ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ ----- Ουκρανία vs Ρωσία

Ουκρανία vs Ρωσία ( Συλλογή άρθρων - Ανανεώνεται)

Παρασκευή 29 Οκτωβρίου 2021

Οι αντιστασιακές οργανώσεις της Κατοχής και η ανέφικτη Λαϊκή Επανάσταση

 Του Γιώργου Καραμπελιά

 


 

Το “Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ” ορίζει τον χαρακτήρα του αγώνα ως αυστηρά εθνικοαπελευθερωτικό, με συμμετοχή ανεξαιρέτως όλων των κοινωνικών τάξεων, καλεί δε σε συστράτευση στο ΕΑΜ όλα τα αντιφασιστικά πολιτικά κόμματα. Άλλωστε, τα οργανωτικά του πρότυπα είναι η Φιλική Εταιρεία και ο Ρήγας Βελεστινλής και κεντρικό σύνθημά του το «καλυτέρα μιας ώρας ελεύθερη ζωή» του Θούριου.

Υπολογίζεται ότι, όταν οι Γερμανοί εγκατέλειψαν την Ελλάδα, οι αντιστασιακές οργανώσεις στην Κατοχή συμπεριλάμβαναν πάνω από 2.000.000 άτομα, η συντριπτική πλειονότητα των οποίων ανήκε στο ΕΑΜ, ενώ οι ένοπλες αντιστασιακές οργανώσεις έφθαναν τους 90.000 μαχητές εκ των οποίων οι 70.000 ήταν μαχητές του ΕΛΑΣ. Ο Δημήτρης Γληνός, που είχε προσχωρήσει στο ΚΚΕ μετά την αλλαγή της θέσης του στο Μακεδονικό, το 1936, θα αναλάβει να συντάξει το μανιφέστο του ΕΑΜ.

Παραπέμπει δε άμεσα στην ελληνική διαχρονία ως αποφασιστικό θεμέλιο αυτής της εθνικής αγωνιστικής ενότητας: “Οι Έλληνες ξέρουν να πεθαίνουνε για τη λευτεριά, που δεν τους την εχάρισε κανένας ποτέ, παρά πάντα, από τον καιρό του Μαραθώνα και της Σαλαμίνας ως το ’21 και ως σήμερα, την καταχτήσανε με το αίμα τους και με τον ηρωισμό τους”. Άλλωστε, άμεσες ήταν οι αναφορές στην επαναστατική παράδοση του ’21, με την τοπική αυτοδιοίκηση στην ύπαιθρο, τα επαναστατικά τραγούδια που έφερναν και πάλι στο προσκήνιο τα κλέφτικα τραγούδια κ.ο.κ.

Βέβαια, ιδιαίτερα κατά την πρώτη περίοδο, το ΕΑΜ συνυπήρχε με δεκάδες άλλες οργανώσεις που θα αρχίσουν να δημιουργούνται αμέσως μετά τη γερμανική εισβολή και οι οποίες συγκροτήθηκαν κατ’ εξοχήν από παλαιούς βενιζελικούς αξιωματικούς και πολιτικούς, κάποιοι από τους οποίους προσχώρησαν στη συνέχεια στο ΕΑΜ. Έτσι, στην ηγεσία του ΕΑΜ συμμετείχαν πολλοί βενιζελικής προέλευσης σοσιαλιστές, ανάμεσά τους οι Αλέξανδρος Σβώλος και Ηλίας Τσιριμώκος.

ΕΔΕΣ και ΕΚΚΑ

Αλλά και σε όλες σχεδόν τις αντιστασιακές οργανώσεις ηγούνταν παλιοί βενιζελικοί αξιωματικοί: στην ΕΚΚΑ ο Δημήτρης Ψαρρός που θα εξοντωθεί από τον ΕΛΑΣ και ο “κόκκινος συνταγματάρχης”, Ευριπίδης Μπακιρτζής, που αντίθετα θα προσχωρήσει στον ΕΛΑΣ, ο Κομνηνός Πυρομάγλου και ο Ναπολέων Ζέρβας στον ΕΔΕΣ και αναρίθμητοι άλλοι. Αντίθετα, οι Επίστρατοι του Μεταξά στην καλύτερη περίπτωση θα στελεχώσουν τον στρατό του Καΐρου και πολύ συχνά τα Τάγματα Ασφαλείας.

Η ίδρυση του ΕΔΕΣ (Εθνικός Δημοκρατικός Ελληνικός Σύνδεσμος) έγινε στις 9 Σεπτεμβρίου 1941 και στόχευε να αποτελέσει την έκφραση της βενιζελικής παράταξης. Υποστήριζε την εκδίωξη της “μοναρχικής σπείρας του Γεωργίου” και τη δημιουργία μιας δημοκρατικής-σοσιαλιστικής Ελλάδας. Αρχικώς, είχε σημαντική επιρροή στις προσφυγικές συνοικίες της Αθήνας, ενώ συμμετείχε ενεργά και στη φοιτητική οργάνωση ΕΣΑΣ, αντίπαλη της ΕΠΟΝ στα Πανεπιστήμια.

Ως αντάρτικο σώμα αναπτύχθηκε κυρίως μετά τον Γοργοπόταμο (25 Νοεμβρίου 1942) και εδραιώθηκε στην Ήπειρο. Στο εσωτερικό του υπήρχαν δύο “γραμμές”, εκείνη του αρχηγού Ναπολέοντα Ζέρβα, που θα μεταπηδήσει από το αντιμοναρχικό στο φιλομοναρχικό στρατόπεδο μέσα από την αντιπαράθεση με το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και εκείνη του Κομνηνού Πυρομάγλου, σταθερά αντιμοναρχικών και σοσιαλιστικών αποκλίσεων.

Η ΕΚΚΑ (Εθνική και Κοινωνική Απελευθέρωση) ιδρύθηκε τον Νοέμβριο του 1942 από τον βενιζελικό συνταγματάρχη Δημήτριο Ψαρρό που είχε συμμετάσχει ήδη σε πολλές προσπάθειες δημιουργίας οργανώσεων σε συνεργασία με τον Γεώργιο Καρτάλη. Στο καταστατικό της υποστήριζε την ανάγκη εγκαθίδρυσης ολοκληρωμένης Λαοκρατούμενης Δημοκρατίας, στην οποία τα βασικά μέσα παραγωγής θα κοινωνικοποιούνταν. Στρατιωτικό σκέλος της οργάνωσης ήταν το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων, που έφτασε να έχει 1000 μαχητές και να εκπροσωπείται στο γενικό αρχηγείο των ανταρτικών οργανώσεων μαζί με τον ΕΔΕΣ και τον ΕΛΑΣ.

Οι πρόσφυγες στην Αντίσταση

Η σημαντικότερη οργάνωση, μετά από το ΕΑΜ, τον ΕΔΕΣ και την ΕΚΚΑ, υπήρξε η ΠΕΑΝ (Πανελλήνιος Ένωσις Αγωνιζομένων Νέων), η οποία ιδρύθηκε τον Οκτώβριο του 1941 από τον αντιβασιλικό αξιωματικό της αεροπορίας Κώστα Περρίκο με τη συμβολή και του Παναγιώτη Κανελλόπουλου και η οποία πρωτοστατούσε επίσης στη δραστηριότητα της φοιτητικής ΕΣΑΣ.

