ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ ----- Ουκρανία vs Ρωσία

Ουκρανία vs Ρωσία ( Συλλογή άρθρων - Ανανεώνεται)

Κυριακή 31 Δεκεμβρίου 2023

Μενέλαος Χαραλαμπίδης: “Η ατιμωρησία των δωσίλογων ήταν μια κακοποίηση για όσους αντιστάθηκαν”

 Το βιβλίο του Μενέλαου Χαραλαμπίδη «Οι δωσίλογοι: ένοπλη, πολιτική και οικονομική συνεργασία στα χρόνια της Κατοχής» κυκλοφορεί  στα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια. 

( Μετά τη συνέντευξη,κείμενο από προδημοσίευση του βιβλίου, και εισήγηση του ομότιμου καθηγητή Αντώνη Λιάκου στην παρουσίαση του βιβλίου)


Οι δωσίλογοι (χαρτόδετη έκδοση) / ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Αν κάτσουμε και αναλογιστούμε σοβαρά το χάσμα ανάμεσα σε όλα αυτά που διδαχτήκαμε στο σχολείο ως μάθημα ιστορίας και στα τεκμήρια που ανασύρει η ανεξάρτητη ιστορική έρευνα, μάλλον θα αισθανθούμε πολύ δυσάρεστα για τον τρόπο που επέλεξε η επίσημη εκπαιδευτική πολιτική να επηρεάσει τη συγκρότηση της ιστορικής μνήμης, γι’ αυτά που υπογράμμισε και κυρίως γι’ αυτά που αποσιώπησε.

Αναμφίβολα τα γεγονότα της Κατοχής και της Αντίστασης είναι τα πλέον υποφωτισμένα, γραμμένα με το μολύβι της εθνικής αφήγησης, ριγμένα σ’ έναν γενικόλογο χυλό που αποκρύπτει ουσιώδεις πτυχές της πραγματικότητας. Χρειάζεται να κοπιάσει κάποιος αρκετά στη μετέπειτα ζωή του για να βρει τις πηγές και τα εργαλεία για τη μελέτη της ιστορίας έξω από προκαταλήψεις και μεθοδεύσεις.

Τα βιβλία του Μενέλαου Χαραλαμπίδη εξασφαλίζουν αυτή τη δυνατότητα. Διδάκτωρ Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, εμπνευστής και δημιουργός του εγχειρήματος δημόσιας ιστορίας Athens History walks, κάνει εδώ και χρόνια μια πολύτιμη δουλειά πάνω σε ιστορικά θέματα που είχαν θεωρηθεί ταμπού. Το τρίτο του βιβλίο συνιστά μια ενδελεχή επισκόπηση – προϊόν πολυετούς έρευνας –  του φαινομένου του δωσιλογισμού στον ελλαδικό χώρο στην Κατοχή. Γιατί σίγουρα είναι βολικό και εξυψωτικό να νομίζουμε πως η ελληνική κοινωνία στο σύνολο της είχε αντιστασιακή δράση.

Ωστόσο, επειδή αυτό δεν είναι αληθές, μας εμποδίζει στο να κάνουμε μια δίκαιη απόδοση της τιμής στα άτομα που αντιστάθηκαν και της ευθύνης στα άτομα που συνεργάστηκαν με τους ναζί κατακτητές. Ακόμα περισσότερο υπονομεύει τον στοχασμό πάνω στα ιστορικά συμβάντα και τον εντοπισμό του αποτυπώματος τους. Ο δωσιλογισμός είναι μια σοβαρή παράμετρος εκείνης της περιόδου με αλγεινές επιπτώσεις σε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού. Ακόμα περισσότερο είναι αναπόσπαστο στοιχείο της μεταπολεμικής συγκρότησης του ελληνικού κράτους και εξηγεί πολλά πράγματα που μας συνοδεύουν ως βαρίδια μέχρι σήμερα. 

Μενέλαε το τρίτο σου βιβλίο καταπιάνεται μ’ ένα ακανθώδες ζήτημα, αυτό του δωσιλογισμού. Θες να μας πεις λίγο πως προέκυψε;
Κοίτα το πρώτο μου βιβλίο είναι για την Κατοχή, το δεύτερο για τα Δεκεμβριανά, δηλαδή μ’ έναν τρόπο στο πρώτο περιέγραψα ποιοι αντιστάθηκαν και στο δεύτερο τη σύγκρουση εκείνων που αντιστάθηκαν με αυτούς που συνεργάστηκαν. Σκέφτηκα, λοιπόν, ότι πρέπει να κλείσει αυτός ο κύκλος και να μιλήσω γι’ αυτούς που συνεργάστηκαν. Είναι τεράστιο ζήτημα με μεγάλες και μακροχρόνιες παρενέργειες. 15 χρόνια συγκέντρωνα το υλικό. Δεν ήταν καθόλου εύκολη δουλειά με δεδομένο ότι ένα μεγάλο μέρος των αρχείων είναι κλειστά, δυσχεραίνοντας την ιστορική έρευνα. 

Γιατί παραμένουν κλειστά; Έχουν περάσει 80 χρόνια. Πως δικαιολογείται μια τέτοια απόφαση σε επίπεδο αρχειακής πολιτικής;
Η διεθνής και η εγχώρια νομοθεσία προβλέπει ότι μετά από 30 χρόνια τα αρχεία ανοίγουν εκτός από εκείνα που συνυφαίνονται με ευαίσθητα εθνικά θέματα, για τα οποία επιλαμβάνεται η επιτροπή αποχαρακτηρισμού. Βέβαια, το πόσοι κομμουνιστές συνελήφθηκαν την περίοδο της Κατοχής δεν εμπλέκεται με κάποιο εθνικό ζήτημα. Ωστόσο, το ελληνικό κράτος επιμένει στην πολιτική των κλειστών αρχείων. Είναι πολιτικοί οι λόγοι που 80 χρόνια μετά παραμένουν κλειστά. Έγινε μια προσπάθεια επί Υπουργίας Πανούση και έπειτα Τόσκα να ανοίξουν τα αρχεία. Φτιάχτηκε η διεύθυνση Ιστορίας του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, μεταφέρθηκαν εκεί οι φάκελοι, λίγοι συνάδελφοι πρόλαβαν τα τους δουν. Ακολούθησαν οι εκλογές, όπου η Νέα Δημοκρατία τα έκλεισε ξανά.

Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την πολυδιάσπαση των αρχείων, με το ότι δεν υπάρχει ένας ενιαίος φορέας και πολλά αρχεία βρίσκονται σε δημόσιες υπηρεσίες και καλείσαι να πείσεις τους υπηρεσιακούς παράγοντες ότι δεν έχεις κακές προθέσεις και κάνεις έρευνα, μας ταλαιπωρεί πολύ. Σπουδαίο υλικό υπάρχει στα βρετανικά αρχεία, πρόκειται κυρίως για υλικό ανακριτικών διαδικασιών των βρετανικών υπηρεσιών συλλογής πληροφοριών. Οι Βρετανοί στην απελευθέρωση προχώρησαν σε συλλήψεις διαφόρων πρακτόρων των Γερμανών που προσπαθούσαν να διαφύγουν – όπως και κάμποσοι Έλληνες συνεργάτες διέφυγαν προ Γερμανία και Αυστρία. Από αυτές τις ανακρίσεις προκύπτουν ενδιαφέροντα πράγματα και για τη δράση τους στην Ελλάδα. 

Η δική μου αίσθηση είναι πως το θέμα του δωσιλογισμού είναι σε μεγάλο βαθμό ανεξερεύνητο. Προκύπτει από τη δική σου έρευνα αυτό συμπέρασμα;
Ισχύει, έχουμε λίγες έρευνες. Η πρώτη δουλειά έγινε από τον Στράτο Δορδανά και αφορούσε τη Θεσσαλονίκη, σημαντική ήταν κι η δουλειά του Δημήτρη Κουσουρή για τις δίκες των δωσίλογων. Εγώ σε συνέχεια αυτών, ήθελα να δω ποιοι συνεργάζονται, γιατί και τι κάνουν. Προφανώς δεν μπορεί να εξαντληθεί σ’ ένα βιβλίο. Μπόρεσα, όμως, να ξεκαθαρίσω διάφορα πράγματα που ήταν θολά, να απαντήσω πρώτα στον εαυτό μου ώστε να μπορέσω να απαντήσω και σε όσους/ες το διαβάσουν, τι σημαίνει δοσιλογισμός για την Ελλάδα και ποιες είναι οι παράλληλες που μπορούμε να τραβήξουμε με το φαινόμενο στην υπόλοιπη Ευρώπη. 

Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη, την πολιτική, την οικονομική και την ένοπλη συνεργασία με τους ναζί. Θα έλεγες ότι αυτές οι μορφές συνεργασίας είναι κάπως αλληλένδετες, λειτουργούν ενισχυτικά και συμπληρωματικά η μια προς την άλλην;
Ναι, δεν έχουν στεγανά. Πολλές φορές οι ίδιοι άνθρωποι κινούνται και στα τρία επίπεδα, λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία. Είναι και ευνόητο ότι δε μπορεί να υπάρξει οικονομική και ένοπλη συνεργασία αν δεν υπάρχει πολιτική. Αυτή είναι στη βάση που επιτρέπει σε οποιαδήποτε άλλη μορφή συνεργασίας να αναπτυχθεί. Δουλεύω και στα τρία επίπεδα για να μπορέσουμε να καταλάβουμε με ποιον τρόπο η πολιτική συνεργασία που συμβαίνει από την πρώτη στιγμή που ορκίζεται η κυβέρνηση Τσολάκογλου, ανοίγει τον χώρο, εξασφαλίζει τη νομιμοποίηση για τη συνεργασία. Ο βιομήχανος σκέφτεται ότι από τη στιγμή που η κυβέρνηση συνεργάζεται  γιατί να μη συνεργαστώ εγώ; Αυτό συμβαίνει σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες

Αυτοί που συνεργάστηκαν μπόρεσαν να κρατήσουν σε λειτουργία τις επιχειρήσεις τους, ενδεχομένως και να τις επεκτείνουν κι έτσι όταν έληξε ο πόλεμος και ήρθαν τα αμερικάνικα κεφάλαια, αυτές οι επιχειρήσεις συμμετείχαν στη διαδικασία της ανασυγκρότησης.”

Ως προς την οικονομική συνεργασία, αυτό που έχουμε στο μυαλό μας και που είναι γερά ριζωμένο στην ιστορική μνήμη, είναι η μαύρη αγορά. Υπάρχουν κι άλλες εκδοχές οικονομικής συνεργασίας με τους Γερμανούς στην Κατοχή;
Η μαύρη αγορά είναι η χοάνη. Όλοι εμπλέκονται, ακόμα και άνθρωποι που δεν είναι μαυραγορίτες. Στην Κατοχή ένα μεγάλο κομμάτι της οικονομίας τίθεται εκτός νομιμότητας για όλους, για τους ανθρώπους που ψάχνουν τροφή για να μην πεθάνουν από την πείνα, για τους μικρούς μαυραγορίτες που το κάνουν για λόγους επιβίωσης και για τους μεγάλους μαυραγορίτες που το κάνουν για λόγους εύκολου και γρήγορου πλουτισμού. Είναι η ανάληψη έργων για λογαριασμό του κατακτητή είτε με τη μορφή επίταξης, είτε με τη μορφή συμβολαίου, είτε σε μικρότερο βαθμό με την μορφή απόκτησης εκ μέρους των Γερμανών του πλειοψηφικού πακέτου μιας εταιρείας. Το μεγαλύτερο όφελος που πρόεκυπτε δεν ήταν τόσο τα λεφτά, όσο ότι διατήρησαν ζωντανές τις επιχειρήσεις τους.

Οι Γερμανοί και στην Ελλάδα και αλλού τροφοδοτούσαν με ενέργεια και πρώτη ύλη μόνο τις επιχειρήσεις που τους ενδιέφεραν καταδικάζοντας τις υπόλοιπες σ υπολειτουργία ή κλείσιμο. Αυτοί που συνεργάστηκαν μπόρεσαν να κρατήσουν σε λειτουργία τις επιχειρήσεις τους, ενδεχομένως και να τις επεκτείνουν κι έτσι όταν έληξε ο πόλεμος και ήρθαν τα αμερικάνικα κεφάλαια, αυτές οι επιχειρήσεις συμμετείχαν στη διαδικασία της ανασυγκρότησης. Ενώ άλλοι βιομήχανοι που δε δέχτηκαν να συνεργαστούν ή ήταν αδιάφορο το αντικείμενο τους για τους Γερμανούς καταδικάστηκαν σε υπολειτουργία ή και σε εξαφάνιση. Αυτό αποτελεί μια σημαντική διαπίστωση της έρευνας. Η οικονομική συνεργασία με τους κατακτητές ήταν εκτεταμένη. Ένα μεγάλο ποσοστό των βιομηχάνων, των εφοπλιστών, των τραπεζιτών που υπάρχουν πριν και μετά την Κατοχή είναι άνθρωποι που έχουν συνεργαστεί. Δεν παραπέμφθηκαν, όμως, σε δίκη και άρα δεν έχουμε πρακτικά δικών για να μάθουμε λεπτομέρειες. Αυτό που έκανα εγώ ήταν να μελετήσω τις αγορές ακινήτων στο νομό Αττικής τη συγκεκριμένη περίοδο. Ήταν περίπου 60.000 ακίνητα και αποδελτίωσα 10.000 αγορές. Εκεί εντόπισα ποιοι άνθρωποι εμφανίζονται τακτικά και ήταν οι επιχειρηματίες που είχαν συναλλαγές με τους Γερμανούς. Προκύπτει μια ξεκάθαρη εικόνα για το πώς επωφελούνται. 

Το λίπασμα για τον δωσιλογισμό ρίχτηκε τότε ή νωρίτερα; Μπορούμε να πούμε ότι οι αντισημιτικές και φιλοναζιστικές οργανώσεις του Μεσοπολέμου και η διάβρωση του κράτους από τη δικτατορία Μεταξά έπαιξαν ρόλο για τη συνεργασία;
Σαφώς κι αυτό μας δείχνει πόσο λάθος κάνουμε να μελετούμε την κατοχική περίοδο από το 1941. Είναι μια μεγάλη τομή ο πόλεμος αλλά υπάρχουν συνέχειες που έρχονται από το παρελθόν και δε μπορούμε να κατανοήσουμε τι συνέβη στην Κατοχή, αν δεν τις δούμε. Για τις αντισημιτικές και φιλοναζιστικές οργανώσεις που δρούσαν στο Μεσοπόλεμο, το καθεστώς Μεταξά λειτούργησε ως συσσωρευτής, τις απορρόφησε στον κρατικό μηχανισμό της δικτατορίας. Στην Κατοχή η δράση τους αναζωπυρώθηκε. Δεν είναι αυτό, όμως, το καθοριστικό γιατί δεν είχαμε μαζικό φασιστικό κίνημα στην Ελλάδα. Το μεγάλο ζήτημα είναι ο μεσοπολεμικός αντικομμουνισμός που είχε διαποτίσει το ελληνικό κράτος, κορυφώθηκε επί Μεταξά αλλά είχε αρχίσει να χτίζεται ήδη από το 1929 με το Ιδιώνυμο. Αυτό βλέπουμε να αναπτύσσεται και να εξαπλώνεται στην κατοχή. Το αφήγημα που έχουν τα σώματα ασφαλείας είναι ότι δε συνεργάστηκαν με τον κατακτητή, ότι συνέχισαν να κάνουν ότι έκαναν και πριν, να κυνηγούν κομμουνιστές και αντιφρονούντες.  

