ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ ----- Ουκρανία vs Ρωσία

Ουκρανία vs Ρωσία ( Συλλογή άρθρων - Ανανεώνεται)

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2020

Ο Ζίζεκ, ο Αγκάμπεν και η «μη επιστροφή στην κανονικότητα»

 του Δημήτρη Μπελαντή

  Οι τοποθετήσεις του διάσημου Σλοβένου ψυχαναλυτή και φιλοσόφου Σλάβοϊ Ζίζεκ πάνω σε διάφορα ζητήματα της πολιτικής και ιδεολογικής συγκυρίας ξεσηκώνουν συνήθως έναν θόρυβο. Κυρίως όχι στα πλαίσια του γενικότερου πληθυσμού, αλλά στα πλαίσια μιας διεθνοποιημένης ακαδημαϊκής και διανοητικής ελίτ, η οποία ασχολείται με τη, βασισμένη στη θεωρητική γνώση και στα πολιτιστικά ζητήματα, συγκέντρωση και διασπορά της συμβολικής εξουσίας. Της εξουσίας που αφορά τη γνώση και την πληροφόρηση.

ΟΙ ΛΟΓΟΙ του ζωτικού ενδιαφέροντος των διανοουμένων –και κάποτε και της ευρύτερης πολιτικοποιημένης κοινής γνώμης– για τις τοποθετήσεις ή και τα αποφθέγματα του Ζίζεκ είναι πολλαπλοί. Σχετίζονται, σίγουρα, και με το υπαρκτό μεγάλο εύρος γνώσεων και τη σαφή πολυμάθειά του. Σχετίζονται, όμως, περισσότερο με την επιλογή ενός ύφους «αποδόμησης» (deconstruction), με την έννοια του Ντεριντά, δηλαδή ενός ύφους που καταργεί τα όρια ανάμεσα στις ταξινομημένες κατηγορίες λόγου, ανάμεσα στη λογοτεχνία, το σινεμά, την πολιτική ή την πολιτισμική θεωρία, την αμιγώς πολιτική τοποθέτηση πάνω στη συγκυρία, τη γελοιογραφία. Ανάμεσα στα ανέκδοτα για τα σοβιετικά γκούλαγκ, στην ψυχανάλυση του Λακάν και στην τοποθέτηση υπέρ της «λενινιστικής ελευθερίας» (leninist freedom), ο Ζίζεκ καταφέρνει να γίνεται επιδεικτικά συναρπαστικός. Όχι, όμως, με τον δυσνόητο και στρυφνό τρόπο του παραδοσιακού φιλοσόφου, αλλά με τον τρόπο του «διανοητικού διασκεδαστή», του μαζικού performer. Μια βασική διάσταση και μέσο της «παράστασης» είναι η εύπλαστη διανοητικοποίηση ζητημάτων της πολιτικής και κοινωνικής συγκυρίας με την επιδεικτική και επιλεκτική χρήση εννοιών που ερεθίζουν νοητικά ένα αριστερά προσανατολισμένο διεθνές διανοούμενο κοινό: η ταξική πάλη, η επανάσταση, ο διεθνισμός, η κατάσταση έκτακτης ανάγκης, ο φασισμός, ο αντισημιτισμός, η εργατική τάξη, οι μετανάστες, και πολλά άλλα. Όπως και στην περίπτωση του Ιταλού φιλοσόφου Τζόρτζιο Αγκάμπεν, γνωστού ιδίως για τα έργα του «Homo sacer» και «Κατάσταση εξαίρεσης», η χρήση διάσημων εννοιών από την πολιτική πάλη και ιδίως από τη φιλοσοφική και πολιτειολογική παράδοση εξασκείται με τρόπο «ομοιωματικό», κατά την εννοιολογία του Ζαν Μπωντριγιάρ: δηλαδή, οι έννοιες παύουν να είναι σύμβολα σχετιζόμενα με μια υλική πραγματικότητα και δηλωτικά αυτής και αλλοτριώνονται σχετικά με αυτήν, καθίστανται «ομοιώματα» (simulacra),τα οποία δεν αντανακλούν καμία πραγματικότητα, έστω και με εσφαλμένο και ψευδαισθησιακό τρόπο, αλλά αποκρύπτουν την απουσία μιας πραγματικότητας πίσω από αυτά, αποκρύπτουν το «κενό ύπαρξης», με λίγα λόγια (1).

