει τον εκφασισμό ενός κράτους που γεννήθηκε με την επίκληση του Ολοκαυτώματος, αλλά στην πραγματικότητα προκειμένου να αποτελέσει το βασικότερο πυλώνα του ιμπεριαλισμού στη Μέση Ανατολή. Η ισραηλινή ιδιαιτερότητα δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο ή κυρίως, με όρους συλλογικού τραύματος που μετατρέπεται σε αυτοτροφοδοτούμενο φόβο, αίσθημα απειλής, μίσους, ανωτερότητας και τελικώς σε ρατσισμό. Άλλωστε είναι εξαιρετικώς αμφιλεγόμενο το κατά πόσο ψυχαναλυτικού τύπου αναλύσεις μπορούν να εξηγήσουν συμπεριφορές σε μαζική κλίμακα, χωρίς να είναι άνευ σημασίας βεβαίως. Η θεμελίωση του Ισραήλ στο φυλετικό διαχωρισμό και στην απαξίωση της αραβικής ταυτότητας, η πορεία του προς ένα ολοκληρωμένο απαρτχάιντ και πλέον η κυριαρχία ακροδεξιών δυνάμεων αποτελούν πολιτικές χαρακτηριστικές και αναγκαίες στο πλαίσιο της προσπάθειας διαμόρφωσης ενός κράτους-τοποτηρητή του ιμπεριαλισμού, εν μέσω εχθρικών προς τον τελευταίο, λαών. Η ανάδειξη ενός τύπου σαν το Νετανιάχου και πλέον σαν τον Μπεν Γκβιρ στα ηγετικά κλιμάκια του Ισραήλ, απλώς προσφέρει την πλέον γνήσια και ξεκάθαρη εικόνα για το πώς επιδρά ο στρατηγικός ρόλος του εν λόγω κράτους και στην εσωτερική του πολιτική ζωή. Δεν είναι η όποια διατύπωση περί συλλογικής ταυτότητας που σε προστατεύει από τον εκφασισμό ή σε ωθεί σε αυτόν, ούτε η ύπαρξη κάποιας μορφής αστικού κοινοβουλευτισμού για ένα μέρος του πληθυσμού που ελέγχεις, αλλά η σχέση σου με τον ιμπεριαλισμό. Έτσι έχουμε ένα κράτος το οποίο ταυτοχρόνως διακηρύττει την εβραϊκότητά του και εκφασίζεται.
Μπροστά στο στρατηγικό του πρόβλημα λοιπόν, το Ισραήλ επιλέγει το δρόμο του εκφασισμού και της εναπόθεσης των ελπίδων του σε κλόουν της ακροδεξιάς. Την έχουν δοκιμάσει αυτή τη συνταγή και άλλες χώρες στο παρελθόν. Δεν τελείωσε καλά για καμία.