ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ ----- Ουκρανία vs Ρωσία

Ουκρανία vs Ρωσία ( Συλλογή άρθρων - Ανανεώνεται)

Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2022

“Καταστροφές και Θρίαμβοι”: Ένας αντίλογος – Περίοδος 1830-1912

 Του Βασίλη Ασημακόπουλου

 

"Καταστροφές και Θρίαμβοι": Ένας αντίλογος – Περίοδος 1830-1912, Βασίλης Ασημακόπουλος 

Στο προηγούμενο άρθρο, αφού έγινε μια αφετηριακή κριτική της τηλεοπτικής σειράς “Καταστροφές και Θρίαμβοι”, σε σχέση με τους στόχους που η ίδια θέτει στην εισαγωγική αυτοπαρουσίαση της, στα μεθοδολογικά και ερμηνευτικά εργαλεία που χρησιμοποιεί ή ορθότερα στην έλλειψη αυτών, ξεκίνησε η ανά επεισόδιο ανάλυση του εμπειρικού υλικού και αναλυτικού πλαισίου, με την εξέταση του πρώτου επεισοδίου. Στο παρόν άρθρο θα παρουσιαστεί κριτικά το δεύτερο επεισόδιο, “Ένα κράτος από το μηδέν, 1830-1912”.

 

Στο αρχικό αφηγηματικό μέρος του επεισοδίου, ο Καποδίστριας θα αναφερθεί μία φορά και αυτή άχρωμα. Από τη μακρά περίοδο που καλύπτει το δεύτερο επεισόδιο, το “1897” κρίνεται ως το κεντρικό σημείο, καθώς ο υπεύθυνος της σειράς θεωρεί ότι συμπυκνώνονται όλα τα αρνητικά στερεότυπα, δηλαδή ο λαϊκισμός, που με τη μορφή της παλλαϊκής πίεσης για ανάληψη άμεσης πολεμικής δράσης υπό τη συντριπτική επιρροή του μεγαλοϊδεατικού κλίματος και με άγνοια των διεθνοπολιτικών συσχετισμών, οδηγεί στην στρατιωτική ήττα.

Η αναφορά για το “1897” θα ακουστεί 14 φορές, σε επεισόδιο διάρκειας 48 λεπτών. Η επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου χαρακτηρίζεται ως είδος τρόικας, το πρόγραμμα μνημόνιο και περίπου ευλογία, ενώ ο Εδουάρδος Λω ως “Αρχιτροϊκανός της εποχής”, σε μια καταφανή ανάγνωση της ιστορίας με όρους πρόσφατης συγκυρίας.

Επιπλέον η επιτυχής έκβαση των Βαλκανικών Πολέμων (1912-13) αποδίδεται σχεδόν αποκλειστικά στην επιτυχημένη οικονομική διαχείριση από τον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο και στο συντονισμό ιδιωτικής πρωτοβουλίας και δημοσίου, όπως αποτυπώθηκε στην αγορά του θωρηκτού Αβέρωφ. Επιπλέον ρητώς επαναλαμβάνεται το σχήμα του μοντερνισμού για το εθνικό φαινόμενο, όπου το κράτος διαμορφώνει το έθνος, δεδομένο ότι, σύμφωνα με τα δύο πρώτα επεισόδια της σειράς οι ελίτ και οι λόγιοι είχαν εθνική συνείδηση, οι άλλοι- οι πολλοί, οι “από κάτω”- δεν είχαν, αδιαφορώντας προφανώς για τις πηγές και τα πραγματολογικά στοιχεία.

“Ένα έθνος από το μηδέν”

Ο δε ιστορικός Κων/νος Παπαρρηγόπουλος παρουσιάζεται ως ένας διανοούμενος που περίπου επινοεί, ως απάντηση στην πρόκληση Φαλμεράυερ, το Βυζάντιο ως ενδιάμεσο κρίκο της αλυσίδας στην συνέχεια της ιστορικής διαδρομής του ελληνικού έθνους και όχι ως τον διανοούμενο εκείνο, όπως και ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος που είχε προηγηθεί, που απαντώντας στον Φαλμεράυερ και τη φυλετική θεώρηση του έθνους αλλά και στην αθηναϊκή-αστική-πνευματική ελίτ της εποχής του, ηγεμονεύει ιδεολογικά, κατανοώντας το έθνος πρωτίστως ως πολιτισμικό φαινόμενο-γεγονός, όπως ιστορικά εξελίσσεται, συναντώντας το εθνικο-λαϊκό αίσθημα στο οποίο ήταν ριζωμένη και αδιαπραγμάτευτη η αίσθηση της ιστορικής συνέχειας.

Επιπλέον η αναφορά στις επαναστατικές εξεγέρσεις στην Κρήτη για απελευθέρωση-ένωση και οι οποίες συγκλονίζουν τον ελλαδικό χώρο είναι ελάχιστη, ενώ ο Μακεδονικός Αγώνας θα αναφερθεί στο επόμενο επεισόδιο. Στο υπό εξέταση επεισόδιο δεν γίνεται καθόλου λόγος για τον Κριμαϊκό Πόλεμο στα μέσα του 19ου αιώνα και την επιρροή που άσκησε ιδίως στο ελληνικό κράτος, ούτε και στο επαναστατικό κίνημα των Ριζοσπαστών στα Επτάνησα.

Καμία αναφορά στην πλέον σημαντική μεταρρύθμιση του 19ου αιώνα και από τις πιο σημαντικές με την έννοια των συνεπειών, καθώς διαμόρφωσε τις βασικές σχέσεις ιδιοκτησίας-παραγωγής, δηλαδή την αγροτική μεταρρύθμιση του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου που ψηφίστηκε ομόφωνα στη Βουλή, στα 50 χρόνια από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης (25-3-1871), με τον αναδασμό της γης και τη διαμόρφωση των μικροϊδιοκτητικών σχέσεων παραγωγής.