ΠΡΟΣΦΑΤΑ, ο Ζίζεκ άσκησε μια έντονη κριτική στις θέσεις του Τζόρτζιο Αγκάμπεν όσον αφορά τις συνέπειες της πανδημίας στην κοινωνική ζωή των σύγχρονων κοινωνιών (2). Όπως είναι γνωστό, από την αρχή ήδη της πανδημίας, την περασμένη άνοιξη, ο Αγκάμπεν υποστήριξε –αρχικά σε κάπως υπερβολικούς τόνους– ότι τα μέτρα ανάσχεσης του ιού, και ιδίως τα σχετικά με την υποχρεωτική αποστασιοποίηση και την περιορισμένη ελευθερία μετακίνησης, οδηγούν σε μια «υγειονομικά» αιτιολογημένη διαρκή «κατάσταση εξαίρεσης». Σε ένα πιο πρόσφατο κείμενό του με τον τίτλο «Όταν το σπίτι καίγεται» (3), διευκρινίζει εναργέστερα τη θέση του. Η πιο σημαντική φράση αυτού του κειμένου, κατά την υποκειμενική μας ανάγνωση, είναι η φράση: «Σήμερα ο άνθρωπος εξαφανίζεται, όπως ένα πρόσωπο στην άμμο από το κύμα». Ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί κανείς με όλο το σύστημα ιδεών του Αγκάμπεν, και ιδίως με την πάγια και σχεδόν ψυχαναγκαστική του προσπάθεια, εδώ και πολλά χρόνια, να δει πίσω από κάθε εξέλιξη να αναδύεται η νέα «κατάσταση εξαίρεσης», θεωρούμε ότι αυτή η συγκεκριμένη διατύπωσή του, αυτή τη φορά, αποτυπώνει πράγματι το πρόβλημα στην τραγικότητά του. Η κοινωνική καταστροφή ή και κατάρρευση («το σπίτι που καίγεται») μπορεί να οδηγήσει στο τέλος της ανθρώπινης υποκειμενικότητας; Του «προσώπου» που κρύβεται πίσω από τη μάσκα; Μπορεί, διά της καταστροφής των προσωπικών και φυσικών μορφών κοινωνικότητας, να καταλήξει σε μια πλήρη βαρβαροποίηση και τεχνοκρατοποίηση της συναισθηματικής και της κοινωνικής επικοινωνίας; Μπορεί να μας μετατρέψει σε α-κοινωνικές, παραγωγικές και μόνο, τεχνολογικά συνδεόμενες ατομικότητες χωρίς πλήρη κοινωνική ατομικότητα, περιβαλλόμενες μόνο με τη «γυμνή ζωή»; Μπορούμε, όσο «καίγεται το σπίτι» να παραμείνουμε άνθρωποι ως είδος;

Είναι δυνατόν ένας φιλόσοφος που όχι πολύ καιρό πριν μας καλούσε να προετοιμασθούμε για έναν νέο κύκλο κοινωνικών επαναστάσεων, τώρα, χωρίς μια στοιχειώδη αυτοκριτική, να μας καλεί στη διαρκή κοινωνική επαφή με τηλε-απόσταση και μέσω gadgets, χάνοντας τη σχέση «πρόσωπο με πρόσωπο»