Επομένως, η συνεργασία με τον κατακτητή ήταν μια στρατηγική ενός μέρους της ελληνικής άρχουσας τάξης;
Αν θέλουμε να σκιαγραφήσουμε τη γενική εικόνα, αυτοί που μπήκαν στην Αντίσταση προέρχονταν από τα λαϊκά στρώματα και τη μεσαία τάξη που φτωχοποιήθηκε στην κατοχή και ριζοσπαστικοποιήθηκε πολιτικά. Από την άλλη πλευρά, αυτοί που συνεργάστηκαν προέρχονταν από τις στρατιωτικές, οικονομικές και πολιτικές ελιτ της περιόδου. Υπήρχαν, βέβαια, και τυχοδιώκτες που βρήκαν ευκαιρία να επωφεληθούν. Στα σώματα ασφαλείας έχουμε βενιζελικούς και βασιλικούς αξιωματικούς που για πρώτη φορά συμμαχούν ενάντια στον κομμουνισμό. Σε επίπεδο βάσης, οι άνθρωποι που απαρτίζουν τα σώματα ασφαλείας δεν είναι ιδεολογικά τοποθετημένοι απέναντι στον κομμουνισμό. Γι’ αυτούς ο κομμουνισμός ενσαρκώνει έναν αδιόρατο φόβο. Οπότε σε επίπεδο βάσης το κίνητρο ήταν ο φόβος ή η δυνατότητα για εύκολα χρήματα σε μια κοινωνία που κατέρρεε. 

Είναι εφικτό να κάνεις μια αριθμητική προσέγγιση; Πόσοι άνθρωποι συνεργάστηκαν;
Είναι δύσκολο αυτό γιατί τα αρχεία παραμένουν κλειστά, όπως είπαμε. Ξέρουμε, για παράδειγμα, ότι το Σύνταγμα Ευζωνων Αθηνών που ανήκει σ’ αυτή την κατηγορία απαριθμούσε 4200 άτομα. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτά, ήταν η χωροφυλακή στο μεγαλύτερο τμήμα της, το μηχανοκίνητο τμήμα της αστυνομίας πόλεων, οι ομάδες ασφαλείας τοπικά που δημιουργήθηκαν που δεν έχουμε καθόλου εικόνα, ήταν αρκετοί όσοι πήραν όπλα κατά του ελληνικού αντιστασιακού κινήματος. Οι Γερμανοί δεν έχουν ούτε τις επαρκείς δυνάμεις, ούτε την υπηρεσιακή ικανότητα. Στηρίζονται στους Έλληνες συνεργάτες τους που έχουν τα αρχεία, τους φακέλους και τους ανθρώπους στις συνοικίες να καταγράφουν ποιοι/ες αντιστέκονται. Μην ξεχνάμε ότι υπάρχουν και Έλληνες που εντάχθηκαν απευθείας στη Βερμαχτ και τα SS, επιφέροντας μεγάλο κακό γιατί ένας άνθρωπος μπορούσε να καταδώσει μια ολόκληρη οργάνωση. 

Οπότε ο δωσιλογισμός είναι αναπόσπαστο κομμάτι της εξουσίας των ναζί κατακτητών; Μπορούμε να εικάσουμε ότι θα ήταν αρκετά αδύναμη χωρίς τους Έλληνες συνεργάτες;
Εγώ χρησιμοποιώ στο βιβλίο την έννοια του ελληνικού στρατού κατοχής, είναι μια έννοια που για πρώτη φορά χρησιμοποιείται, βασισμένος στα χαρακτηριστικά που έλαβε η ένοπλη συνεργασία. Τουλάχιστον στην Αθήνα και τον Πειραιά έχουμε τη συγκρότηση ενός ελληνικού στρατού κατοχής που σε συνεργασία με τις γερμανικές μονάδες αναλαμβάνει τη δουλειά. Οι Γερμανοί έχουν εποπτικό ρόλο, αυτοί που μπαίνουν μάχιμα είναι τα ελληνικά σώματα ασφαλείας. Υπάρχουν επιχειρήσεις που κάνουν μόνο τα σώματα ασφαλείας. 

Είναι κρίσιμος ο ρόλος τους και στα Μπλόκα;
Ναι, ρίχνουμε συνήθως την προσοχή μας στους κουκουλοφόρους στα Μπλόκα αλλά έχει γίνει μια προεργασία από τη χωροφυλακή και τους τύπους που λειτουργούν ως πληροφοριοδότες στις γειτονιές. Όπου κάνουν Μπλόκο οι Γερμανοί έχουν συλλεχθεί πληροφορίες πρωτύτερα από θυρωρούς, ταξιτζήδες, ιδιοκτήτες καταστημάτων. Με βάση αυτές τις πληροφορίες στήνονται τα Μπλόκα και έρχονταν συμπληρωματικά οι καταδότες για να κάνουν επί τόπου αναγνωρίσεις.

Ανταλλάχτηκαν εκείνη την εποχή και μέθοδοι βασανισμού;
Ανταλλαγή τεχνογνωσία γύρω από το θέμα της δίωξης κομμουνιστών ήδη από τον Μεσοπόλεμο. Οι Έλληνες αξιωματούχοι πήγαιναν στη Γερμανία για να εκπαιδευτούν, ο Μανιαδάκης είχε συνεργαστεί με τα SS. Είχαμε την εισαγωγή καινούργιων μεθόδων παρακολούθησης, βασανισμών, απόσπασης πληροφοριών που ήταν τόσο σκληρές που οδήγησαν στη διάλυση του ΚΚΕ. Αυτά λειτουργούν σαν μια τεχνογνωσία που υπάρχει και δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την υιοθέτηση πρακτικών που έφεραν οι Γερμανοί  μαζί τους ως κατακτητές. Αυτός πάντως είναι ο πυρήνας της συνεργασίας, ότι το ελληνικό κράτος παραδίδει τους πολίτες του απροστάτευτους στον ξένο κατακτητή, το κράτος αφαιρεί με δική του πρωτοβουλία το πλαίσιο προστασίας των πολιτών.

Με βάση αυτά που λέμε και κυρίως αυτά που προέκυψαν ως συμπεράσματα από την έρευνα σου, θεωρείς ότι η έννοια της «Εθνικής Αντίστασης» είναι κάπως ανακριβής και συσκοτιστική; Ότι η Αντίσταση δεν ήταν πάνδημη;
Είναι προφανές ότι δεν ισχύει. Οι κακοί της υπόθεσης δεν αποτελούσαν μιαν οικτρή μειοψηφία. Το διαπιστώνουμε και στις χρονικότητες της Κατοχής, μέχρι τις αρχές του 1943 αυτοί που συνδέονται με τη συνεργασία είναι περισσότεροι από αυτούς που συνδέονται με την Αντίσταση. Συσκοτίζεται ένα μεγάλο κατόρθωμα της αντιστασιακής δράσης, ότι δηλαδή οι πρώτοι αντιστασιακοί έδωσαν έναν τιτάνιο αγώνα για να πείσουν τους συμπολίτες τους ότι πρέπει να πάνε με τη δική τους πλευρά. Εμείς βλέπουμε το τέλος, ότι αντιστάθηκαν πολλοί, ναι πράγματι πολλοί αντιστάθηκαν αλλά το επίτευγμα αυτών που στην αρχή ήταν μειοψηφία ήταν ότι έπεισαν τους υπόλοιπους είτε να βγουν από την αδράνεια, είτε να σταματήσουν να συνεργάζονται με τους Γερμανούς και να περάσουν από το στρατόπεδο της συνεργασίας στο στρατόπεδο της ενεργητικής αντίστασης. Δεν αντισταθήκαμε ως έθνος σύσσωμο απέναντι στους κατακτητές, κανένα έθνος εξάλλου δεν το έκανε. 

Για μια μακρά περίοδο η έννοια της Αντίστασης είχε προσλάβει έναν στρεβλό χαρακτήρα, θεωρούσαν ότι αντιστάθηκαν αυτοί που πολέμησαν τους κομμουνιστές.”

Γιατί επιλέχθηκε ως επίσημο αφήγημα του κράτους;
Για πολιτικούς λόγους και πάλι. Έχει ενδιαφέρον να δούμε πως εξελίσσεται η έννοια της Αντίστασης. Έχουμε τα Δεκεμβριανά, τον Εμφύλιο και μετά την επικράτηση ενός κράτους εθνικοφρόνων που διέπονταν από το εμφυλιακό κλίμα μέχρι τουλάχιστον το 1974. Για μια μακρά περίοδο η έννοια της Αντίστασης είχε προσλάβει έναν στρεβλό χαρακτήρα, θεωρούσαν ότι αντιστάθηκαν αυτοί που πολέμησαν τους κομμουνιστές. Η αποκατάσταση των ανθρώπων που όντως αντιστάθηκαν έφτασε με 40 χρόνια καθυστέρηση, το 1982 επί ΠΑΣΟΚ και την προσπάθεια των αριστερών να ενταχθούν επιτέλους στον εθνικό κορμό. Γι’ αυτό η έννοια της Εθνικής Αντίστασης υιοθετήθηκε και από το ΚΚΕ και από όλες τις αριστερές δυνάμεις, να μπει μπροστά το εθνικό για να βγάλει από την αριστερά τη ρετσινιά της αντεθνικής δύναμης. Ήταν ένας όρος που τη δεκαετία του 80 και του 90 ικανοποιούσε τις προσδοκίες όλων των πλευρών.


Έχουμε ζήσει περιπτώσεις που ιστορικοί αμφισβήτησαν τα εθνικά αφηγήματα και στοχοποιήθηκαν λυσσαλέα. Σε αγχώνει ένα τέτοιο ενδεχόμενο;
Κοίτα δε μπορείς να κάνεις τη δουλειά σου σωστά αν έχεις αυτό το άγχος. Είναι μεγάλη η απόσταση που χωρίζει την έρευνα και την ιστορία ως επιστήμη από αυτό που διδάσκεται στα σχολεία. Για μένα είναι ξεκάθαρο πως ότι προκύψει από την έρευνα θα περάσει στο βιβλίο, δεν έχω σκεφτεί ποτέ το κόστος γιατί αυτός είναι ο ρόλος του ιστορικού. Γι’ αυτό ασχολούμαι με θέματα που θεωρούνται ταμπού. Το μέλημα μου είναι να είναι καλά τεκμηριωμένο αυτό που λέω, να μη μπορεί κάποιος να το ανατρέψει. Τωρα το ότι σε κάποιους δεν θα αρέσει, είναι άλλο πράγμα

Νομίζω πως αποτελεί πλέον μια κοινή πεποίθηση, αλλά θα ήθελα να μου πεις αν επιβεβαιώνεται και από τη δική σου έρευνα ότι δεν αποδόθηκαν ευθύνες στους δωσίλογους για τα εγκλήματα που διέπραξαν;
Αυτά μας τα έδειξε η δουλειά του Δημήτρη πολύ καθαρά. Είναι πραγματικά εντυπωσιακό και παράλληλα δύσκολο να περιγράψεις πως η ελληνική δικαιοσύνη έπαιξε έναν τέτοιο ρόλο. Κατά την άποψη μου, μιλάμε για την πιο μαύρη σελίδα στην ιστορία της ελληνικής δικαιοσύνης για την οποία ως θεσμός δεν έδωσε ποτέ εξηγήσεις. Το καθεστώς της ατιμωρησία ως παθογένεια του ελληνικού κράτους έρχεται από την Κατοχή και φτάνει στο σήμερα. Τα σώματα ασφαλείας την περίοδο της Κατοχής μετατρέπονται σε εγκληματική οργάνωση και δεν υπήρξε καμία λογοδοσία γι’ αυτό, ένα καθεστώς ανομίας που πέρασε στις συνειδήσεις των ανθρώπων και τους έδωσε να καταλάβουν πως λειτουργεί το κράτος. Έπεσαν οι μάσκες. Είδαν μαζικά οι πολίτες με ποιους τρόπους η εξουσία μεταχειρίζεται την ισχύ της. 

Έτσι, οι συνεργάτες των ναζί συνέχισαν και μεταπολεμικά ανενόχλητοι το έργο της τρομοκράτησης, έχοντας θεσμική κάλυψη και καταλαμβάνοντας υψηλές θέσεις στον κρατικό μηχανισμό.
Ακριβώς, τα ίδια έκαναν στα Δεκεμβριανά, στη λευκή τρομοκρατία, στον Εμφύλιο και μετεμφυλιακά. Συνέχισαν να τρομοκρατούν τις αντιστασιακές δυνάμεις της κοινωνίας. Εδώ χρειάζεται μια έρευνα να μας δείξει πως ο φόβος και η βία περνάει ως κανονικότητα ενσωματώνεται στη διοίκηση και η πολυπλευρη άσκηση βίας. Αυτά θέλουν μελέτη για να δούμε πως διαμορφώνεται το σύγχρονο ελληνικό κράτος, πως ομαλοποιήθηκε μια έκτακτη κατάσταση κι έγινε πρακτική του ελληνικού κράτους. Δεν εκκαθαρίστηκε ποτέ ο κρατικός μηχανισμός.  Έχω περιπτώσεις δοσίλογων που έφτασαν σε πολύ υψηλά αξιώματα, όπως ο Μπουραντάς έγινε αρχηγός της Πυροσβεστικής, ο Πατερης έγινε αρχηγός της χωροφυλακής. Αφέθηκαν να συνεχίσουν την καριέρα τους. 

Λειτούργησε αυτή η συνθήκη σαν ένας παράγοντας επιβολής σιωπής για τους/τις αντιστασιακούς/ες; Το γεγονός ότι θα έπρεπε να εκτίθενται στους βασανιστές τους διαρκώς και να ζουν κάτω από τη σκιά τους;
Πρέπει να σκεφτούμε αυτή τη διαδικασία σαν μια μαζική κακοποίηση ενός μεγάλου τμήματος του πληθυσμού. Είναι απόλυτα λογικό ότι η γενιά που τα έζησε δε μίλησε. Αν το σκεφτούμε σε ανθρώπινο επίπεδο, έκαναν οικογένεια μετά, πως θα μπορούσαν να εξηγήσουν στα παιδιά τους ότι έχουν κακοποιηθεί και αναγκάζονται να ζουν χωρίς δικαιοσύνη; Η επόμενη γενιά δεν είχε τη γνώση κι έρχεται η τρίτη γενιά να αναμοχλεύσει τα ζητήματα, χρειάζεται μια απόσταση γενεών για να μπορέσει το τραύμα να μπει σε μια διεργασία αφήγησης. 