Οι παραλείψεις του “Καταστροφές και Θρίαμβοι”

Γενικότερα στο επεισόδιο δεν έγινε καθόλου λόγος για τον Αλέξανδρο Κουμουνδούρο, μια από τις σημαντικότερες πολιτικές φυσιογνωμίες στη χώρα τον 19ο αιώνα, με καθοριστική συμβολή τόσο στις εσωτερικές υποθέσεις του ελληνικού κράτους, όσο και στις εξωτερικές, καθώς επί των ημερών του και με σημαντική συμβολή του ιδίου (και την αποφασιστικής σημασίας παρουσία του Βρετανού Πρωθυπουργού Ουίλλιαμ Γλάδστων, ενός πολύ σημαντικού προοδευτικού πολιτικού) επιτεύχθηκε η απελευθέρωση-ένωση της Θεσσαλίας με το νέο ελληνικό κράτος. Τόσο για το ζήτημα της επιρροής των Κρητικών επαναστάσεων και την επιρροή τους στην ελληνική κοινωνία-ελλαδικό κράτος τον 19ο αιώνα, όσο και για τον Αλέξανδρο Κουμουνδούρο, βλ. Γιώργος Καραμπελιάς, “1821-2021, Ρέκβιεμ ή Αναγέννηση“; Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2021.

Στο επεισόδιο γίνεται μια αναφορά για την επιλογή της Αθήνας από τους Βαυαρούς ως πρωτεύουσας του νέου ελληνικού κράτους (1834). Περαιτέρω γίνεται μια αναφορά ότι στα τέλη του 19ου αιώνα, η Αθήνα έχει πενταπλασιάσει τον πληθυσμό της. Έχει μια σημασία να επισημανθεί το γεγονός , καθώς δεν αναφέρεται στην εκπομπή δεδομένου ότι δεν χρησιμοποιεί συγκριτικό πλαίσιο ανάλυσης, ότι η σταδιακή αύξηση του πληθυσμού της Αθήνας κατά τον 19ο αιώνα, δεν αποτελεί μια εκδήλωση της βιομηχανικής επανάστασης-ανάπτυξης, όπως συμβαίνει με άλλες εμπειρίες αστικοποίησης στις κοινωνίες της δυτικής Ευρώπης εκείνη την περίοδο, καθώς στη χώρα δεν παρατηρείται ένταση της βιομηχανικής ανάπτυξης. Αυτή θα είναι μια εξέλιξη του 20ου αιώνα και κυρίως μετά το 1922.

Στο επεισόδιο δεν γίνεται καμία αναφορά στους πρώτους εργατικούς αγώνες, τα αγροτικά κινήματα στη Θεσσαλία, τη δραστηριότητα της ελληνικής αστικής τάξης, την πορεία του Ελληνισμού εκτός συνόρων, τα ρεύματα της μεταναστευτικής εξόδου, τη διανοητική ατμόσφαιρα, τον δημοτικισμό, την ομάδα των Κοινωνιολόγων. Ακόμα δεν υπήρξε καμία αναφορά στο Κίνημα στου Γουδή (1909), στον Ελευθέριο Βενιζέλο και στο ανορθωτικό κίνημα.

Εκτός και ο Βενιζέλος!

Καμία συγκεκριμένη αναφορά δεν έγινε στη συνειδητή προετοιμασία του στρατού από την κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου, εν όψει των Βαλκανικών Πολέμων, στις διπλωματικές κινήσεις που είχε ο ίδιος πραγματοποιήσει, αλλά και καμία αναφορά στο πολύ σημαντικό μεταρρυθμιστικό έργο των κυβερνήσεων Βενιζέλου, ιδίως εκείνων που αφορούσαν την Αναθεώρηση του Συντάγματος το 1911.

Παρ’ όλο που τυπικά δεν εντάσσονται στην περίοδο που εξετάζει το δεύτερο επεισόδιο, αλλά επειδή δεν αναφέρονται ούτε στο τρίτο επεισόδιο μολονότι χρονικά εντάσσονται, αξίζει να αναφερθούν οι πολύ σημαντικές μεταρρυθμίσεις, ιδίως στο εργατικό δίκαιο, των κυβερνήσεων του Ελευθερίου Βενιζέλου την περίοδο 1914-1915 και 1918-1920, όπως ο νόμος για τα εργατικά σωματεία (ν. 281/1914), για το εργατικό ατύχημα (ν. 551/1915), η ενίσχυση των διεργασιών ίδρυσης της ΓΣΕΕ (1918), ακόμα και του ΣΕΚΕ (1918), νόμος για την απόλυση (ν. 2112/20), για το 8ωρο-48ωρο στις βιομηχανικές επιχειρήσεις (ν. 2269/20). Για μια παρουσίαση της εξέλιξης της ελληνικής εργατικής νομοθεσίας σε συγκριτική προοπτική, βλ. Βασίλης Ασημακόπουλος, “Η ελληνική εργατική νομοθεσία: Από τη θεσμοποίηση της συλλογικής εργατικής ταυτότητας στον εργαζόμενο ως απομονωμένο άτομο”, περ. Θέσεις, τεύχος 156ο/2021.

Οι μεγάλες μεταρρυθμιστικές τομές της υπό εξέταση περιόδου, θεωρούνται “λαϊκιστικές” και ανατρέπουν το υφέρπον αντιλαϊκιστικό αφήγημα, γι’ αυτό εξαφανίζονται από την εξιστόρηση. Η μόνη αναφορά στον Ελευθέριο Βενιζέλο σ’ αυτό το επεισόδιο, γίνεται στο τέλος αυτού, δεν είναι ρητή, αλλά οπτικοποιημένη, όπου το πλάνο με τη μορφή του Ελευθερίου Βενιζέλου, διαδέχεται η εικόνα της υποστολής της ελληνικής σημαίας στη Σμύρνη το “22” από τους Τούρκους, την οποία διαδέχεται η εικόνα της πυρπόλησης της πόλης.