Τα ερωτήματα του Αγκάμπεν, πέρα από τη ρητορική τους μορφή, είναι δυστυχώς πραγματικά και αποκτούν, με το πέρασμα του χρόνου, όλο και μεγαλύτερη εγκυρότητα. Σε αυτά, ο Ζίζεκ δεν απαντά αρνούμενος την πραγματική βάση τους. Όσο οι τεχνολογίες κρατικής πειθάρχησης ολοκληρώνονται στο όνομα της πανδημίας και όσο οι διαχειρίσεις τύπου Κίνας γίνονται διεθνές πρότυπο, η αντίκρουση της εκτίμησης περί σταδιακής εργαλειοποίησης του ανθρώπου είναι πρακτικά αδύνατη. Ο Ζίζεκ απαντά ότι ναι μεν θα χάσουμε την επαφή «πρόσωπο με πρόσωπο», αλλά θα προσαρμοσθούμε και θα το αφομοιώσουμε, συνεχίζοντας τη ζωή μας. Για τον Ζίζεκ, ακόμη και η διανθρώπινη επαφή του τύπου του βιβλίου «Σπηλιές από Ατσάλι» του Ισαάκ Ασίμοφ από τη δεκαετία του 1950 (άνθρωποι που επικοινωνούν μεταξύ τους σε όλα τα επίπεδα μόνο μεταξύ μηχανών) δεν είναι κάτι μη αφομοιώσιμο. Βεβαίως, αυτή η κατάσταση χαρακτηρίζεται από τον Ζίζεκ ως «μετανθρώπινη» (posthuman), αλλά δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να τη δεχθούμε ως οριστική μεταβολή της ανθρώπινης κατάστασης. Φτάνει μάλιστα να πει ότι στην κλασσική φροϋδική ψυχανάλυση, ο ασθενής που βρίσκεται στο ντιβάνι δεν αντιμετωπίζει ποτέ πρόσωπο με πρόσωπο τον αναλυτή του, πράγμα που δείχνει ότι η μη συνάντηση με τον τρόπο αυτόν προσδίδει ουσιαστικότερη επαφή με τον «Άλλο» και απελευθερώνει τον αναλυόμενο από το εξεταστικό βλέμμα του αναλυτή, από την επίκριση του Πατέρα, και άλλα σχετικά.

ΦΟΒΟΥΜΑΣΤΕ ότι ο Ζίζεκ εδώ, με ανατριχιαστική ειλικρίνεια πάντως, προσπαθεί να ωραιοποιήσει ένα ζοφερό μέλλον. Ένα μέλλον που διαφαίνεται από τις δυσεξήγητες κρατικές υπομνήσεις ότι δεν θα επιστρέψουμε ποτέ κοινωνικά και ως προς τον τρόπο ανθρώπινης επαφής στην παλιά πραγματικότητα. Ένα μέλλον σαν αυτό που ο υπερ-επιχειρηματίας Έλον Μασκ, που ασχολείται συστηματικά με την άνοδο της «τεχνητής νοημοσύνης» (artificial intelligence), ορίζει, με τον ίδιο όρο όπως ο Ζίζεκ, ως «μετανθρώπινη κατάσταση». Ένα μέλλον που προοιωνίζεται αυτά που ακούμε όχι μόνο για τα αυτοκινούμενα οχήματα αλλά και για γενετικά τροποποιημένους πολεμιστές, ανθρώπους –πολεμικές μηχανές με γενετικά εμφυτεύματα (ήδη, η Γαλλία ανακοίνωσε επίσημα ότι εργάζεται πάνω σε αυτά).

Είναι δυνατόν ένας φιλόσοφος που όχι πολύ καιρό πριν μας καλούσε να προετοιμασθούμε για έναν νέο κύκλο κοινωνικών επαναστάσεων, τώρα, χωρίς μια στοιχειώδη αυτοκριτική, να μας καλεί στη διαρκή κοινωνική επαφή με τηλε-απόσταση και μέσω gadgets, χάνοντας τη σχέση «πρόσωπο με πρόσωπο»: Είναι αυτό λειτουργία ενός δημοσίου διανοουμένου; Μπορεί να έχει σχέση με μια χειραφετητική λογική; Μπορούν οι άνθρωποι να αλλάξουν συλλογικά τη ζωή τους, έχοντας ανθρωπολογικά πάψει να είναι «άνθρωποι», με τον τρόπο που ήταν τα τελευταία δέκα χιλιάδες χρόνια, το λιγότερο;

Ή μήπως οι ρήσεις του Ζίζεκ, να μάθουμε να ζούμε με το «μη πρόσωπο», επιβεβαιώνουν αυτό που υποστήριξε ο Ράσσελ Τζάκομπι ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, ότι δηλαδή η πλήρης ακαδημαϊκοποίηση των διανοουμένων στη Δύση κατήργησε τον ρόλο τους ως ελεύθερων πνευμάτων και ως δημοσίων διανοουμένων, στρατευμένων στην υπεράσπιση της δημόσιας ζωής και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (4); Τι είναι αυτό που κινεί τον Ζίζεκ να μας προτείνει να αποδεχθούμε τον ζόφο; Και γιατί οι φορείς της εξουσίας δεν δίνουν πειστικές απαντήσεις για το πώς ακριβώς θα είναι το μέλλον που θα σηματοδοτεί την «αδυναμία επιστροφής στην παλιά πραγματικότητα»; Είναι παράλογο που σε ένα τέτοιο διεθνές πλαίσιο ανθούν αναγκαστικά οι «θεωρίες συνωμοσίας»;

