ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ ----- Ουκρανία vs Ρωσία

Ουκρανία vs Ρωσία ( Συλλογή άρθρων - Ανανεώνεται)

Τετάρτη 27 Μαΐου 2020

Σπάνια συνέντευξη του Οδυσσέα Ελύτη στον Ρένο Αποστολίδη: Η κακοδαιμονία των Ελλήνων

 «Ο Ελληνισμός επέτυχε ως Γένος αλλ’ απέτυχε ως Κράτος»
Σπάνια συνέντευξη του Οδυσσέα Ελύτη στον φιλόλογο και κριτικό της λογοτεχνίας Ρένο Αποστολίδη
Επιμέλεια Σοφία Ντρέκου

 Ἐφημερίδα «Ἐλευθερία» στις 15 Ιουνίου του 1958. Ο μοναδικός λόγος του Ελύτη παραμένει δραματικά επίκαιρος.
Ρένος Αποστολίδης: «Ζητεῖται ἡ γνώμη σας, κύριε Ἐλύτη, ἡ ἐντελῶς ἀνεπιφύλακτη καί ἀδέσμευτη, ἐπάνω σέ ὅ,τι θεωρεῖτε ὡς τήν πιό κεφαλαιώδη κακοδαιμονία τοῦ τόπου. Ἀπό τί κυρίως πάσχουμε καί τί πρωτίστως μᾶς λείπει; Ποιά θά ὀνομάζατε «πρώτη μάστιγα» τῆς νεοελληνικῆς ζωῆς;
Οδυσσέας Ελύτης: Ἀπό τί πάσχουμε κυρίως; Θά σᾶς τό πῶ ἀμέσως: ἀπό μιά μόνιμο, πλήρη, καί κακοήθη ἀσυμφωνία μεταξύ τοῦ πνεύματος τῆς ἑκάστοτε ἡγεσίας μας καί τοῦ «ἤθους» πού χαρακτηρίζει τόν βαθύτερο ψυχικό πολιτισμό τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ στό σύνολο του!
Ρ.Α.: Ἄ! Ἀρχίσαμε!… Μόνιμος, πλήρης καί κακοήθης ἀσυμφωνία!… 
Ο.Ε.: Βεβαίως! Ἀλλ᾿ ἀφῆστε με νά συνεχίσω. Αὐτή ἡ ασυμφωνία δέν εἶναι μιά συγκεκριμένη κακοδαιμονία, εἶναι, ὃμως, μιά αἰτία πού ἐξηγεῖ ὃλες τίς κακοδαιμονίες, μικρές καί μεγάλες, τοῦ τόπου αὐτοῦ. Ἀπό τήν ἡμέρα πού ἔγινε ἡ Ἑλλάδα κράτος ἕως σήμερα, οἱ πολιτικές πράξεις, θά ἔλεγε κανένας, ὅτι σχεδιάζονται καί ἐκτελοῦνται ἐρήμην τῶν ἀντιλήψεων γιά τή ζωή, καί γενικότερα τῶν ἰδανικῶν πού εἶχε διαμορφώσει ὁ Ἑλληνισμός μέσα στήν ὑγιή κοινοτική του ὀργάνωση καί στήν παράδοση τῶν μεγάλων ἀγώνων γιά τήν άνεξαρτησία του. Ἡ φωνή τοῦ Μακρυγιάννη δέν ἔχει χάσει, οὔτε σήμερα ἀκόμη, τήν ἐπικαιρότητά της. Σημειῶστε ὅτι δέν βλέπω τό πρόβλημα ἀπό τήν ἀποκλειστική κοινωνική του πλευρά, οὔτε κάνω δημοκοπία.
Ρ.Α.: Δημοκοπία ἀσφαλῶς ὄχι. Πολιτική, ὅμως, ναί. Τό ἐντοπίζετε, δηλαδή, [τό πρόβλημα] κυρίως μέσα στόν χώρο τῆς πολιτικῆς – ἤ κάνω λάθος; Στό κέντρο μάλιστα τοῦ δικοῦ της χώρου. Ἐκεῖ μᾶς πάει τό πρόβλημα πού θέσατε, τῶν σχέσεων μεταξύ λαοῦ καί ἡγεσίας.