Η σημαντική αντιστασιακή οργάνωση Αγών-Ανόρθωσις-Αναγέννησις (ΑΑΑ) –ιδρύθηκε στις αρχές Οκτωβρίου 1942 από τον βενιζελικό στρατηγό Νεόκοσμο Γρηγοριάδη– αποτελεί το κατ’ εξοχήν παράδειγμα μιας οργάνωσης του δημοκρατικού βενιζελισμού, τα στελέχη της οποίας εντάχθηκαν σχεδόν εξ ολοκλήρου στον ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, ο ίδιος ο Νεόκοσμος Γρηγοριάδης, ο Σταμάτης Χατζήμπεης και ο Στέφανος Σαράφης. Οι στρατιωτικοί αυτοί δεν εμπιστεύονταν ούτε τον βασιλιά Γεώργιο (που εγκατέλειψε την Ελλάδα στα δόντια των Γερμανών) ούτε τον καιροσκόπο Ναπολέοντα Ζέρβα.

Άλλωστε, οι 2.300 αξιωματικοί που θα προσχωρήσουν στον ΕΛΑΣ προέρχονταν από τις δημοκρατικές δυνάμεις του ελληνικού στρατού. Ο “κόκκινος συνταγματάρχης” Ευριπίδης Μπακιρτζής δημιούργησε την οργάνωση “Προμηθέας” στις 10 Απριλίου 1941, πριν καν οι Γερμανοί καταλάβουν την Αθήνα και συμμετείχε εν συνεχεία στην ΕΚΚΑ και την ΑΑΑ για να καταλήξει στον ΕΛΑΣ.

Καθοριστική υπήρξε άλλωστε η συμμετοχή των προσφύγων στην Αντίσταση. Οι δυνάμεις του άλλοτε αλύτρωτου Ελληνισμού, που είχαν αποτελέσει την πολιτική βάση του βενιζελισμού και της αβασίλευτης Ελληνικής Δημοκρατίας από το 1922 έως το 1935, θα πρωτοστατούν στο αντιστασιακό κίνημα ιδιαίτερα στις πόλεις και θα στελεχώνουν προνομιακά τις αντιστασιακές οργανώσεις και κυρίως τον ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Τα χωριά που είχαν σχηματιστεί από προσφυγικούς πληθυσμούς θα συμμετέχουν συχνά σύσσωμα στην Αντίσταση με τον ΕΛΑΣ, ενώ στη Θεσσαλονίκη, την Αθήνα, τον Πειραιά, τον Βόλο, οι προσφυγικοί πληθυσμοί θα βρίσκονται στην πρωτοπορία του αγώνα.

Ο σταλινισμός του ΚΚΕ

Ωστόσο, το μικρόβιο του ολοκληρωτισμού πάντα παρόν, υπονόμευσε καίρια την ίδια τη “λαοκρατία”, η οποία παράλληλα με τις κατακτήσεις της λαϊκής αυτοδιοίκησης, είχε επιμολυνθεί από τη σταλινική γραφειοκρατική αντίληψη, με αποτέλεσμα να αντιλαμβάνονται τη Λαοκρατία ως επιβολή απέναντι σε όλους τους υπολοίπους αντιστασιακούς. Ενδεικτική ήταν η στάση τους κατ’ αρχήν απέναντι στις κεντροαριστερές ή κεντρώες αντιστασιακές οργανώσεις.

Η ΠΕΑΝ πραγματοποίησε, στις 20 Σεπτεμβρίου 1942, την πρώτη μεγάλη αντιστασιακή ενέργεια στην Αθήνα, με την ανατίναξη των γραφείων της χιτλερικής οργάνωσης ΕΣΠΟ, στην Πατησίων, με συνέπεια τον θάνατο δεκάδων Γερμανών και μελών της οργάνωσης. Ο δε Κ. Περρίκος θα εκτελεστεί στις 4 Φεβρουαρίου 1943. Η ΠΕΑΝ ήταν κεντροαριστερών κατευθύνσεων, με αρκετές εκατοντάδες μέλη, και συζητούσε την ένταξή της ή τη συνεργασία με το ΕΑΜ το καλοκαίρι του 1943.

Και όμως, από το φθινόπωρο, όταν αρχίζει η εμφύλια διαμάχη, ο Τύπος της Αριστεράς τη συγκαταλέγει πλέον στις προδοτικές οργανώσεις και, μάλιστα, μία προκήρυξη του ΕΑΜ, στις 12/10/1943, την εντάσσει στην ίδια κατηγορία με την… ΕΣΠΟ, την οποία η ίδια η ΠΕΑΝ είχε ανατινάξει! Επίσης χαρακτηριστική ήταν η δολοφονία του χαρισματικού Κίτσου Μαλτέζου, την 1η Φεβρουαρίου 1944, πρώην στελέχους της ΟΚΝΕ, η οριστική διάλυση του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων της ΕΚΚΑ και η εκτέλεση του συνταγματάρχη Δημήτρη Ψαρρού, στις 26 Απριλίου 1944.

Άραγε το έπραξαν, γιατί ήταν αντιβασιλικοί και σοσιαλιστικών κατευθύνσεων και επομένως αποτελούσαν κίνδυνο για τη μονοπώληση του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα από το ΚΚΕ; Πολύ χειρότερη μάλιστα υπήρξε η συμπεριφορά του ΚΚΕ απέναντι στις σχετικά πολυάριθμες ομάδες της Αριστεράς, κυρίως τις τροτσκιστικές, πολλά μέλη των οποίων εξοντώθηκαν, ενώ, σε πολλές αγροτικές περιοχές, η ολοκληρωτική αντίληψη και ενίοτε η τρομοκρατία έσπρωχναν ένα μεγάλο αριθμό αγροτών στις τάξεις των Ταγμάτων Ασφαλείας.

Η έκλαμψη του Ζαχαριάδη

Με την τακτική αυτή επέτρεψαν στους Εγγλέζους –που δεν επιθυμούσαν μια πραγματικά ανεξάρτητη Ελλάδα και φοβούνταν ότι θα ήταν υποχρεωμένοι να παραχωρήσουν και την Κύπρο– να οικοδομήσουν σχετικά εύκολα ένα αντίπαλο δέος, και εν τέλει να διασώσουν όχι μόνο τον βασιλιά και την εξάρτηση, αλλά και τους ταγματασφαλίτες και τους δωσίλογους.

Και βέβαια, η αντίφαση έμοιαζε κυριολεκτικά αξεπέραστη. Πώς θα μπορούσε να οικοδομηθεί ένα καθεστώς που δεν “προεβλέπετο” σε καμία από τις προδιαγραφές και της παγκόσμιας τότε πραγματικότητας; Διότι, από τη μία πλευρά, βρισκόταν το σταλινικό γραφειοκρατικό μοντέλο και από την άλλη πλευρά η επιστροφή στο προπολεμικό σύστημα και τον βασιλιά, το οποίο προωθούσαν οι Εγγλέζοι, για να διατηρήσουν το γεωπολιτικό “οικόπεδο” που αποτελούσε η Ελλάδα απέναντι στην επέκταση της σοβιετικής ηγεμονίας σε όλη την ανατολική και νοτιοανατολική Ευρώπη.