Ο αφηγητής αναφέρει τη στιγμή που τ’ ανωτέρω πλάνα διαδέχονται το ένα, το άλλο, ότι γύρω από την Μεγάλη Ιδέα οι Έλληνες, «θα διχαστούν θανάσιμα. Θα οδηγηθούν έτσι σε νέες στρατιωτικές περιπέτειες και στην Μικρασιατική Καταστροφή». Δείχνοντας, κατά τη θεώρηση της σειράς, τον υπαίτιο του Εθνικού Διχασμού και της Μικρασιατικής Καταστροφής, υποστηρίζοντας εμμέσως πλην σαφώς το αντιβενιζελικό αφήγημα στα ζητήματα αυτά, όπως θα φανεί στην ανάλυση των επόμενων επεισοδίων.

Πηγή 

Σάββατο 29 Ιανουαρίου 2022

“Καταστροφές και Θρίαμβοι”: Ένας αντίλογος – Περίοδος 1821-1830

 Του Βασίλη Ασημακόπουλου

 

Οι επέτειοι προσφέρονται για απολογισμούς. Η συμπλήρωση 200 χρόνων από την Επανάσταση του 1821 και 100 χρόνων από το 1922, τα πλέον κρίσιμα χρονικά ορόσημα της σύγχρονης ιστορίας του μακραίωνου ελληνικού έθνους, αποτελούν “στιγμές” που καλούν σε αναστοχασμούς. Ακόμα και αυτή η παραδοχή είναι αποτέλεσμα του συνδυασμού της σημασίας των συγκεκριμένων γεγονότων με όρους αντικειμενικούς, αλλά και υποκειμενικής πρόσληψης της πραγματικότητας, όπως αυτή διαμορφώνεται. Το πώς τοποθετούμαστε στο χώρο και το χρόνο, ως συλλογική αυτοκατανόηση.

Οι αναστοχασμοί αυτοί δεν είναι ουδέτεροι και δεν αφορούν (μόνο) το παρελθόν. Αποτελούν δυναμικά σχήματα ερμηνείας, που αφορούν το παρόν και το μέλλον, με συγκεκριμένη οπτική, ιδεολογικό, πολιτικό και κοινωνικό πρόσημο. Γι’ αυτό και συνιστούν επίδικο. Όπως αναγράφεται στο οπισθόφυλλο του εμβληματικού βιβλίου του Tony Judt, “Η Ευρώπη μετά τον πόλεμο” (Αλεξάνδρεια, 2012), παραθέτοντας ένα ανέκδοτο της σοβιετικής περιόδου: Ένας ακροατής τηλεφωνά στο “Ραδιόφωνο της Αρμενίας” και ρωτάει: «Είναι δυνατό να προβλέψουμε το μέλλον ;» Απάντηση: «Ναι. Κανένα πρόβλημα. Ξέρουμε ακριβώς πώς θα είναι το μέλλον. Το πρόβλημά μας είναι το παρελθόν: Αυτό είναι που αλλάζει συνέχεια».

Η σειρά επτά επεισοδίων του τηλεοπτικού σταθμού Σκάι, με τίτλο “Καταστροφές και Θρίαμβοι”, από το ομότιτλο βιβλίο του καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, Στάθη Καλύβα, που είναι και ο επιστημονικά υπεύθυνος αλλά και παρουσιαστής της εκπομπής, δεν ήταν προφανώς απαλλαγμένη από τις ανωτέρω παραδοχές.

Η σειρά αυτοπαρουσιάστηκε ως μια νέα, επιστημονικά έγκυρη και καινοτόμα οπτική της ελληνικής ιστορίας, απαλλαγμένη από τη συγκυρία της πρόσφατης κρίσης, η οποία «μας εκπαίδευσε να κοιτάμε το παρελθόν, αποκλειστικά μέσα από το δικό της πρίσμα». Ουσιαστικά επαγγέλθηκε ένα νέο σχήμα ερμηνείας της ελληνικής ιστορίας των τελευταίων 200 χρόνων. Το πέτυχε ; Η γνώμη μου είναι πως όχι. Ίσως για αυτό παρατηρήθηκε μια σχετική εξασθένιση του αρχικού ενδιαφέροντος για τη σειρά.

Οι αδυναμίες του ντοκιμαντέρ

Κατά πρώτον δεν υπήρξε κάποια νέα, πρωτότυπη σύνθεση. Απεναντίας παρατηρήθηκε μια αναπαραγωγή βασικών στερεοτυπικών αναφορών όπως: Η μονοδιάστατα θετική επίδραση των επεμβάσεων του ξένου παράγοντα (Αγγλία-ΗΠΑ), η διχοτομία των καλών ελίτ (με κάποιες εξαιρέσεις), η ενάρετη συνήθως κίνηση των οποίων οδηγεί στους θριάμβους και του κακού, έως και καταστροφικού, λαού όταν πολιτικά κινητοποιείται. Μια αντι-λαϊκιστική μανιέρα, που αποτελεί μια πολιτική, αβαθής θεωρητικά, γραμμή των “από πάνω”, του μπλοκ-ελίτ εξουσίας, απέναντι στις κυριαρχούμενες κοινωνικές τάξεις.

Ένα σχήμα που προσεγγίζει το αντίστοιχο του Νικηφόρου Διαμαντούρου, “Πολιτισμικός δυισμός και πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης” (Αλεξάνδρεια, 2000), περί της πάλης μεταξύ μεταρρυθμιστικής και παρωχημένης κουλτούρας, εξακτινωμένο στον ορίζοντα των 200 χρόνων. Είναι δε συχνή η αναφορά στη τηλεοπτική σειρά σχολίων, όπου η ανάλυση της ιστορίας γίνεται με το ερμηνευτικό σχήμα και τους όρους που υιοθετεί ο παρουσιαστής για την κρίση του 2010. Πέραν του ότι δεν παρατηρήθηκε στη σειρά μια νέα πρωτότυπη σύνθεση, δεν υπήρξε ούτε κάποιο στιβαρό ερμηνευτικό σχήμα, απαγωγικής ή επαγωγικής μεθόδου.