Ο.Ε.: Μά ναί. Γιατί εἶναι βασικό. Εἶναι πρῶτο… κι ἄς εἶμαι ποιητής, ἐγώ πού τό λέω, μακριά πάντα ἀπό τήν «πολιτική». Κοιτάξτε: ὁ λαός αὐτός κατά κανόνα ἐκλέγει τήν ἡγεσία του. Καί ὅμως, ὅταν αὐτή ἀναλάβει τήν εὐθύνη τῆς ἐξουσίας –εἴτε τήν ἀριστοκρατία ἐκπροσωπεῖ εἴτε τήν ἀστική τάξη εἴτε τό προλεταριάτο–, κατά ἕναν μυστηριώδη τρόπο ἀποξενώνεται ἀπό τή βάση πού τήν ἀνέδειξε, καί ἐνεργεῖ σάν νά βρισκόταν στό Τέξας ἤ στό Οὐζμπεκιστάν!
Ρ.Α.: Στό Τέξας καί στό Οὐζμπεκιστάν; Ποιητικές χῶρες!… Ἤ μήπως θέλετε νά πεῖτε: «Σάν νά βρισκόταν στή χώρα τοῦ ἑκάστοτε ρυθμιστικοῦ «ξένου παράγοντος»; Τοῦ ἑκάστοτε… «προστάτου» μας;» Μήπως ἐκεῖ ἀκριβῶς ἔγκειται τό κακό;
Ο.Ε.: Τό εἶπα μέ τρόπο, ἀλλά βλέπω ὅτι τό θέλετε γυμνό. Καί δέν ἔχω ἀντίρρηση νά τό ξαναπῶ φανερά, καί πιό ἔντονα: ἕνας ἀπό τούς κυριότερους παράγοντες τῶν «παρεκκλίσεων» τῆς ἡγεσίας ἀπό τό ἦθος τοῦ λαοῦ μας, εἶναι ἡ ἐκ τοῦ ἀφανοῦς καί ἐκ τῶν ἔξω «προστατευτική» κατεύθυνση. Ἀποτέλεσμα καί αὐτό τῆς ἀπώλειας τοῦ ἕρματος, τῆς «παράδοσης». Ἀντιλαμβάνομαι ὅτι στήν ἐποχή μας ἡ ἀλληλεξάρτηση τῶν ἐθνοτήτων εἶναι τόση, πού ἡ πολιτική δέν μπορεῖ ν᾿ ἀγνοήσει, ὥς ἕναν βαθμό, αὐτό πού θά λέγαμε «γενικότερη σκοπιμότητα». Ὅμως, ὑπάρχει τεράστια διαφορά ἀνάμεσα στήν «προσαρμοστική πολιτική» καί στή δουλοπρέπεια! Αὐτό εἶναι τό πιό εὐαίσθητο σημεῖο τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, «τό τιμιώτατόν του»! Καί αὐτό τοῦ καταπατοῦν συνεχῶς, κατά τόν ἐξοργιστικότερο τρόπο, οἱ ἐκπρόσωποί του στήν ἐπίσημη διεθνῆ σκηνή!
Ρ.Α.: Κι ὁ «ἐπίσημος» ὅρος τῆς δουλοπρέπειας αὐτῆς, κύριε Ἐλύτη; Μήπως εἶναι ὑποκριτικότερος ἀπ᾿ τό «προσαρμοστική πολιτική»; Ἐξοργιστικότερος;
Ο.Ε.: Δέν μ᾿ ἐνδιαφέρει ὁ ἐπίσημος ὅρος τῆς δουλοπρέπειας. Μ᾿ ἐνδιαφέρει ἡ οὐσία. Κι ἐκεῖνο πού ξέρω εἶναι ὅτι μ᾿ αὐτά καί μ’ αὐτά ἐφτάσαμε σέ κάτι πού θά μοῦ ἐπιτρέψετε νά ὀνομάσω «ψευδοφάνεια». Ἔχουμε, δηλαδή, τήν τάση νά παρουσιαζόμαστε διαρκῶς διαφορετικοί απ’ ὅ,τι πραγματικά εἴμαστε. Καί δέν ὑπάρχει ἀσφαλέστερος δρόμος πρός τήν ἀποτυχία, εἴτε σάν ἄτομο σταδιοδρομεῖς εἴτε σάν σύνολο, ἀπό τήν ἔλλειψη τῆς γνησιότητας. Τό κακό πάει πολύ μακριά. Ὅλα τά διοικητικά μας συστήματα, οἱ κοινωνικοί μας θεσμοί, τά ἐκπαιδευτικά μας προγράμματα, ἀρχῆς γενομένης ἀπό τούς Βαυαρούς, πάρθηκαν μέ προχειρότατο τρόπο ἀπό ἔξω, καί κόπηκαν καί ράφτηκαν ὅπως ὅπως ἐπάνω σ᾿ ἕνα σῶμα μέ ἄλλες διαστάσεις καί ἄλλους ὅρους ἀναπνοῆς.
«Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΕΠΕΤΥΧΕ ΩΣ ΓΕΝΟΣ ΑΛΛ᾿ ΑΠΕΤΥΧΕ ΩΣ ΚΡΑΤΟΣ»
Ρ.Α.: Ὥστε, λοιπόν, ζητᾶτε «δικούς μας ὅρους ἀναπνοῆς»!
Ο.Ε.: Ναί. Καί δέν πρόκειται βέβαια γιά «προγονοπληξία». Τά λέω, ἄλλωστε, αὐτά ἐγώ πού, σ᾿ ἕναν τομέα ὅπως ὁ δικός μου, κήρυξα μέ φανατισμό τήν ἀνάγκη τῆς ἐπικοινωνίας μας μέ τό διεθνές πνεῦμα, καί πού σήμερα μέ ἐμπιστοσύνη ἀποβλέπω στή διαμόρφωση ἑνός ἑνιαίου εύρωπαϊκοῦ σχήματος, ὅπου νά ἔχει τή θέση της ἡ Ἑλλάδα. Μέ τή διαφορά ὅτι ὁ μηχανισμός τῆς ἀφομοιώσεως τῶν στοιχείων τῆς προόδου πρέπει νά λειτουργεῖ σωστά, καί νά βασίζεται σέ μιά γερή καί φυσιολογικά ἀναπτυγμένη παιδεία.
Ἐνῶ σ’ ἐμᾶς, ὄχι μόνον δέν λειτουργεῖ σωστά, ἀλλά δέν ὑπάρχει κἄν ὁ μηχανισμός αὐτός γιά νά λειτουργήσει! Καί μέ τή διαφορά ἀκόμη ὅτι, ἐκτός ἀπό ἐλάχιστες ἐξαιρέσεις, ἡ ἡγετική μας τάξη, στό κεφάλαιο τῆς ἑλληνικῆς παιδείας, ἔχει μαῦρα μεσάνυχτα! Κοιτάξετε μέ προσοχή τά ἔντυπα πού εκδίδει ἡ ἴδια, ἤ πού προτιμᾶ νά διαβάζει, τά διαμερίσματα ὅπου κατοικεῖ, τίς διασκεδάσεις πού κάνει, τή στάση της ἀπέναντι στή ζωή. Οὔτε μιά σταγόνα γνησιότητας! Πῶς θέλετε, λοιπόν, ν᾿ ἀναθρέψει σωστά τή νέα γενιά;
Ἀπό τά πρῶτα διαβάσματα πού θά κάνει ἕνα παιδί ὥς τά διάφορα στοιχεῖα πού θά συναντήσει στό καθημερινό του περιβάλλον, καί πού θά διαμορφώσουν τό γοῦστο του, μιά συνεχής καί άδιάκοπη πλαστογραφία καί τίποτε ἄλλο! 
Θά μοῦ πεῖτε: εἶσαι λογοτέχνης, καλαμαράς, καί βλέπεις τά πράγματα ἀπό τή μεριά πού σέ πονᾶνε. Ὄχι, καθόλου! Καί νά μοῦ έπιτρέψετε νά ἐπιμείνω. Ὅλα τά ἄλλα κακά πού θά μποροῦσα νά καταγγείλω –ἡ ἔλλειψη οὐσιαστικῆς ἀποκεντρώσεως καί αὐτοδιοικήσεως, ἡ ἔλλειψη προγραμματισμοῦ γιά τήν πλουτοπαραγωγική ἀνάπτυξη τῆς χώρας, ἀκόμη καί ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἀσκεῖται ἡ ἐξωτερική μας πολιτική– εἶναι ζητήματα βαθύτερης ἑλληνικῆς παιδείας!
