ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ ----- Ουκρανία vs Ρωσία

Ουκρανία vs Ρωσία ( Συλλογή άρθρων - Ανανεώνεται)

Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2021

Διαχείριση κρίσεων με την Τουρκία

 Του Μάνου Καραγιάννη

Έχουν περάσει τριάντα δύο χρόνια από την ελληνοτουρκική κρίση του 1987 και είκοσι τρία από εκείνη των Ιμίων το 1996. Τώρα που βρισκόμαστε αντιμέτωποι ξανά με το ενδεχόμενο μιας στρατιωτικής αντιπαράθεσης με τη γειτονική χώρα, θα ήταν χρήσιμο να θυμηθούμε τα μαθήματα που πήραμε από τις δύο κρίσεις.

Τον Μάρτιο του 1987, η έξοδος του τουρκικού σκάφους «Σισμίκ» για σεισμογραφικές έρευνες στο Αιγαίο έφερε τις δύο χώρες στα πρόθυρα του πολέμου. Η Αθήνα κατόρθωσε να υπερασπιστεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα για τέσσερις λόγους. Πρώτον, το προσωποπαγές σύστημα λήψης αποφάσεων αποθάρρυνε φαινόμενα διγλωσσίας εντός της κυβέρνησης. Ο τότε πρωθυπουργός έστειλε ένα ξεκάθαρο μήνυμα για τις κόκκινες γραμμές της χώρας. Το ταξίδι του Κάρολου Παπούλια για διαβουλεύσεις στη Βουλγαρία και το κλείσιμο της αμερικανικής βάσης στη Νέα Μάκρη προκάλεσαν ανησυχίες στην Ουάσιγκτον για ρήγμα εντός του ΝΑΤΟ. Επιπλέον, η πιθανή δημιουργία ενός στρατιωτικού άξονα μεταξύ Αθήνας και Σόφιας ανέτρεψε τους σχεδιασμούς της Αγκυρας. Τέλος, το μονοπώλιο της κρατικής τηλεόρασης επέτρεψε στην πολιτική ηγεσία να αποφύγει τις διαρροές και να συσπειρώσει την ελληνική κοινή γνώμη.

Αντιθέτως, τίποτα δεν πήγε καλά στην κρίση των Ιμίων για επίσης τέσσερις λόγους. Μετά την αποχώρηση του Ανδρέα Παπανδρέου από την πρωθυπουργία, η ενδοκομματική σύγκρουση δημιούργησε ένα κλίμα καχυποψίας. Σημαίνοντα μέλη της κυβέρνησης ακολούθησαν προσωπικές στρατηγικές. Ταυτόχρονα, η παντοδυναμία των ΗΠΑ στο διεθνές σύστημα μείωσε δραματικά τα περιθώρια ελιγμών της ελληνικής πλευράς. Η αμερικανική κυβέρνηση λειτούργησε περισσότερο ως ουδέτερος διαμεσολαβητής παρά ως υπέρμαχος των ελληνικών θέσεων. Η επικοινωνιακή διαχείριση της κρίσης ήταν προβληματική από όλες τις απόψεις. Τα ιδιωτικά ΜΜΕ έσπειραν τον πανικό στους πολίτες και αποσυντόνισαν τους λήπτες αποφάσεων.

Σημειώνεται ότι, και στις δύο περιπτώσεις, η ελληνική πλευρά επεδίωξε τη στρατιωτική κλιμάκωση. H αποφασιστικότητα της Αθήνας στην κρίση του 1987 αιφνιδίασε τον αντίπαλο· για παράδειγμα, η εκκένωση πληθυσμού από τον Βόρειο Εβρο, η μετακίνηση στρατευμάτων προς τα ελληνοτουρκικά σύνορα και η μερική επιστράτευση σε νησιά του Ανατολικού Αιγαίου έδειχναν ότι η Ελλάδα προετοιμαζόταν σοβαρά για πόλεμο. Η κινητοποίηση των Ενόπλων Δυνάμεων κρίνεται γενικά ως ικανοποιητική στα Ιμια, αλλά παρουσιάστηκαν ελλείψεις και αδυναμίες. Στο σύνθετο αρχιπελαγικό περιβάλλον, η επιτυχημένη διεξαγωγή ειδικών επιχειρήσεων για την ανακατάληψη βραχονησίδων απαιτεί μεγάλη ταχυκινησία και άριστη πληροφόρηση. Η απουσία αυτών των δύο στοιχείων υπονόμευσε την ελληνική επιχείρηση προστασίας των Ιμίων.

Σε κάθε περίπτωση, προκύπτουν δύο εύλογα ερωτήματα που χρήζουν άμεσων απαντήσεων. Το πρώτο αφορά τα χαρακτηριστικά της επόμενης ελληνοτουρκικής κρίσης. Σήμερα η τουρκική στρατηγική έχει υιοθετήσει ορισμένα υβριδικά στοιχεία που την καθιστούν πιο επικίνδυνη από ποτέ. Η χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών μπορεί να αποκρύψει την ταυτότητα του επιτιθέμενου και να δημιουργήσει σύγχυση στον αμυνόμενο. Το ίδιο συμβαίνει και με τη δράση ιδιωτικών εταιρειών μισθοφόρων. Η εργαλειοποίηση των μεταναστευτικών ροών δημιουργεί ένα σοβαρό πρόβλημα ασφάλειας στην ελληνική πλευρά που καταπονεί τις Ενοπλες Δυνάμεις. Με άλλα λόγια, η επόμενη κρίση που θα προκύψει μπορεί να εμπλέξει μη κρατικούς δρώντες ή αυτόνομες πλατφόρμες τελευταίας τεχνολογίας που δεν είμαστε ακόμα σε θέση να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά.