Η έκλαμψη του Ζαχαριάδη στην 12η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, τον Ιούνιο 1945, μετά την ήττα του Δεκέμβρη, για μια μεταπολεμική Ελλάδα που θα βρίσκεται μεταξύ Σοβιετικής Ένωσης και Αγγλίας, κινούνταν προφανώς προς τη μόνη ορθή θεωρητικά λύση. Εξέφραζε εξάλλου τις βαθύτερες προσδοκίες ενός λαϊκού κινήματος που προφανώς απεχθανόταν την επιστροφή του παλιού καθεστώτος, αλλά και δεν επιζητούσε την “κολεκτιβοποίηση” της ημιορεινής αγροτικής Ελλάδας, ή των μικρών επιχειρήσεων που κυριαρχούσαν στην ελληνική πραγματικότητα!

Ωστόσο, αυτή η διέξοδος έμοιαζε κυριολεκτικά να αποκλείεται, τόσο από την εσωτερική εμφυλιοπολεμική δυναμική, όσο και από τη διαμόρφωση των παγκόσμιων στρατοπέδων που μετά από λίγο θα συγκροτούσαν τους δύο πόλους του Ψυχρού Πολέμου. Μια διαφορετική εξέλιξη θα προϋπέθετε στην πραγματικότητα μια διαφορετική πολιτική: τη διαμόρφωση ενός πολιτικού μπλοκ δυνάμεων, από την Αριστερά μέχρι το αντιβασιλικό Κέντρο, σε μια ανανεωμένη εκδοχή ενός “κοινωνικού βενιζελισμού”, όπως εξάλλου διακήρυσσε το ΕΑΜ κατά τη στιγμή της ίδρυσής του.

 


 

Η αντίφαση του Άρη Βελουχιώτη

Ήταν η μόνη στρατηγική που θα επέτρεπε να απομονωθεί η αγγλοβασιλική στρατηγική. Όμως, καθώς το ΕΑΜ ενισχυόταν και η Σοβιετική Ένωση φαινόταν να κερδίζει τον πόλεμο, η ηγεσία του ΚΚΕ ακολούθησε την αντίστροφη στρατηγική: όχι μόνο να μονοπωλήσει το ΕΑΜ στο εσωτερικό του αλλά και την Αντίσταση στο σύνολό της, μέσω της κατάληψης της εξουσίας – στρατιωτικά εφικτή τον Οκτώβριο του 1944, αλλά πολιτικά ανέφικτη, δεδομένης της συμμαχίας Αγγλίας-Σοβιετικής Ένωσης, καθώς ο πόλεμος εναντίον της Γερμανίας συνεχιζόταν.

Η πιο τραγική έκφραση όλων αυτών των ανυπέρβλητων αντιφάσεων υπήρξε ο αρχικαπετάνιος του ΕΛΑΣ, ο θρυλικός Άρης Βελουχιώτης. Από τη μία πλευρά έκφραση των λαϊκών δυνάμεων που ξεκίνησαν τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα και από την άλλη φυλακισμένος ο ίδιος στα ιδεολογικά δεσμά του σταλινισμού. Αντιφάσεις που θα τον οδηγήσουν σε τραγικό θάνατο με την αυτοκτονία του, ενώ το κομμένο του κεφάλι θα μεταβληθεί σε σύμβολο θριάμβου των δωσιλογικών δυνάμεων και ενός τραγικού αδιεξόδου για τις λαϊκές δυνάμεις.

Ο Βελουχιώτης ορθά θα διαγνώσει τα σχέδια των Βρετανών για επαναφορά της βασιλείας και συντριβή μιας Λαϊκής Επανάστασης που είχε αρχίσει στα βουνά και τις προσφυγογειτονιές της Αθήνας. Και όμως τη λύση δεν μπορούσε να τη δώσει το ίδιο του το κόμμα, ούτε σε τακτικό επίπεδο, διότι η Σοβιετική Ένωση είχε συμφωνήσει για την παραχώρηση της Ελλάδας στους Βρετανούς, ούτε όμως και σε οραματικό, καθώς η κυριαρχία του σοβιετικού μοντέλου θα σηματοδοτούσε τη συντριβή της λαϊκής επανάστασης, εκείνη της σταλινικής σοβιετοποίησης.

Έτσι, ο Βελουχιώτης θα διαλύει τις “αστικές” αντιστασιακές οργανώσεις, όπως εκείνη του Ψαρρού, αντί να προσπαθήσει να τις εντάξει σε ένα ενιαίο μέτωπο που θα μπορούσε ίσως να υπερκεράσει τόσο την αγγλική επιβουλή όσο και τον σταλινισμό του ίδιου του κόμματός του, στην κατεύθυνση μιας δημοκρατικής και κοινωνικής “λαοκρατίας”, μόνη επιλογή που θα μπορούσε να αποφύγει τον εμφύλιο πόλεμο. Όμως ένα τέτοιο σχέδιο ξεπερνούσε κάθε δυνατότητα σύλληψης και εφαρμογής του στις συνθήκες της Ελλάδας της εποχής. Ο δε Βελουχιώτης ήταν ταυτόχρονα σταλινικός και λαϊκός αγωνιστής.

Κατοχή και λαϊκή επανάσταση

Η λαϊκή επανάσταση έμοιαζε επί θύραις, δεν διέθετε όμως τις πολιτικές-ιδεολογικές προϋποθέσεις για να κυριαρχήσει. Έτσι κατεστράφη ένα μεγάλο λαϊκό κίνημα, το σημαντικότερο που δημιούργησε ο ελληνισμός μετά το 1821 και το οποίο ενείχε την εσωτερική δυνατότητα να συγκροτήσει μια νέα κοινωνική, δημοκρατική και ανεξάρτητη Ελλάδα. Και κατ’ αυτόν τον τρόπο να επιτρέψει τη λύση υπέρ των ελληνικών συμφερόντων τριών μεγάλων εθνικών θεμάτων που εκκρεμούσαν, της Κύπρου, της Βορείου Ηπείρου και της Δωδεκανήσου.

Οι συνέπειες υπήρξαν ανυπολόγιστες, όχι μόνο υλικές και γεωπολιτικές αλλά και πολιτικές, πολιτισμικές και ηθικές-ψυχολογικές, μια και η χώρα θα οδηγηθεί σε μια μακρά εμφύλια διαμάχη, που στη πραγματικότητα θα συνεχίζεται και μετά το 1974, με τραγικές συνέπειες για την Κύπρο και κυρίως με τη διαιώνιση της εξάρτησης και ενός παρασιτικού καπιταλιστικού μοντέλου.

Η Κατοχή, με τις τεράστιες καταστροφές που προκάλεσε, και ο Εμφύλιος Πόλεμος που ακολούθησε αποτέλεσαν τη δεύτερη μεγάλη καταστροφή του ελληνισμού μετά το 1922. Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός θα υποταχθεί οικονομικά, στρατιωτικά, πολιτιστικά στην κυρίαρχη Δύση και τους Αγγλοαμερικανούς, οι οποίοι θα ηγεμονεύσουν, επιστρατεύοντας και “ξεπλένοντας” τους συνεργάτες των ναζί και τους μαυραγορίτες.