Ἀπό τήν ἄποψη ὅτι μόνον αυτή μπορεῖ νά προικίσει ἕναν ἡγέτη μέ τήν ἀπαραίτητη εὐαισθησία πού χρειάζεται γιά νά ἐνστερνιστεῖ, καί ἀντιστοίχως νά ἀποδώσει, τό ἦθος τοῦ λαοῦ. Γιατί αὐτός ὁ λαός, πού τήν ἔννοιά του τήν ἔχουμε παραμορφώσει σέ σημεῖο νά μήν τήν ἀναγνωρίζουμε, αὐτός ἔχει φτιάξει ὅ,τι καλό ὑπάρχει – ἄν ὑπάρχει κάτι καλό σ᾿ αὐτόν τόν τόπο! Καί αὐτός, στίς ὧρες τοῦ κινδύνου, καί στό πεῖσμα τῆς συστηματικῆς ἡττοπαθείας τῶν ἀρχηγῶν του, αἴρεται, χάρη σ᾿ ἕναν ἀόρατο, εὐλογημένο μηχανισμό, στά ὕψη πού ἀπαιτεῖ τό θαῦμα! 
Ὅσο, λοιπόν, καί ἄν εἶναι λυπηρό, πρέπει νά τό πῶ: ὁ Ἑλληνισμός, γιά τήν ὥρα τουλάχιστον, ἐπέτυχε ὡς γένος, ἀλλ᾿ ἀπέτυχε ὡς κράτος! Καί παρακαλῶ νύχτα μέρα τόν Θεό, καί τό μέλλον, νά μέ διαψεύσουν.

Ρ.Α.: Πρίν κλείσομε, κύριε Ἐλύτη, τη συνέντευξη, κάτι πού ἐθίξατε στήν ἀρχή, τό τῆς παλαιᾶς ὑγιοῦς κοινοτικῆς ὀργανώσεως τοῦ λαοῦ μας, πού ἔχει χαθεῖ πιά, πῶς νομίζετε ὅτι θά μποροῦσε ν’ ἀναβιώσει; «Αν κατεβάλλετο προσπάθεια», πρός ποιά κατεύθυνση;
Ο.Ε.: Σέ μιάν ἀναβίωση αὐθεντική δέν εἶναι δυνατόν πιά νά ἐλπίζουμε – ἀλίμονο! Ἑκατόν τριάντα καί πλέον ἔτη ἀχρησίας εἶναι ἀρκετά γιά ν᾿ ἀτροφήσουν ἀκόμη καί οἱ πιό ζωντανοί θεσμοί. Ὡστόσο, ὑπάρχει τρόπος νά πλησιάσουμε, μέ σωφροσύνη καί μελέτη, στή λύση τοῦ προβλήματος, καί αὐτό σαφώς πρός τήν πλευρά τῆς αὐτοδιοικήσεως, μέ τήν πιό αὐστηρή της ἔννοια.
Δέν εἶμαι ἀρμόδιος βέβαια νά σᾶς προτείνω σχέδια. Θά ἤθελα μόνο νά κάνω δύο παρατηρήσεις: ἡ μία εἶναι ὅτι κάθε ἀπόπειρα πρός τήν κατεύθυνση αὐτή θά πρέπει νά βασιστεῖ στή φυσική καί ἱστορική διαίρεση τῆς χώρας σέ μεγάλα διαμερίσματα, πού εἶναι μιά πραγματικότητα δοσμένη, καί ὄχι στή θεωρητική τῆς γεωοικονομίας, ὅπως ἄκουσα νά ὑποστηρίζεται ἀπό πολλούς. Θά εἶναι μεγάλο σφάλμα νά παραγνωριστοῦν οἱ ψυχολογικοί παράγοντες, ἀπό τούς ὁποίους πολλές φορές ἐξαρτᾶται τό μεγαλύτερο μέρος της ἐπιτυχίας.