Το δεύτερο ερώτημα αφορά τον ορισμό της νίκης και της ήττας. Η επιστροφή του «Σισμίκ» στα τουρκικά χωρικά ύδατα θεωρήθηκε νίκη της Ελλάδας, ενώ η προσωρινή κατάληψη των δυτικών Ιμίων αντιμετωπίστηκε ως ήττα. Εντούτοις, οι πολιτικές ηγεσίες αντέδρασαν με το ίδιο τρόπο στη μετά την κρίση περίοδο. Προσπάθησαν να έρθουν σε συνεννόηση με την τουρκική κυβέρνηση για να μειωθεί η στρατιωτική ένταση και να εξομαλυνθούν οι διμερείς σχέσεις. Η συνάντηση στο Νταβός το 1988 και το ανακοινωθέν της Μαδρίτης το 1997 συνιστούσαν μια απέλπιδα προσπάθεια της ελληνικής πλευράς να ενισχύσει την ασφάλεια και την ειρήνη στην περιοχή. Πλέον, όμως, μνημονεύονται από σχεδόν όλους ως τεκμήρια υποχωρητικότητας και αφελών προσδοκιών.

Εξάλλου, στην ομιλία του προς το υπουργικό συμβούλιο στα τέλη Μαρτίου του 1987, ο ίδιος ο Ανδρέας Παπανδρέου περιέγραψε με σαφήνεια τα όρια μιας πιθανής διαπραγμάτευσης για την ελληνική πλευρά: «Εμείς έχουμε καλέσει την Τουρκία σε αποδοχή της πρότασής μας να πάμε στη Χάγη για την υφαλοκρηπίδα. Πολιτικό διάλογο με την Τουρκία για άλλα θέματα δεν είναι δυνατόν να κάνουμε γιατί αφορούν αποκλειστικά το ποια κυριαρχικά δικαιώματα η Ελλάδα θα παραχωρήσει στην Τουρκία. Αυτό δεν λέγεται διάλογος, αυτό είναι μήνυμα προς ηττημένο. Ούτε είναι ηττημένη η Ελλάδα ούτε πρόκειται να είναι ηττημένη η Ελλάδα». Δεν υπάρχουν νίκες χωρίς μάχες και μάχες χωρίς θυσίες.

* Ο κ. Μάνος Καραγιάννης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Αμυντικών Σπουδών του King’s College London και στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

Πηγή 

Η κρίση των Ιμίων, παθολογίες, συμπεράσματα και η Αιγιαλίτιδα ζώνη.

 Του Π. Ήφαιστου

Το 1995-96 ήταν κομβική στιγμή. Αντί εφαρμογής των προνοιών του διεθνούς δικαίου για την επικράτειά μας που θα δημιουργούσε αφετηρία ανοδικής τροχιάς άρχισε ο κατήφορος. Αυτό συνέβη για τρεις λόγους: Πρώτον, διότι δεν προηγήθηκαν συναλλαγές με τις ηγεμονικές δυνάμεις για άρση αμφιβολιών και αμφιταλαντεύσεων. Δεύτερον, διότι κατευνάσαμε την Τουρκία με αποτέλεσμα όλοι να θεωρήσουν τα ελληνικά συμφέροντα αναλώσιμα. Τρίτον, διότι η ισχύς των Ενόπλων Δυνάμεων δεν χρησιμοποιήθηκε σωστά από την πολιτική ηγεσία για να αποτραπεί η τουρκική επιθετικότητα.

Η πολιτική ηγεσία περιφρόνησε την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων, παρά το γεγονός ότι η ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων –εμφορούμενη από δημοκρατικές πεποιθήσεις– σωστά θεωρούσε ότι η πολιτική ηγεσία έχει το πρόσταγμα. Η ελληνική κυβέρνηση έκανε συναλλαγές ερήμην της στρατιωτικής ηγεσίας και όσον αφορά τη σχέση πολέμου-πολιτικής λειτούργησε κυριολεκτικά με παρωχημένους όρους που δεν ισχύουν σε κανένα κράτος.

 

Πρώτον, καλό είναι να υπογραμμιστεί ότι η κρίση των Ιμίων δεν ξέσπασε ξαφνικά. Όταν ήδη από το 1994-95 το δίκαιο της θάλασσας επικυρώθηκε από τον αναγκαίο αριθμό κρατών η Ελλάδα μπορούσε να εφαρμόσει δεόντως τις πρόνοιες και τις διατάξεις που αφορούν τα κυριαρχικά δικαιώματά μας. Όχι μόνο δεν πήρε μια τέτοια απόφαση αλλά επιπλέον το παράνομο εάν όχι και θρασύδειλο casus belli της Τσιλέρ καθήλωσε την Ελληνική πολιτική εξουσία μέχρι και σήμερα.

Όσον δε αφορά τις στάσεις των μεγάλων δυνάμεων, ιδιαίτερα των ΗΠΑ, η Ελλάδα πριν το 1996 αλλά και σήμερα θα μπορούσε να κάνει διπλωματικούς χειρισμούς και συναλλαγές συμφερόντων. Όπως γνωρίζουμε σήμερα, η τότε ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων πληροφόρησε το υπουργείο Εξωτερικών για τις θέσεις των Αμερικανών:

«Οι Αμερικανοί προβάλλουν το επιχείρημα ότι η επέκταση των χωρικών μας υδάτων θα επηρεάσει αρνητικά τις αμερικανικές ναυτικές επιχειρήσεις, διότι η Ελλάδα αρνείται να δεχθεί όλα τα σχηματιζόμενα στενά ως υπαγόμενα στο καθεστώς Free Transit Passage και θα διατηρηθεί σε ισχύ το καθεστώς της αβλαβούς διελεύσεως. Τι θα σημαίνει αυτό για τους Αμερικανούς; Πρώτον, τα αμερικανικά υποβρύχια θα πλέουν εν επιφάνεια στα στενά που δεν χαρακτηρίζονται ως διεθνή. Δεύτερον, στα αμερικανικά αεροσκάφη θα απαγορεύεται υπερπτήση πάνω από τα στενά αυτά και έτσι θα υποχρεώνονται να ζητούν τη συγκατάθεση της Αθήνας… έλαβα γνώση αμερικανικών οδηγιών προς τα υποβρύχιά τους, με τις οποίες προσδιόριζαν συγκεκριμένα πέντε στενά στο Αιγαίο ως “στενά ελεύθερης διέλευσης”».

Το Γενικό Επιτελείο εισηγήθηκε στο υπουργείο Εξωτερικών την εκ μέρους της Ελλάδας διακήρυξη αυτών των πέντε στενών ως “διεθνών στενών” με το διπλό επιχείρημα ότι ήταν σύμφωνο με την ελληνική επιφύλαξη στη Σύμβαση του 1982 και δεν δημιουργούσε αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ. Το υπουργείο Εξωτερικών διαφώνησε για τους δικούς του λόγους.