Παράλληλα η οποιαδήποτε αντίδραση τόσο των ηττημένων του εμφυλίου όσο και της όποιας φιλελεύθερης φωνής θα φυλακίζεται στη σοβιετική στρατοπεδική επικυριαρχία: τα πάντα σχεδόν θα εντάσσονται στη διαλεκτική του Ψυχρού Πολέμου, του οποίου η Ελλάδα θα αποτελέσει το προοίμιο και ταυτόχρονα το πρώτο πειραματόζωο (Περισσότερα στο βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά “1821-2021, Ρέκβιεμ ή Αναγέννηση”).

Πηγή 

Δευτέρα 4 Οκτωβρίου 2021

«Το δούναι και λαβείν στις διεθνείς σχέσεις και το πλεονέκτημα μετά τη συμφωνία με τη Γαλλία»

 Συνέντευξη του Κ. Φίλη


 

- Πώς αποτιμάτε την ελληνογαλλική συμφωνία που υπεγράφη μέσα στην εβδομάδα και πώς αυτή αλλάζει τις ισορροπίες στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο;

Αναντίρρητα πρόκειται για μία στρατηγικής σημασίας συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών. Όχι τόσο για την προμήθεια των φρεγατών ή στο μέλλον και γαλλικών κορβετών (που βέβαια αν συνδυάσουμε αυτά με την προμήθεια των Ραφάλ προφανώς η Ελλάδα βρίσκεται στο καλύτερο δυνατό επίπεδο ως προς την αμυντική της θωράκιση από ό,τι τα προηγούμενα χρόνια), αλλά κυρίως χάρη στον άρθρο 2, που αφορά στη αμυντική συνδρομή της Γαλλίας στην Ελλάδα σε περίπτωση που υπάρξει επίθεση στην επικράτειά της.

Οπωσδήποτε η σύμπραξη με μία χώρα με τα χαρακτηριστικά της Γαλλίας, η οποία αυτή τη στιγμή είναι μία πληγωμένη δύναμη μετά τις εξελίξεις στον Ινδικό και Ειρηνικό ωκεανό με τη συμφωνία Ηνωμένων Πολιτειών, Αυστραλίας, Βρετανίας, αλλά και μία ευρωπαϊκή δύναμη μεσογειακή που καταλαβαίνει καλύτερα τις εξελίξεις στην περιοχή Μεσογείου και Αφρικής στις οποίες έχει και παρουσία, δίνει στην Ελλάδα ένα πλεονέκτημα.

Πολύ περισσότερο αν αυτό το συνδυάσουμε με άλλες συμπράξεις περιφερειακές όπως είναι αυτές με το Ισραήλ, την Αίγυπτο που φτάνουν μέχρι και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τη Σαουδική Αραβία ακόμη και την Ινδία. Πάντα βέβαια με τη συμμετοχή της Κύπρου αλλά και συνεργασίες με την Ιορδανία και χώρες της περιοχής που έχουν μια αξία. Άρα, η συμφωνία αυτή θα έχει προστιθέμενη αξία για την Ελλάδα, σε περίπτωση που συνδυαστεί και με άλλες συμπράξεις που ήδη τρέχουν, και οι οποίες συν τω χρόνω φαίνεται να ενισχύονται.

Προφανώς το γράμμα και το πνεύμα της συμφωνίας προβλέπει συνδρομή σε περίπτωση κρίσης, όμως όλα αποδεικνύονται στην πράξη. Μόνο που ελπίζουμε ότι αυτό δεν θα συμβεί. Η συμφωνία με το Παρίσι είναι μια συμφωνία αποτρεπτικού χαρακτήρα, στη λογική ότι αυξάνει το κόστος σε περίπτωση που η Άγκυρα αποφασίσει να μπει σε περιπέτειες με την Ελλάδα. Ας συγκρατήσουμε δύο στοιχεία: πρώτον, ότι η συμφωνία αυτή δεν είναι παρά ένα ισχυρό εργαλείο που ενισχύει τη διαπραγματευτική μας θέση απέναντι στην Τουρκία.

Αλλά το πρόβλημα στο τέλος της ημέρας, τα προβλήματα με την Τουρκία επιλύονται με διαπραγμάτευση και όχι με πόλεμο. Και το δεύτερο, για αυτούς που λένε ότι «μα και εμείς θα εκτεθούμε», πράγματι η συμφωνία αυτή με τη Γαλλία θα μας κάνει πιο ευάλωτους, υπό την έννοια ότι μπορεί να έχουμε μία συμμετοχή σε κάποιες επιχειρήσεις γαλλικές και να βρεθούμε ενδεχομένως στο στόχαστρο τρομοκρατικών οργανώσεων στο μέλλον. Η ακόμη και προβοκάτσιας, μόνο και μόνο για να αμφισβητηθεί η χρησιμότητα της συμφωνίας με τη Γαλλία. Ωστόσο, οι διεθνείς σχέσεις λειτουργούν στη λογική του δούναι και λαβείν. Το ζητούμενο εδώ είναι για την Ελλάδα να μην αλλοιώσει τα χαρακτηριστικά που έχει ως μια χώρα γεφυροποιός στην περιοχή, που μπορεί να συνομιλεί με όλους.

Αλλά εδώ υπάρχει και το παράδειγμα της Τουρκίας, η οποία πάντα έδειχνε προθυμία να στηρίξει νατοϊκές αποστολές με την αποστολή στρατιωτών. Η Ελλάδα, επειδή υπάρχει και μια άλλη κουλτούρα και στην ελληνική οικογένεια δεν έδειχνε τέτοια προθυμία και αυτό δεν θα αλλάξει δραματικά με την εν λόγω συμφωνία. Αλλά σίγουρα για να μπορέσουμε να κερδίσουμε αυτό που θέλουμε σε σχέση με το άρθρο 2 θα πρέπει να δώσουμε και εμείς κάτι από πλευράς μας. Χρειάζεται πάντως προσοχή στον βαθμό εμπλοκής και στη στόχευση της άλλης πλευράς που θα εξυπηρετείται κάθε φορά. Σημειώνω δε ότι είναι η πρώτη φορά μεταπολιτευτικά που αγοράζουμε από ένα και μόνο προμηθευτή ταυτόχρονα για την αεροπορία και το ναυτικό μας.

-Θεωρείτε οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι χαρούμενες με αυτή την εξέλιξη με αυτή τη συμφωνία;

Υπήρχε μια ανοχή αν όχι αποδοχή από πλευράς των ΗΠΑ, τόσο γιατί θα ήθελαν να χρυσώσουν το χάπι στη Γαλλία για ό,τι συνέβη με την AUKUS, όσο και γιατί οι πρώτες βρίσκονται αυτή τη στιγμή σε μια κατάσταση αποστασιοποίησης, για να μην πω σχετικής αποδρομής από την περιοχή. Και οπωσδήποτε δεν θα ήθελαν, το κενό που αφήνουν να το καλύψουν δυνάμεις όπως είναι η Ρωσία και η Κίνα, πιθανόν συνεργαζόμενες με την Τουρκία. Προτιμούν να καλύψει το κενό τους ένα πλέγμα συμμάχων και συμπράξεων που θα μπορούσε να περιλαμβάνει τη Γαλλία, την Ελλάδα, την Κύπρο, το Ισραήλ, την Αίγυπτο, τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, και ούτω καθεξής.