Ἡ ἄλλη παρατήρηση εἶναι ὅτι τά μεγάλα αὐτά διαμερίσματα (μέσα στά ἑλληνικά μέτρα πάντοτε) θά πρέπει νά ὑποδιαιρεθοῦν σέ πολλές μικρές μονάδες, στενότερες καί ἀπό τήν ἐπαρχία, μέ ἀρχές δικές τους καί μέ τή δυνατότητα γιά κοινοπραξίες, προπάντων σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τή γεωργία.
Γιατί ὁ πρῶτος ἀντικειμενικός σκοπός εἶναι νά λυτρωθεῖ ὁ πολίτης ἀπό τό «ταμπού» τῆς ἐξουσίας! Καί θά λυτρωθεῖ μόνον ἄν ἔχει τρόπο νά παρακολουθεῖ ἀπό κοντά ποῦ καί πῶς ἀξιοποιοῦνται οἱ θυσίες του, οἰκονομικές καί ἄλλες, πού σήμερα καταβροχθίζονται ἀπό ἕνα μακρινό καί ἀόρατο Φάντασμα.»

Ανάλυση: Περί εθνικής αυτοπεποίθησης

Του Βασίλη Νέδου

 
Τα τελευταία χρόνια υπάρχει ένας διαρκής βομβαρδισμός από πραγματικά ανηλεείς κοινοτοπίες σχετικά με τη θέση της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο, τις επιδιώξεις στα Βαλκάνια, την ισχύ και τις δυνατότητές της. Την ίδια στιγμή η γειτονική Τουρκία παρουσιάζεται ως μια χώρα που βρίσκεται στο κατώφλι της καταστροφής, οικονομικής, υγειονομικής ή άλλης. Όλα αυτά θα ήταν εξαιρετικά αν επιβεβαιώνονταν με κάποιο τρόπο, από την πραγματικότητα. Η Τουρκία κατόρθωσε να ανοίξει δύο μέτωπα έξω από τα σύνορά της, εμφανίζεται να δημιουργεί προβλήματα προς όλες τις κατευθύνσεις των συνόρων της και, παρόλα αυτά, αποκτά σχεδόν μόνιμη θέση στο τραπέζι στη Λιβύη, εξισορροπεί κάπως την κατάσταση στη Συρία, συνεχίζει ακάθεκτη την στρατηγική θαλάσσιας επέκτασής της με πρώτους προφανείς στόχους τα κυριαρχικά δικαιώματα Ελλάδας και Κυπριακής Δημοκρατίας. Τα προηγούμενα χρόνια η Τουρκία τα πήγε περίφημα και στον τομέα της καινοτομίας. Δεν περιορίστηκε να αποτελεί τον τόπο της φθηνής βιομηχανικής παραγωγής της Δύσης, αλλά επένδυσε, μέσω του πλέον ασφαλούς πολλαπλασιαστή, της άμυνας, στην παραγωγή UAV και άλλων συστημάτων, τα οποία την έχουν τελικά «μπάσει» για τα καλά στο διεθνές παιχνίδι. Εν ολίγοις, παρά τις πτωχές επιδόσεις της σε κάποιους δείκτες, ιδιαίτερα στην ανθρώπινη ανάπτυξη και την ελευθερία της γνώμης και του πολιτεύεσθαι, η Τουρκία εμφανίζεται ως μια χώρα παραδόξως εξελιχθείσα μέσα στις δυσκολίες των καιρών. 