Πηγή 

 

Ο αντικομμουνισμός ως συνέχεια του κράτους

 

Προδημοσίευση από το βιβλίο του Οι δωσίλογοι. Ένοπλη, πολιτική και οικονομική συνεργασία στα χρόνια της Κατοχής, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σελ. 448
 
Το μεσημέρι της 5ης Νοεμβρίου 1945 ξεκίνησε την απολογία του ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου Αθηνών ο διευθυντής της Ειδικής Ασφάλειας της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής, υποστράτηγος Αλέξανδρος Λάμπου. Η δίκη των ανδρών της Ειδικής Ασφάλειας ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη, μετά από εκείνη των κατοχικών κυβερνήσεων, γεγονός που αντανακλούσε την πρωτοκαθεδρία αυτής της υπηρεσίας στο πεδίο της συνεργασίας των ελληνικών δυνάμεων ασφαλείας με τους κατακτητές. Το βασικό επιχείρημα που υιοθέτησε ο Λάμπου, αλλά και πολλοί άλλοι άνδρες της χωροφυλακής, για να αποκρούσει την κατηγορία της συνεργασίας, ερχόταν από το παρελθόν και συγκεκριμένα από το 1929 και τους νόμους που όριζαν το αντικείμενο και τις αρμοδιότητες της υπηρεσίας του. Υποστηρίζοντας ότι δεν διέπραξε καμία παρανομία, καθώς συνέχισε στα χρόνια της Κατοχής το έργο που πάντα έκανε η υπηρεσία του, δηλαδή τη δίωξη των κομμουνιστών, ο Λάμπου διέγραφε τη γερμανική κατοχή, τραβώντας μια ευθεία γραμμή μεταξύ του 1929 και του 1944:
«Κατ’ εμέ δεν έπρεπε να φύγω εκ της Ειδικής Ασφαλείας και ως απεδείχθη εκ των υστέρων και εκ του κινήματος του ∆εκεμβρίου, ουδεμίαν παρανομίαν διέπραξα [...]. Η μόνη μου σκέψις ήτο η δίωξις των κομμουνιστών οίτινες ήσαν εχθροί της Πατρίδος [...] Ουδεμίαν συνεργασίαν είχον με τους Γερμανούς. [...]. Η Ασφάλεια κατεδίωκε πάντα όστις ενήργει εναντίον της τιμής και της ζωής της Πατρίδος μας. Εις τα γενόμενα μπλόκα συνελήφθησαν και Βούλγαροι. Τα νοσοκομεία μεταβλήθησαν εις Σοβιέτ».[1]
Αυτά που ανέφερε με εμφανή συναισθηματική φόρτιση ο Λάμπου τα επανέλαβε με ένα περισσότερο υπηρεσιακό λόγο ο υπασπιστής του και μάρτυρας «κατηγορίας», ταγματάρχης χωροφυλακής Γεώργιος Γενεράλης. Ο υπασπιστής του Λάμπου τόνισε ότι «Η Ειδική Ασφάλεια εφήρμοζε το ιδιώνυμον. Οι συλλαμβανόμενοι παρεπέμποντο εις την Επιτροπήν και εις το Στρατοδικείον. Τα όργανα κατεδίωκον τους κουμουνιστάς διότι υπήρχε το ιδιώνυμον. [...] Αι ομάδες της Ασφαλείας κακώς έκαμαν εάν συνελάμβανον μη κομουνιστάς και ας ήσαν εις το ΕΑΜ. Έπρεπε να εξετάζουν όταν συνελάμβανον τίνα εάν ήτο κουμουνιστής ή όχι».[2]
Το γεγονός ότι οι αξιωματικοί της χωροφυλακής πίστευαν πως οι κομμουνιστές ήταν εχθροί της πατρίδας δεν ήταν αποτέλεσμα των τρεισήμισι χρόνων της κατοχής. Δεν ήταν κάτι που έμαθαν από τους Γερμανούς κατακτητές, αλλά μια υπηρεσιακή βεβαιότητα που είχε θεμελιωθεί μέσα από τις πολιτικές των μεσοπολεμικών ελληνικών κυβερνήσεων. Ήταν μια βεβαιότητα, μια πίστη, που ερχόταν από το παρελθόν. Οι κομμουνιστές, επειδή ήταν εχθροί της πατρίδας, δεν αποτελούσαν τμήμα του ελληνικού έθνους και συνεπώς μπορούσαν να συνεχίζουν να συλλαμβάνονται ακόμα και κάτω από συνθήκες ξένης στρατιωτικής κατοχής. Το γεγονός ότι ανώτατοι αξιωματικοί της ελληνικής χωροφυλακής μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν αυτό το επιχείρημα στις αίθουσες των μεταπολεμικών δικαστηρίων, πριν ακόμη ξεσπάσει ο εμφύλιος πόλεμος, για να αποκρούσουν την κατηγορία της συνεργασίας με τους κατακτητές, δείχνει ότι ο αντικομμουνισμός αποτελούσε στοιχείο συνέχειας του ελληνικού κράτους, που νομιμοποιούσε τη δίωξη των κομμουνιστών κάτω από τις πολύ διαφορετικές, μεταξύ τους, περιόδους της μεσοπολεμικής, της κατοχικής και της μεταπολεμικής Ελλάδας.
Αν αναζητήσουμε τα αίτια της συνεργασίας με τους κατακτητές μόνο στις τομές που προκάλεσε ο πόλεμος, θα υποτιμήσουμε τη βαρύτητα που είχαν οι συνέχειες, τα κληροδοτήματα του μεσοπολέμου. Η περίπτωση της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής είναι χαρακτηριστική του πώς συναντήθηκαν συνέχειες και τομές στο πλαίσιο μιας νέας κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας. Η πρωτόγνωρη, σε έκταση και ένταση, βία που άσκησε η ελληνική χωροφυλακή κατά των Ελλήνων αντιστασιακών στα χρόνια της κατοχής, αποτέλεσε την κορύφωση μιας διαδικασίας μετασχηματισμού της από σώμα τήρησης της τάξης σε πολιτική αστυνομία και τελικά σε ένοπλη δύναμη κάτω από τις διαταγές του ξένου κατακτητή. Μια διαδικασία που είχε ξεκινήσει από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 και είχε εξοικειώσει τα στελέχη της, και ιδιαίτερα αυτά της Ειδικής Ασφάλειας, με το έργο της δίωξης του εσωτερικού πολιτικού εχθρού. Η απόφαση των ελληνικών κυβερνήσεων συνεργασίας και της ηγεσίας της χωροφυλακής να συνεχιστεί η δίωξη των Ελλήνων κομμουνιστών, παρά το γεγονός ότι αυτοί πρωταγωνιστούσαν στον αντιστασιακό αγώνα κατά των δυνάμεων κατοχής, κατέστησε την χωροφυλακή τον στενότερο συνεργάτη των γερμανικών αρχών κατοχής. Η Ελληνική Βασιλική Χωροφυλακή, και ιδιαίτερα η Ειδική Ασφάλεια του Κράτους, αποτέλεσε τον πυρήνα της «ελληνικής κατοχής».
Στην Ελλάδα, η συστηματική διοικητική και δικαστική δίωξη του πολιτικού αντιπάλου έχει τις ρίζες της στα χρόνια του Εθνικού Διχασμού.[3] Αυτό που έγινε ξεκάθαρο, ιδιαίτερα στη δεκαετία του 1930, ήταν ότι η τεχνογνωσία, που αποκτούσε σταδιακά ο κρατικός μηχανισμός στη δίωξη των πολιτικών αντιπάλων, άρχισε να στρέφεται κυρίως κατά των κομμουνιστών. Σταθμός στη διαδικασία συγκρότησης του αντικομμουνιστικού κράτους ήταν η ψήφιση του νόμου «περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών»,[4] από την κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου το καλοκαίρι του 1929.[5] Ο νόμος αυτός, γνωστός ως «ιδιώνυμο», υπήρξε ο πρώτος αμιγώς αντικομμουνιστικός νόμος, στόχευε στη νομοθετική οχύρωση του αστικού καθεστώτος από τον κομμουνιστικό κίνδυνο και έθετε το επιχειρησιακό πλαίσιο εντός του οποίου θα δρούσαν οι κρατικοί κατασταλτικοί μηχανισμοί.[6] Την αρμοδιότητα για την εφαρμογή του νόμου ανέλαβε η χωροφυλακή, ενισχυμένη με μια νέα υπηρεσία, που είχε συσταθεί λίγους μήνες πριν την ψήφιση του «ιδιωνύμου»,[7] τη Διεύθυνση Ειδικής Ασφάλειας του Κράτους.[8]
Το «ιδιώνυμο» αποτέλεσε τη βάση για την επιβολή σκληρότερων νομοθετημάτων όταν επτά χρόνια αργότερα, στις 4 Αυγούστου 1936, επιβλήθηκε η δικτατορία από τον Ιωάννη Μεταξά και τον βασιλιά Γεώργιο Β'. Εκτός από τους αυταρχικούς νόμους,[9] που θέσπιζαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης πολιτικών κρατουμένων, τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων και τις δηλώσεις μετανοίας,[10] η δημιουργία του υφυπουργείου Δημόσιας Ασφάλειας συνοδεύτηκε από την παραχώρηση υπερεξουσιών στον υφυπουργό Κωνσταντίνο Μανιαδάκη, στον αγώνα για προστασία του κοινωνικού καθεστώτος.
Η δημιουργία μιας πολιτικής αστυνομίας κατά το πρότυπο της ναζιστικής Γερμανίας, δεδομένου ότι ο Μανιαδάκης είχε τακτική συνεργασία με τον Ανώτατο Αρχηγό των Ες-Ες, Χάινριχ Χίμλερ,[11] εισήγαγε στην επιχειρησιακή τακτική των ελληνικών σωμάτων ασφαλείας πρακτικές πλήρους αυθαιρεσίας, όπως τον βασανισμό κρατουμένων, τη μακρόχρονη κράτηση χωρίς δίκη, τις συλλήψεις χωρίς εντάλματα κ.ά. Εντός αυτού του περιβάλλοντος εκτροπής από τη νομιμότητα και εντατικής αντικομμουνιστικής προπαγάνδας της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, γαλουχήθηκαν εκατοντάδες αξιωματικοί της χωροφυλακής και ιδιαίτερα αυτοί των ειδικών υπηρεσιών δίωξης κομμουνιστών.[12] Δεν είναι λοιπόν τυχαίος ο τρόπος που έδρασαν οι άνθρωποι αυτοί όταν οι ελληνικές κυβερνήσεις συνεργασίας τους έδωσαν το δικαίωμα να αποφασίζουν για τη ζωή των κομμουνιστών πολιτικών κρατουμένων. Ακολουθώντας τις ίδιες μεθόδους, όπως επί δικτατορίας Ιωάννη Μεταξά, και πλαισιωμένη με νέα αδίστακτα «στελέχη», η Ελληνική Βασιλική Χωροφυλακή παρακολουθούσε, συλλάμβανε, βασάνιζε, φυλάκιζε και πλέον εκτελούσε τους κομμουνιστές πολιτικούς κρατούμενους ή τους παρέδιδε στους Γερμανούς προς εκτέλεση. Με άλλα λόγια, στα χρόνια της Κατοχής, η αντικομμουνιστική δράση της χωροφυλακής δεν περιοριζόταν στην προστασία του κοινωνικού καθεστώτος από τον κίνδυνο του κομμουνισμού, αλλά εξυπηρετούσε και τα συμφέροντα του κατακτητή, θέτοντας ολόκληρο το σώμα στην υπηρεσία του.
 


[1] ΓΑΚ-ΚΥ-ΕΔΑ, πρακτικά, 926, 930-931, 933, 950-953, 960, 999, 1045, 1131-1132/18 Οκτωβρίου έως 13 Νοεμβρίου 1945.
[2] Στο ίδιο.
[3] Νίκος Αλιβιζάτος, Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση, 1922-1974. Όψεις της ελληνικής εμπειρίας, Αθήνα, Θεμέλιο, 1995, σ. 341-344.
[4] ΦΕΚ 245/25 Ιουλίου 1929, τεύχος Α΄.
[5] Αλιβιζάτος, Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση, σ. 340-350.
[6] ΦΕΚ 245/25 Ιουλίου 1929, τεύχος Α΄.
[7] ΦΕΚ 63/21 Φεβρουαρίου 1929, τεύχος Α΄.
[9] ΦΕΚ 402/18 Σεπτεμβρίου 1936, τεύχος Α΄, «περί μέτρων προς καταπολέμησιν του κομμουνισμού και των εκ τούτου συνεπειών» και ΦΕΚ 45/11 Φεβρουαρίου 1938, τεύχος Α΄, «περί μέτρων ασφαλείας του Κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των πολιτών».
[10] Πολυμέρης Βόγλης, Η εμπειρία της φυλακής και της εξορίας. Οι πολιτικοί κρατούμενοι στον εμφύλιο πόλεμο, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2004, σ. 62-68.
[11] Στο ίδιο, σ. 439.
[12] Στα χρόνια της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά ενισχύθηκαν σημαντικά οι ειδικές υπηρεσίες δίωξης των κομμουνιστών στην Αστυνομία και τη Χωροφυλακή. Το δυναμικό της ομάδας δίωξης κομμουνισμού της Γενικής Ασφάλειας αυξήθηκε από 15 σε 80 επίλεκτους άνδρες και βρισκόταν σε στενή συνεργασία με την αντίστοιχη υπηρεσία που είχε αναλάβει τη δίωξη των κομμουνιστών στην Ειδική Ασφάλεια της Χωροφυλακής. Την ίδια περίοδο αναβαθμίστηκε η εκπαίδευση των σωμάτων ασφαλείας στις Σχολές Χωροφυλακής και Αστυνομίας, με την εισαγωγή μαθημάτων περί των βασικών αρχών «του μαρξισμού-λενινισμού και της κομμουνιστικής οργάνωσης, ενώ ορισμένοι σπουδαστές εκπαιδεύονταν ειδικά στη δίωξη του κομμουνισμού», D.H. Close, «Η αστυνομία στο καθεστώς της 4ης Αυγούστου», στο Χ. Φλάισερ και Ν. Σβορώνος (επιμ.), Ελλάδα 1936-1944. Δικτατορία - Κατοχή - Αντίσταση, Αθήνα, Μορφωτικό Ινστιτούτο ΑΤΕ, 1989, σ. 84 και 86.
 
 

Παρασκευή 15 Δεκεμβρίου 2023

Η άνοδος της Τουρκίας και η σημαδεμένη τράπουλα

 Του Βασίλη Φούσκα

 

 Η άνοδος της Τουρκίας και η σημαδεμένη τράπουλα, Βασίλης Φούσκας

    Με την ευκαιρία της επίσκεψης Ερντογάν υπενθυμίζουμε ότι η Τουρκία έχει στρατιωτικές βάσεις και εκπαιδευτικές μονάδες (εκτός ΝΑΤΟ) σε Λιβύη, Κατάρ, Σομαλία, κατεχόμενη Κύπρο, Συρία, και βόρειο Ιράκ, καθώς και στρατιωτικές αποστολές (εντός πλαισίου ΝΑΤΟ) στα Βαλκάνια και την Κεντρική Ασία. Ταυτόχρονα, συνεπιτηρεί με τη Ρωσία τον Καύκασο και τη βόρεια Συρία. Mετά την εθνοκάθαρση στο Αρτσάκ, η Τουρκία έχει αναβαθμίσει τη παρουσία της στη περιοχή και έχει αποκτήσει οδική-εμπορική και στρατιωτική έξοδο στη Κασπία.

    Η εξαγωγή ισχύος συμβαδίζει με την εξαγωγή μεγάλου κεφαλαίου, αν και η σχέση κεφαλαίου-ισχύος δεν είναι σχέση δύο ξεχωριστών μεγεθών. Τα τελευταία 20 χρόνια, η Τουρκία έχει γίνει μεγάλος επενδυτικός παράγοντας όχι μόνο στα Βαλκάνια, τη Μέση Ανατολή και τη Κεντρική Ασία, αλλά και στην Αφρική, Λατινική Αμερική και Νοτιοανατολική Ασία. Πρόσφατα, το Ελ Σαλβαντόρ υπέγραψε συνολική αμυντική και οικονομική συμφωνία με τη Τουρκία.

    Η εταιρία Καραντενίζ προμηθεύει με ηλεκτρική ενέργεια τη Γκάνα. Στην Ελλάδα, τουρκικοί κολοσσοί κάνουν χρυσές δουλειές. Το συγκρότημα Κοτς είναι μεγαλομέτοχος στη μαρίνα της Μυτιλήνης και το συγκρότημα Ντογούς στον Αστέρα της Βουλιαγμένης. Το τουρκικό ΥΠΕΞ εκτιμά ότι το 2022 οι τουρκικές άμεσες επενδύσεις στην Ελλάδα διπλασιάστηκαν (40 εκατ. ευρώ) σε σχέση με το προηγούμενο έτος (27 εκατ. ευρώ).