Παραπομπές

1) Ζαν Μπωντριγιάρ, «Ομοιώματα και προσομοίωση», Αθήνα 2019, Πλέθρο. Το έργο εκδόθηκε στη Γαλλία το 1982.
2) https://thepressproject.gr/zizek-den-yparchei-epistrofi-stin-kanonikotita-meta-tin-pandimia, Μετάφραση: Λαμπρινή Θωμά
3) https://voidnetwork.gr/2020/11/07/otan-to-spiti-kaigetai-giorgio-agamben/
4) Βλ. σε Ράσσελ Τζάκομπι, «Οι τελευταίο διανοούμενοι – η αμερικανική πνευματικότητα σε μια εποχή ακαδημαϊκότητας {1987}», Θεσσαλονίκη 2008, εκδόσεις Νησίδες.

Πηγή 

Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2020

Δημοκρατία και Πανδημία

 Στην εκπομπή καταθέτουν την οπτική τους :

 -Ο Ξενοφών Κοντιάδης, Καθηγητής Δημοσίου Δικαίου και Δικαίου Κοινωνικής Ασφάλειας στο Πάντειο και Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου 

 -Ο Γιώργος Σωτηρέλης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών 

 -Ο Δημήτρης Χριστόπουλος , Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης & Ιστορίας Παντείου Πανεπιστημίου, πρώην Πρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου 

 - Ο Ανδρέας Τάκης Επίκουρος Καθηγητής Φιλοσοφίας και Μεθοδολογίας του Δικαίου στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ

 -Ο Ιατρός και Ερευνητής στη Σχολή Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής Κωνσταντίνος Φαρσαλινός

Μία μεγάλη συζήτηση για τους κανόνες και το αν υπάρχουν όρια στην Ελευθερία του Λόγου την εποχή της Πανδημίας -Η συμμετοχή των πολιτών στις δύσκολες αποφάσεις , ο Κοινοβουλευτικός – Δικαστικός ή άλλος Έλεγχος , η Λογοδοσία της Εκτελεστικής Εξουσίας . -Η πανδημία ανάμεσα στο Δίκαιο και στην Ηθική, με τη ζωή ως συνταγματική αξία , η Δημοκρατία αντέχει την Πανδημία και αντίστροφα η Πανδημία αντέχει την Δημοκρατία ; -Η Δημοκρατία είναι άτρωτη ή ανθεκτική ; -Υγειονομικές και Πολιτειακές προεκτάσεις της κρίσης -Τι είναι τελικά το κεφάλαιο της Δημόσιας Υγείας και ποια τα όρια των αποφάσεων στο όνομα της ; To Δικαίωμα στην Υγεία κοινωνικό ή ατομικό ; -Είναι «Πόλεμος» η Πανδημία και τι, γιατί και πως ορίζεται ως «Έκτακτη Ανάγκη»; -Ψευδείς Ειδήσεις και Δημοκρατία , Το Συνταγματικό Δικαίωμα στην Πληροφόρηση και η Επικοινωνιακή κατάχρηση στην ενημέρωση , στο χώρο της Επιστήμης και της κάθε μορφής Εξουσίας -Η πυροδότηση περαιτέρω της τεχνολογικής «επανάστασης» τον καιρό της Πανδημίας , τα ατομικά και συλλογικά δικαιώματα, τα προσωπικά δεδομένα , οι νέα μορφές κοινωνικής συλλογικότητας και δικαιωμάτων στο διαδίκτυο -Μύθοι ή αλήθειες για την Δημοκρατία σε κίνδυνο από ένα ιδιότυπο τεχνολογικό «Πανοπτικόν»; 

Βίντεο Εκπομπής Αντιθέσεις 18 Δεκ20 

Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2020

Ένοπλες Δυνάμεις και εθνομηδενισμός

Του Π.Ήφαιστου

  Στην Ελλάδα υπάρχει μια ολοφάνερη ασθένεια που αδιάλειπτα βλάπτει όλους μας. Ιδιαίτερα φορείς συγκεκριμένων ιδεολογημάτων διάκεινται από επιφυλακτικά μέχρι εχθρικά απέναντι στις Ένοπλες Δυνάμεις. Πρόκειται για παθολογία, απόρροια δικτατοριών του παρελθόντος, εμφυλίων πολέμων και παραγωγής ιδεολογημάτων που υποστηρίζουν ότι το κράτος δεν χρειάζεται. Κάποιοι επίσης επιπόλαια ή ύπουλα ταυτίζουν την επάρατη επταετή χούντα μερικών επίορκων ανοήτων ή πρακτόρων αξιωματικών με τις Ένοπλες Δυνάμεις.