Ίμια και τραγελαφικές επιλογές Σημίτη

Δεύτερον, πριν την κρίση των Ιμίων είχαμε και άλλα επεισόδια που είχαν προαναγγείλει τα επιθετικά σχέδια της Τουρκίας με σκοπό τη δημιουργία τετελεσμένων. Εν τούτοις, η πολιτική ηγεσία δεν πήρε την πρωτοβουλία:

  • για πολιτική συναίνεση αντιμετώπισης της τουρκικής επιθετικότητας.
  • για επιτελική οργάνωση που θα προσδιόριζε εναλλακτικές αποτρεπτικές αποφάσεις.
  • για επιτελικά σχέδια ελέγχου της κλιμάκωσης εάν οι Τούρκοι όπως έγιναν επιχειρούσαν τετελεσμένα.
  • επιτελικά σχέδια επικράτησης εάν η Τουρκία τολμούσε να κλιμακώσει σε γενικό πόλεμο.

 

Είναι χαρακτηριστικό τι συνέβη. Όταν άρχισε η κρίση το 1996, η πολιτική ηγεσία κρατούσε την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων σε απόσταση από συσκέψεις, ενώ προχώρησε με καταιγιστικούς ρυθμούς στην λήψη κατευναστικών στάσεων και αποφάσεων. Μάλιστα, για να δοθεί η εντύπωση πως “δεν τρέχει τίποτα” υπουργοί με κύρια αρμοδιότητα έτρεχαν στις τηλεοράσεις, ενώ ο πρωθυπουργός κάλεσε τον αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων στο γραφείο του για να μην προκαλέσει υποψίες για δικά μας σχέδια αντίδρασης. Την ίδια στιγμή, μέλη της κυβέρνησης που βρίσκονταν σε διαφορετικά μέρη μιλούσαν με Αμερικανούς την στιγμή που οι τελευταίοι βρίσκονταν στην ίδια δική τους αίθουσα κρίσεων.

Τουτέστιν, αντί η πολιτική ηγεσία στο σύνολό της, μαζί με την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων να βρίσκονται στην αίθουσα επιχειρήσεων του υπουργείου Άμυνας για να τα ακούν όλα, να ενημερώνονται με πληροφορίες των υπηρεσιών μας, να ανταλλάσσουν απόψεις για την βέλτιστη στάση και από κοινού να υιοθετούν την βέλτιστη απόφαση, το κράτος λειτούργησε, κυριολεκτικά, ως σκορποχώρι.

Ασφαλώς, και επειδή οι μετά την Χούντα αξιωματικοί των Ενόπλων Δυνάμεων είναι δημοκρατικά εμποτισμένοι δεν αποφάσισαν πόλεμο μόνοι τους. Σχετικές μεταγενέστερες τοποθετήσεις του τότε αρχηγού ΓΕΕΘΑ όσον αφορά τις σχέσεις πολιτικής και στρατιωτικής εξουσίας και πολέμου-πολιτικής είναι παραδειγματικές, εξ ου και τις σχολιάσαμε δεόντως.

Κρατικά επιτελεία και πολιτική συναίνεση

Τρίτον, πριν την κρίση του 1996, κατά την διάρκεια της κρίσης αλλά και μετά την κρίση η Ελλάδα παράλειψε να πληροφορήσει τα άλλα κράτη και ιδιαίτερα τους συμμάχους της ότι είναι απόλυτα τεκμηριωμένο το γεγονός ότι οι νήσοι των Ιμίων ανήκουν στην ελληνική επικράτεια.  Υπενθυμίζεται ότι ακόμη και η Ιταλία έκανε μια τέτοια παρέμβαση προς τους Αμερικανούς λέγοντας στον πρέσβη στην Ρώμη ότι: «η θέση της Ιταλίας ήταν ότι τα Ίμια είχαν εκχωρηθεί από τη Ρώμη στην Αθήνα και η Ελλάδα έχει δίκιο».

Είναι να απορεί και να ανησυχεί κανείς για το γεγονός ότι ένα τέταρτο του αιώνα μετά την κρίση των Ιμίων τα παθήματα δεν έγιναν μαθήματα. Η Ελλάδα συνεχίζει να είναι καθηλωμένη στον πάτο όπου την έριξε η ανικανότητα της τότε πολιτικής ηγεσίας. Απουσιάζουν κρατικά επιτελεία, η πολιτική συναίνεση είναι ελλειμματική ή προσχηματική, οι πλείστοι συνεχίζουν να εμφορούνται από παρωχημένες αντιλήψεις για το φαινόμενο του πολέμου και την αποτρεπτική στρατηγική προετοιμασία, ενώ τον κατευνασμό τον έχουν ως πρώτη εάν όχι μοναδική επιλογή.

Το κράτος συνεχίζει να επηρεάζεται από βεβαρημένα (όσον αφορά την εθνική στρατηγική) εξωπολιτικά ιδρύματα ή άτομα και ασφαλώς η πολιτική εξουσία αντί συναλλαγές με τις μεγάλες δυνάμεις ιδιαίτερα τις συμμαχικές συνεχίζει να τα δίνει όλα και να παίρνει μόνο λόγια ή σχέδια. Σχέδια τα οποία εάν εμείς εκμηδενιστούμε οι άλλοι –είτε ο Ερντογάν είναι στην εξουσία στην Άγκυρα είτε κάποιος άλλος– με ευκολία θα καταστήσουν την Τουρκία συνεταίρο εις βάρος των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Ουσιαστικά βρισκόμαστε στο σημείο μηδέν. Ταυτόχρονα από άποψη της αναγκαίας και μη εξαιρετέας σοβαρότητας του κράτους και της πολιτικής του ηγεσίας, είναι εξοργιστικό το γεγονός πως διάφορες περίεργες “συσκέψεις” εξ αντικειμένου υποκαθιστούν τα ανύπαρκτα κρατικά επιτελεία. Όσον αφορά τη “Χάγη”, ήδη είναι η μεταμφίεση αποφάσεων που θα οδηγήσουν όχι στην άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων που προβλέπει το διεθνές δίκαιο αλλά σε μια διελκυστίνδα συζητήσεων για το πώς η νεοοθωμανική Τουρκία θα κυριαρχήσει στρατηγικά και από κάθε άλλη άποψη επί της Ελλάδας και της Κύπρου.