Χώρες δηλαδή οι οποίες είναι λιγότερο ή περισσότερο κοντά στις Ηνωμένες Πολιτείες. Άλλωστε, το συμφέρον των Αμερικανών σε σχέση με την ενδεχόμενη εξαγορά των αμερικανικών φρεγατών δεν ήταν τόσο μεγάλο. Αυτή είναι η δική μου τουλάχιστον πεποίθηση, ότι προϊόντος του χρόνου το ενδιαφέρον των ΗΠΑ για την περιοχή μας μειώνεται χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα έχουμε αμερικανική παρουσία. Άλλωστε αυτό μαρτυρά και η συμφωνία που επίκειται με την Ελλάδα, αλλά πάντως το ενδιαφέρον είναι μικρότερο γιατί οι προτεραιότητες βρίσκονται σε άλλα σημεία του πλανήτη.

- Θεωρείτε ότι αυτή η ελληνογαλλική συμφωνία μπορεί να είναι ένα πρόπλασμα, ένα βήμα για μια ευρύτερη στενότερη συνεργασία σε επίπεδο Ευρώπης στην αμυντική και στην εξωτερική πολιτική; Μπορεί να ένα βήμα για την στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης;

Είναι νωρίς να πούμε κάτι τέτοιο για τρεις λόγους: πρώτον διότι από μόνη της μια συμφωνία μεταξύ δύο κρατών μελών, όσο σημαντικά και να είναι αυτά, δεν αλλάζει τις ισορροπίες πανευρωπαϊκά, ούτε κυρίως αλλάζει τη διάθεση κάποιων ευρωπαίων να μην αυτονομηθούν, καθιστώντας την Ευρωπαϊκή Ένωση έναν ανεξάρτητο παίκτη στο διεθνές γίγνεσθαι. Δεύτερον, διότι η αμυντική αυτονομία της ΕΕ, περνά μέσα από την τσέπη των Γερμανών. Οι Γάλλοι μπορεί να έχουν το όραμα, κάποιοι άλλοι όμως είναι αυτοί οι οποίοι θα πρέπει να βάλουν τα περισσότερα λεφτά και αυτοί είναι οι Γερμανοί. Και τρίτον, διότι διέκρινα μία θα έλεγα ενόχληση, ή διστακτικότητα διαβάζοντας και τον ευρωπαϊκό τύπο, από πλευράς άλλων κρατών μελών σε σχέση με τη συμφωνία αυτή καθαυτή.

Ειδικότερα κρατών-μελών ή ευρωπαίων αξιωματούχων οι οποίοι βρίσκονται πιο κοντά στην Τουρκία και δεν θέλουν να γίνονται κινήσεις οι οποίες ενοχλούν την Τουρκία. Αυτή όμως η πολιτική του κατευνασμού, που ακολούθησε η Γερμανία και η Μέρκελ, έχει αποδειχθεί εντελώς αναποτελεσματική και ατελέσφορη. Όμως φαίνεται ότι υπάρχουν ακόμη αυτές οι φωνές. Θα αποκτούσε μεγαλύτερη αξία η συμφωνία αυτή σε περίπτωση που στο μέλλον είχαμε συμμετοχή της Ιταλίας. Και αναφέρομαι στην Ιταλία για δύο λόγους: πρώτον διότι ο Ντράγκι είναι μια ενδιαφέρουσα προσωπικότητα που έχει δείξει στοιχεία ηγετικότητας.

Σας θυμίζω το περιστατικό με τον Ερντογάν: τον χαρακτήρισε δικτάτορα, απαιτήθηκε συγγνώμη, δεν ήρθε ποτέ και πριν από λίγες εβδομάδες ο τελευταίος τον κάλεσε στο τηλέφωνο σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Δεύτερον, διότι η Ιταλία είναι μια χώρα με παρουσία στη Λιβύη, και τα συμφέροντα της ορισμένες φορές είναι κοντά σε αυτά της Τουρκίας και μια χώρα που η Τουρκία προσπάθησε να χρησιμοποιήσει το περασμένο χρονικό διάστημα για να «σπάσει» το μεσογειακό μέτωπο. Με τη συμμετοχή λοιπόν και της Ρώμης σε μία σύμπραξη ευρύτερη περιφερειακή, νομίζω ότι θα μπορούσε πράγματι αυτό να κάνει μία διαφορά, κατ’ αρχάς στην περιοχή μας και εν συνεχεία να αποτελέσει, όπως είπατε, το πρόπλασμα για κάτι μεγαλύτερο σε σχέση με την Ευρώπη. Αυτή τη στιγμή όμως, η αμυντική αυτονομία της Ευρώπης φαντάζει αρκετά μακρινή χρονικά τουλάχιστον.

- Σε σχέση με όσα βλέπουμε να γίνονται στην Τουρκία και αυτό το φλερτ με τον Πούτιν μεταξύ Ερντογάν και Πούτιν θεωρείτε ότι είναι ένα φλερτ που μπορεί να μετατραπεί σε αμυντικό γάμο να το πω έτσι, ή πιστεύετε ότι λίγο πολύ εδώ υπάρχει και ένα παιχνίδι εντυπώσεων από τις δύο πλευρές;

Είναι και τα δύο. Η συνεργασία Ρωσίας-Τουρκίας έχει αρχίσει να αποκτά στρατηγικά χαρακτηριστικά από τη στιγμή που ενεργειακά η δεύτερη εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από το ρωσικό φυσικό αέριο, και ας θέλει να περιορίσει αυτή την εξάρτηση. Δεύτερον, διότι έχουμε μια συνεργασία στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας που είναι πολύ σημαντική και η οποία πάντα «δένει» τις χώρες. Τρίτον, διότι οι δύο χώρες μοιράζονται μια κοινή απογοήτευση για τη Δύση, ότι δηλαδή δεν κατανοεί το μέγεθος τους, δεν κατανοεί τις ευαισθησίες τους και είναι επίσης και οι δύο, η καθεμιά στο δικό της μέτρο αναθεωρητικές δυνάμεις.