Ξεχνούν την ξενοκρατία, τους εμφυλίους, το χάος της δεκαετίας του 1960 και τις βαθύτατες ευθύνες του «συστήματος» που παρήγε εκτροπές κάθε είδους και πολύ μεγάλες. Ακόμη ξεχνούν την φυλάκιση αναρίθμητων αξιωματικών που επανήλθαν μετά την χούντα και το γεγονός ότι οι σημερινές ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις είναι δημοκρατικά ενταγμένες. Ότι απολύτως καμιά σχέση δεν έχουν με τους επίορκους της χούντας. Έτσι, σε μια χώρα όπου η φιλοπατρία κατακρίνεται, εάν όχι εξυβρίζεται, οι Ένοπλες Δυνάμεις, οι οποίες υπερασπίζονται το κράτος μας, δηλαδή τον θεσμό συλλογικής ελευθερίας της κοινωνίας μας, συχνά βρίσκονται στο στόχαστρο.

Αναμφίβολα μια σωστή διάγνωση δείχνει πως οι μεταπολιτευτικές ασθένειες είναι πολλές και ότι απαιτούν αντιμετώπιση. Κυρίως, ανδρώθηκε μια πνευματικά και γνωστικά μπερδεμένη αριστεροδεξιά εθνομηδενιστική τάση που παραμιλά: Το κράτος κατασκευάζει την ανθρωπολογία βάση δόγματος και μέχρι να γίνει αυτό οι πολίτες είναι «μάζες» και «ετερόκλητος όχλος» που γονατισμένος πρέπει να ικετεύει τον κάθε ιδεολόγο «διαφωτιστή» να διαμορφώσει το νεοελληνικό είδος … δουλοπαροίκων.

Ακόμη χειρότερα η παράκρουση αναρριχήθηκε σε υψηλά βουνά. Πολλοί φορείς ανάμεικτων κοσμοπολίτικων αριστεροδεξιών εκδοχών «συνωστίστηκαν» στην κορυφή ενός πανύψηλου βουνού ψευδαισθήσεων. «Ιδεολόγων» που κράζουν περί ενός επερχόμενου ανθρωπολογικά εξομοιωμένου (παγκοσμιοποιημένου) πλανήτη των ψευδαισθήσεών τους και των παραισθήσεών τους. Λογικό είναι όλοι αυτοί να θεωρούν το κράτος, την κρατική κυριαρχία και την ένοπλη υπεράσπισή της περιττή.

Ανυπόστατη εκδοχή

Μια εκδοχή επιστημονικά ανυπόστατη και αριθμητικά πολυπληθής, είναι η λεγόμενη «κονστρουκτιβιστική». Από αυτή προέρχεται, βασικά, ο προαναφερθείς ημέτερος εύστοχα ονομασθείς εθνομηδενισμός. Αν και δεν υπάρχουν ως επιστημονικό σώμα παρά μόνο ως συγκλίνοντα νήματα θεωρημάτων και ιδεολογημάτων, πείθουν εν τούτοις πολλούς ότι οι αισθητικές σχέσεις είναι η διέξοδος εξαφάνισης του πολέμου.

Αυτό βέβαια κατ’ αυτούς περνά μέσα από τον κατακερματισμό των κρατών για να δημιουργηθούν χιλιάδες άνευρες ομάδες. Το πώς ταυτόχρονα βέβαια πολλοί από αυτούς βλέπουν και την έλευση μιας παγκόσμιας κυβέρνησης (των παρακρούσεών τους), είναι μεγάλο μυστήριο. Εξ ου και άτομα σε θέσεις ευθύνης παρασύρονται σε ζεϊμπέκικα και κουμπαριές αντί στρατηγικής. Γραφικότητες, βέβαια, οι οποίες οδήγησαν στο να θολώσουν τα σύνορα της κυριαρχίας μας στο Αιγαίο (και όχι μόνο;).