Αυτή η «τουρκική» εισαγωγή γίνεται κατά κύριο λόγο προκειμένου να προχωρήσουμε στις ημέτερες υποθέσεις. Το αντιθετικό σχήμα χρησιμοποιείται, διότι η σύγκριση με την Τουρκία χρησιμοποιούταν παλαιότερα για να αναδειχθεί η πρόοδος της Ελλάδας έναντι του «ανατολίτη» και ανατολικού γείτονά της. Οι εκάστοτε φορείς της Ελληνικής Δημοκρατίας ισχυρίζονται ότι η χώρα έχει την υποχρέωση να προβάλει ισχύ στην Ανατολική Μεσόγειο. Πράγματι αυτή είναι η ενδεδειγμένη πολιτική για μια χώρα χτισμένη και προσανατολισμένη στην θάλασσα. Επιθυμούμε να είμαστε μέρος του παιχνιδιού σε μια περιοχή όπου ανταγωνίζονται οι ΗΠΑ με τη Ρωσία, αναδύονται ως μεσαίου μεγέθους περιφερειακές δυνάμεις η Τουρκία και η Αίγυπτος, το Ισραήλ διαδραματίζει τον δικό του διακριτό ρόλο. Κι εμείς; Η Ελλάδα καμώνεται, στην πραγματικότητα, την ναυτική δύναμη, ενώ ο στόλος της γηράσκει ταχέως. Είμαστε υπερήφανοι για τις δαπάνες 2% επί του αμυντικού προϋπολογισμού, πάνω από το όριο που θέτει το ΝΑΤΟ και εισπράττουμε την σχετική φιλοφρόνηση κάθε χρόνο από τον εκάστοτε γ.γ. της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας. Δεν διευκρινίζουμε, βέβαια, ότι από αυτό το ποσοστό μόλις 530 εκατ. ευρώ αφορά τον ετήσιο προϋπολογισμό, ο οποίος – υπό φυσιολογικές συνθήκες – αναλώνεται προτού… αλέκτωρ φωνήσαι τρις. Ποια λοιπόν η… μακρά χειρ της Ελληνικής διπλωματίας;
Ακόμα χειρότερα, κάτω από αυτή την όχι πολύ ιδανική εικόνα υποκρύπτεται και η σχεδόν ολοκληρωτική απουσία υποδομών. Για πάρα πολλά χρόνια η ΕΑΒ λειτουργεί περίπου ως διεκπεραιωτής προγραμμάτων που προέρχονται σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα από μια εταιρεία και δεν αναπτύσσει δυνατότητες που θα μπορούσαν να είναι χρήσιμες για την ανάπτυξη μιας αμιγώς εθνικής αμυντικής βιομηχανίας. Δεν αναφέρομαι καν στα υπολείμματα άλλων αμυντικής φύσης εταιριών, που περιμένουν την ιδιωτικοποίησή τους.
Το πρόβλημα, βέβαια, είναι ευρύτερο. Και αφορά την δυσκολία της χώρας να αποκτήσει μια ευρεία, λειτουργική και καινοτόμο οικονομία, η οποία θα στηρίξει και τις όποιες φιλοδοξίες στην περιοχή. Κοινώς, λείπουν οι βάσεις μιας εθνικής αυτοπεποίθησης. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα. Κατά τη διάρκεια του lockdown – και αυτό αποτελεί μια αδιαμφισβήτητη επιτυχία της κυβέρνησης – προωθήθηκε ταχύτερα ο ψηφιακός μετασχηματισμός του κράτους με ασυνήθιστη, για τα ελληνικά δεδομένα, ταχύτητα. Παράλληλα, στον τομέα της παιδείας οι πρωτοβουλίες που ελήφθησαν για τηλεκπαίδευση, βασισμένες σε άλλες δεκαετίες, δείχνουν την απόσταση που πρέπει ακόμα να διανύσει η δημόσια διοίκηση. Ενώ υπάρχει ένα πραγματικά ταλαντούχο ανθρώπινο δυναμικό, η χώρα δυσκολεύεται να το αξιοποιήσει. Και είναι πολύ βάσιμοι οι φόβοι όλων όσοι θεωρούν ότι μόλις μεγάλες χώρες αρχίσουν να λαμβάνουν ξανά τις θέσεις τους στον στίβο της παγκόσμιας οικονομίας, οι ταλαντούχοι θα φύγουν. Ξανά. Πρέπει, λοιπόν, η βάση της οικονομίας να μην παραμείνει ο τουρισμός. Καλός ο τουρισμός αλλά δεν φτάνει. Απαιτείται ένας υπερκομματικός μηχανισμός μετασχηματισμού του κράτους, το οποίο ήταν και παραμένει ο πλέον ασφαλής και επαρκής φορέας πλοήγησης και στον 21ο αιώνα.
Έχουμε ήδη εισέλθει σε μια περίοδο ανακατατάξεων, που δεν είναι μόνο γεωπολιτικές. Είναι οικονομικές, κοινωνικές, τεχνολογικές και βαθιά πολιτικές. Είτε θα επιλέξουμε εμείς τη θέση μας στον νέο κόσμο που αναδύεται, είτε θα αναγκαστούμε να συμβιβαστούμε με κάτι λιγότερο από αυτό που μας αξίζει. 