Απουσίαζε η παρουσίαση της εξέλιξης των μακρο-κοινωνικών δομών, του κράτους, των ανθρωπίνων δράσεων, της γεωπολιτικής κίνησης και ο συνδυασμός τους (state-society perspective), η σχέση συνέχειας-ασυνέχειας, η προσέγγιση της ιστορικής κοινωνιολογίας, η συγκριτική πολιτική παρουσίαση με άλλους εθνικούς κοινωνικούς σχηματισμούς, τους θεσμούς και τις δομές τους. Ο Γιάννης Βούλγαρης στο βιβλίο του “Ελλάδα: Μια χώρα παραδόξως νεωτερική” (Πόλις, 2019), κάνει μια επιγραμματική και εύστοχη κριτική επισήμανση στο σχήμα του βιβλίου του Στάθη Καλύβα, “Καταστροφές και Θρίαμβοι” (Παπαδόπουλος, 2015), περί νομοτελειακής εξέλιξης αιτιοκρατικού χαρακτήρα (σ. 136).

Κατά τη γνώμη μου η σειρά είχε αδυναμίες τόσο στο εμπειρικό σκέλος της παρουσίασης γεγονότων ή στην αποσιώπησή τους, όσο και στο αναλυτικό, είναι δε ανοιχτή στην κατηγορία της ιδεολογικής χρήσης της ιστορίας. Θα προχωρήσω σε μια ενδεικτική καταγραφή των αδυναμιών ανά επεισόδιο. Στο παρόν κείμενο θα αναφερθώ στο 1ο επεισόδιο.

“Μια χώρα γεννιέται, 1821-1830”

Το επεισόδιο αυτό χαρακτηρίζεται από την κυριαρχία της θεωρίας του μοντερνισμού για το εθνικό φαινόμενο. Μια θεωρία δημοφιλής στους χώρους των διανοούμενων στρωμάτων της νεοφιλελεύθερης Δεξιάς, του ακραίου Κέντρου και της ριζοσπαστικής Αριστεράς, διαμορφωμένη στα αγγλοσαξονικά πανεπιστήμια, από τα μέσα της δεκαετίας του ’60, έως τα μέσα της δεκαετίας του ’80. Στην πολιτικο-διανοητική πραγματικότητα της χώρας μας εισάγεται σταδιακά από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 και με μεγάλη ένταση από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 (για το ζήτημα βλ. Βασίλης Ασημακόπουλος, “Το εθνικό φαινόμενο και η δύναμη της Ιστορίας”, περ. Τετράδια Πολιτικού Διαλόγου Έρευνας και Κριτικής, τχ. 76ο-78ο/2021).

Κεντρική ιδέα της θεωρίας του μοντερνισμού, όπως αναπαράγεται για την Ελληνική Επανάσταση, είναι ότι το έθνος δεν προϋπήρχε ιστορικά εξελισσόμενο, επαναστάτησε μέσα στις αντιθέσεις του και ως αποτέλεσμα δημιουργήθηκε το νέο ελληνικό κράτος. Αυτό, για παράδειγμα, είναι το σχήμα που δέχεται ο Νίκος Σβορώνος στο βιβλίο του “Το ελληνικό έθνος. Γένεση και διαμόρφωση του Νέου Ελληνισμού” (Πόλις, 2017). Αλλά το κράτος ή η εθνικιστική ιδεολογία διανοουμένων και εμπόρων, δημιούργησαν-κατασκεύασαν την ιδέα του ελληνικού έθνους.

Ο πληθυσμός που εξεγέρθηκε ήταν Χριστιανοί Ορθόδοξοι, χωρίς κάποιο άλλο εθνικό χαρακτηριστικό. Και ενώ περιγράφονται σχεδόν αποκλειστικά ως Χριστιανοί Ορθόδοξοι, ο ρόλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας στο επεισόδιο υποβαθμίζεται τελείως, κατά τρόπο προδήλως αντιφατικό. Αναπαράγεται το γνωστό σχήμα περί μυθεύματος του Κρυφού Σχολειού, εκλαμβάνοντας εμμέσως πλην σαφώς ως ενιαία την Τουρκοκρατία στο χώρο και το χρόνο. Μια ανιστορική προσέγγιση!

Επιπλέον εμφανίζεται ποικιλοτρόπως μια ταυτοτική διάσταση μεταξύ αρχαιοελληνικής και ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης, ενώ το στοιχείο της ταυτότητας στους επαναστατημένους Έλληνες είναι συνθετικό, η συνάρθρωση των δύο στοιχείων-παραδόσεων στην ελληνορθόδοξη ταυτότητα είναι κεκτημένη ήδη από την υστεροβυζαντινή περίοδο, αποτελεί την εθνικο-λαϊκή ιδεολογία και είναι αυτή που σε μεγάλο βαθμό ως συνείδηση της συλλογικής τους ύπαρξης θα τους οδηγεί σε επαναλαμβανόμενες εξεγέρσεις ενάντια στο καθεστώς της υποδούλωσής τους και στον αγώνα για την Παλιγγενεσία.

Υπερτονίζεται ο αγγλικός παράγοντας

Υπερτονίζεται στο πρώτο επεισόδιο η, σε κάθε περίπτωση πολύ σημαντική, εμπλοκή του αγγλικού παράγοντα, η οποία όμως δεν ήταν μονοδιάστατα, ακόμα και μετά τη στροφή της το 1823, στον ίδιο βαθμό θετική προς την ελληνική υπόθεση (για παράδειγμα, άλλη η στάση του Τζωρτζ Κάνινγκ και διαφορετική του δούκα του Ουέλλινγκτον που τον διαδέχθηκε το 1827) όχι τόσο στη βάση του διεθνοπολιτικού ανταγωνισμού μεταξύ των μεγάλων Δυνάμεων της εποχής, αλλά κυρίως ως αποτέλεσμα της κινητοποίησης της διεθνούς (αγγλικής) κοινής γνώμης, σε μια αντιστροφή της βαρύτητας των παραγόντων ισχύος, στο πλαίσιο ενός ιστορικού ετεροχρονισμού, στους μηχανισμούς κινητοποίησης κρατών και κοινωνιών και το μεταξύ τους συσχετισμό.