Μερικοί εξ αυτών θεωρούν την διάλυση των κρατών ιδεολογικά προσδιορισμένο αυτοσκοπό και τους εαυτούς τους πρωτοπόρους σημαιοφόρους. Εξ ου και του πιο πάνω «συστήματος πνευματικής και πολιτικής παρακμής» τους είδαμε να «συνωστίζονται» σε μακροσκελείς λίστες υπέρ του φασιστικού, αντί-δημοκρατικού και ανελεύθερου σχεδίου Ανάν για την Κύπρο.

Για το οποίο μάλιστα περιώνυμος δήθεν στοχαστής, το 2003, σε κυριακάτικη εφημερίδα αποφάνθηκε ότι αποτελεί μεγαλειώδη ελληνική πρωτοπορία εισόδου των Ελλήνων στην … μετά-εθνική εποχή. Μετά, όλοι οι άλλοι θα ακολουθούσαν, όπως για παράδειγμα οι λαοί «που τίποτα δεν τους χωρίζει» στο γεωπολιτικό τετράγωνο Ιράκ – Τουρκία – Συρία – Ιράν! Ο κύριος αυτός δεν σιώπησε, αλλά τον προσκαλούν και ως κεντρικό ομιλητή σε συνέδρια κομμάτων εξουσίας.

Αδιευκρίνιστος «αντί-μιλιταρισμός»

Έχουμε επίσης κάποιου είδους αδιευκρίνιστο «αντί-μιλιταρισμό», έναν εξ αντικειμένου περίεργο και επικίνδυνο όρο. Όλα τα κράτη πάντα είχαν και συνεχίζουν να έχουν ένοπλες δυνάμεις εξωτερικής ασφάλειας. Πρώτον, υπάρχουν πολλών ειδών πόλεμοι από εθνικοαπελευθερωτικοί μέχρι αμυντικοί. Δεύτερον, ο πόλεμος ήταν ένα διαχρονικό φαινόμενο της ιστορίας. Αντιμετωπίζεται ποτέ δεν εξορκίζεται. Έτσι, μερικοί υποστηρίζουν πως δεν χρειαζόμαστε να έχουμε Ένοπλες Δυνάμεις υπεράσπισής μας κατά εξωτερικών απειλών.

Η εξ ανατολών καθημερινά ορατή απειλή γι’ αυτούς δεν υπάρχει. Πώς όμως να υπάρχει θέαση ακόμη και του πασίδηλου, όταν ο εγκέφαλος πλήττεται με πνευματικά δηλητήρια που θεωρούν την φιλοπατρία ως δήθεν «εθνικισμό» και το έθνος-κράτος που την ενσαρκώνει περιττό! Ο εθνικισμός σε κάθε περίπτωση είναι ξένο και μάλιστα μοντερνιστικό φαινόμενο. Δεν σχετίζεται με το έθνος της δημοκρατίας και της ελευθερίας του Ρήγα και τόσων άλλων.

Πολλά μπορούμε να πούμε και υπάρχουν σε εκτενέστερα κείμενα. Εδώ δύο ακόμη λέξεις εδρασμένες πάνω στα θουκυδίδεια αξιώματα κάθε κρατοκεντρικού συστήματος το οποίο αποτελείται από κυρίαρχα κράτη. Συνοψίζω μερικές επισημάνσεις του Robert Gilpin σε συνέδριο-σταθμό με κονστρουκτιβιστές, όταν τους είπε πως οι επιστημονικοί τίτλοι είναι λαθραίοι αν δεν γίνεται παραδεκτό το αυταπόδεικτο και διαχρονικά πασιφανές:

  1. Διαχρονικά καθ’ όλη την γνωστή ιστορία η βασική μονάδα διεθνούς οργάνωσης (και το καθεστώς της κρατικής κυριαρχίας του ΟΗΕ) είναι η πολιτική ομάδα που στην ιστορία είχε διάφορα ονόματα και σήμερα ονομάζεται έθνος-κράτος.
  2. Εκτός ίσως από την οικογένεια, οι πολίτες τρέφουν πίστη και νομιμοφροσύνη στο οικείο έθνος-κράτος και αυτό ονομάζεται πατριωτισμός ή φιλοπατρία.
  3. Το βασικό διαχρονικό γνώρισμα των σχέσεων αυτών των εθνικών κρατών είναι ο ανταγωνισμός και η σύγκρουση. Η δε ισχύς και ασφάλεια είναι για όλα τα βιώσιμα κράτη στην κορυφή των κοινωνικοπολιτικών τους ιεραρχήσεων.
  4. Όλοι οι αγαθοί σκοποί και όλες οι αγαθές επιδιώξεις χάνονται, εάν, υπό συνθήκες συνεχών και έντονων διαχρονικών αγώνων ισχύος μεταξύ των κοινωνικών ομάδων, δεν διασφαλιστούν με επαρκή άμυνα του οικείου κράτους.