Παρασκευή 15 Μαΐου 2020

Ιωάννης Καποδίστριας: Φιλελεύθερος ή «λίμπεραλ»;

Του Μάρκου Τρούλη

Φαντάζομαι ότι ένα παιδί του Δημοτικού Σχολείου ή και του Γυμνασίου θα είναι σε απόλυτη σύγχυση διαβάζοντας τις πρόσφατες αναρτήσεις της επιτροπής επονομαζόμενης ως «Ελλάδα 2021». Είχαμε σχολιάσει τους προηγούμενους μήνες τις επιλογές προσώπων για τη σύνθεση της επιτροπής, και πλέον επιβεβαιώνονται οι φόβοι μας με καταιγιστικό τρόπο.
Το λυπηρό είναι ότι σπουδαίοι άνθρωποι των γραμμάτων προσυπογράφουν –άθελά τους– το έργο αυτό της επιτροπής μέσω της συμπερίληψης του ονόματός τους.
Δείγμα άγνοιας, αφορισμών και μερικής γνώσης αποτέλεσε η πρόσφατη ανάρτηση στο λογαριασμό της επιτροπής: «Καθώς λοιπόν [σ.σ.: ο Καποδίστριας] θεωρεί ιδιαίτερα επικίνδυνο ξυράφι το Σύνταγμα της Τροιζήνας, το αναστέλλει και κηρύσσει ουσιαστικά δικτατορία. Αυτό είναι το τέλος της Πρώτης Ελληνικής Δημοκρατίας. Όμως οι δημοκρατικοί και φιλελεύθεροι Έλληνες δεν το έβαλαν κάτω. Συνέχισαν να αγωνίζονται για δημοκρατία και δικαιώματα. Ούτε η εκσυγχρονιστική δικτατορία Καποδίστρια, ούτε οι Βαυαροί, ούτε οι ξένες δυνάμεις μπόρεσαν να τους αναγκάσουν να ανεχθούν ένα αυταρχικό καθεστώς».
Η λογική είναι ίδια με την ανάγνωση των κοινοτήτων ως «μαζώξεις ιδιοτελών», οι οποίες «δεν είχαν σχέση με δημοκρατία». Είναι ίδια και με το χαρακτηρισμό της Αρχαίας Αθηναϊκής Δημοκρατίας ως «ψευδεπίγραφης», ίσως επειδή δεν είχε κάλπες και πολιτικά κόμματα… Ωσάν τα κριτήρια δημοκρατίας να αποκρυπτογραφούνται αποκλειστικά μέσω του σύγχρονου αγγλοσαξονικής έμπνευσης συστήματος. Ωσάν εξαρχής να μην μπορεί να θεωρηθεί δημοκρατικό ένα σύστημα αν δεν διαθέτει τις φόρμες που διδάσκονται στα… μεγάλα αμερικανικά πανεπιστήμια.
Περί της άρρηκτης σχέσης μεταξύ ελευθερίας και δημοκρατίας δίνεται ένα εναργές στίγμα μέσω του Θουκυδίδη: «Το εύδαιμον το ελεύθερον, το δ’ ελεύθερον το εύψυχον».
Με γνώμονα ότι η ελευθερία συνιστά το ακροτελεύτιο αιτούμενο και η δημοκρατία (υπό τον ένα και μοναδικό κλασικό ορισμό της) είναι η πρόταση θωράκισης αυτής της ελευθερίας, η πορεία προς την εξασφάλιση και των δύο (ή του κατ’ ουσία ενός και μοναδικού αιτούμενου) αποτελεί άθλημα πολιτειακής συγκρότησης.