Μάλιστα θα έλεγα ότι στον Πούτιν αρέσει πολύ κάθε φορά που η Άγκυρα φαίνεται να συμπεριφέρεται ως μία ανεξάρτητη χώρα, η οποία δεν επηρεάζεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες ή από τη θέση της μέσα στο ΝΑΤΟ. Μάλιστα την περασμένη Τετάρτη, όταν ο Ερντογάν είπε ότι «με πίεσαν κάποιοι για τους S-400 αλλά πήραν την απάντηση που έπρεπε», ήταν μια από τις λίγες φορές που ο Ρώσος πρόεδρος έσκασε χαμόγελο. Άρα λοιπόν υπάρχουν στοιχεία στρατηγικού χαρακτήρα στη σχέση τους. Από την άλλη βέβαια υπάρχουν και στοιχεία προσωπικής καλής χημείας μεταξύ των δύο ηγετών. Εντούτοις, οι σχέσεις των δύο κρατών δεν έχουν αναπτυχθεί ιδιαίτερα θεσμικά και δεν μπορεί να συγκριθεί σε καμία περίπτωση η σχέση τους με την αντίστοιχη της Τουρκίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το τρίτο στοιχείο είναι ότι και οι δύο χώρες αυτές εξαρτώνται πολύ περισσότερο από τις Ηνωμένες Πολιτείες από ό,τι εξαρτώνται η μία από την άλλη. Και βέβαια έχουμε και μία στρατηγική μεν κατανόηση για ζητήματα στα οποία διαφωνούν, όπως στη Λιβύη, στη Συρία, στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ ίσως και στο Αφγανιστάν, αλλά πάντως έχουν καταφέρει μια στρατιωτική κατανόηση μεταξύ τους. Όμως για την Τουρκία ενδεχόμενη στροφή και αλλαγή στρατηγικού προσανατολισμού προς τη Ρωσία, δηλαδή να αρχίσει να αγοράζει εκτός από τους S-400 και άλλα ρωσικά οπλικά συστήματα (π.χ. ρωσικά αεροπλάνα τώρα που δεν μπορεί να πάρει F-35 ή ρωσικά υποβρύχια αν δεν παραλάβει τα γερμανικά) όλο αυτό θα ήταν πολύ χρονοβόρο, πολύ κοστοβόρο και μία κίνηση με πάρα πολύ μεγάλο ρίσκο. Διότι η τουρκική οικονομία, όπως και ένα μεγάλο κομμάτι της ασφάλειας της Τουρκίας, εξακολουθούν να έχουν πολύ μεγάλο βαθμό εξάρτησης ή αλληλεξάρτησης με τη Δύση και ειδικότερα στα θέματα ασφάλειας με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

-Στο πρόσφατο βιβλίο σας «Διεκδικητικός Πατριωτισμός» (εκδ. Παπαδόπουλος) αναφέρεστε επάνω στα στοιχεία τα οποία πρέπει να υιοθετήσει η ελληνική εξωτερική πολιτική. Και αναρωτιέμαι αν πρόσφατες κινήσεις όπως η συμφωνία για την τμηματική οριοθέτηση ΑΟΖ με την Αίγυπτο όπως και η πρόσφατη ελληνογαλλική συμφωνία ακουμπάνε επάνω σε αυτό που εσείς προτάσσετε ως βασική κατεύθυνση στο βιβλίο σας.

Ναι, κινούνται σε αυτή την κατεύθυνση. Απλώς στον διεκδικητικό πατριωτισμό αυτό που επίσης απαιτείται είναι μια ισχυρή οικονομία για να υποστηρίξει τις φιλοδοξίες μας. Και ενώ αναγνωρίζω ότι βρισκόμαστε σε μία γειτονιά που απαιτεί οικονομικές «θυσίες» για την κατοχύρωση της θέσης μας, οι όποιες εξαγορές οπλικών συστημάτων πρέπει να λαμβάνουν υπόψη και αυτή την παράμετρο. Και βέβαια, όπως σωστά ειπώθηκε, να μην κάνουμε το λάθος να μπούμε σε κούρσα εξοπλισμών με την Τουρκία. Απαιτείται εξίσου ένα ισχυρό εσωτερικό μέτωπο και βλέποντας και την αντίδραση του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στην ελληνογαλλική συμφωνία αυτό το αρραγές μέτωπο δεν υπάρχει. Όσο πιο αρραγές είναι το μέτωπο στο εσωτερικό τόσο το καλύτερο και τόσο πιο ισχυρό το μήνυμα στο εξωτερικό.

Από εκεί και πέρα ο διεκδικητικός πατριωτισμός έχει στοιχεία μιας ενεργητικής, μη φοβικής, τολμηρής εξωτερικής πολιτικής, η οποία βέβαια αντιλαμβάνεται και τις διεθνείς εξελίξεις και προσαρμόζεται γρήγορα σε αυτές. Ο δικεδικητικός πατριωτισμός δεν είναι τσάμπα μαγκιές, αν μου επιτρέπετε τον όρο, ούτε ανεδαφικές προσδοκίες. Να σας δώσω ένα παράδειγμα: αν είχαμε πετύχει εγκαίρως μία συμφωνία με τη Λιβύη ανάλογη αυτής με την Αίγυπτο, θα είχαμε τώρα στον σβέρκο μας το παράνομο τουρκολιβυκό σύμφωνο; Ασφαλώς και όχι. Όπως σήμερα επικρίνεται η συμφωνία με την Αίγυπτο, παρότι διεμβολίζει το τουρκολιβυκό σύμφωνο, στο όνομα της επίτευξης του απόλυτου στόχου της 100% επήρειας σε όλα τα σημεία της επικράτειας, έτσι και στην περίπτωση ενδεχόμενης συμφωνίας με τη Λιβύη, οι κυβερνώντες θα κατηγορούνταν για υπαναχώρηση που ανοίγει την όρεξη της Τουρκίας. Λες και αν πετυχαίναμε την καλύτερη δυνατή συμφωνία με οποιαδήποτε γείτονα μας, αυτή θα μπορούσε να αποτελέσει βάση, δηλαδή θα γινόταν δεκτή από τους Τούρκους.

Το κυριότερο, όμως, κύριε Μαγγηριάδη, είναι ότι η "Γαλάζια Πατρίδα", που είναι το στρατηγικό δόγμα της Τουρκίας εδώ και πολλά χρόνια, προκειμένου να πάρει σάρκα και οστά, θα πρέπει να αναιρέσει στην πράξη τη Συνθήκη της Λωζάνης. Η συνθήκη της Λωζάνης ορίζει το τωρινό status quo του Aιγαίου. Η Τουρκία προσπαθεί να ανατρέψει το status quo του Aιγαίου και εφόσον αυτό ξέρει ότι δεν μπορεί να το πετύχει μέσω διαπραγματεύσεων, φοβούμαι μήπως επιχειρήσει μέχρι το 2023 να το καταφέρει μέσα από μία σύρραξη. Για αυτό η συμφωνία με τη Γαλλία είναι καλοδεχούμενη
 

Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2021

Η στρατηγική της Ελλάδας και οι δικές της δυνατότητες είναι μείζονος σημασίας και για τις αποφάσεις των άλλων

 Του Π. Ήφαιστου

 


Η συμφωνία Γαλλίας-Ελλάδας είναι αδιαμφισβήτητα σημαντική και ως εκ τούτου απαιτείται να συνεκτιμάται δεόντως υπό το πρίσμα α) των Ελληνικών εθνικών συμφερόντων και στρατηγικής που τα εκπληρώνει και τις Ευρωστρατηγικές, Ευρωατλαντικές και πλανητικές στρατηγικές ανακατατάξεις που είναι ρευστές και εξ αντικειμένου θα συνεχίσουν να είναι ρευστές επί μακρόν.