    Η εταιρία Ακφέν, που δραστηριοποιείται στον αγροτικό τομέα, έχει αγοράσει κτήματα στη Χίο έναντι 22 εκατ. το 2022. Η εταιρία Λιμάκ συμμετέχει στη κατασκευή μεγάλου έργου στο αεροδρόμιο της Σάμου. Μεγάλη δραστηριότητα της τουρκικής αστικής τάξης εμφανίζεται επίσης στον τομέα του real estate με αγορά ακινήτων και οικοπέδων τόσο στην Αττική όσο και σε ελληνικά νησιά.

Η οικονομική άνοδος

    Τα παραπάνω δεν είναι γεωπολιτικές συνωμοσίες. Είναι συνέπειες της μεγάλης οικονομικής ανάπτυξης της Τουρκίας σε συνδυασμό με τα προβλήματα και τις αντιφάσεις που δημιούργησε η υιοθέτηση του προγράμματος της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης από το 1980 και μετά. Ήταν οι στρατηγοί του Εβρέν που ξεκίνησαν να κάνουν πράξη την απελευθέρωση των αγορών στην Τουρκία. Στην Ελλάδα την πραγματοποίησε το ΠΑΣΟΚ του Σημίτη μετά το θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου το 1996, αν και οι πιέσεις της νεοφιλελεύθερης μερίδας του ΠΑΣΟΚ είχαν ξεκινήσει τουλάχιστον από τα μέσα της δεκαετίας του 1980. Όμως, στην Ελλάδα, η νεοφιλελεύθερη συνταγή επιβλήθηκε από την ΕΟΚ κι όχι ευθέως από το ΔΝΤ, όπως στην περίπτωση της Τουρκίας.

    Προφανέστατα, η Τουρκία τα κατάφερε πολύ καλύτερα. Με τεράστια πληθυσμιακή ανάπτυξη και μεγάλη αγορά, μπόρεσε να αναπτύξει οικονομίες κλίμακας, πριμοδοτώντας ακόμα την σταθεροποίηση μιας μεγάλης ισλαμικής αστικής τάξης, κάτι που πάλι η ίδια η χούντα του Εβρέν είχε υποστηρίξει ως αντίβαρο στις μεγάλες εργατικές κινητοποιήσεις της δεκαετίας του 1970.

    Και ενώ η Ελλάδα ασφυκτιούσε μέσα στο στενό κορσέ της Ευρωζώνης που υπονόμευσε την ανταγωνιστικότητά της και κατακρεούργησε τη βιομηχανία της, οδηγώντας την στη χρεωκοπία, η Τουρκία παρουσίαζε ρυθμούς ανάπτυξης μέχρι και 11% ετησίως, με τις εταιρείες της να συμμετέχουν υβριδικά στις παγκόσμιες αλυσίδες παραγωγής. Τα τελευταία πέντε χρόνια η Τουρκία έχει ποσοστά επένδυσης της τάξης άνω του 30%, ενώ της Ελλάδας είναι πολύ χαμηλότερο από το μέσο όρο των βαλκανικών χωρών (18%).

Απογοητευτική σύγκριση

    Το ΑΕΠ της Τουρκίας πλησιάζει το ένα τρισ. δολάρια, σχεδόν τετραπλάσιο της Ελλάδας. Η Κωνσταντινούπολη και μόνο έχει μεγαλύτερο πληθυσμό και μεγαλύτερο ΑΕΠ από την Ελλάδα. Η αστική τάξη της Ελλάδας δεν επενδύει, ειδικότερα δεν επενδύει στον παραγωγικό τομέα της οικονομίας. Η δε εισαγωγή ξένου κεφαλαίου διοχετεύεται στην κατανάλωση και στο real estate.

    Πρόκειται δηλαδή για δραστηριότητες καθαρά μεταπρατικού-παρασιτικού χαρακτήρα που αναπαράγουν μια νωχελική και αναποτελεσματική κρατική διοίκηση και μία κρατική υπαλληλία, απόλυτα εξαρτημένη από τη μισθολογική πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Έτσι, η ελληνική κυβέρνηση δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τα μείζονα προβλήματα της χώρας που είναι η παραγωγική ανασυγκρότηση, η περιφερειακή οικονομική ανάπτυξη και το δημογραφικό.

    Αντίθετα, έχει δημιουργήσει ένα υδροκέφαλο κράτος με κέντρο την Αθήνα και με μία περιφέρεια που φυτοζωεί και λιμνάζει, καταναλώνοντας τα προγράμματα ΕΣΠΑ. Η Λέσβος είναι σχεδόν τριπλάσια σε έκταση από τη Μάλτα. Η Μάλτα έχει όμως έχει πληθυσμό πάνω από μισό εκατομμύριο, ενώ η Λέσβος 74.000. Τα ανάλογα ισχύουν σε Έβρο και Θράκη. Χωρίς δημογραφική ανάπτυξη, συνολική παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας και ιδιαίτερη περιφερειακή οικονομική άνθηση δεν κρατάς συνοριογραμμή.

Τουρκικός περιφερειακός ιμπεριαλισμός

    Αν αφοπλιστούν ή ΝΑΤΟποιηθούν τα νησιά, όπως απαιτεί η Τουρκία και όπως συζητά το κράτος των Αθηνών, τότε η Ελλάδα δεν μπορεί να υπάρξει ως αστική κρατική οντότητα. Η ελληνική αστική τάξη έχει εξ ολοκλήρου υποχωρήσει απέναντι στον τουρκικό περιφερειακό ιμπεριαλισμό, διότι δεν έχει πρόγραμμα που να αντιστρέφει αυτές τις οδυνηρές πραγματικότητες στο εσωτερικό της χώρας. Οι πραγματικότητες αυτές αντανακλώνται στο πρόσφατο κείμενο που φέρει τις υπογραφές του Τούρκου Προέδρου και του Έλληνα πρωθυπουργού. Δεν ξέρουμε, βέβαια, τι συμβαίνει στο παρασκήνιο, αν δηλαδή έχουν υπογραφεί μυστικά πρωτόκολλα και εκχωρήσεις, γεγονός όχι ασύνηθες στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

    Αναφέρομαι σε τουρκικό περιφερειακό ιμπεριαλισμό, επειδή πρέπει να έχουμε κατά νου δύο αλληλένδετα θέματα τεράστιας σημασίας: Το πρώτο έχει την εξής σημαίνουσα διάσταση. Ο ιμπεριαλισμός είναι συνυφασμένος με ενδογενείς κρίσεις υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου, κάτι που είναι θεμελιώδες συστατικό της τουρκικής κοινωνικής οικονομίας την περίοδο της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Συνεχιζόμενες εισροές-εκροές ζεστού χρήματος στη χώρα προκαλούν κρίση στην πολιτική διαχείριση της συσσώρευσης, γεγονός που κάνει τα μεγάλα τουρκικά κονσόρτσιουμ εξαιρετικά επιθετικά στην αναζήτηση νέων κερδοφόρων αγορών.

    Ο πληθωρισμός –ενδημικό πρόβλημα της τουρκικής οικονομίας– δημιουργεί τεράστια προβλήματα κερδοφορίας στο εσωτερικό της. Η εξαγωγή μεγάλου κεφαλαίου προς πάσα κατεύθυνση προσφέρει μια λύση. Τουρκικές κατασκευαστικές εταιρείες έχουν χτίσει τα μισά περίχωρα της Μόσχας. Αυτά σημαίνουν ότι οποιαδήποτε πολιτική συμφωνία με παραχώρηση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων ή/και κυριαρχίας στην Τουρκία με στόχο τη “διαρκή ειρήνη” δεν θα έχει κανένα θετικό αποτέλεσμα για την Ελλάδα. Η τουρκική αστική τάξη, μέσω της πολιτικής της ηγεσίας, θα πιέζει για νέες παραχωρήσεις, όπως θα πιέζει τη Συρία, το Ιράκ, τη Βουλγαρία κλπ.

Η πληθωριστική ανάπτυξη

    Το δεύτερο –αλληλένδετο με το πρώτο– θέμα είναι ότι η πληθωριστική ανάπτυξη της Τουρκίας δεν είναι πρόβλημα για την ανάπτυξη καθαυτή, αλλά για τα ποσοστά κέρδους των μεγάλων επιχειρήσεων που ψάχνουν διεξόδους ανάκτησης των κερδών κυρίως –αλλά όχι μόνο– μέσω εξαγωγών. Ο πληθωρισμός είναι πρόβλημα και για την τουρκική εργατική τάξη αλλά –όπως συμβαίνει παντού στον κόσμο– αυτή έπεσε θύμα αποπροσανατολιστικών ιδεολογιών, όπως ο ισλαμισμός, κάτι που ο Ερντογάν καλλιεργεί και προωθεί με μαεστρία.

    Οι κυβερνήσεις του δεν παράγουν μόνο –στην καλύτερη περίπτωση– μια ισλαμική κουλτούρα καθήλωσης-αποχαύνωσης ή –στη χειρότερη– νεοτζιχαντιστές. Παράγουν ακόμα και μια εξαγωγή πολιτισμικού κεφαλαίου και πολιτισμικής επιχειρηματικότητας κάθε λογής. Στο πλαίσιο της “μαλακής ισχύος” (soft power) έχουμε χρηματοδοτήσεις για κατασκευές τζαμιών σε όλο τον πρώην οθωμανικό χώρο, τηλεοπτικά σήριαλ, ανθρωπιστική βοήθεια σε χώρες της Αφρικής και της Ασίας κλπ.

    Στην Ελλάδα, η πολιτική κουλτούρα αποχαύνωσης-καθήλωσης που διαχέουν οι ιδεολογικοί μηχανισμοί της κυβέρνησης έχει άλλα πρόσημα. Έχει να κάνει με την –επίσης εισαγόμενη– “θρησκεία” του (ατομικού) δικαιωματισμού, η οποία αντικατέστησε το “Ελλάς-Ελλήνων-Χριστιανών”. Αυτή η κουλτούρα καλλιεργείται από τις νεοφιλελεύθερες “εκκλησίες” και μηχανισμούς, δηλαδή τις κυβερνήσεις της Δύσης. Έχει επίσης να κάνει με τη μεγάλη προδοσία του ΣΥΡΙΖΑ το 2015, που οδήγησε τουλάχιστον δύο γενιές σε απογοήτευση, στέλνοντάς τους να συσπειρωθούν πίσω από το θατσερικό δόγμα ΤΙΝΑ (There Is No Alternative). Δεν έχουμε καμία απορία γιατί η ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη, μετά τα Τέμπη και όλα τα άλλα, θριάμβευσε εκλογικά.

Με σημαδεμένη τράπουλα

    Τα συμπεράσματα είναι σαφέστατα. Η Τουρκία εξάγει ισχύ, μεγάλο κεφάλαιο και πολιτισμικά προϊόντα. Η Ελλάδα εισάγει και τα τρία και το πιο δραματικό είναι ότι δεν έχει ούτε μια σχετικά αυτοτελή σύγχρονη αμυντική βιομηχανία. Ενώ μέχρι τη δεκαετία του 1990 η Ελλάδα ήταν υποδεέστερη της Τουρκίας μέσα στο ΝΑΤΟ για γεωστρατηγικούς λόγους, σήμερα η υποτελής θέση της έρχεται να ενισχυθεί από τη δυναμικότητα της τουρκικής αστικής τάξης και την κονιορτοποίηση της ελληνικής.

    Η ελληνική αστική τάξη δεν ενδιαφέρεται ούτε για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, ούτε για το τεράστιο δημογραφικό πρόβλημα, ούτε για την οικονομική ανάπτυξη της περιφέρειας. Έτσι, η εξωτερική πολιτική και διπλωματία είναι απόφυση του υδροκέφαλου κράτους των Αθηνών το οποίο –μετά τον εξοβελισμό της Κυπριακής Δημοκρατίας– συζητά την ενθυλάκωση των νησιών του Αιγαίου από τη Τουρκία, την καταστροφή της νησιώτικης αλιείας, την απεμπόληση των κυριαρχικών δικαιωμάτων στην Ανατολική Μεσόγειο, εν ολίγοις, τη δορυφοροποίηση της χώρας από τον τουρκικό ιμπεριαλισμό.

Το άρχον συγκρότημα εξουσίας της χώρας σήμερα δεν εμπεριέχει και δεν καθορίζεται μόνο από το αμερικανικό και το γερμανικό-ευρωπαϊκό συμφέρον. Εμπεριέχει και το τουρκικό. Σε ό,τι αφορά το ελληνικό μερίδιο, αυτό είναι ωσάν να μην υπάρχει. Είναι χαρακτηριστικό ότι το Κυπριακό έχει εξαφανιστεί παντελώς από τα ελληνοτουρκικά με υπόδειξη του Κίσινγκερ τον Αύγουστο 1974.

    Οι ελληνικές κυβερνήσεις –με εξαίρεση τη πρώτη τετραετία του Ανδρέα Παπανδρέου– δεν αποποιούνται μόνο τις συμβατικές τους υποχρεώσεις που απορρέουν από το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι εγγυήτρια δύναμη. Αποποιούνται και την υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο 16 της Συνθήκης της Λωζάννης ως “ενδιαφερόμενο μέρος” όλων των εδαφών που εγκαταλείπονται από την Βρετανική Αυτοκρατορία.

    Τη στιγμή της συνάντησης Μητσοτάκη-Ερντογάν, πέρα από τις τουρκικές ΝΟΤΑΜ και NAVTEX και τις νέες αφίξεις μεταναστών, τουρκικές μονάδες καταπατούσαν τη νεκρή ζώνη στην Κύπρο, ουσιαστικά επεκτείνοντας το “σύνορο” με τη βρετανική βάση της Δεκέλειας – παλιότερα υπήρξε το επεισόδιο στα Στροβίλια. Ο στόχος της Τουρκίας είναι η κατάληψη της βάσης της Δεκέλειας όταν αυτή εκκενωθεί, κατά παράβαση του Συντάγματος του 1960 που προβλέπει ενωμάτωση και των δύο βρετανικών βάσεων στη Κυπριακή Δημοκρατία όταν η Βρετανία αποσυρθεί. Στις ερωτήσεις που απευθύνθηκαν στον Τούρκο Πρόεδρο στη συνέντευξή του στην “Καθημερινή” δεν υπάρχει ούτε μία ερώτηση για το Κυπριακό. Η τράπουλα είναι σημαδεμένη και τα αποτελέσματα προβλέψιμα.

* Ο Βασίλης Φούσκας είναι μεταξύ άλλων  συγγραφέας του Τουρκικός Ιμπεριαλισμός και Αποτροπή , Επίκεντρο,2002

 

Πηγή 

Κυριακή 26 Νοεμβρίου 2023

Τα οθωμανικά μνημεία στην Ελλάδα και η ανακατασκευή της συλλογικής μνήμης

 Δρ Κοινωνιολογίας της θρησκείας, διδάσκων Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου

 vivlio-othomanika-mnimeia

Μνήμη και λήθη. Δύο λέξεις, δύο διαδικασίες, δύο καταστάσεις που αποτελούν βασικά συστατικά κατά την πορεία διαμόρφωσης τόσο των ατομικών όσο και των συλλογικών ταυτοτήτων σε κάθε ανθρώπινη κοινωνία. Ιδίως σε ό,τι αφορά τη διαμόρφωση του νεωτερικού έθνους-κράτους η μνήμη και η λήθη έχουν διαδραματίσει καίριο και καθοριστικό ρόλο στη μορφοποίηση και αποκρυστάλλωση της εθνικής ή καλύτερα της εθνο-θρησκευτικής ταυτότητας. Αλλωστε, όπως ήδη σημείωνε ο Ernest Renan στην ομιλία του περί έθνους (1882), «η ουσία ενός έθνους βασίζεται στο γεγονός ότι τα μέλη του έχουν πολλά κοινά, αλλά και ότι όλοι έχουν ταυτόχρονα ξεχάσει πολλά πράγματα», υπογραμμίζοντας, δηλαδή, τη σημασία και της λήθης, εκτός από τη μνήμη σε αυτήν τη διαδικασία.