Πηγή 

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2021

Η μεταμοντέρνα αποικία γιορτάζει τα 200 χρόνια από την Επανάσταση!

 Αρθρογράφος:

Ασημακόπουλος Βασίλης

 

«Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ’ ευχήν στην Αποικία δεν μεν’ η ελαχίστη αμφιβολία», αρχίζει ο Καβάφης την "Εν μεγάλη Ελληνική αποικία, 200 π.Χ.". Και μάλλον αποτελεί κοινό τόπο. Το "σύστημα-χώρα" κινείται υφιστάμενο και ετεροκαθορίζομενο, ιδίως στο επίπεδο της άρχουσας κοινωνικής, πολιτικής και διανοητικής ελίτ.

Αποτυπώνει σημεία της καχεξίας του αστικού στοιχείου στη νεοελληνική κοινωνία και ιδεολογία, όπως τα αναλύει ο Παναγιώτης Κονδύλης στην ελληνική εισαγωγή του βιβλίου του "Η Παρακμή του Αστικού Πολιτισμού" (Θεμέλιο), σε μια μεταβατική στιγμή της εξέλιξης του προβληματισμού του σπουδαίου αυτού στοχαστή, όπως επισημαίνει ο Γιώργος Καραμπελιάς στο βιβλίο του "Παναγιώτης Κονδύλης: Μια διαδρομή" ( Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2018).

Σε εθνικούς κοινωνικούς σχηματισμούς, κυρίαρχους-κυριαρχούμενους, όπως ο ελληνικός, με έντονους κινητοποιητικούς μύθους, λέξεις, σύμβολα, φαντασιακές θεσμίσεις, προϊόντα συλλογικής αυτοκατανόησης ενός επώδυνου εθνικού και κοινωνικού γίγνεσθαι, κρίσιμο στοιχείο είναι ο πολιτισμός, η ιστορία του και η αίσθηση της ιδιομορφίας του, μέσα στη διεθνική κίνηση.

Για αυτό η διαχείριση και η νοηματοδότηση αυτών, σε μια εποχή μεγάλης κινητικότητας και επανακαθορισμού σχέσεων και ταυτοτήτων, βρίσκονται στο επίκεντρο της διαπάλης "των πάνω" με "τους κάτω". Ας δούμε μερικές εκδηλώσεις-στιγμές αυτής της κατάστασης από την επικαιρότητα, της τάσης επαναθεώρησης της ιστορίας "από τα πάνω", γεγονότων και ερμηνειών.

Τα μηνύματα της σημερινής Προέδρου

Η παρουσία της Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας, στην τηλεοπτικά άρτια σκηνοθετημένη εκδήλωση της πρεσβείας των ΗΠΑ στην Αρχαία Αγορά και με αφορμή την ορκωμοσία της νέας αμερικανικής διοίκησης και με αναφορές στα 200 χρόνια από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, παρέχει από μόνη της σαφή μηνύματα.

Έχει καταγραφεί στη μνήμη των πολιτών αυτής της χώρας η ιστορικού χαρακτήρα συνάντηση των Κωστή Στεφανόπουλου και Μπιλ Κλίντον στην Αθήνα τον Νοέμβρη του 1999, με τον ελληνικό λαό μαζικά να διαδηλώνει στους δρόμους. Η σύγκριση αφορά και το περιεχόμενο των επίσημων λόγων του 1999 και του 2021. Με δεδομένους τους συσχετισμούς, ο Στεφανόπουλος είχε μιλήσει με πνεύμα εθνικής αυτοπεποίθησης, αίσθηση της ιστορικότητας και της αλήθειας, ενώ η Αικατερίνη Σακελλαροπούλου μίλησε με όρους υπαγωγής.

Ειδικότερα για το θέμα της ειδικότητας της, της δυνατότητας δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, κατά την ομιλία της παρέπεμψε στην πράγματι ιστορική απόφαση για το ζήτημα αυτό, του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ "Marbury Vs Madison" (Supreme Court, 1803) «και την ακολουθεί από τις απαρχές της η ελληνική έννομη τάξη» όπως τόνισε η Πρόεδρος. Αυτό δεν είναι ιστορικά ακριβές. Η πορεία της ελληνικής έννομης τάξης στο συγκεκριμένο ζήτημα υπήρξε διαφορετική.

Κατά τα πρώτα 60 και πλέον χρόνια της ελληνικής έννομης τάξης, νοούμενης στο πλαίσιο του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, δεν υπήρχε δυνατότητα δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων. Τόσο η νομολογία των δικαστηρίων, όσο και η θεωρία (Νικόλαος Ι. Σαρίπολος, Παύλος Καλλιγάς) ήταν αντίθετες, ή περιορίζονταν στον έλεγχο των εξωτερικών-τυπικών χαρακτηριστικών των νόμων.

Η ιστορική αγόρευση του Δημοσθένη Τζιβανόπουλου

Η ανατροπή αυτής της παγιωμένης αρχής, δηλαδή του μη δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, υπέρ ουσιαστικά του ισχύοντος μέχρι και σήμερα συστήματος διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων από τα δικαστήρια (και όχι Συνταγματικού Δικαστηρίου), έγινε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, τον "μυθικό" Δημοσθένη Τζιβανόπουλο, (αγόρευση στην υπ’ αριθ. 169/1893 απόφαση Αρείου Πάγου).

Είχε προηγηθεί στην ίδια κατεύθυνση η υπ’ αριθ. 6664/1892 απόφαση Πρωτοδικείου Αθηνών. Θα περάσει ακολούθως στη θεωρία του Συνταγματικού Δικαίου (Ιωάννης Αραβαντινός, Νικόλαος Ν. Σαρίπολος, Αλέξανδρος Σβώλος) και στο Σύνταγμα του 1927, ενώ το Συμβούλιο Επικρατείας, με τη σύγχρονη μορφή του, θα συγκροτηθεί το 1929.