Εφόσον το σύστημα των αρχών του 19ου αιώνα έκλινε ολοένα προς τον κρατοκεντρισμό στη μορφή που παρατηρούμε μετά τη Βεστφαλία, η προϋπάρχουσα επί αιώνες πολιτική συγκρότηση των Ελλήνων θα δύνατο να θωρακιστεί μοιραία υπό τη μορφή ενός σύγχρονου κράτους, συνυφασμένου όμως με το υψηλής βαθμίδας ιστορικό δημοκρατικό κεκτημένο τους. Το εγχείρημα είναι εξαιρετικά δύσκολο, αλλά υλοποιήσιμο και οριοθετημένο από τον Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος σέβεται την εν λόγω πολιτική παράδοση και προτάσσει την «αρχή της τοπικής και περιφερειακής πολιτειακής αυτονομίας, που ανάγεται στο ελληνικό παρελθόν της πόλης/κοινού και της κοσμόπολης, όχι της διοικητικής αποκέντρωσης ή αυτοδιοίκησης, που αναπέμπει στο εξερχόμενο από τη φεουδαρχία πολιτικά κυρίαρχο κεντρικό κράτος» (Γ. Κοντογιώργης).
Με πολύ απλά λόγια, ο Ιωάννης Καποδίστριας επιχειρεί να συγκροτήσει κράτος με το αναγκαίο νεωτερικό πρόσωπο στο διεθνές, αλλά και με μια εσωτερική σύνθεση συναρτώμενη με την ελληνική πολιτική παράδοση αιώνων. Η προτασσόμενη εσωτερική σύνθεση προσφέρει τη δυναμική της συνοχής και της ομοιογένειας μέσω της ελευθερίας.
Αντλεί ισχύ από μια τρόπον τινά «σύμπραξη των πόλεων» στην οποία, ωστόσο, οι πόλεις κομίζουν ακριβώς επειδή γίνεται σεβαστός ο λόγος των κοινωνιών τους.
Σε λίγες γραμμές προσπάθησα να περιγράψω μια προβληματική στην οποία σπουδαίοι επιστήμονες έχουν αφιερώσει τόμους επί τόμων. Ίσως αυτός να είναι ο λόγος που οι άνθρωποι της επιτροπής θεώρησαν κουραστική τη μελέτη και προτίμησαν να περιοριστούν στις «όμορφες ιστοριούλες» εμμένοντας στη λογική της δι’ εκπροσώπων «δημοκρατίας», την οποία ονομάζουν «αντιπροσωπευτική» αλλά δεν είναι καν τέτοια. Πρόκειται για τη λογική της αγγλικής εμπνεύσεως «λίμπεραλ δημοκρατίας», η οποία εμπεδώθηκε δεσποτικά στο εσωτερικό και εργαλειοποιήθηκε βάναυσα στο εξωτερικό.
Ας θυμηθούμε τον Edward Carr στην Εικοσαετή κρίση: «Τον 19ο αιώνα ο βρετανικός στόλος όχι μόνο εγγυάτο απαλλαγή από μεγάλους πολέμους, αλλά αστυνόμευε τις θάλασσες και προσέφερε ίση ασφάλεια σε όλους. Το Χρηματιστήριο του Λονδίνου καθιέρωσε ένα μόνο νόμισμα για σχεδόν όλο τον κόσμο. Το βρετανικό εμπόριο διασφάλισε –με μια ατελή και εξασθενημένη μορφή– μια ευρεία αποδοχή της αρχής του ελεύθερου εμπορίου, και η αγγλική γλώσσα έγινε η lingua franca τεσσάρων ηπείρων. Οι συνθήκες αυτές, που ήταν ταυτόχρονα το προϊόν και η εγγύηση της βρετανικής υπεροχής, δημιούργησαν την ψευδαίσθηση –και σε κάποιο βαθμό την πραγματικότητα– μιας παγκόσμιας κοινωνίας που είχε κοινά συμφέροντα και απόψεις».
Και απ’ ό,τι φαίνεται, έχουν επιτύχει το σκοπό τους, καθώς εκπροσωπούν την «επίσημη άποψη» και οι υπόλοιποι είναι οι γραφικοί, κατά καιρούς «Ελληναράδες». Οι «λίμπεραλς» προελαύνουν και αναγιγνώσκουν την ιστορία κατά το δοκούν, καθώς το ιδιωτικό συμφέρον τους πρέπει να γίνει εθνικό συμφέρον, και αυτό με τη σειρά του να συνάδει με το δεσπόζον εξωγενές πρόταγμα. Εξάλλου, για εκείνους, η ελευθερία των κοινωνιών έχει επιτευχθεί μέσω της «ελεύθερης κυκλοφορίας εργαζομένων». Κατάλοιπα της βαυαροκρατίας-βαρβαροκρατίας.