Το οθωμανικό παρελθόν της Ελλάδας, όπως και άλλων βαλκανικών χωρών, θα μπορούσε να ενταχθεί σε αυτό που έχει ονομαστεί «δύσκολη», «ενοχλητική» ή «παράφωνη» κληρονομιά. Αμέσως μετά την απελευθέρωση από την Οθωμανική Αυτοκρατορία κυριάρχησε η απόπειρα εξάλειψης του οθωμανικού στοιχείου, είτε επρόκειτο για ανθρώπους είτε για υλικές αποτυπώσεις αυτού του «ενοχλητικού» παρελθόντος. Η προσπάθεια αυτή ήταν συχνά σχεδιασμένη και εκτελούνταν άμεσα ή έμμεσα με εξανδραποδισμούς και καταστροφές οθωμανικών κτιρίων, ιδίως μιναρέδων και τζαμιών, λόγω της συμβολικής τους σημασίας, αλλά όχι μόνο.

Στην πραγματικότητα, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι δεν επρόκειτο απλώς και μόνο για λήθη, απαραίτητη συνοδοιπόρο στην προσπάθεια κατασκευής της εθνο-θρησκευτικής ταυτότητας, αλλά στην πράξη για μία damnatio memoriae (καταδίκη της μνήμης) καθώς συχνά λαμβάνονταν και επίσημες αποφάσεις καταστροφής από τις ελληνικές αρχές με σκοπό την πλήρη εξαφάνιση οποιουδήποτε οθωμανικού στοιχείου.

Με αυτό το «ενοχλητικό» παρελθόν καταπιάνεται το παρόν εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο με τίτλο «Οθωμανικά μνημεία στην Ελλάδα: Κληρονομιές υπό διαπραγμάτευση», από τις εκδόσεις Καπόν (2023). Πρόκειται για ένα έργο συλλογικό, απότοκο ενός μεγάλου ερευνητικού προγράμματος (2017-2021), το οποίο πραγματεύτηκε ακριβώς αυτό το θέμα και είχε την υποστήριξη της Γαλλικής Σχολής Αθηνών. Στις 311 –μεγέθους λευκώματος– σελίδες του μπορεί κανείς να διαβάσει εμπεριστατωμένα κείμενα για το οθωμανικό παρελθόν της Ελλάδας μέσα από την ανάδειξη όλων των παραμέτρων που άπτονται του θέματος (αρχιτεκτονική κατασκευή, κοινωνικό, πολιτικό και ιστορικό πλαίσιο, σύγχρονες εξελίξεις, κ.λπ.).

Εκκινώντας με δύο κατατοπιστικότατα εισαγωγικά κείμενα, τα οποία θέτουν το ευρύτερο ιστορικό και θεωρητικό πλαίσιο στη συνέχεια ο αναγνώστης περιηγείται ανά την Ελλάδα και παρατηρεί την πορεία στον χρόνο οθωμανικών μνημείων που είτε χάθηκαν στη λήθη (ή βρίσκονται κοντά στο να καταστραφούν) είτε διατηρήθηκαν και αναστηλώθηκαν με πολύ θετικά αποτελέσματα. Από τη βόρεια Ελλάδα, τη Μακεδονία και τη Θράκη, την Εύβοια, την Αττική, τη Θεσσαλία και την Πελοπόννησο έως τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου και την Κρήτη οι συγγραφείς αναδεικνύουν γνωστές και άγνωστες πτυχές αυτού του οθωμανικού παρελθόντος όπως: χαμάμ, τζαμιά και μιναρέδες, οχυρά και τείχη, οικίες, μεβλεβιχανέδες, ιμαρέτια, μεντρεσέδες, μπεζεστένια, τουρμπέδες, τσεσμέδες και επιτύμβιες στήλες.

Ολα τα κείμενα του τόμου στηρίζονται σε και περιλαμβάνουν μεγάλο εύρος πηγών και αρχείων, όπως έγγραφα και φωτογραφίες, σχέδια και χάρτες, υλικό απαραίτητο από τη στιγμή που πρόκειται για μνημεία. Αξίζει, επίσης, να γίνει μνεία στην τελευταία ενότητα, όπου περιλαμβάνονται μελέτες τεκμηρίωσης και αποκατάστασης διαφόρων οθωμανικών μνημείων ανά την Ελλάδα, που είτε έχουν πραγματοποιηθεί είτε έχουν κατατεθεί ως προτάσεις για το άμεσο μέλλον.

Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου περιγράφεται η σημερινή κατάσταση των μνημείων, αλλά και η πορεία τους στον χρόνο, η οποία μπορεί να περιγραφεί ως έχουσα δύο βασικές περιόδους: Η πρώτη περιλαμβάνει τα χρόνια έπειτα από τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, όταν κυριάρχησε, ως επί το πλείστον, η λήθη και η καταστροφή της μνήμης –σε συνδυασμό με την αδιαφορία για τα εν λόγω μνημεία– και οδήγησε στις διαφορετικές χρήσεις των μνημείων αυτών, από αποθήκες και στρατώνες μέχρι φυλακές και κινηματογράφους, που έφτασαν να προβάλλουν ταινίες πορνό, όπως συνέβη με το Χάμζα Μπέη τζαμί στη Θεσσαλονίκη. Η δεύτερη ξεκινάει μετά τη δικτατορία (1974), μία νέα περίοδος που καθορίστηκε από την υιοθέτηση νέας νομοθεσίας αναφορικά με την προστασία των οθωμανικών μνημείων (που ανανεώθηκε το 2002), με αποτέλεσμα, όπως αναφέρεται, έως το 2002 να έχουν κηρυχθεί ως διατηρητέα πάνω από 400 οθωμανικά κτίσματα.

Τζαμί Καλούτσιανης στα Ιωάννινα

Μία εξίσου ενδιαφέρουσα παράμετρος είναι η διαφαινόμενη διαφορά μεταξύ υπαίθρου και πόλεων, καθώς όπως προκύπτει από ορισμένες μελέτες του βιβλίου, τα οθωμανικά μνημεία της υπαίθρου δεν έχουν λάβει την απαιτούμενη προσοχή και φροντίδα προς αποκατάσταση συγκριτικά με εκείνα που βρίσκονται στις μεγάλες πόλεις (π.χ. Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Τρίκαλα, κ.α.). Σε κάθε περίπτωση, φαίνεται ότι η οθωμανική κληρονομιά προσπαθεί να βγει από τη λήθη, αν και αυτό δεν είναι πάντα εύκολο καθώς, όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά, πολύ συχνά ακόμα και οι κρατικοί φορείς (ίσως ακριβώς επειδή είναι κρατικοί) αποφεύγουν να ονομάσουν τα μνημεία οθωμανικά και επιλέγουν τους όρους μετα-βυζαντινά ή βυζαντινά.

Το εν λόγω βιβλίο αποτελεί πραγματικά μία εξαιρετικά χρήσιμη και ενδιαφέρουσα συμβολή καλύπτοντας μια σειρά από επιστημονικά πεδία και ενδιαφέροντα που δεν περιορίζονται στην ιστορία, αλλά περιλαμβάνουν και τις κοινωνικές επιστήμες, τις πολιτισμικές σπουδές και την αρχιτεκτονική. Πέραν της επιστημονικής και αισθητικής επάρκειας του βιβλίου, δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει ότι συμβάλλει και στον ανα-στοχασμό πάνω στη συλλογική και την πολιτισμική μνήμη. Εξάλλου, όπως έχει υποστηρίξει ένας από τους βασικούς μελετητές της συλλογικής μνήμης, ο Maurice Halbwachs, η μνήμη λειτουργεί ανα-κατασκευαστικά και η συλλογική μνήμη δρα προς δύο κατευθύνσεις, τόσο προς τα πίσω όσο και προς τα εμπρός. Η μνήμη, δηλαδή, δεν ανα-κατασκευάζει μόνο το παρελθόν· οργανώνει επίσης τις εμπειρίες του παρόντος και του μέλλοντος, καθώς το παρελθόν αποτελεί κοινωνική κατασκευή και δεν προκύπτει φυσικά. Αυτό αποτυπώνεται και στην επιλογή του υπότιτλου του βιβλίου (κληρονομιές υπό διαπραγμάτευση), καθώς όπως σημειώνουν και οι επιμελητές στην εισαγωγή τους ήθελαν να δείξουν τόσο τον διαφιλονικούμενο χαρακτήρα τους όσο και την υπό εξέλιξη συζήτηση για την ταυτότητά τους.

Πηγή 

Σάββατο 25 Νοεμβρίου 2023

25η Νοέμβρη 1942 Ανατίναξη Γέφυρας Γοργοποτάμου. 25η Νοέμβρη Επέτειος Μνήμης Εθνικής Αντίστασης

 

 


 

 

 


 

Αφιέρωμα ΕΡΤ Μηχανή του Χρόνου 2011 

 


 

 

Η ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου αποτελεί το μεγάλο ορόσημο της Αντίστασης μετά το έπος του Αλβανικού Μετώπου. Άρης Βελουχιώτης και Ναπολέοντας Ζέρβας συνεργάζονται για πρώτη φορά με 84 άνδρες του ΕΛΑΣ, 32 του ΕΔΕΣ και 12 βρετανούς κομάντος να επιχειρούν από κοινού μαζί.

Με αφορμή την επέτειο της ανατίναξης της Γέφυρας του Γοργοποτάμου και την Ημέρα Πανελλαδικού Εορτασμού Εθνικής Αντίστασης (25/11) ταξιδεύουμε πίσω στο χρόνο μαζί με τη Βασιλική Λάζου, ιστορικό, διδάσκουσα του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ και πρόεδρο των Φίλων Μουσείου Εθνικής Αντίστασης και Σύγχρονης Ιστορίας Ρούμελης. Ένα γεγονός καθοριστικής σημασίας για την αντίσταση στον κατακτητή που έδειξε τι μπορεί να πετύχει με τις δυο μαζικότερες αντιστασιακές οργανώσεις να συνεργάζονται με τη βοήθεια των Συμμάχων.

Η απόλυτη επιτυχία της ανατίναξης της γέφυρας 221 μέτρων μήκους και 30 μέτρων ύψους το βράδυ της 25ης Νοεμβρίου 1942 δεν ήταν δεδομένη, αν δεν υπήρχε η συνεργασία των δυο αρχικαπετάνιων, με τον υπαρχηγό της επιχείρησης Κρις Γούντχαουζ να έχει τονίσει: «Χωρίς τον Ζέρβα δεν θα γινόταν. Χωρίς τον Άρη δεν θα πετύχαινε».

Ο αντίκτυπος εντός και εκτός Ελλάδος

Ρωτώντας την κ. Λάζου ποιος ήταν ο αντίκτυπος για την Αντίσταση μετά την έκρηξη και ποιος για τους ναζί, τονίζει στο documentonews.gr ότι «η καθυστέρηση της εκτέλεσης της επιχείρησης είχε μικρή επίδραση στο μέτωπο της Αφρικής, ήδη από τις αρχές Νοεμβρίου του 1942, τα γερμανοϊταλικά στρατεύματα είχαν απωθηθεί στην Τυνησία μετά τη νίκη των Συμμάχων στο Ελ Αλαμέιν. Καθόλου όμως ωστόσο δε μειώνεται η σημασία της. Η διακοπή της μοναδικής σιδηροδρομικής σύνδεσης Βορρά – Νότου της χώρας μας για έξι εβδομάδες ελάττωσε σημαντικά τη διακίνηση πολεμοφοδίων και πρώτων υλών προς και από την Ελλάδα. Η γέφυρα τέθηκε ξανά σε λειτουργία την 5η Ιανουαρίου 1943, μεσοδιάστημα στο οποίο η μεταφορά στρατιωτικών αγαθών γινόταν κάτω από αντιξοότατες συνθήκες. Η επιχείρηση είχε ακόμη αφυπνιστική δράση στον κατεχόμενο λαό και ενίσχυσε το ηθικό των ανταρτών και του πληθυσμού που πύκνωσε τις γραμμές της Αντίστασης».

Σχετικά με τη συνεργασία Βελουχιώτη και Ζέρβα αναφέρει ότι το αντάρτικο στην Ελλάδα αποτέλεσε ένα από τα μεγαλύτερα της Ευρώπης, μετά από αυτά στην τότε Σοβιετική Ένωση και στη Γιουγκοσλαβία. Πριν από την Απελευθέρωση (12/10/1944) ο ΕΛΑΣ ξεπερνούσε τους 100.000 άνδρες με τις εφεδρικές δυνάμεις.

Σύμφωνα με την κ. Λάζου η σύμπραξη ΕΛΑΣ – ΕΔΕΣ «κατέδειξε τις δυνατότητες της Αντίστασης. Τη συνέδεσε με τον παγκόσμιο αντιφασιστικό αγώνα. Και αυτό σε μια περίοδο που οι σιδηρόφραχτες στρατιές της Βέρμαχτ είχαν κατακτήσει ολόκληρη σχεδόν την Ευρώπη και επιχειρούσαν βαθιά μέσα στα σοβιετικά εδάφη. Η συνεργασία αυτή, αντίθετα με ό,τι ευρέως πιστεύεται, δεν ήταν η μοναδική. Τον Ιούλιο 1943 συγκροτήθηκε το Κοινό Γενικό Στρατηγείο Ανταρτών. Οι αντιστασιακές ομάδες, παρά τις μεταξύ τους διαφορές, υπήχθησαν στο Στρατηγείο Μέσης Ανατολής και πραγματοποίησαν κοινές επιχειρήσεις στο πλαίσιο του γενικότερου συμμαχικού σχεδιασμού (π.χ. “Animals” και “Noah’s Ark”)».

Το ματωμένο 1964

Αν και θεσμοθετημένη από την πρώτη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ εορτή με την Ημέρα Πανελλαδικού Εορτασμού Εθνικής Αντίστασης (ν. 1582/1982), τα γεγονότα του Γοργοποτάμου δεν εορτάζονται στα ελληνικά σχολεία. Απουσιάζει έτσι μια κορυφαία στιγμή ενότητας μέσα στην Κατοχή που ανύψωσε το ηθικό του εξαθλιωμένου λαού. Η κ. Λάζου είναι ξεκάθαρη στο γιατί δεν λέγεται λέξη για αυτή τη σελίδα της Αντίστασης στα σχολεία.

«Ο Γοργοπόταμος δεν γιορτάζεται στα ελληνικά σχολεία για τον ίδιο λόγο που δεν γιορτάζουμε και την Απελευθέρωση. Γιατί θα πρέπει να απαντήσουμε στο ερώτημα ποιοι ήταν αυτοί που αντιστάθηκαν και ποιοι ήταν αυτοί που απουσίαζαν από το εθνικό προσκλητήριο ή συνεργάστηκαν με τον κατακτητή. Το σκληρό αντικομμουνιστικό μετεμφυλιακό καθεστώς με τις πολιτικές διώξεις των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης ποινικοποιούσε οποιαδήποτε αναφορά στα γεγονότα. Μόλις το 1963 έγινε ο πρώτος εορτασμός της ανατίναξης της γέφυρας και ένα χρόνο αργότερα συνέβη η θανατηφόρα έκρηξη της νάρκης».