Το σχήμα της προτεραιότητας της κοινής γνώμης, σε σχέση με τα διεθνοπολιτικά ανταγωνιστικά συμφέροντα που ακολουθεί το επεισόδιο, βοηθά να αποσιωπηθεί ο ρόλος της Γαλλίας και κυρίως της Ρωσίας. Στο πλαίσιο αυτό δεν αναφέρεται καθόλου η επιρροή που άσκησε ευρύτερα η Γαλλική Επανάσταση, η παρουσία του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος στην Πελοπόννησο υπό τον Μαιζών από το 1828 και μετά, τα Ορλωφικά ή ο Λάμπρος Κατσώνης τον 18ο αιώνα, αλλά και ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος (1828-1829).

Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ οι μάχες την περίοδο της Επανάστασης διαρκούν μέχρι τον Σεπτέμβριο 1829 (Μάχη της Πέτρας), η αφήγηση των μαχών της Επανάστασης φτάνει μέχρι τον Οκτώβριο 1827 (Ναυμαχία του Ναυαρίνου). Το ίδιο παρατηρήθηκε και στην έκθεση του Μουσείου Μπενάκη “1821 : Πριν και Μετά”. Υποβάθμιση του Ρωσοτουρκικού πολέμου 1828-1829, παρατηρείται και στο βιβλίο του Mark Mazower, “Η Ελληνική Επανάσταση” (Αλεξάνδρεια, 2021). Στο επεισόδιο αναφέρεται το Πρωτόκολλο του Λονδίνου (6-7-1827) ως πρώτη πράξη γέννησης του ελληνικού κράτους και δεν αναφέρεται καθόλου λχ. το Πρωτόκολλο της Πετρούπολης (4-4-1826), που είχε προηγηθεί. Η παρουσίαση της ιστορίας με όρους σύγχρονων γεωπολιτικών συμπαθειών δεν αποτελεί καλό οδηγό.

“Ξεχάστηκε” ο Καποδίστριας

Παρουσιάζεται ο ρόλος του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, όχι άδικα, αλλά δεν αναφέρονται καθόλου πρόσωπα όπως ο Διαφωτιστής και επαναστάτης Ρήγας Βελεστινλής, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης (που θα ηγηθεί της Φιλικής Εταιρίας και της πρώτης μάχης της Ελληνικής Επανάστασης, με τον αδελφό του Δημήτριο να ηγείται της τελευταίας μάχης της) ο Ιωάννης Καποδίστριας, κορυφαίος στρατηγικός πολιτικός νους του Ελληνισμού των πρώτων δεκαετιών του 19ου αιώνα, πρώτος κυβερνήτης του νέου ελληνικού κράτους και ο άνθρωπος που συνέβαλε όσο κανένας άλλος στο επίπεδο διπλωματίας, όσο και της εσωτερικής οργάνωσης, στην κρατογένεση.

"Καταστροφές και Θρίαμβοι": Ένας αντίλογος – Περίοδος 1821-1830, Βασίλης Ασημακόπουλος

Η χονδροειδής αποσιώπηση του Καποδίστρια στο πρώτο επεισόδιο, δείχνει και την οπτική και στόχευση της σειράς, καθώς η “στιγμή Ιωάννης Καποδίστριας” συνιστά ένα ανταγωνιστικό παράδειγμα στο βασικό στερεοτυπικό σχήμα της εγχώριας ελίτ, που υποστηρίζει η σειρά.
Ο Καποδίστριας αντιπροσωπεύει την ύστατη προσπάθεια του επαναστατημένου έθνους να αυτοκυβερνηθεί, στηριζόμενο στις δικές του δυνάμεις. Ένας ενδογενής εκσυγχρονισμός, θεμελιωμένος στην παράδοση, στην κοινωνική ισότητα και τη δημοκρατική οργάνωση.

Είναι χαρακτηριστικές οι εκλογές με καθολικό εκλογικό δικαίωμα (του ανδρικού πληθυσμού) τον Μάιο 1829 για την ανάδειξη της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης, καθώς στον ελληνικό χώρο υπάρχει καθολικό εκλογικό δικαίωμα (του ανδρικού πληθυσμού) ήδη από την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης, πρωτοποριακά στην Ευρώπη, κάτι που δεν αναφέρεται στο δημόσιο λόγο (για το ζήτημα αυτό βλ. ενδεικτικά Γρηγόριος Δαφνής, “Ιωάννης Καποδίστριας. Η γένεση του ελληνικού κράτους” Κάκτος, 2018).

Ο Καποδίστριας στο διεθνοπολιτικό επίπεδο προσπαθεί να διαμορφώσει για το νέο ελληνικό κράτος σχέσεις πολιτικά ισότιμες με την έννοια της σχετικής αυτονομίας (και όχι της εξάρτησης) απέναντι στο διεθνή παράγοντα. Αντίστοιχο τρόπο αντιμετώπισης επιφύλαξε η σειρά και σε επόμενες ηγετικές φυσιογνωμίες της ελληνικής πολιτικής ιστορίας των τελευταίων 200 χρόνων, με ανάλογα χαρακτηριστικά.

Πηγή 

 

Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2022

Μπορεί ο Ανδρουλάκης να ξανακάνει το ΠΑΣΟΚ μεγάλο;

 Του  Βασίλη Ασημακόπουλου

Σε προηγούμενο κείμενο εξέτασα την πορεία του ΠΑΣΟΚ με βάση το γκραμσιανό σχήμα του “πολέμου ελιγμών-πολέμου θέσεων”. Επίσης, τον ΣΥΡΙΖΑ από το 2012 και μετά κυρίως ως αποτέλεσμα του “πολέμου ελιγμών” σε μια μεταρρυθμιστική (όχι επαναστατική) γραμμή, με την έννοια του όρου στην αριστερή φιλολογία. Στο παρόν εξετάζω την κίνηση ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ στη διαφαινόμενη συνθήκη ενός “πολέμου θέσεων”.