Ο Τζιβανόπουλος, από την Βαμβακού Λακωνίας, η οικογένεια του οποίου (όπως διάβασα) ξεκληρίστηκε στην Κατοχή από τους Γερμανούς και τους ντόπιους συνεργάτες τους, με τον ίδιο να είχε αποβιώσει το 1921 και την προτομή του να βρίσκεται στην είσοδο του Δικαστικού Μεγάρου Σπάρτης, στην ιστορική αγόρευσή του (το 1893) παραπέμπει στην αντίστοιχη εξέλιξη της γαλλικής έννομης τάξης και όχι της αμερικανικής, χωρίς καθόλου να αποκλείεται να την γνώριζε και εκείνην (Γιάννης Δρόσος "Δοκίμιο Ελληνικής Συνταγματικής Θεωρίας" Αντώνιος Ν. Σάκκουλας, 1996). Συνεπώς είναι διαφορετικές οι διαδρομές και σχέσεις, από μία κατασκευή που προτείνεται "από τα πάνω".

Η Πρόεδρος της Δημοκρατίας στην ομιλία της απήγγειλε και την 22η στροφή του "Ύμνου εις την Ελευθερίαν": «Γκαρδιακὰ χαροποιήθει καὶ τοῦ Βάσιγκτον ἡ γῆ, καὶ τὰ σίδερα ἐνθυμήθει ποὺ τὴν ἔδεναν κι αὐτή». Πράγματι στο κορυφαίο ποίημα του Σολωμού καταγράφεται και ο δυισμός εκείνη την εποχή (1823) απέναντι στο ελληνικό ζήτημα, η συμπάθεια της φιλελεύθερης- δημοκρατικής μερίδας της κοινής γνώμης, που έγινε και ενεργός συμπαράσταση σε αρκετές περιπτώσεις, αλλά και δισταγμός, ταλάντευση ή εχθρότητα από τους επίσημους θεσμούς.

Χαρακτηριστική της αμφιθυμίας και του δυισμού, είναι οι ΗΠΑ εκείνης της περιόδου: Θετική αποδοχή της Ελληνικής Επανάστασης από τον αμερικάνικο λαό, διαγραφή όμως της αναφοράς περί ήδη δημιουργηθείσας κυρίαρχης ελληνικής επικράτειας και αποστολής πρεσβευτή στο προσχέδιο Διαγγέλματος προς το Κογκρέσο του προέδρου Μονρόε (1823), με πρωτοβουλία του Υπουργού Εξωτερικών Άνταμς. Από το 1823-4 και μετά εκδηλώνεται η επίσημη σταδιακή θετική διαφοροποίηση της Αγγλίας (Κάνιγκ) και της Ρωσίας απέναντι στο ελληνικό ζήτημα, λόγω των νικών των επαναστατημένων Ελλήνων και στο πλαίσιο του μεταξύ τους διεθνοπολιτικού ανταγωνισμού.

Η αμφιλεγόμενη οπτική του ιστορικού Μπίτον

Έχει ενδιαφέρον ότι ο διεθνοπολιτικός ανταγωνισμός της εποχής της Επανάστασης, συνεχίζει με διάφορες μορφές 200 χρόνια μετά, στη συζήτηση για την Επανάσταση. Σε πρόσφατο άρθρο του Ρόντρικ Μπίτον στην Καθημερινή με τίτλο "Τι γιορτάζουμε;", στο οποίο ασκήθηκε κριτική ιδίως στο θέμα της υποβάθμισης του αγώνα του ελληνικού λαού και της ιστορικής του συνέχειας, ενώ εστιάζει στη διεθνοπολιτική διάσταση της Επανάστασης, παραλείπει οποιαδήποτε αναφορά στο καταλυτικής σημασίας για την εξέλιξη του ελληνικού ζητήματος γεγονός του ρωσοτουρκικού πολέμου 1828-9.

Είναι δηλωτικό ότι αφετηριακά από την σύσταση της κρατικής Επιτροπής "Ελλάδα 2021" αποκλείστηκαν κατά τρόπο ανιστόρητο, αλλά και αντιεπιστημονικό τόσο η γαλλική, όσο και η ρωσική σχολή-οπτική, τουλάχιστον ως συμμετοχές, την ίδια στιγμή που διακηρυσσόταν η ανάγκη μιας "διεθνοποιημένης" προσέγγισης. Η οπτική του ελληνιστή καθηγητή Ρόντρικ Μπίτον είναι σημαντική, καθώς το βιβλίο του "Ελλάδα: Βιογραφία ενός σύγχρονου έθνους" (Πατάκη, 2019) επιλέγεται στην εικόνα δημοσίων εμφανίσεων της Προέδρου της Δημοκρατίας, του Πρωθυπουργού, ενώ ο ίδιος είναι μέλος του "Ελλάδα 2021".

Η εισαγωγή με τίτλο «το έθνος και οι πρόγονοί του» στο συγκεκριμένο βιβλίο είναι χαρακτηριστική μιας αμηχανίας σχετικά με το ζήτημα της συνέχειας του έθνους, όπως προκύπτει από την ταλάντευσή του ανάμεσα στο σχήμα του μοντερνισμού και του εθνοσυμβολισμού για το εθνικό φαινόμενο, δηλώνοντας πλησιέστερα στο δεύτερο. Επιλέγει να αναφερθεί στην έννοια της βίωσης, του συναισθήματος, της αίσθησης ιστορικής συγγένειας με διάθεση σεβασμού, σε μια κατεύθυνση ποιοτικής και όχι ποσοτικής μεθόδου με όρους κοινωνικής έρευνας.

Έχουν σημασία στην εισαγωγή τρεις αναφορές σχετικές με το ζήτημα της ιδιομορφίας του ελληνικού έθνους, σύμφωνα με τον Μπίτον: Στον λόγο-πολιτική κατεύθυνση της Μελίνας Μερκούρη ως Υπουργού Πολιτισμού, στην έκφραση της δημόσιας συγγνώμης του Πάπα Ιωάννη-Παύλου Β΄ το 2004, με αφορμή τη συμπλήρωση 800 χρόνων από την Δ΄ Σταυροφορία και την Άλωση της Πόλης, στη γνωστή αναφορά του αναλυτή Σάμιουελ Χάντιγκτον στο περίφημο έργο του "Η Σύγκρουση των πολιτισμών "(1996).