Μισούν την πατρίδα τους

Βέβαια συχνά ιδιώτες εθελοτυφλούν μπροστά στην διαχρονική αλήθεια που αφορά εγγενή χαρακτηριστικά του κόσμου (πολλές ετερογενείς και ανομοιογενείς κοινωνίες διαφορετικού μεγέθους, ισχύος και ανάπτυξης) και αερολογούν επικίνδυνα, εξ ου και τους κάνουμε την χάρη να ασχοληθούμε μαζί τους. Συχνά μισούν την πατρίδα τους. Μερικοί άλλοι έξωθεν υποκινημένοι ροκανίζουν την δύναμη του έθνους-κράτους.

Πολύ συχνά συνειδητά ή ανεπίγνωστα πλήττουν την συνοχή της πατρίδας τους, τις κοσμοθεωρίες της, τις πολιτικές της παραδόσεις, τις εθνικές ταυτότητες. Και βεβαίως με τον μανδύα του ανόητου ή ύπουλου όρου αντί-μιλιταρισμός πλήττουν τις Ένοπλες Δυνάμεις που υπερασπίζονται την ελευθερία του κράτους και της κοινωνίας κατά εξωτερικών απειλών.

Θα ήταν βέβαια ύβρις εάν ταυτιστούν οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις με τους ανοήτους ή πράκτορες της επταετίας που τις καπηλεύτηκαν με την βοήθεια πολιτικάντηδων πρακτόρων, βασιλιάδων και άλλων εξωγενών συμφερόντων κάθε είδους. Πολλοί αξιωματικοί διώχθηκαν, επανήλθαν μετά το 1974 και έκτοτε οι Ένοπλες Δυνάμεις είναι απόλυτα δημοκρατικά ενταγμένες και ταγμένες να υπερασπίζονται την ελευθερία μας.

Το μόνο που τους λείπει είναι ένα άξιο πολιτικό σύστημα για να μεγιστοποιήσει και βελτιστοποιήσει τους συντελεστές ισχύος της χώρας με την χάραξη μιας εύρωστης αποτρεπτικής στρατηγικής. Να το πούμε με το όνομά του: Οι δημοκρατικά ενταγμένες ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις είναι ο κορυφαίος πολιτειακός θεσμός, επειδή υπερασπίζεται την ελευθερία μας. Αξίζει να τις τιμούμε, να τις στηρίζουμε και να τους δίνουμε όλα τα αναγκαία μέσα εκπλήρωσης της υψηλής αποστολής τους.

Πηγή 

Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2020

Η επιστροφή των εθνών και το δίλημμα της πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων

 Του καθηγητή Κώστα Λάβδα.

 Μια χώρα όπως η Ελλάδα θα πρέπει να αναστοχαστεί πολλές από τις βεβαιότητες που ανέθρεψαν τις πρόσφατες γενιές.

 

Στη δεκαετία που έρχεται, ο κόσμος θα γνωρίσει και πάλι – σε εκδοχή επιλεκτικά διαφοροποιημένη – τις προκλήσεις, τις απειλές και τις ευκαιρίες που συνδυάζονται με την αναβάπτιση της πολιτικής της ισχύος. Σε αυτό το φαινομενικά νέο αλλά και γνώριμο περιβάλλον, μια χώρα όπως η Ελλάδα θα πρέπει να αναστοχαστεί πολλές από τις βεβαιότητες που ανέθρεψαν τις πρόσφατες γενιές. Στις αρχές του 2020, δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις ούτε εύκολες προσεγγίσεις. Πολλές δε από τις τελευταίες που κυκλοφορούν βασίζονται σε επιφανειακές (αν μη και αφελείς) εφαρμογές των ερμηνευτικών σχημάτων που επικαλούνται. 