Εν τούτοις, η συμφωνία του AUKUS, οι νέες εξελίξεις στο επίπεδο Γαλλίας, οι Αμερικανικοί στρατηγικοί ελιγμοί πάνω στην Ευρασιατική ζώνη και πολλά άλλα, συχνά πυροδοτούν συζητήσεις εφήμερης σημασίας οι οποίες είτε θολώνουν την πραγματική μεγάλη εικόνα των στρατηγικών ανακατατάξεων και των αλλαγών ιεραρχήσεων των εμπλεκομένων είτε οδηγούν σε αλματώδεις εκλογικεύσεις που κατευνάζουν υποβόσκουσες επιθυμίες ή και αγωνίες.

Είτε βρισκόμαστε στην Ελλάδα είτε σε άλλο κράτος οι αναλύσεις για τις καθημερινές εξελίξεις απαιτείται να συνεκτιμούν δεόντως τις στρατηγικές δομές και τους μακρόχρονους στρατηγικούς προσανατολισμούς των κρατών και ταυτόχρονα παραβλέπουν τα κύρια αίτια και τις παρεμβαλλόμενες μεταβλητές που τελικά συμπλέκονται απρόβλεπτα πλην διαμορφωτικά.

Συντομογραφικά εάν όχι επιγραμματικά ακολουθούν μερικές πτυχές που αφορούν την όντως σημαντική εξέλιξη της ενίσχυσης του Ελληνικού στόλου με Γαλλικά πλοία.

Κατά πρώτον, όταν ένα κράτος –και ας αναφέρουμε εδώ την Ελλάδα ως παράδειγμα– προχωρεί σε αποφάσεις στρατηγικής σημασίας, όλα αποδυναμώνονται ή και ματαιώνονται εάν δεν διαθέτει κρατικά επιτελεία ανάλυσης, εκτίμησης, χάραξης εναλλακτικών σχεδίων και ιεράρχησης εναλλακτικών αποφάσεων ανάλογα και αντίστοιχα με το πώς εξελίσσονται τα πράγματα.

Όταν αυτό ισχύει τα μέλη του πολιτικού προσωπικού ζυγίζουν και σταθμίζουν κάθε φράση και κάθε λέξη που εκφέρουν περί τις στρατηγικές υποθέσεις. Μια εδραιωμένη θέση στην στρατηγική ανάλυση είναι ότι «όταν ένας πολιτικός ηγέτης μιλά για την εθνική στρατηγική ακόμη και οι μορφασμοί του προσώπου μετρούν αρνητικά ή θετικά για την στρατηγική αξιοπιστία του κράτους και της στρατηγικής του».

Εθνικά συμφέροντα και διεθνής τάξη

Δύο νομοτελειακής σημασίας πτυχές είναι οι εξής: 

Σε κάθε σοβαρό και αξιόπιστο κράτος θεωρείται δεδομένο ότι ορίζονται και ιεραρχούνται επακριβώς τα εθνικά συμφέροντα σε αναφορά με την διεθνή τάξη που προνοεί το διεθνές δίκαιο και οι Συνθήκες.

«Βιώσιμο είναι εκείνο το κράτος που διαθέτει επαρκή ισχύ (και στρατηγική) εκπλήρωσης των προνοιών του διεθνούς δικαίου για την Επικράτειά του (Morgenthau)».

Χωρίς να υπάρχει ανάγκη αναφοράς σε κυβερνήσεις ή πρόσωπα κανείς εύκολα μπορεί να διαβάσει δηλώσεις και θέσεις των τελευταίων ετών και τελευταίων μηνών για τα Ελληνοτουρκικά και να συναγάγει τα δικά του συμπεράσματα ως προς το τι απαιτείται εφεξής.

Πόσο αντιφατικό είναι και τι παραστάσεις δημιουργούνται θέσεις όπως:

α) «καζάν-καζάν» (για τις πρόνοιες του διεθνούς δικαίου)

β) «η Τουρκία έχει μεγάλες ακτογραμμές (ενώ η αλήθεια είναι ότι η Ελλάδα έχει μεγαλύτερες)»

γ) «έχει και η Τουρκία δικαιώματα και συμφέροντα στο Αιγαίο» (ως και να τα αμφισβήτησε κάποιος εάν αφορούν τις πρόνοιες του διεθνούς δικαίου και των Συνθηκών) και

δ) στην Κύπρο με «ενθουσιασμό» δεχόμαστε «Διζωνική, Δικοινοτική Ομοσπονδία με πολιτική ισότητα» (ως και να υπάρχει σοβαρός άνθρωπος Έλληνας ή ξένος που να μην γνωρίζει ότι αυτό σημαίνει Τουρκική συγκυριαρχία, τελικά Τουρκική κυριαρχία και γεωπολιτική αναβάθμιση της Τουρκίας και στρατηγική ομηρία της Ελλάδας όπου όμηροι θα είναι το ένα δέκατο του Ελληνισμού).

Απαιτείται αξιόπιστο κράτος – Ευκαιρία για μια νέα αρχή

Κοντολογίς, χωρίς ιεραρχημένα εθνικά συμφέροντα, χωρίς συντριπτική εσωτερική ομοφωνία υπεράσπισής τους και εκδηλωμένες αξιόπιστες αποτρεπτικές παραστάσεις διασφάλισής τους τελικά ακόμη και στρατηγικές κινήσεις και η αγορά όπλων όπως η προσέγγιση της Γαλλίας αποδεικνύονται είτε ασήμαντης και εφήμερης σημασία είτε και εξελίσσονται αρνητικά.

Χωρίς αξιόπιστο κράτος και χωρίς αξιόπιστη στρατηγική όλα είναι έωλα και αβέβαια και αυτό ισχύει για όλες τις χώρες είτε είναι η Ελλάδα είτε κάποια άλλη χώρα.

Η νέα σχέση με την Γαλλία μπορεί σε κάθε περίπτωση να αποτελέσει νέα αφετηρία αρχίζοντας ακαριαία με «νέα» κρατικά επιτελεία στελεχωμένα αυστηρά! με κρατικούς λειτουργούς.

Αφού γίνει σαφές ότι δική μας εκτίμηση εδώ είναι πως η προσέγγιση της Γαλλίας είναι ορθολογιστική –πάντα όταν τηρούνται οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις και πολλές άλλες–, στρατηγικές αποφάσεις ιδιαίτερα όταν αφορούν συμμαχικούς επανα-προσανατολισμούς απαιτούν την δέουσα συνεκτίμηση της ακριβούς Στρατηγικής και της εμβέλειας των δυνατοτήτων του «πωλητή», δηλαδή εδώ, της Γαλλίας.

Η στρατηγική αβεβαιότητα της Γαλλίας και το «Γερμανικό ζήτημα»

Απαιτείται επίσης σωστή συνεκτίμηση του πως επηρεάζεται αυτή η στρατηγική από ενδογενείς και εξωγενείς μεταβλητές που σχετίζονται με σημαντικά περιφερειακά και πλανητικά ζητήματα. Χωρίς να τα αναλύσουμε σήμερα εδώ, αναφέρουμε μερικά που ο υποφαινόμενος –επειδή η άποψή του δεν μπορεί να έχει την εγκυρότητα ενός αξιόπιστου κρατικού επιτελείου– μπορεί να μιλήσει μόνο για τους προσανατολισμούς και τις προϋποθέσεις που επηρεάζουν ορατές και αθέατες τάσεις.