Προσεγγίσεις εκτός θέματος και εποχής

Ο Χάντιγκτον ειδικότερα γράφει πως «η Ελλάδα δεν είναι τμήμα του δυτικού πολιτισμού, αλλά ήταν η κοιτίδα του κλασικού πολιτισμού, ο οποίος ήταν σημαντική πηγή του δυτικού πολιτισμού», με τη συμπλήρωση και επαναδιατύπωση από την πλευρά του Μπίτον ότι η Ελλάδα δεν ανήκει μόνο στη Δύση και η ότι Δύση και Ανατολή στην εσωτερικευμένη διττή ταυτότητα της Ελλάδας δεν είναι αλληλοαποκλειόμενα «αλλά τόσο/όσο και» όπως χαρακτηριστικά αναφέρει.

Αυτή τη λεπτή προσέγγιση του Μπίτον που εκδηλώνεται ως αμηχανία ως προς το θέμα της ιστορικής συνέχειας του έθνους, τουλάχιστον στην εισαγωγή του βιβλίου, απουσιάζει από την επίσημη ελληνική διανόηση που μεταφέρει το σχήμα του μοντερνισμού για το εθνικό φαινόμενο, υποστηρίζοντας με απολυτότητα ότι το ελληνικό έθνος δημιουργήθηκε πρώτα τον 19ο αιώνα.

Συστηματική κριτική στη θέση αυτή, ως περισσότερο ιδεολογική, λιγότερο επιστημονική και σε κάθε περίπτωση ακατάλληλη για την ελληνική περίπτωση ασκείται στο τεύχος 76-78/2021 του περιοδικού Τετράδια : "Αφιέρωμα στα 200 χρόνια από την Εθνικοαπελευθερωτική Επανάσταση του 1821" και ειδικότερα στα άρθρα του Βασίλειου Φούσκα "Μοντερνισμός, εθνοσυμβολισμός και το 1821" και του Βασίλη Ασημακόπουλου "Το εθνικό φαινόμενο και η δύναμη της Ιστορίας". 200 χρόνια, λοιπόν, από την έναρξη του αγώνα για την Παλιγγενεσία, δεν έχουμε ανάγκη από προσεγγίσεις κανονικοποίησης και θεωρητικοποίησης μιας μεταμοντέρνας αποικίας.

Προσεγγίσεις που αρνούνται την ιδιομορφία μέσα στην κίνηση της ιστορίας, που ενοχοποιούν το εθνικό-δημοκρατικό-κοινωνικό αίσθημα, χαρακτηρίζοντας τη μαζική αδιαμεσολάβητη παρέμβαση του λαϊκού παράγοντα ως "όχλο", είτε αναφέρονται στην πάλη ενάντια στα Μνημόνια (2010-2012), είτε στα συλλαλητήρια για το Μακεδονικό (2018-2019), είναι εκτός θέματος και εποχής. «Και τέλος πάντων, να, τραβούμ’ εμπρός», όπως λέει ο Κωνσταντίνος Καβάφης, ολοκληρώνοντας την "Εν μεγάλη Ελληνική αποικία, 200 π.Χ.".

Πηγή 

 

 

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2021

Ο α-εθνικός δικαιωματισμός της κυρίας Προέδρου

 Του Βασίλη Ασημακόπουλου

 

Με τη νέα χρονιά, που έχει έναν έντονο συμβολισμό για εμάς τους Έλληνες λόγω της συμπλήρωσης των 200 χρόνων από την έναρξη της Επανάστασης του 1821, η Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, Κατερίνα Σακελλαροπούλου, αρθρογράφησε στην Εφημερίδα των Συντακτών. Δεν θα μείνουμε σε ένα ζήτημα που ήδη έχει θιγεί στον δημόσιο λόγο, για το αν εν ενεργεία Πρόεδρος της Δημοκρατίας, πρέπει να αρθρογραφεί σε μια εφημερίδα, ή αν η γραπτή παρέμβαση πρέπει να στέλνεται σε όλες τις εφημερίδες, αν και φρονούμε ότι είναι ορθότερο το δεύτερο.

Το άρθρο, όμως, έχει ενδιαφέροντα σημεία που αποτυπώνουν ταυτοτικά χαρακτηριστικά των προσεγγίσεων της κας Σακελλαροπούλου, αλλά και κατευθύνσεων που συμπυκνώνονται στον κορυφαίο πολιτειακό θεσμό της Ελληνικής Δημοκρατίας. Πριν από έναν περίπου χρόνο και εν όψει της εκλογής της, κατόπιν της σχετικής πρότασης του Πρωθυπουργού, είχαμε επιχειρήσει να αποτυπώσουμε στο SLpress ορισμένα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης πρότασης-υποψηφιότητας και της λογικής που αυτή εμπεριέχει.

Ολοκληρώνοντας το άρθρο και χρησιμοποιώντας την αναλυτική έννοια της "εστίας ενιαίου κόμματος" του Νίκου Πουλαντζά, τονίζοντας την κατίσχυση του πόλου της εξάρτησης έναντι του πόλου της ανεξαρτησίας, σημειώναμε: «Η μεταμνημονιακή "κεντρώα" κανονικότητα, πράγματι, στο συμβολικό επίπεδο, στο κορυφαίο πολιτειακό αξίωμα, απαιτεί ένα πρόσωπο εκσυγχρονιστικής προέλευσης, της μετά το 1996 κεντροαριστεράς, χωρίς ταλαντεύσεις. Άλλωστε αυτός είναι ο σκληρός ιδεολογικο-πολιτικός και οργανωτικός πυρήνας της εγχώριας εστίας ενιαίου κόμματος.

»Η επερχόμενη Πρόεδρος της Δημοκρατίας, διαπρεπής και εξαιρετικά καταρτισμένη νομικός, όπως άλλωστε και ο προκάτοχός της, με την έμπρακτη στάση και τοποθέτησή της σε όλα τα κρίσιμα ζητήματα που τέθηκαν ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας κατά την μνημονιακή περίοδο, πληροί τα κριτήρια και δείχνει να απολαμβάνει μιας ευρύτερης διακομματικής αποδοχής. Αποτυπώνει σε κορυφαίο επίπεδο τις ισορροπίες, τις προτεραιότητες και τις ιεραρχήσεις του σημερινού συστήματος εξουσίας, της εστίας "ενιαίου κόμματος" στις σύγχρονες συνθήκες».