Η νέα ηγεσία του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ επιχειρεί κάτι σπάνιο στην ιστορία των κομμάτων. Την αναγέννηση ενός πάλαι ποτέ ηγεμονικού κόμματος, που φαινόταν να βαδίζει προς το περιθώριο. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει αφενός να οξύνει τον αντιπολιτευτικό του λόγο με όρους καθημερινότητας – στο πεδίο ιδίως των κοινωνικών ανισοτήτων και των εργασιακών ζητημάτων. Αφετέρου να αποφύγει την υπαγωγή του σε θεματικές που ορίζει ο ΣΥΡΙΖΑ.

Η παρούσα “κανονικότητα” προκρίνει περισσότερο στρατηγικές “πολέμου θέσεων”, στις οποίες το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ οφείλει ανταγωνιστικά να ανταποκριθεί, εφόσον επιδιώκει να αμφισβητήσει την μετά το 2012 πρωτοκαθεδρία του ΣΥΡΙΖΑ στο χώρο της Κεντροαριστεράς. Να κάνει ό,τι έπραξε ο Ανδρέας Παπανδρέου από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 απέναντι στην παραδοσιακή Αριστερά, να ανακτήσει στοιχεία της ιδιομορφίας του χώρου, που αφορούν τη σχέση εθνικού-διεθνικού σήμερα. Στοιχεία διακριτά που διαφοροποιούσαν το ΠΑΣΟΚ από άλλα κόμματα της ευρωπαϊκής Αριστεράς, τα οποία έχει επισημάνει ο οξυδερκής Ντόναλντ Σασούν στο μνημειώδες έργο του “Εκατό Χρόνια Σοσιαλισμού” (τ. 2ος, Καστανιώτης, 2001), με την βοήθεια του Βασίλη Φούσκα στο κεφάλαιο για το ΠΑΣΟΚ της περιόδου 1974-1994.

Αναπαράγεται στο δημόσιο λόγο ότι η νέα ηγεσία του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ δεν έχει διατυπώσει θέσεις. Η προσέγγιση στην απολυτότητά της είναι λανθασμένη. Πράγματι δεν έχει διατυπωθεί αναλυτικά και επεξεργασμένα ένα σώμα ιδεών-απόψεων. Η πολιτική ομάδα του Νίκου Ανδρουλάκη είχε συγκροτηθεί περισσότερο με οργανωτικά χαρακτηριστικά και λιγότερο ιδεολογικά. Αυτό έχει να κάνει και με την ηγεμονική κομματική κουλτούρα του ΠΑΣΟΚ την περίοδο που ανδρώθηκε ο ίδιος και η γενιά του πολιτικά, ένα δηλαδή μαζικό κόμμα σε υποχώρηση.

Θέσεις-Κατευθύνσεις

Έχουν όμως αναδειχθεί ορισμένα σημεία-κατευθύνσεις που αξίζει να επισημανθούν, καθώς αποτελούν μια αφετηρία. Το πρώτο είναι η αναφορά στην παραταξιακή μνήμη. Το δεύτερο είναι το παρόν και το μέλλον του τόπου και των πολιτών με την χρήση κρίσιμων εννοιών όπως δημογραφικό, πατρίδα, κοινωνικές ανισότητες, παιδεία, εργασία, ανάπτυξη-παραγωγή, που σκιαγραφούν προτεραιότητες. Το τρίτο είναι η αναφορά με κέντρο την Ελλάδα, ένα “εμείς”, δηλαδή η εθνική, δημοκρατική, κοινωνική ενότητα.

Το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ απευθύνεται ουσιαστικά σε τρία διαφορετικά ακροατήρια. Στο τμήμα που ψήφιζε ΚΙΝΑΛ ή τις προηγούμενες εκλογικές μορφές στην περίοδο των μνημονίων. Στο τμήμα που διέρρηξε εκλογικά τις σχέσεις μαζί του από το 2012 και μετά, κυρίως προς τον ΣΥΡΙΖΑ και ένα μέρος προς ΝΔ. Οι νεώτερες γενιές που ενηλικιώνονται από το 2010 και μετά. Για τις δύο πρώτες κατηγορίες, η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ πρέπει να οικοδομήσει ένα κοινό συμπεριληπτικό ερμηνευτικό σχήμα της ιστορίας. Όχι γραφειοκρατικά αυτοδικαιωτικό, αλλά γόνιμα και προωθητικά αυτοκριτικό. Η αποφυγή να αναφερθεί στα γεγονότα του Οκτωβρίου 2011 στη Θεσσαλονίκη (με αφορμή τον θάνατο του Κάρολου Παπούλια) με τον τρόπο που το επιχείρησε η ΝΔ, αποτελεί ένδειξη.

Σημαντικό είναι η κατεύθυνση για το παρόν και το μέλλον του τόπου, το έμπρακτο ενδιαφέρον για τις νεώτερες γενιές. Το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ οφείλει να αναμετρηθεί με τα πραγματικά προβλήματα, τις κοινωνικές αντιθέσεις, την εθνική προοπτική σε συνθήκες υψηλής γεωπολιτικής-γεωοικονομικής κινητικότητας, τα όρια που θέτουν οι όροι διαχείρισης του δημοσίου χρέους, καθώς και η λειτουργία θεσμών όπως το Υπερταμείο για τη δημόσια περιουσία.

Προτεραιότητα η oργάνωση

Η αναγέννηση της κομματικής οργάνωσης ιεραρχείται ως πρώτη προτεραιότητα από τη νέα ηγεσία. Η προέλευσή της τη βοηθά να συνειδητοποιεί τη σημασία της. Η μετεξέλιξη ενός μηχανισμού-δικτύου ανθρώπων, με σημαντικές δυνάμεις σε επιμέρους χώρους, σε μαζική οργάνωση, σε μια μεταφορντική κοινωνία, ύστερα από την εμπειρία της οικονομικής κρίσης που επέφερε και την εκλογική κατάρρευση, είναι πολυσύνθετο ζήτημα.

Είναι όμως αποφασιστικής σημασίας τόσο στον ανταγωνισμό με τον ΣΥΡΙΖΑ για την πρωτοκαθεδρία στην Κεντροαριστερά, όσο και στην αναμέτρησή του με τα πραγματικά προβλήματα. Ένα παράδειγμα από τους δικηγόρους, οι οποίοι αποτελούν καλό παρατηρητήριο για την κίνηση της μεσαίας τάξης, αλλά και ως στοιχείο εθνικής ιδιομορφίας.