Πρόκειται για τη ματωμένη επέτειο της ανατίναξης στους εορτασμούς του 1964, με 13 νεκρούς και 51 τραυματίες. Αμέσως μετά την έκρηξη υπήρχε η πεποίθηση πως επρόκειτο για ατύχημα. Τα πολιτικά κόμματα και η ίδια η ΕΔΑ αποδέχτηκαν πως ήταν ατύχημα, με αυτό να αμφισβητείται από σύγχρονους ερευνητές, οι οποίοι δείχνουν ότι η επέτειος της κοινής δράσης των ανταρτικών ομάδων αποτέλεσε άλλη μια στιγμή αγεφύρωτου μίσους και διχασμού.

Οι μαζικοί εορτασμοί της δεκαετίας του 1980 ατόνησαν και μετατράπηκαν σε σχεδόν τυπική διαδικασία τονισμού μιας επίπλαστης εθνικής ενότητας. Η κ. Λάζου τονίζει πάντως το γεγονός ότι «τα τελευταία χρόνια με την πρωτοβουλία ιστορικών φορέων και σωματείων, όπως οι Φίλοι Μουσείου Εθνικής Αντίστασης και Σύγχρονης Ιστορίας Ρούμελης και τη συνδρομή της τοπικής αυτοδιοίκησης, γίνεται προσπάθεια αναζωπύρωσης του ενδιαφέροντος μέσω δράσεων δημόσιας ιστορίας, ιστορικών περιπάτων, εκπαιδευτικών προγραμμάτων και μουσειακών εκθέσεων. Χρειάζεται ωστόσο η αναφορά του γεγονότος στα σχολικά βιβλία να αποκτήσει ουσιαστικό περιεχόμενο».

Παραχάραξη

Τέλος, σε ό,τι αφορά τις προσπάθειες μείωσης ή παραχάραξης του γεγονότος και την υποτίμηση του ρόλου του ΕΛΑΣ και του πρωτοκαπετάνιου του Άρη Βελουχιώτη η ιστορικός και διδάσκουσα στο ΑΠΘ διευκρινίζει: «Τις επόμενες ημέρες μετά την ανατίναξη της γέφυρας η βρετανική προπαγάνδα, παρόλο που μέσω του ΒΒC έδωσε μεγάλη δημοσιότητα στην ανατίναξη, τόνισε μονομερώς τη συμμετοχή του Ζέρβα, ενώ η αντίστοιχη του ΕΛΑΣ αποσιωπήθηκε. Η άδικη μοιρασιά της δόξας και ο υπερτονισμός της συμβολής του ΕΔΕΣ στην επιχείρηση ήταν το μοτίβο που ακολουθήθηκε και στα επόμενα χρόνια».

Αντικομουνισμός και εθνικοφροσύνη οδήγησαν στην κατασυκοφάντηση του πρωτοκαπετάνιου του ΕΛΑΣ. Η κ. Λάζου καταλήγει ότι «επίδοξοι αναθεωρητές επιχειρούν να μειώσουν και να διαστρέψουν τη συμβολή του ΕΛΑΣ και του Βελουχιώτη όχι μόνο στην επιχείρηση (π.χ. στο επιχειρησιακό σχέδιο ή τον αριθμό των ανδρών του ΕΛΑΣ) αλλά και γενικότερα στον αγώνα για την απελευθέρωση της χώρας».

Πηγή 

Τρίτη 14 Νοεμβρίου 2023

Η κρίση της δικτατορίας των συνταγματαρχών το 1973 και το Κίνημα του Ναυτικού

 Του Κωνσταντίνου Στράτου , μεταδιδακτορικού ερευνητή στο ΕΚΠΑ

( Η μελέτη του Το κίνημα του Ναυτικού: Τα γεγονότα, οι άνθρωποι, η μνήμη, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Θεμέλιο)

 

 Κίνημα ναυτικού

 

Φέτος συμπληρώθηκαν 50 χρόνια από το 1973, ένα έτος που αποδείχθηκε κομβικό για τη σύγχρονη Ιστορία της Ελλάδας. Κατά τη διάρκειά του εκδηλώθηκε μια σειρά γεγονότων που έθεσαν σε κρίση τη δικτατορία των συνταγματαρχών, η οποία έκλεινε έξι χρόνια στην εξουσία μετά την πραξικοπηματική επιβολή της την 21η Απριλίου 1967. Ήταν μια κρίση από την οποία το στρατιωτικό καθεστώς δεν θα κατάφερνε να εξέλθει, καταλήγοντας στην κατάρρευσή του τον Ιούλιο του 1974.

Βασικός, αλλά όχι και μοναδικός, παράγοντας που οδήγησε σε αυτή την κρίση ήταν η αυξανόμενη κοινωνική δυσφορία, της οποίας κορυφαία εκδήλωση ήταν η εξέγερση του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο του 1973. Ήδη από τα πρώτα χρόνια της δικτατορίας σημειώνονταν εκδηλώσεις κοινωνικής δυσαρέσκειας απέναντι στο καθεστώς. Μία από αυτές ήταν η κηδεία του ηγέτη του προδικτατορικού κόμματος της Ένωσης Κέντρου Γεωργίου Παπανδρέου, τον Νοέμβριο του 1968, που κατέληξε σε διαδήλωση κατά του καθεστώτος. Η κοινωνική δυσαρέσκεια συνοδευόταν από την αύξηση του ρεύματος του αντιαμερικανισμού, καθώς όλο και περισσότεροι θεωρούσαν πως πίσω από τη μακροχρόνια παραμονή της Χούντας βρίσκονταν οι ΗΠΑ. Το 1973 η κοινωνική δυσφορία εντάθηκε, όπως έδειξαν και οι φοιτητικές κινητοποιήσεις, με αυτό που ονομάστηκε «μικρό Πολυτεχνείο» τον Ιανουάριο και με την κατάληψη της Νομικής τον Μάρτιο.

Ηταν σ’ αυτό το πλαίσιο που το καθεστώς βρέθηκε αντιμέτωπο με μια σοβαρή αντίδραση από το εσωτερικό του, και μάλιστα από τον πυρήνα του, τις Ένοπλες Δυνάμεις. Το βράδυ της 22ης Μαΐου 1973, οι δυνάμεις ασφαλείας της Χούντας εξάρθρωσαν μια αντιδικτατορική συνωμοσία στο Πολεμικό Ναυτικό. Οργανωμένη από ανώτερους και κατώτερους εν ενεργεία αξιωματικούς του Ναυτικού, η συνωμοσία είχε στόχο την κινητοποίηση των ισχυρότερων πλοίων του ελληνικού στόλου προκειμένου να εξαναγκάσει τη δικτατορία, ακόμα και με ναυτικό αποκλεισμό της Αθήνας, να παραδώσει την εξουσία σε μια πολιτική κυβέρνηση υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, τον πρώην πρωθυπουργό και πρόεδρο του προδικτατορικού συντηρητικού κόμματος της ΕΡΕ. Η κυβέρνηση αυτή, ορκισμένη από τον Βασιλιά Κωνσταντίνο Β΄, που θα επέστρεφε από το εξωτερικό, θα είχε ως στόχο την άμεση διενέργεια εκλογών. Ουσιαστικά η ναυτική συνωμοσία επιδίωκε την παλινόρθωση της μετεμφυλιακής Βασιλευομένης Δημοκρατίας που είχε καταργηθεί την 21η Απριλίου 1967.

Η αυξανόμενη κοινωνική δυσφορία ήταν από τα βασικά κίνητρα που ώθησαν μια ομάδα ανώτερων αξιωματικών να κινηθούν κατά της δικτατορίας. Έχοντας αντιληφθεί μια σταδιακή διόγκωση του αντιαμερικανισμού στην ελληνική κοινωνία τουλάχιστον από το 1971, οι συνωμότες φοβήθηκαν πως αν η δικτατορία παρέμενε στην εξουσία, αυτό θα οδηγούσε στην ενίσχυση της Αριστεράς. Μια τέτοια εξέλιξη τη θεωρούσαν καταστροφική, αφού σε περίπτωση που η Αριστερά ανέτρεπε τη δικτατορία, αυτό θα είχε αρνητικές συνέπειες για τη γεωπολιτική θέση της χώρας εντός του δυτικού στρατοπέδου και εντέλει για το είδος του καθεστώτος που θα είχε η μεταδικτατορική Ελλάδα.

Η ανάληψη καθηκόντων κυβερνήτη στα αντιτορπιλικά, τα πιο ισχυρά πλοία του στόλου, από αξιωματικούς της ηγετικής ομάδας, το καλοκαίρι του 1972 λειτούργησε καθοριστικά για τις προθέσεις τους. Από το φθινόπωρο ξεκίνησαν τη συστηματική οργάνωση του σχεδίου τους, το οποίο μέχρι την άνοιξη είχε ολοκληρωθεί. Στο μεσοδιάστημα, οι μυημένοι αξιωματικοί πλησίασαν τους 100, θέτοντας σχεδόν το σύνολο των πλοίων υπό τον έλεγχο της συνωμοσίας. Ως ημερομηνία εκδήλωσης ορίστηκε το βράδυ της 22ης προς την 23η Μαΐου 1973. Η δικτατορία ωστόσο πρόλαβε και εξάρθρωσε τη συνωμοσία. Την προσπάθεια της Χούντας να υποβαθμίσει το γεγονός ανέτρεψε η φυγή του αντιτορπιλικού «Βέλος» στην Ιταλία, το οποίο αποχώρησε από τη συμμαχική άσκηση που διεξαγόταν στα ανοιχτά της Σαρδηνίας. Ο κυβερνήτης του, αντιπλοίαρχος Νίκος Παππάς ήταν από τα ηγετικά στελέχη της συνωμοσίας. Όταν πληροφορήθηκε τη διενέργεια συλλήψεων αξιωματικών του Ναυτικού από τη Χούντα, αναζήτησε πολιτικό άσυλο στην Ιταλία, όπου αποκάλυψε το πραγματικό μέγεθος της αντίδρασης στο καθεστώς.

 Σαν σήμερα, 25 Μαιου, ξεσπά το Κίνημα του Ναυτικού

Η αποκάλυψη του Κινήματος του Ναυτικού έθεσε σε κρίση τη δικτατορία, καθώς στη διογκούμενη κοινωνική αμφισβήτηση που αντιμετώπιζε προστέθηκε και μια αμφισβήτηση προερχόμενη από τον πυρήνα του κράτους, τις Ένοπλες Δυνάμεις. Έξι χρόνια πριν η δικτατορία είχε επιβληθεί επικαλούμενη τον κομμουνιστικό κίνδυνο. Το Κίνημα του Ναυτικού αποτέλεσε ισχυρό δείγμα ότι ένα μέρος των Ενόπλων Δυνάμεων θεωρούσε πως με την έως τότε παρουσία της η δικτατορία κινδύνευε να οδηγήσει τη χώρα σ’ αυτόν ακριβώς τον κίνδυνο.

Ως συνέπεια των παραπάνω, η δικτατορία επιχείρησε να βρει τρόπο να ξεπεράσει την κρίση και να διατηρηθεί στην εξουσία. Για τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο η λύση ήταν η πολιτικοποίηση του καθεστώτος. Στις αρχές Ιουνίου ανακοίνωσε την κατάργηση της βασιλείας καθώς και μέτρα φιλελευθεροποίησης, μεταξύ των οποίων και η διενέργεια εκλογών. Για μια ομάδα «σκληρών» της δικτατορίας ωστόσο, συγκεντρωμένη γύρω από το πρόσωπο του διοικητή του ΕΑΤ-ΕΣΑ, ταξίαρχου Δημήτριου Ιωαννίδη, τα μέτρα πολιτικοποίησης ήταν σε λάθος κατεύθυνση. Ήδη από το καλοκαίρι του 1973 ξεκίνησαν τον σχεδιασμό της ακύρωσης των μέτρων με την ανατροπή του Παπαδόπουλου, κάτι το οποίο πέτυχαν με πραξικόπημα στις 25 Νοεμβρίου. Όπως φάνηκε λίγους μήνες αργότερα, μέρος της δικής τους λύσης ήταν η υλοποίηση της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα, μια απόπειρα που κατέληξε στην τουρκική εισβολή και στο τέλος της Χούντας.

 Πηγή


Ο Σωτήρης Ρούσσος στον Γιώργο Σαχίνη ( Συνέντευξη στον 984 Ηράκλειο, 10-11-23)

 

 Sotiris Roussos | Delphi Economic Forum

 

Ο Σωτήρης Ρούσσος καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Θρησκείας στη Μέση Ανατολή και τη Μεσόγειο στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και επιστημονικός υπεύθυνος του Κέντρου Μεσογειακών, Μεσανατολικών και Ισλαμικών Σπουδών στο ίδιο Πανεπιστήμιο, μιλάει στο ραδιοφωνικό σταθμό 98.4 για την αιματηρή κρίση στην Μέση Ανατολή και τις προεκτάσεις της.

Εξηγεί γιατί άλλο τα επιφαινόμενα , όπως οι θρησκευτικές και πολιτιστικές διαφορές που ασφαλώς μοχλεύονται και άλλο η αιτία της κλιμάκωσης που είναι θέμα Ισραηλινής κατοχής Παλαιστινιακών εδαφών, χωρίς καμία κίνηση επί 15 χρόνια για πολιτική λύση δημιουργίας και Παλαιστινιακού κράτους.

Όπως σημειώνει, η συνακόλουθη του πολιτικού αδιεξόδου για το Παλαιστινιακό, άνοδος μιας ισλαμιστικής οργάνωσης των Παλαιστινίων της Χαμάς, με την επικράτηση και μιας ακρίας κυβέρνησης στο Ισραήλ του Νετανιάχου, δεν προοιωνίζεται εύκολη και γρήγορη μετάβαση σε λύσεις εκτόνωσης.

Ο κ. Ρούσσος αναφέρεται στο ρόλο όλων των εμπλεκόμενων παικτών ισχύος στη περιοχή, εξηγεί γιατί κατά την γνώμη του η Τουρκία χρησιμοποιείται από τις ΗΠΑ ως δίαυλος με τις Αραβικές χώρες και τη Χαμάς, υπενθυμίζοντας ότι παρά την φραστική ένταση με το Ισραήλ η Τουρκία δεν έχει αναστείλει καμία οικονομική και ενεργειακή σχέση μαζί της.

Θεωρεί τέλος προβληματική την πολιτική επιλογή της Ελλάδας,  να έχει προσδοκίες ουσίας  για συνέχιση των απευθείας συνομιλιών με την Τουρκία , όταν η τελευταία σε τίποτα ούτε καν στα επουσιώδη των διεκδικήσεων της , δεν έχει αλλάξει στάση έναντι της Ελλάδας.

Συνέντευξη στον Γιώργο Σαχίνη 10-11-23 

Πηγή 

 


Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Ο ΣΥΡΙΖΑ ζει το δράμα του Σίσυφου ( Συνέντευξη 5-11-23)

 Συνέντευξη στον Περικλή Δημητρολόπουλο


Ο ΣΥΡΙΖΑ ζει το δράματου Σίσυφου

 

Ποιος είναι ο πρώτος θεωρητικός που σας έρχεται στον νου ως ερμηνευτικό εργαλείο για όσα συμβαίνουν στον ΣΥΡΙΖΑ;

«Σε ποιον θεωρητικό να αναφερθώ; Oλο και περισσότερο πείθομαι ότι η ιστορία προχωρά δίχως να δίνει λογαριασμό στους θεωρητικούς ερμηνευτές της. Στο βάθος, ο ανθρωπιστής Καντ, ο λογοκράτης Εγελος, ο αισιόδοξος Μαρξ και ο απαισιόδοξος Βέμπερ πίστεψαν στην αυτονομία ενός «αντικειμενικά» διιστορικού λόγου. Η αξιοπιστία όμως ενός τέτοιου λόγου έχει πλέον ανεπιστρεπτί τρωθεί. Στο μυαλό έρχονται τα λόγια ενός ποιητή, του Γ. Χ. Οντεν. «Δεν υπάρχει πια τίποτα που να είναι τόσο φριχτό ή τόσο ανόητο ώστε να μην είναι δυνατόν να συμβεί». Εχω την αίσθηση ότι η μελαγχολική αυτή διαπίστωση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα στους κόλπους όσων συμμερίζονται τις αφετηριακές αξίες της οποιασδήποτε Αριστεράς».