Η απουσία του 1821 και η "τυραννία της πλειοψηφίας"

Και πράγματι η Πρόεδρος με την παρέμβασή της αποτυπώνει αυτήν τη διακομματική ισορροπία, που είναι η κατεύθυνση της πολιτικο-κοινωνικής ελίτ της χώρας και του κράτους, της εστίας ενιαίου κόμματος, που εσωτερικεύει-συναρθρώνει τον κυρίαρχο, ίσως και ηγεμονικό, πόλο της εξάρτησης. Παρότι στην πρώτη της γραπτή παρέμβαση τη νέα χρονιά, που αποτελεί ορόσημο λόγω της συμπλήρωσης των 200 χρόνων από την έναρξη του αγώνα για την Παλιγγενεσία, επιλέγει να μην αναφερθεί σ’ αυτό το γεγονός. Δια παραλείψεως. Όπως γράφει ο μεγάλος Αλεξανδρινός «Είναι κι αυτή μια στάσις. Νιώθεται». Από τα παραλειπόμενα, περνάμε στα λεχθέντα.

Η Πρόεδρος της Δημοκρατίας ξεκινά την παρέμβασή της με μία ιστορική αναφορά-αναδρομή στη σχέση δημοκρατίας-δικαιωμάτων, ανάγοντας την μεταπολεμική περιεκτική αντίληψη για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου, στην εμπειρία των δύο παγκοσμίων πολέμων και τη ναζιστική θηριωδία. Με αυτόν τον τρόπο, ορθά, θωρακίζει τις μειοψηφίες απέναντι στην "τυραννία της πλειοψηφίας". Με το σχήμα "τυραννία της πλειοψηφίας", όμως, προβαίνει σ’ έναν άρρητο ιστορικό ετεροχρονισμό, ο οποίος δεν είναι αθώος, αλλά απορρέει από συγκεκριμένη θεωρία, που αποτυπώνει πολιτικό σχέδιο.

Η έννοια "τυραννία της πλειοψηφίας" δεν έχει σχέση με το μεταπολεμικό κράτος δικαίου, που πράγματι υλοποίησε στην πράξη και θεσμοποίησε και στο ανώτατο συνταγματικό επίπεδο των (δυτικών) εθνών-κρατών το σύνολο των δικαιωμάτων (ατομικά, πολιτικά, κοινωνικά). Το μεταπολεμικό κράτος δικαίου, στο οποίο αναφέρεται η Πρόεδρος της Δημοκρατίας και αφορά την εμπειρία της δυτικής Ευρώπης είναι το κοινωνικό κράτος δικαίου, με την καθολική ή κορπορατίστικη μορφή του (κατά Esping-Andersen).

Πρόκειται για τον δυναμικό συμβιβασμό μεταξύ καπιταλισμού-δημοκρατίας και των μεγάλων πολιτικών σχηματισμών (σοσιαλδημοκρατίας-χριστιανοδημοκρατίας) από τα μέσα της δεκαετίας του 1940, μέχρι τα μέσα-τέλη της δεκαετίας του 1970. Στο ρυθμιστικό αυτό πλαίσιο λειτούργησε η δικαστική εξουσία ως εγγυητική δύναμη έμπρακτης προστασίας των ατομικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, των πολιτών στις μεταξύ τους σχέσεις και έναντι του κράτους, των μειοψηφιών-μειονοτήτων κλπ.

Πως εννοεί η Πρόεδρος την "τυραννία της πλειοψηφίας"

Η έννοια "τυραννία της πλειοψηφίας", κλασικό σχήμα της Πολιτικής Επιστήμης, έχει διαφορετική γενεαλογία. Αναφέρεται από τον Γάλλο Αλέξις ντε Τοκβίλ στο σύγγραμμά του "Η Δημοκρατία στην Αμερική" στα μέσα του 19ου αιώνα. Ο Τοκβίλ είναι πολύ επιφυλακτικός απέναντι στην τότε είσοδο των μαζών στον πολιτικό ανταγωνισμό, ιδίως με τη διεκδίκηση του καθολικού δικαιώματος ψήφου.

Θεωρούσε ότι οι μάζες έχουν μια ροπή προς την ισότητα σε βάρος της ελευθερίας, την εξισωτική υποτέλεια, όπως αναφέρει, ή την "ανελεύθερη δημοκρατία" σύμφωνα με την ορολογία που υιοθετεί η Πρόεδρος. Ο Τοκβίλ, δηλαδή, λόγω καταγωγής και χώρα προέλευσης, αλλά και υποδοχής, με το σχήμα της "τυραννίας της πλειοψηφίας" που ουσιαστικά εισάγει, τοποθετείται από σκεπτικιστικά έως αρνητικά απέναντι στη ριζοσπαστική-δημοκρατική εκδοχή της νεωτερικότητας.

Η δε Πρόεδρος της Δημοκρατίας χρησιμοποιεί τον όρο "λαϊκιστική στρέβλωση της δημοκρατίας", από την οπτική ενός φιλελεύθερου συντηρητισμού. Η συγκεκριμένη αναφορά μας δεν είναι σχολαστικισμός. Η "τυραννία της πλειοψηφίας" αναβίωσε διεθνώς στον δημόσιο λόγο τα τελευταία 30-40 χρόνια. Αυτό έγινε μέσα από μία νεοτοκβιλιανή θεώρηση της "Κοινωνίας Πολιτών" απέναντι στην ειδικότερη λειτουργία του κοινωνικού κράτους πρόνοιας και την εξισωτική λαϊκιστικού χαρακτήρα δυναμική του, σε συνθήκες υποβάθμισης της εθνοκρατικής κεϋνσιανής ρύθμισης. Άλλωστε, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η Πρόεδρος της Δημοκρατίας χρησιμοποιεί αρνητικά τον όρο "εθνοκεντρικό προστατευτισμό".

Αυτή όμως η υποβάθμιση της εθνοκρατικής κεϋνσιανής ρύθμισης γίνεται υπέρ μιας υπερεθνικής νεοφιλελεύθερης ρύθμισης στο πλαίσιο της διεθνοποίησης των διαδικασιών καπιταλιστικής συσσώρευσης. Πρόκειται για μια θεώρηση ηγεμονική στις δυνάμεις της νεοφιλελεύθερης κεντροδεξιάς και της νέας σοσιαλδημοκρατίας, που επηρέασε την εξέλιξη των κοινωνικών-θεωρητικών επιστημών (νομική, οικονομία, πολιτική κοινωνιολογία, ιστορία κ.α.).