Προφήτες στην διεθνή πολιτική δεν υπάρχουν ενώ υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ γνώμης, ιδεολογημάτων ή επικοινωνιακών τεχνασμάτων με τα συμπεράσματα μιας ανάλυσης που αφορά τα επίγεια και ιδιαίτερα το εν εξελίξει ρευστό Μεταψυχροπολεμικό στρατηγικό περιβάλλον. Ιδού λοιπόν μερικές χαρακτηριστικές μεταβλητές:

Ανεξαρτήτως ζώσης καθημερινότητας τι σχεδιάζουν τα επιτελεία των μεγάλων δυνάμεων και ιδιαίτερα των ΗΠΑ για τις μακροχρόνιες εξισορροπητικές συμμαχικές (3, 5, 10 χρόνια ή και δεκαετίες) πάνω στην ζώνη της Ευρασίας που αρχίζει από την Ευρώπη και φτάνει στην Κίνα.

Με δεδομένο σταθερό στρατηγικό κριτήριο το γεγονός πως η μεγαλύτερη στρατηγική αβεβαιότητα της Γαλλίας είναι το «Γερμανικό ζήτημα» –με κάθε κριτήριο κανείς πρέπει να είναι πολύ προσεκτικός όταν μιλά ή γράφει για την Ευρώπη εάν δεν το γνωρίζει– ερωτάται: Πώς εξελίσσονται οι συμπλεκόμενες σχέσειςΓαλλίας-ΗΠΑ, Γαλλίας-Ρωσίας, Γαλλίας-περιφερειακά κράτη, Ρωσίας-Κίνας σε σχέση με ΗΠΑ ή αντίστροφα Ρωσίας-ΗΠΑ σε σχέση με τις ΗΠΑ, Ινδίας-Κίνας και πως αυτό συμπλέκεται με άλλες δυνάμεις, και πολλοί άλλοι παράγοντες μεγάλης κύμανσης.

Με δεδομένο ότι η μεταπολεμική ΕΟΚ που το 1992 μετονομάστηκε σε ΕΕ «ήταν πάντα ένας στρατηγικός και πολιτικός νάνος και ένας νομικός γίγαντας που εκκολάφθηκε μέσα στο μεταπολεμικό στρατηγικό θερμοκήπιο» πώς θα επηρεάζεται η Ευρωπαϊκή πολιτική από εξελίξεις στο επίπεδο των στρατηγικών αποφάσεων των ΗΠΑ αλλά και όπως γράψαμε ξανά την στρατηγικά πολύ σκόπιμη κίνηση τουBrexit που όπως γνωρίζουμε ενθάρρυνε εάν όχι υποκίνησε η Ουάσιγκτον.Πώς εν τέλει προσανατολίζεται μακροχρόνια και διαμορφωτικά το «στρατηγικό τετράγωνο» Λονδίνο-Παρίσι-Βερολίνο-Μόσχα.

Ελληνική στρατηγική και νέα δεδομένα

Καταληκτικά και λογικά θα επανέλθουμε, παρά τον αναγκαίο και μη εξαιρετέο προβληματισμό σε αναφορά με ευρύτερα στρατηγικά ζητήματα, με κανένα τρόπο δεν υποτιμούν την εξέλιξη των νέων δεδομένων Αθήνας-Παρισιού. Αντίθετα υπογραμμίζουν ότι για να εκπληρωθούν οι σκοποί απαιτείται μια νέα κρατική-θεσμική οργάνωση και –επιτέλους, τρεις δεκαετίες Μεταψυχροπολεμικών εξελίξεων– μια νέα στρατηγική θέαση προσαρμοσμένη στο ρευστό στρατηγικό περιβάλλον.

Τονίστηκε και υπογραμμίστηκε, επίσης, ότι οι συζητήσεις και αναλύσεις είναι σημαντικές και έχουν νόημα όταν εντάσσονται σε μια Ελληνική στρατηγική μακροχρόνιων και μεσοπρόθεσμων στρατηγικών σκοπών και ευέλικτων αλλά προσεκτικών στρατηγικών σχέσεων που θα επηρεάσουν θετικά και αποφασιστικά την Ελληνική κρατική ασφάλεια και επιβίωση.

Αναγκαία και μη εξαιρετέα προϋπόθεση για να έχει στέρεα και συμφέρουσα αποτελέσματα η ολοφάνερη επιτάχυνση των Γαλλικών αποφάσεων που πυροδότησε η συμφωνία AUKUS να συνεκτιμήσουν δεόντως τα Ελληνικά συμφέροντα. Για κάτι τέτοιο μεγάλης σημασίας είναι οι παραστάσεις αξιοπιστίας της Ελληνικής στρατηγικής που καλό είναι να αποκολληθούν από νοοτροπίες καζάν-καζάν και «το ένα δέκατο του Ελληνισμού κείται μακράν».

Τι σημαίνει συμμαχία

Επιπλέον, απαιτείται να συνεκτιμάται δεόντως ότι το πώς θα εξελιχθούν οι προτεραιότητες της Γαλλικής στρατηγικής σχετίζεται τόσο με Γαλλικές ιεραρχήσεις των εθνικών συμφερόντων όσο και με το πώς εξελίσσονται ευρύτερα οι ευρωστρατηγικές και ευρωατλαντικές σχέσεις.

Σε όλο αυτό το πλέγμα στρατηγικών σχέσεων το Ελληνικό κράτος απαιτείται να είναι παρόν, ενεργό και επιτελικά προετοιμασμένο για αποφάσεις και ελιγμούς που θα δημιουργούν παραστάσεις αξιοπιστίας. Για το τι είναι μια συμμαχία θα επανέλθουμε με άλλο κείμενο.

Εδώ τονίζεται ότι συμμαχία σήμαινε και σημαίνει πάντα μια υπόσχεση συνδρομής και εξαρτάται πρωτίστως:

α) από τα συμφέροντα του παρέχοντος

β) τις δυνατότητές του σε σχέση με τις ανάγκες που δημιουργούν απειλές και

γ) την αποτρεπτική αξιοπιστία του κράτους που αναμένει εμπράγματη συνδρομή. Και ενώ επικοινωνιακά οι εξελίξεις στις σχέσεις Γαλλίας-Ελλάδας σωστά συνδέονται με ένα «ευρωπαϊκό όραμα» καλό είναι να γνωρίζουμε ότι αυτό που μπορεί να γίνει στο ορατό μέλλον, για να μιλήσουμε με νόημα αφοριστικά, είναι «Ελλάδα-Γαλλία-Συμμαχία» εν μέσω ρευστότητας όλων των άλλων στρατηγικών σχέσεων μερικές από τις οποίες προαναφέραμαι.

Υπό αυτό το πρίσμα, μείζονος σημασίας είναι η πρόσφατη βαρύνουσα θέση του προέδρου Μακρόν ότι το ΝΑΤΟ είναι εγκεφαλικά νεκρό» αφήνοντας ταυτόχρονα αιχμές για τις σχέσεις με την Ρωσία.

Η Ελλάδα, εν τέλει, έχει συμφέρον να γνωρίζει ότι τίποτα δεν κινείται σε κενό, όλα συμπλέκονται και ότι η δική της στρατηγική και οι δικές της δυνατότητες είναι μείζονος σημασίας και για τις αποφάσεις των άλλων.

Πηγή