Υπάρχει χώρος για αυτοκριτική σε αυτή τη θεώρηση;

«Σήμερα δεινοπαθούν όσοι προσπαθούν να νοηματοδοτήσουν τον παραλογισμό που σημαδεύει τον κόσμο μας. Μέσα σε αυτή τη δυστοπία, η Αριστερά, ιστορικό προϊόν ενός ρεαλιστικού ρομαντισμού, καλείται σήμερα να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα. Να αρθρώσει έναν λόγο πειστικό στα επίμονα ερωτήματα που μένουν αναπάντητα: «What’s Left», «What’s Right», «What for». Οσο για τον ΣΥΡΙΖΑ, η σχέση του με μια αυτοκριτική στάση μοιάζει να είναι υπέρποτε παγιδευμένη. Σαν τον Κάλιμπαν του Οσκαρ Ουάιλντ, αρνείται να κοιτάξει τον εαυτό τoυ στον καθρέφτη. Αναζητώντας αδύνατες ισορροπίες ανάμεσα σε έναν παρωχημένο ενδοσκοπικό ρομαντισμό και σε έναν ιδιοτελή μετα-πραγματισμό, χάνει την επαφή του με μια διαρκώς εξελισσόμενη πραγματικότητα».

Εστω και για πολύ σύντομο διάστημα, υπήρξατε βουλευτής Επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ. Ας πάμε λοιπόν από τη θεωρία στο βίωμα…

«Ο εκ των υστέρων απολογισμός αφήνει στην πραγματικότητα δυσανάγνωστες, και εν πολλοίς ακατάτακτες, τις επιλογές μας. Η σιωπή που έχω επιλέξει να κρατήσω μέχρι τώρα είναι μια ομιλούσα σιωπή. Μια εκκωφαντική, ίσως, σιωπή. Κάθε αυτοβιογραφική αναφορά είναι και μια προδοσία της αλήθειας. Το μέλημα της προστασίας εαυτού υφέρπει σε κάθε αυτοβιογραφικό εγχείρημα. Δεν ξεφεύγεις από αυτή την παγίδα. Κουβαλώντας σήμερα το βάρος του χρόνου στους ώμους μου θα πω ότι η «πρώτη φορά Αριστερά» ήταν για μένα ένα στοίχημα. Μπορεί τώρα «η πρώτη φορά Αριστερά» να υπονομεύεται από χλεύη, ειρωνεία, ή και θυμωμένη αποστασιοποίηση, όμως εκείνη την εποχή με έφερνε σε επαφή με τη χαμένη αισιοδοξία της νεότητάς μου. «Αν δεν πιστέψεις στο εκ πρώτης όψεως αδύνατο πώς θα προσβλέψεις στην έλευση εκείνου-που-δεν-υπάρχει-ακόμα;». Mε άλλα λόγια, το βραχύ εκείνο διάστημα που διάλεξα να παραμείνω στη Βουλή, ερχόμουν ανερυθρίαστα σε επαφή με τη λογοκριμένη επιθυμία μου να ενδώσω στην πίστη μιας ουτοπίας».

Και πού χάθηκε αυτό το στοίχημα για την «κυβερνώσα Αριστερά»;

«Αρχισε να χάνεται από τη στιγμή που ο κάποτε εξωπραγματικός στόχος της εξουσίας άρχισε, δεδομένης της χρονικής συγκυρίας, να γίνεται ορατός. Ο όρος «κυβερνώσα Αριστερά» συνυφαίνεται με μια εγγενή αντίφαση. To «κυβερνάν» είναι παίγνιο εξουσίας και ως τέτοιο είναι εκτεθειμένο σε καταχρήσεις και παραλογισμούς. Η πρώτη φορά Αριστερά ενέδωσε σε μια κατώτερη των προσδοκιών, και εν πολλοίς αφελή διαχείριση μιας απροσδόκητης ανάληψης της πολιτικής εξουσίας».

Στη συνέχεια ωστόσο αυτή η Αριστερά αποδοκιμάστηκε και ως «αντιπολιτεύουσα», αν μου επιτρέπετε τον νεολογισμό…

«Η αντιπολιτεύουσα είναι ήδη μια μορφή εξουσίας εν αναμονή. Ενα είδος αναμονής μιας φαντασιακά κυβερνώσας Αριστεράς, αν μου επιτρέπετε κι έμενα έναν άλλο νεολογισμό. Με άλλα λόγια, έχω την αίσθηση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έμεινε αιχμάλωτος στο φάντασμα της κυβερνησιμότητας, συντηρώντας μέσα στους κόλπους του έναν εσμό ετερόκλητων ιδεολογικών πεποιθήσεων, τάσεων, επιδιώξεων, με τις μικροκομματικές ατομικές επιδιώξεις και το φάντασμα της ανακατάληψης της εξουσίας να υπονομεύει σταθερά τις όποιες ιδεολογικές της αξίες».

Δημιουργούν όλα αυτά ένα αίσθημα ματαίωσης; Εχετε την αίσθηση πως χάθηκε μια ιστορική ευκαιρία για την Αριστερά ως αξιακό κώδικα και σύστημα ιδεών;

«Ενα αίσθημα ματαίωσης, θλίψης και ντροπής. Είναι στιγμές όμως που συλλογίζομαι ότι το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να αφήσουμε το μέλλον σε αυτό που εξ ορισμού είναι: Aνοιχτό. Σε κάθε περίπτωση, η Αριστερά δεν είναι τα πρόσωπα που κάθε τόσο μοιάζουν να είναι κατώτερα των περιστάσεων. Δεν είναι όσοι επικαλούνται, ως μαγικό τοτέμ, το ηθικό πλεονέκτημα. Δεν είναι εργαλείο, δεν είναι εμπόρευμα προς αξιοποίηση το ηθικό πλεονέκτημα. Θα πω το αυτονόητο: Η Αριστερά είναι οι αδιάβλητες ιδέες της ισότητας και της δικαιοσύνης. Ομως αυτό δεν σημαίνει τίποτε. Ανάμεσα στην ιδέα και την πράξη πέφτουν πάντα οι σκιές, οι αδιαφάνειες και οι αμφισημίες των κινήτρων. Και χρειάζεται κόπος, μόχθος, και ανυπέρθετα αποθέματα μιας σχεδόν αδύνατης ανιδιοτέλειας για να μπορέσει η σκιά αυτή να μη γίνει βάρος, βράχος. Η μοίρα του Σίσυφου καταδιώκει τη μοίρα της Αριστεράς κάθε που πάει να σηκώσει κεφάλι από την αφάνεια και να αυτονομηθεί από τις προθέσεις των προσώπων που τη χρησιμοποιούν δίχως να την υπηρετούν».

Στον ιστορικό χρόνο πώς θα τοποθετούσατε τον ΣΥΡΙΖΑ;

«Θα τον ενέτασσα στην προσπάθεια οποιασδήποτε Αριστεράς να πείσει σήμερα για τον λόγο ύπαρξής της. Σε μια εποχή που επιβάλλει στην πολιτική εξουσία να προσαρμόζεται στις υπερ-επικρατειακές συστημικές επιταγές, οι κυβερνήσεις, ως δια-κυβερνήσεις, δεν συγχωρείται πλέον να αυθαιρετούν μεταρρυθμίζοντας κατά το δοκούν τα καλώς (ή κακώς) κείμενα. Με αποτέλεσμα την προϊούσα σύγκλιση ανάμεσα στις δημόσιες και τις ατομικές στοχοθεσίες και τη δομική διαπλοκή ανάμεσα στο γενικό συμφέρον και στις ιδιωτικές σκοπιμότητες. Οι περισσότερες μείζονες αποφάσεις λαμβάνονται πια μετά από συνεργασίες, διαβουλεύσεις και διαπραγματεύσεις ανάμεσα στους de jure κατόχους της πολιτικής ισχύος και τους de facto νομείς της χρηματοπιστωτικής εξουσίας. Με άλλα λόγια, η άσκηση της πολιτικής μοιάζει πλέον να είναι αιχμάλωτη του πολιτικού χρήματος».

Από την ισχύ του οποίου δεν θα εξαιρούσατε κανέναν;

«Ναι, ισχύει για την πολιτική σε όλες τις αποχρώσεις, συμπεριλαμβανομένης και της ριζοσπαστικής (ή μη) Αριστεράς. Φέρνω στον νου μου το μακρινό 1988 όταν για πρώτη φορά είχα επινοήσει σε ένα κείμενό μου, στο «Βήμα», τον όρο «πολιτικό χρήμα». Πρόθεσή μου ήταν να αναδείξω τις ακατάλυτες σχέσεις που εξ αντικείμενου διαπλέκουν την πολιτική εξουσία με τα οικονομικά συμφέροντα. Δεν φανταζόμουν όμως τότε πόσο αυτή η διαπίστωση θα αγκάλιαζε τα επόμενα χρόνια όλο το φάσμα του πολιτικού γίγνεσθαι, συμπεριλαμβανόμενων και εκείνων που επαγγέλλονται ανατροπές. Εκείνο όμως που με τρομάζει ακόμα περισσότερο δεν είναι αυτή καθ’ εαυτή η ισχύς του πολιτικού χρήματος αλλά το γεγονός ότι η ισχύς αυτή θεωρείται πλέον αναγκαία και φυσιολογική παράμετρος μιας νέας ανεπίστρεπτης κανονικότητας».

Σε αυτή την «κανονικότητα» που περιγράφετε τι θέση έχει η Αριστερά;

«Από τη μακρά και επώδυνη εφηβεία η Αριστερά πέρασε, όχι στη βίαιη, αλλά στην εκλογικευμένη προσαρμοστική ενηλικίωση. Μιαν ενηλικίωση που συχνά εργαλειοποιείται με τη διαμεσολάβηση επιτήδειων υπερφωτισμένων ή και αόρατων μεταπρατών. Το μόνο που παραμένει ακέραιο είναι η ουτοπία ενός εν εγρηγόρσει στοχασμού που θυμίζει τη μαγική σκέψη των παιδιών, των ρομαντικών και των αλαφροΐσκιωτων».

Αν λοιπόν σας ζητούσαν να γράψετε μια «σύντομη ιστορία ενός κόμματος» με ποια φράση θα ξεκινούσατε;

«Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κόμμα διαφορετικό. Στα μέλη του δεν συγκαταλέγονταν δημοκόποι κι αυλικοί. Ελειπε και η πλειονότητα των βιαίως κατευνασμένων ανθρώπων. Εκείνων που αρκούνται στο να σιωπούν «μιλώντας με μάτια γυάλινα για όσα δεν βλέπουν», επειδή δεν θέλουν να τα δουν. Αλλά θα σας πω και κάτι ακόμη. Μια θελκτική, αν και επιστημολογικά σαθρή, ως μη διαψεύσιμη, επιθυμία με παροτρύνει σε μια μείζονα κατάφαση: H ελπίδα δεν υπόκειται στους νόμους του γήρατος και της περιρρέουσας παρακμής. Ακάματη και άφθαρτη, επιμένει να κρατά στους κόλπους της το μυστικό μιας αειφόρας νεότητας».

Πηγή 



Κυριακή 12 Νοεμβρίου 2023

Πολυτεχνείο 50 χρόνια μετά. Αφιερώματα - Βιβλιοπροτάσεις ( Ανανεώνεται)

 

«Η εξέγερση του Πολυτεχνείου – Μία ξεχασμένη κατάθεση» , του Σταύρου Λυγερού.

«Η εξέγερση του Πολυτεχνείου – Μία ξεχασμένη κατάθεση», είναι ο τίτλος του βιβλίου του Σταύρου Λυγερού. Πρόκειται για πλήρως ανανεωμένη μετεγγραφή ενός βιβλίου του που εκδόθηκε το 1977 και βεβαίως έχει εδώ και 40 τόσα χρόνια εξαντληθεί. Αν και η ανάλυση της δυναμικής ανάπτυξης του φοιτητικού κινήματος που οδήγησε στην εξέγερση του Πολυτεχνείου με ενδιάμεσο σταθμό τις καταλήψεις της Νομικής παραμένει η ίδια. Στην τωρινή έκδοση έχουν προστεθεί ως διακριτά ένθετα στη ροή της ανάλυσης βιωματικά περιστατικά του συγγραφέα, τα οποία βοηθούν τον σημερινό αναγνώστη να προσεγγίσει την ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής.

Ο Σταύρος Λυγερός –μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής και εκ των πρωταγωνιστών εκείνου του κινήματος– αποδεικνύει ότι δίχως την εξέγερση του Πολυτεχνείου το δικτατορικό καθεστώς δεν θα είχε απομονομιμοποιηθεί πλήρως πολιτικά και κατ’ επέκταση αποσταθεροποιηθεί. Ας σημειωθεί ότι από το 1971-72 επιχειρούσε την «ομαλοποίησή» του με σκοπό τη σταδιακή μετάβασή του σε μία «χουντοδημοκρατία» με την σιωπηρή συναίνεση του παλιού αστικού κόσμου και την ανοχή των ΚΚΕ και ΚΚΕεσωτ.

 

Το φοιτητικό κίνημα υποχρέωσε τον δικτάτορα Παπαδόπουλο να επιταχύνει, καταργώντας τη Βασιλεία, επιβάλοντας νέο Σύνταγμα, «εκλεγόμενος» ο ίδιος Πρόεδρος της Δημοκρατίας με οκταετή θητεία και ορίζοντας την κυβέρνηση Μαρκεζίνη. Εάν δεν είχε μεσολαβήσει η εξέγερση του Πολυτεχνείου, το πείραμα Μαρκεζίνη θα είχε πάρει τον δρόμο του και πολύ πιθανόν ο Παπαδόπουλος να είχε την τύχη του Πινοσέτ, ο οποίος παρέμεινε με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στην εξουσία για 25 χρόνια και τελικά πέθανε στο σπίτι του σε ηλικία 91 ετών. χωρίς ποτέ να δικαστεί για τα εγκλήματά του.

 

Αυτός είναι ο λόγος που το Πολυτεχνείο δικαιολογημένα θεωρείται «ο ιδρυτικός μύθος της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας», χωρίς όμως και να ευθύνεται για τα κουσούρια της. Ο παλιός αστικός πολιτικός κόσμος που επανήλθε μετά την πτώση της Χούντας στην εξουσία και οι επίγονοί τους δεν θα είχαν κάνει τις καριέρες που έκαναν έκτοτε. Είναι ειρωνεία ότι το τμήμα εκείνο του πολιτικού κόσμου που ακόμη και τώρα προσπαθεί να «αποδομήσει» το Πολυτεχνείο χρωστά την πολιτική του ύπαρξη στην Μεταπολίτευση, τις προϋποθέσεις της οποίας δημιούργησε η εξέγερση. Όσο για τους επιγόνους ή και φυσικούς απογόνους τους, αυτοί είναι πολύ πιθανό να είχαν σταδιοδρομήσει και στην «χουντοδημοκρατία» που προετοίμαζε ο Γεώργιος Παπαδόπουλος ως πρόεδρος!

Το βιβλίου «Η εξέγερση του Πολυτεχνείου – Μία ξεχασμένη κατάθεση», πέραν των άλλων αρετών του, είναι ένα ζωντανό και συγκινητικό ανάγνωσμα μίας εξαιρετικής αναλαμπής της νέας γενιάς εκείνης της εποχής που με ανιδιοτέλεια, ηρωισμό και γνήσιο ριζοσπαστισμό έγιναν η ακηδεμόνευτη πρωτοπορία και έσωσαν την αξιοπρέπεια ενός λαού. Όπως προανέφερα, ο συγγραφέας διανθίζει την αφήγησή του με προσωπικές του εμπειρίες. Το βιωματικό στοιχείο κάνει πιο ζωντανή και ενδιαφέρουσα την αφήγηση δίχως να εκπίπτει σε συναισθηματισμό και δίχως να στερεί σε αξιοπιστία.