Τι απέκρυψε η κα Σακελλαροπούλου

Η Πρόεδρος της Δημοκρατίας αναφέρεται μάλλον ουδέτερα στο ζήτημα της αλληλεγγύης της ΕΕ στο μεταναστευτικό-προσφυγικό, χρησιμοποιώντας το ρήμα "δοκιμάστηκε". Επίσης, κάνει λόγο για το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής, χωρίς όμως αναπτυξιακό-κοινωνικό πρόσημο. Αποφεύγει, όμως, να αναφερθεί στη διαρκή αποδόμηση του κοινωνικού κράτους και των εργασιακών δικαιωμάτων.

Δεν αναφέρεται στα θέματα των λεγόμενων υλιστικών αξιών, το κλασικό κοινωνικό ζήτημα δηλαδή, κάνοντας λόγο γενικώς και αορίστως για "παροχικά δικαιώματα" που η οικονομική κρίση τα έπληξε. Αυτά είναι όμως τα ζητήματα που ενισχύουν τα ευρωσκεπτικιστικά ρεύματα, τα οποία η Πρόεδρος της Δημοκρατίας καταδικάζει.

Ενώ η Πρόεδρος επιλέγει να αναφερθεί στη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και την ΕΕ, δεν κάνει έστω μία νύξη για το κραυγαλέο δημοκρατικό έλλειμμα που διέπει τη λειτουργία της γραφειοκρατίας της ΕΕ. Πρόκειται για θεσμικό υπερκρατικό αυταρχισμό που έχει επισημανθεί ήδη από τη δεκαετία του 1990, που καταγράφεται σχεδόν σε όλα τα δημοψηφίσματα των τελευταίων 30 χρόνων.

Πρόκειται για μια δημοκρατική-κοινωνική σύγκρουση –ουσιαστικά με εθνικές μορφές– ανάμεσα στις ροές του κεφαλαίου, τους οικονομικούς καταναγκασμούς που αυτές συνεπάγονται και τους χώρους όπου αναπαράγονται ζωντανές κοινότητες, η εδαφική λογική της εργασίας, σύμφωνα με μια περιεκτική διατύπωση του Χάρβεϋ.

Οι παραλείψεις και τα φάουλ της Προέδρου

Ο ανθρωπισμός της Ευρώπης, στον οποίο κάνει μνεία η Πρόεδρος, εφόσον η ΕΕ επιθυμεί να συγκροτηθεί σε Ένωση δημοκρατίας και Δικαίου, κρίνεται στην Ανατολική Μεσόγειο στην αντιμετώπιση του τουρκικού προβλήματος στις ποικίλες διαστάσεις του, στο "Νέο Ανατολικό Ζήτημα" σύμφωνα με τη διατύπωση του Μιχάλη Χαραλαμπίδη. Ως τέτοιο πρέπει να εισαχθεί από την ελληνική πλευρά στη διεθνή και ευρωπαϊκή ατζέντα και μάλλον θα βρει συνομιλητές. Το ελληνικό πολιτικό σύστημα ιστορικά απέτυχε να το κάνει και δείχνει να μην το κατανοεί.

Το άρθρο της Προέδρου, τόσο με τις παραλείψεις, όσο και με τα σχετικά μοτίβα ("τυραννία της πλειοψηφίας", "εθνοκεντρικός προστατευτισμός", "λαϊκιστική στρέβλωση της δημοκρατίας" κλπ), αλλά και ως γραμμή, αποτελεί σημείο ισορροπίας ανάμεσα στην αποεθνικοποιημένη Δεξιά, στη μεταεθνική Αριστερά και στην αποεδαφοποιημένη κοινωνική ελίτ της χώρας.

Αυτές είναι κυρίαρχες πολιτικο-διανοητικές και κοινωνικές τάσεις, της εκδοχής ενός "συστήματος χώρα" χωρίς έθνος, λαό-δήμο, ιστορία, χρόνο, τόπο, ουσία-κίνηση, στιγμή-διαδικασία, δομές-δράσεις. Είδαμε, εξάλλου, ότι δεν επιλέγει να αναφερθεί ευθέως στην ελληνική εμπειρία, παρά μόνον στο τέλος του άρθρου για το ΕΣΥ και πάλι αντιφατικά και αμφίσημα. Είναι και ζήτημα εκπαίδευσης συγκεκριμένης κατεύθυνσης.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου, όταν επιχειρούσε να οριοθετήσει το ΠΑΣΟΚ ιδεολογικο-πολιτικά το 1977, σημείωνε: «Γενικώτερα, για να εδραιωθεί το εξαρτημένο κράτος, τα μητροπολιτικά κέντρα πρέπει να ελέγχουν τους μηχανισμούς επιλογής κρατικών λειτουργών στις περιθωριακές χώρες. Μέχρι τώρα στην Ελλάδα ο μηχανισμός επιλογής λειτουργούσε με βάση την "εθνικοφροσύνη". Έτσι δομήθηκε το γνωστό εξαρτημένο κράτος της δεξιάς.

»Με τη "λήθη" του παρελθόντος –όταν έρθει αυτή η ώρα– και με την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ –εφόσον πραγματοποιηθεί– η "εθνικοφροσύνη" θα αντικατασταθεί σιγά-σιγά από την "τεχνοκρατία". Στα πλαίσια εισηγμένων πρότυπων από το εξωτερικό και με τη διαμόρφωση "αντικειμενικών" κριτηρίων τόσο για την επιλογή, όσο και για την εκπαίδευση των κρατικών λειτουργών, θα προωθηθεί η στελέχωση του κράτους από "ευρωπαϊστές" Έλληνες, που με την νοοτροπία τους και την μέθοδο δουλειάς που διδαχθήκανε, θα κρίνουν κάθε θέμα με βάση το συμφέρον του ευρύτερου χώρου στον οποίο "ανήκει" η Ελλάδα, το συμφέρον δηλαδή της Δύσης κι όχι με κριτήρια "τοπικιστικά", δηλαδή ελληνικά».

Πηγή