Στις εκλογές στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθήνας από το χώρο του ΠΑΣΟΚ προήλθαν τρία ψηφοδέλτια, ένα από τα οποία πρώτευσε σε επίπεδο συμβούλων και προέδρου. Αλλά και τα άλλα σημείωσαν ικανοποιητικά αποτελέσματα, ενώ από τον ΣΥΡΙΖΑ κανένα. Ειδικά στις κάλπες των ηλικιών 25-35 ετών, δηλαδή στο 1/3 του σώματος, οι παρατάξεις που προέρχονταν από το ΠΑΣΟΚ σημείωσαν αναλογικά τα χειρότερα αποτελέσματά τους. Σ’ αυτές τις ηλικίες πρώτευσε υποψήφιος από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και δεύτερος ο προερχόμενος από τη ΝΔ.

Το αποτέλεσμα στις κάλπες των ηλικιακά νεότερων δικηγόρων καταγράφει την συσσωρευμένη υπερδεκαετή κρίση με τις επιπτώσεις που έχει στο δικηγορικό σώμα, την αποδυνάμωση της μικρομεσαίας δικηγορίας και την τάση κοινωνικής πόλωσης του σώματος. Επίσης, την απουσία την τελευταία δεκαετία της ΠΑΣΠ από τα πανεπιστήμια, του οργανωμένου χώρου που αναπαράγει το λόγο, την ατμόσφαιρα, τα πρόσωπα, την κοινωνικότητα της δημοκρατικής παράταξης, σε αντίθεση με τους ανταγωνιστικούς χώρους. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Παραγωγή και μεσαία τάξη

Ένα από τα πεδία που το ΠΑΣΟΚ ηττήθηκε ιστορικά ήταν η παραγωγή. Αυτό αφορά την Αριστερά στο σύνολό της. Οι “προβληματικές επιχειρήσεις” και το “χρηματιστήριο” αποτελούν δύο εκδοχές αυτής της ήττας. Το κόμμα στο εσωτερικό του διαμορφώθηκε στη λογική της διανομής και όχι της παραγωγής. Τα ζητήματα αυτά συνδέονται με τη λεγόμενη μεσαία τάξη σήμερα, μετά και από 10ετή μνημονιακή διαχείριση και πανδημική κρίση. Η κατώτερη μεσαία τάξη (20.000-50.000 ευρώ ετησίως) στοχοποιήθηκε υλικά και λεκτικά από την αρχική εκδοχή του ασφαλιστικού νόμου της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και συνολικά από τη μνημονιακή διαχείριση-συσσώρευση. Είναι πλέον πρώην μεσαία τάξη ως διαδικασία κοινωνικής αναπαραγωγής.

Το κοινωνικό κράτος, που αποτέλεσε προϊόν της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας και κυρίως του ΠΑΣΟΚ, θεσμοποιώντας ουσιαστικά την κοινωνική κινητικότητα-αναπαραγωγή, διαρκώς συρρικνώνεται. Δεν υφίσταται πλέον μπλοκ μικρομεσαίων. Ταξικοί φραγμοί ορθώνονται, ακόμα και θεσμοποιούνται ιδίως από τη σημερινή κυβέρνηση, με χαρακτηριστικό τον τομέα της εκπαίδευσης, έναν κομβικό μηχανισμό για τον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας σε μια οικονομία παροχής υπηρεσιών.

Η κυβερνητική στρατηγική του Ταμείου Ανάκαμψης θέτει εκτός την κατώτερη μερίδα της μεσαίας τάξης. Αυτό δείχνει να το έχει συνειδητοποιήσει η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ. Η μέση και ανώτερη μεσαία τάξη δεν κινούνται σε παραγωγική τροχιά, στοιχείο βασικό ήδη από τη δεκαετία του 1990, επίσης συνδεδεμένη με την κυρίαρχη εκδοχή του ΠΑΣΟΚ την 15ετία που προηγήθηκε του μνημονίου. Η διαδικασία παραγωγικού μετασχηματισμού τους είναι κρίσιμη και αναγκαία.

Εργατική τάξη και λαϊκά στρώματα

Η εργατική τάξη διαρκώς συμπιέζεται. Ο εργασιακός νόμος, όπως και εκείνος της επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης, είναι χαρακτηριστικοί. Η ευελιξία στην αγορά εργασίας, η υποτίμηση της αξίας της εργατικής δύναμης και η ανταγωνιστική προς τα κάτω συμπίεσή της, η θεσμοποίηση του εργαζομένου ως “απομονωμένου ατόμου”, είναι η καθημερινότητα χιλιάδων ανθρώπων της εργασίας. Η τηλεργασία και η ευρύτερη διαδικασία ψηφιακής μετάβασης θέτει ζητήματα αύξησης του βαθμού εκμετάλλευσης της εργασίας. Το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ οφείλει να κινηθεί προγραμματικά με όρους κοινωνικής ενότητας, παραγωγής και αύξησης του βαθμού κοινωνικοποίησης της παραγόμενης υπεραξίας.

Η ανάδειξη της νέας ηγεσίας του δείχνει μέχρι στιγμής να απασχόλησε περισσότερο τα μεσοστρώματα, που μεταβάλλονται ευκολότερα και λιγότερο τα λαϊκά. Η κρίση του 2010-2012, οδήγησε σε εκλογική κατάρρευση το ΠΑΣΟΚ στο πλαίσιο ενός “πολέμου ελιγμών”, δηλαδή σε μαζική μετατόπιση ιδίως των λαϊκών στρωμάτων του ΠΑΣΟΚ προς τον ΣΥΡΙΖΑ. Η αντιστροφή της απαιτεί εντατική, συνεχή και προσανατολισμένη προσπάθεια επαναδιεκδίκησης του συγκεκριμένου κοινωνικού χώρου σε συνθήκες “πολέμου θέσεων” από πλευράς ΠΑΣΟΚ.