Δύσκολη ισορροπία, την οποία όμως πετυχαίνει ο Σταύρος Λυγερός. Είναι ενδεικτικό ότι τα γεγονότα που παραθέτει δεν αμφισβητήθηκαν από κανέναν στα 46 χρόνια που πέρασαν από την κυκλοφορία του αρχικού βιβλίου, όπως έγινε με άλλες εξιστορήσεις. Είναι ενταγμένα στην πολιτική ατμόσφαιρα της εποχής (προσαρμογή στα καθ’ ημάς, της πολιτισμικής επανάστασης που είχε σαρώσει τον δυτικό κόσμο), αλλά αναπτύσσονται στην συνάφειά τους με την κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας της δεκαετίας του 1970 και κυρίως με ευρύτερο το πολιτικό κλίμα στο οποίο είναι ενταγμένα.

Στον πυρήνα του βιβλίου είναι η εξιστόρηση της αντίδρασης μίας μειονότητας των φοιτητών στις προσπάθειες της Χούντας να αποκτήσει μία κίβδηλη νομιμοποίηση. Οι πράξεις αντίστασης του φοιτητικού κινήματος ξετυλίγονται από την πρώτη προσπάθεια του καθεστώτος να οργανώσει καθοδηγούμενες εκλογές στους φοιτητικούς συλλόγους που θα νομιμοποιούσαν τα διορισμένα χουντικά Διοικητικά Συμβούλια. Η προσπάθεια ήταν ενταγμένη στο πλαίσιο της ευρύτερα επιχειρούμενης πολιτικοποίησης του καθεστώτος και είχε απώτερο στόχο να εκτονώσει τις πολιτικές ζυμώσεις και την διαφαινόμενη ριζοσπαστικοποίηση στον φοιτητικό χώρο.

Έχει ενδιαφέρον ότι σε αυτή την προσπάθεια της Χούντας αντέδρασε μία μειονότητα των φοιτητών. Η πρωτοπορία της νεολαίας που οργανώθηκε στα Πανεπιστήμια είχε να αντιπαλέψει τον κατασταλτικό μηχανισμό της δικτοτορίας, αλλά εν πολλοίς και το καθηγητικό κατεστημένο που είχε γίνει υποχείριο του δικτάτορα. Από ένα σημείο και πέρα, όμως, στους κόλπους του φοιτητικού κινήματος εκδηλώθηκε μία αντίθεση για την κατεύθυνσή του.

Από τη μία πλευρά το αυθόρμητο ριζοσπαστικό ρεύμα, το οποίο ήταν ανέντακτοι φοιτητές, οι οποίοι επεδίωκαν τη ρήξη με το καθεστώς, ώστε να τορπιλιστεί το πείραμα Μαρκεζίνη. Από την άλλη πλευρά ήταν οι παράνομες φοιτητικές οργανώσεις που καθοδηγούσαν το ΚΚΕ (την Αντι-ΕΦΕΕ) και το ΚΚΕεσωτ (τον Ρήγα), τα στελέχη των οποίων προσπαθούσαν με άνωθεν καθοδήγηση, να εγκλωβίσουν το φοιτητικό κίνημα σε ένα συνδικαλιστικό πλαίσιο, προβάλλοντας στενά φοιτητικά αιτήματα.

Αν και έχουν γραφεί και ειπωθεί πολλά για την εξέγερση του Πολυτεχνείου, η πτυχή αυτή, ο εσωτερικός αγώνας, έχει μείνει στη σκιά, με αποτέλεσμα να αλλοιώνεται η ιστορική πραγματικότητα. Το βιβλίο του Σταύρου Λυγερού, αντιθέτως, αναδεικνύει αυτή την πτυχή και μάλιστα με απόλυτα τεκμηριωμένο τρόπο, παραθέτοντας ντοκουμέντα τωπαραπάνω οργανώσεων.

Δραματική στιγμή σ’ εκείνη τη σύγκρουση είναι η υπόθεση του Διονύση Μαυρογένη, ο οποίος, μετά το Πολυτεχνείο, κρυπτόμενος στην Κρήτη, καταγγέλθηκε με κατασκευασμένα ψεύδη σαν προβοκάτορας από την ΚΝΕ-Αντι ΕΦΕΕ του ΚΚΕ. Ήταν ένα δείγμα της διαχρονικής πρακτικής του ΚΚΕ να διαβάλλει ό,τι δεν ελέγχει και μάλιστα με ανήθικες μεθόδους.

Παρότι στεγνή και σκοπίμως δίχως χρωματισμό, προκαλεί συγκίνηση η αφήγηση των γεγονότων που οδήγησαν στην κορύφωση εκείνου του Νοέμβρη. Η κατάληψη, η κινητοποίηση του λαού, το πλήθος που τους συμπαραστεκόταν, τα πυρά των ελεύθερων σκοπευτών, την εισβολή του τανκ και των κομάντος στον χώρο του Πολυτεχνείου, οι νεκροί και οι τραυματίες, τα όσα ακολούθησαν τις επόμενες ημέρες.

Εν κατακλείδι, το Πολυτεχνείο προφανώς δεν ανέτρεψε το δικτατορικό καθεστώς, δεν θα μπορούσε άλλωστε, όπως γράφει και ο Σταύρος Λυγερός, αλλά το απονομιμοποίησε πλήρως πολιτικά και άνοιξε τον δρόμο για την πτώση του. Επέτρεψε σε έναν λαό να διατηρήσει τον αυτοσεβασμό του. Η προσπάθεια αποδόμησης του Πολυτεχνείου στα 50 χρόνια που ακολούθησαν κυρίως από την Ακροδεξιά είναι στοιχείο πνευματικής ανεντιμότητας και πολιτικής ανηθικότητας.

Πηγή 

"Δεν αδειάζουμε να πεθάνουμε" του Δημήτρη Παπαχρήστου 

το νέο βιβλίου του συγγραφέα, δημοσιογράφου και ραδιοφωνικού παραγωγού Δημήτρη Παπαχρήστου, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις 50 χρόνια μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου.

 Λίγα λόγια για το βιβλίο από το οπισθόφυλλο

Είχε πάει δέκα η ώρα, η τηλεόραση ήταν ανοιχτή. Έδειχνε εικόνες από το Πολυτεχνείο. Ένας τύπος, εκπρόσωπος Tύπου, Ζουρνατζής ονόματι, μιλούσε για
«αναρχοκομμουνιστάς» που στράφηκαν εναντίον του καθεστώτος και της δημοσίας τάξεως. Ορίστε τα έκτροπα. Ο φακός έδειχνε σπασμένα θρανία, συνθήματα «κάτω η χούντα», «ζήτω οι παρτούζες», κιλότες, καπότες και σπασμένα έδρανα.

Πλησίασα το παράθυρο, ανασήκωσα τις γρίλιες. Είδα να καθαρίζουν με μάνικες τη Στουρνάρη. Αύρες-σαύρες να περνάνε και είδα λοξά προς την πλατεία Εξαρχείων να βγαίνουν από την πόρτα της Στουρνάρη με νάιλον σακούλες τρεις-τέσσερις μπάτσοι, με τρόφιμα που μας είχαν δώσει οι πεινασμένοι για ελευθερία και δημοκρατία.

Μέσα από τις ιστορίες, παλιότερες αλλά και πρόσφατες, που διανθίζουν το βιβλίο, η μνήμη πασχίζει να κρατήσει ζωντανό το παρελθόν, σαν σταθμό ανεφοδιασμού των νέων για να συνεχίσουν και να φτάσουν εκεί που δεν καταφέραμε εμείς. Για να μπορέσουν να προλάβουν το μέλλον γιατί αλλιώς δεν θα το συναντήσουν ποτέ.

vivlio-papaxristos

Ο Δημήτρης Παπαχρήστος γεννήθηκε το 1950 στον Άγιο Γεώργιο Ιστιαίας Ευβοίας. Σπούδασε οικονομικά στην ΑΣΟΕΕ. Αρθρογράφησε σε εφημερίδες και υπήρξε διευθυντής του περιοδικού Πολίτες.

Το ραδιόφωνο σημάδεψε τη ζωή του. Για χρόνια ραδιοφωνικός παραγωγός σε Flash, Σκάι, Κανάλι 15, ΕΡΑ και στην ΕΡΤ OPEN μετά το μαύρο. Έχει κάνει ντοκιμαντέρ πολιτικού, ιστορικού και οικολογικού περιεχομένου. Ταξίδεψε πολύ. Έχει εκδώσει είκοσι ένα βιβλία και έχουν παιχτεί με μεγάλη επιτυχία θεατρικά του έργα.

Ζει στα Εξάρχεια από το 1968 και πιστεύει πως «η μνήμη θέλει καλλιέργεια για να μη γίνει χέρσο χωράφι, είναι η ίδια μας η ύπαρξη και αντιστέκεται στη φθορά του χρόνου και σε κάθε μορφή εξουσίας».

Πηγή 

 

Aυτό που έκανε το Πολυτεχνείο να γίνει το «Πολυτεχνείο», δεν είναι εκείνα που συνέβησαν μέσα στο υπό κατάληψη ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, αλλά όσα διαδραματίστηκαν έξω από αυτό.

Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι συγκεντρώθηκαν αρχικά γύρω από το Πολυτεχνείο και στη συνέχεια ξεχύθηκαν στους δρόμους της Αθήνας, συγκρότησαν διαδηλώσεις απ’ άκρου σ’ άκρο της πόλης, πανικόβαλαν τη φρουρά του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως, έστησαν οδοφράγματα για να εμποδίσουν τη διέλευση των τεθωρακισμένων, πνίγηκαν στα δακρυγόνα και ξυλοφορτώθηκαν αγρίως από την Αστυνομία, στάθηκαν –κυριολεκτικά– μπροστά στις κάννες και δεν έκαναν πίσω παρά μόνο όταν πλέον μετρούσαν στις τάξεις τους εκατοντάδες τραυματίες και τους πρώτους νεκρούς.

Πρόκειται για αυτούς που, ακόμη πιο εντυπωσιακό, τις επόμενες ημέρες, ενώ η εστία του Πολυτεχνείου είχε πλέον συντριβεί, εγκατέλειψαν τα σχολεία τους και τις δουλειές τους και διαδήλωναν ανάμεσα στα πυρά των αστυνομικών, των ακροβολιστών και των τεθωρακισμένων, μετρώντας νέα –και περισσότερα– θύματα. Την ιστορία εκείνων των αφανών ηρώων της εξέγερσης του 1973, επιχειρεί να καταγράψει (με ασυγχώρητη καθυστέρηση πενήντα ετών) αυτό το βιβλίο (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

Πηγή 

 


 

Εφημερίδα "Το Βήμα" Πολυτεχνείο 50 χρόνια

 

 -----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Ανοικτό Δίκτυο: Κάλεσμα σε συμμετοχή

Δεν είμαστε ούτε οι πρωταγωνιστές,
ούτε οι εκφραστές της εξέγερσης του Νοέμβρη του 1973,
ούτε της “γενιάς του Πολυτεχνείου”.

Είμαστε ένα τμήμα από εκείνους που συμμετείχαν στην εξέγερση του Πολυτεχνείου ’73 και απευθυνόμαστε σε όλους όσους συμμετείχαν τότε να συνυπογράψουν το κείμενο της ταυτότητας. Και το πιο σημαντικό: να συνδιοργανώσουν και να συμμετάσχουν σε όλες τις δράσεις και στις δραστηριότητες για τα 50 χρόνια από την εξέγερση.

Ο σκοπός της ιστοσελίδας

Σε πρώτη φάση, το Ανοικτό Δίκτυο, μέσω της συντακτικής ομάδας του, ανοίγει το κείμενο ταυτότητας και υπογραφών με κάλεσμα συμμετοχής. Γίνεται μια συστηματική προσπάθεια συλλογής και καταγραφής, τόσο δημοσιευμένου όσο και πρωτότυπου υλικού, με επίκεντρο τα γεγονότα που σημάδεψαν την εξέγερση της νεολαίας τον Νοέμβρη του 1973. Το πολυδιάστατο αυτό υλικό αποτελείται από: χρονολόγια, απόψεις, γραπτές & προφορικές μαρτυρίες, σε συνδυασμό με μια ενδελεχή καταγραφή βιβλιογραφίας, μελετών, ερευνών & δημοσιευμάτων του τύπου, καθώς και μια συλλογή από φωτογραφικό & οπτικοακουστικό υλικό.

Η προοπτική μας είναι στο άμεσο μέλλον να διαμορφωθεί σε ενα πλούσιο ψηφιακό αρχείο, ανοικτό στην συμμετοχή και προσβάσιμο σε όλες κι όλους. Θέλουμε να προσφέρουμε το κατάλληλο υλικό για να μπορούν οι αναγνώστες να διαμορφώσουν τη δική τους κρίση ως προς το τι ήταν το Πολυτεχνείο του ’73, και ποιά παρακαταθήκη άφησε στις ερχόμενες γενιές.

Όπως δεν ξεχνάμε τους 24 επιβεβαιωμένους νεκρούς της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, έτσι δεν θέλουμε να ξεχαστούν ολότελα οι άνθρωποι που γνωρίσαμε στις μέρες του αντιδικτατορικού αγώνα κι έφυγαν από τη ζωή μετά το Πολυτεχνείο εν καιρώ ειρήνης και κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Καλούμε τους παλιούς συναγωνιστές, αλλά και τους νεότερους φίλους της πρωτοβουλίας μας, να συνδιαμορφώσουν την ιστοσελίδα στέλνοντας απόψεις, μαρτυρίες, φωτογραφίες, τεκμήρια, συμπληρώσεις σε ήδη αναρτημένα κείμενα. Κι ευχαριστούμε όσους ήδη μας πρόσφεραν πολύτιμο υλικό από το προσωπικό τους αρχείο.

Η πρωτοβουλία για τα 50 χρόνια Πολυτεχνείο

Ιστοσελίδα "50 χρόνια Πολυτεχνείο.Ανοικτό Δίκτυο" 

----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

50 χρόνια Πολυτεχνείο : Τα βιβλία της εξέγερσης (του Σπύρου Κακουριώτη)

Τα βιβλία της εξέγερσης (του Σπύρου Κακουριώτη) 

--------------------------------------------------------------------------------------------------------------

50 χρόνια Πολυτεχνείο: Τα βιβλία που κατέγραψαν τα γεγονότα – Μαρτυρίες και μελέτες 

50 χρόνια Πολυτεχνείο: Τα βιβλία που κατέγραψαν τα γεγονότα – Μαρτυρίες και μελέτες  

----------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Lifo-50 ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ (1973-2023) 

---------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Γιατί δεν πέρασε στο σινεμά Οι λίγες ταινίες με αναφορές στην εξέγερση και οι αντανακλάσεις της στη δημόσια γλυπτική και στο πολιτικό τραγούδι

---------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Το Πολυτεχνείο ως Δημόσια Ιστορία. Αφιέρωμα στο περιοδικό της Βουλής

=======================================================================

Τί πιστεύουν οι Ελληνες για το Πολυτεχνείο. Ερευνα της Eteron 

----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Αντώνης Λιάκος, Βιβλιοκριτική στο «Το Πολυτεχνείο έξω από το Πολυτεχνείο: Οι αφανείς πρωταγωνιστές της εξέγερσης του 1973» (Θεμέλιο, 2023)