Ο ρόλος μιας αναγεννημένης μαζικής κομματικής οργάνωσης, το στοιχείο της κοινωνικής γείωσης, ειδικά στο σημείο αυτό είναι σημαντικός και θα είναι ένα από τα βασικά πεδία που θα κριθεί. Η επιμονή σ’ έναν αντι-λαϊκιστικό λόγο ελιτίστικου χαρακτήρα, με όλα τα σχετικά στερεότυπα, είναι και αναλυτικά λανθασμένος και πολιτικά αναποτελεσματικός. Άλλο η περισυλλογή μετά την εμπειρία της χρεοκοπίας και του μνημονίου και άλλο η αντι-λαϊκιστική εμμονή. Με όρους σοσιαλδημοκρατίας που προτιμά η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, άλλο SPD και άλλο FDP. Αν και η γραμμή που έχει ανάγκη το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, αλλά και η χώρα, είναι ένα πολιτικό ρεύμα αριστερού βενιζελισμού στις σύγχρονες συνθήκες.

Το εθνικό ζήτημα

Η σχέση τοπικού-παγκόσμιου, εθνικού-διεθνικού, καθορίζει τους βαθμούς αυτονομίας, τον τρόπο συμμετοχής της Ελλάδας στο διεθνές γίγνεσθαι, ιδίως σε συνθήκες πυκνών δικτύων, πολυεπίπεδων και πολυκεντρικών μορφών διεθνούς διακυβέρνησης. Η εθνική ταυτότητα δεν υποχωρεί, όπως μια μεταεθνική, αριστερή ή φιλελεύθερη, προσέγγιση θεωρεί, αλλά αναγεννιέται. Αυτή είναι η κυρίαρχη τάση και όχι η αντίστροφη. Έχει, λοιπόν, μεγάλη σημασία τί χαρακτηριστικά θα έχει αυτή η αναγέννηση.

Και το κράτος μετασχηματίζεται και δεν μαραζώνει, όπως θεωρούσε μια εκσυγχρονιστική θεώρηση της παγκοσμιοποίησης της δεκαετίας του 1990. Ομοίως είναι κομβικό ζήτημα ο χαρακτήρας του μετασχηματισμού του. Η τέχνη συνεπώς του κυβερνάν, είναι σχετικά αυτόνομη και κρίσιμη για την κοινωνική ευημερία. Η ανάδειξη των ζητημάτων στη διεθνή δημόσια σφαίρα, σε πολλά επίπεδα, με συνέχεια και συνέπεια αποτελεί καθοριστικό παράγοντα.

Ο τουρκικός επεκτατισμός, το αυταρχικό τουρκικό κράτος, αποτελεί το Νο 1 ζήτημα. Όχι μόνον για την Ελλάδα, αλλά για την Ανατολική Μεσόγειο. Η επίσημη ελληνική Αριστερά, λόγω της θεωρίας της, όπως ιστορικά διαμορφώθηκε, αρνιόταν να ανταποκριθεί στην ουσιαστικά διεθνιστική της υποχρέωση για μια ανάλογη προσέγγιση του ζητήματος. Ο νέος πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, όπως προκύπτει από την παρουσία του ως ευρωβουλευτής, αλλά και τις πρώτες αναφορές του, δείχνει να έχει συνείδηση της κεντρικότητας του ζητήματος.

Νέα πρόσωπα

Τα “ελληνοτουρκικά” ή τα “ευρωτουρκικά” με τις συγκεκριμένες μορφές που ιστορικά έλαβαν, ως τρόπος προσέγγισης και αντιμετώπισης του θέματος, είναι στατικός ή και ξεπερασμένος. Το “τουρκικό πρόβλημα” είναι το βασικό ζήτημα στην περιοχή και ως τέτοιο πρέπει διαρκώς να τίθεται. Αυτό έχει εσωτερική και εξωτερική διάσταση. Οι συνθήκες την τελευταία 30ετία σπρώχνουν προς την κατεύθυνση αυτή. Σήμερα είναι ανάγκη των λαών της Ανατολικής Μεσογείου, αλλά και συνειδητοποιείται στην Ευρώπη, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι πριν από 10-20 χρόνια.

Η νέα ηγεσία του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ αναμετράται με τη δυνατότητα ή μη αναγέννησης ενός κόμματος, που έτεινε στο περιθώριο. Ένα δύσκολο εγχείρημα που ίσως δεν έχει θετικό προηγούμενο. Στον “πόλεμο θέσεων” απαιτούνται νέα πρόσωπα, που δεν θα θυμίζουν το χθες. Η παραταξιακή μνήμη βοηθά σ’ αυτό. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος το 1910, ο Ανδρέας Παπανδρέου το 1974. Ειδικά γύρω από τον Βενιζέλο διαμορφώθηκε μια πολιτική ομάδα από άριστους. Ίσως ήταν και η κοινωνική δυναμική εκείνης της εποχής. Στο ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ πρέπει να μελετήσουν τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου.

Απαιτείται επιπλέον νέο αναλυτικό-πολιτικό λεξιλόγιο. Θα πρότεινα στην πολιτική ομάδα της νέας ηγεσίας ορισμένα συνθετικά διαβάσματα βιβλίων, όπως των Rasmig Keucheyan “Αριστερό Ημισφαίριο-Μια χαρτογραφία της νέας κριτικής σκέψης”, Αδριανού Εριγκέλ “Η πάλη των τάξεων στην εποχή του απόλυτου καπιταλισμού”, Klaus Schwab-Thierry Malleret “Η μεγάλη επανεκκίνηση”, Μιχάλη Χαραλαμπίδη “Νέα Αναπτυξιακή Παιδεία-Η ανάκτηση του ελληνικού τρόπου”, του ιδίου “Το Νέο Ανατολικό Ζήτημα-Το Τουρκικό Πρόβλημα-Η ανθρωπιστική Ελλάδα”. Η δύναμη βρίσκεται στις ιδέες και στη μαζική δημοκρατική οργάνωση, στο συνδυασμό τους και με θεμελιώδη αρχή ότι τα κόμματα υπάρχουν για τον τόπο και όχι ο τόπος για τα κόμματα.

Πηγή