Η μεγάλη εικόνα

Οι αισιόδοξες αντιλήψεις των πρώτων μετά-ψυχροπολεμικών ετών έχουν επιβεβαιωθεί μόνο σε έναν μικρό βαθμό. Τα κράτη, είχε θεωρηθεί, φαίνεται να εστιάζονται πια κυρίως στην επίτευξη οικονομικής ανάπτυξης και τεχνολογικής ισχύος. Επίσης, είχε υποστηριχθεί με σθένος, τα κύματα εκδημοκρατισμού ενθαρρύνουν την επικράτηση ειρηνικών μορφών ανταγωνισμού και συνεργασίας, καθώς οι δημοκρατίες δεν έρχονται σε πολεμική σύγκρουση μεταξύ τους. Βέβαια οι επιφυλάξεις απέναντι στην καντιανή αυτή θέση ήταν γνωστές. Υπήρξαν συστηματικές μελέτες που κατέδειξαν ότι οι νέες δημοκρατίες έρχονται και σε πολεμική σύγκρουση μεταξύ τους. Επιπρόσθετα ο Christopher Layne είχε αναλύσει διεξοδικά κρίσεις μεταξύ παλιότερων δημοκρατιών που απέφυγαν τον μεταξύ τους πόλεμο και είχε επιχειρηματολογήσει πειστικότατα ότι οι αιτίες αποφυγής, τελικά, της πολεμικής οδού δεν μπορούν να αποδοθούν πρώτιστα στο δημοκρατικό χαρακτήρα των πρωταγωνιστών. Παρόλα αυτά, η αισιοδοξία, μαζί με την ελπίδα, πεθαίνουν τελευταίες. 

Το τέλος της δεκαετίας αφήνει μια ΕΕ εξελισσόμενη αλλά με κρίσιμες εσωτερικές ρωγμές και – ακόμη σημαντικότερο – μια Ευρώπη που θα επιχειρήσει να ισορροπήσει σε νέες συνθήκες

Αλλά οι εξελίξεις των τελευταίων ετών σε Δύση και Ανατολή, Βορρά και Νότο διέλυσαν τα σύννεφα της υπερβολικής, τουλάχιστον, αισιοδοξίας. Σε έναν αναδυόμενο πολυπολικό κόσμο, που διαθέτει ταυτόχρονα χαρακτηριστικά ασύμμετρης πολυεπίπεδης διακυβέρνησης, τα λιμάνια της θαλπωρής που γνωρίσαμε στην μορφή προηγμένων πολυμερών συνεργασιών και περιφερειακών ενοποιήσεων είναι ταυτόχρονα απαραίτητα αλλά και δυνάμει παραπλανητικά. Το τέλος της δεκαετίας αφήνει μια ΕΕ εξελισσόμενη αλλά με κρίσιμες εσωτερικές ρωγμές και – ακόμη σημαντικότερο – μια Ευρώπη που θα επιχειρήσει να ισορροπήσει σε νέες συνθήκες χωρίς να επιτύχει, στο εσωτερικό της, μια συναίνεση για τις στρατηγικές κατευθύνσεις και τον ρόλο των μελών της στην επίτευξη τους.

Εξαιτίας της χαοτικής διαδικασίας λήψης αποφάσεων που κυριαρχεί στην Ουάσιγκτον μετά την αποχώρηση στελεχών όπως ο Μάτις και ο Μπόλτον, η προσέγγιση του Τραμπ έχει εξελιχθεί από προβληματική σε δυνητικά καταστροφική για τη συμμαχία. Η Γαλλία επιχειρεί να καλύψει το κενό ηγεμονίας στην Ευρώπη αλλά οι περιπέτειες του Brexit καθιστούν μια δομική συνεννόηση με το Λονδίνο δύσκολη αυτή τη στιγμή (παρόλα αυτά η συνεργασία Λονδίνου – Παρισίων στην ασφάλεια και εν μέρει την άμυνα είναι βέβαιο ότι θα ενισχυθούν και πάλι στο προσεχές μέλλον). Ενώ το Βερολίνο εξακολουθεί να βλέπει τα πράγματα από λογιστική σκοπιά και, κατά συνέπεια, αναλίσκεται σε δηλώσεις για τις ευκαιρίες που προσφέρονται με τη νέα «πράσινη» οικονομία αλλά και για το πόσο απαραίτητη είναι η Τουρκία για τη Δύση (και τις γερμανικές εμπορικές συμφωνίες και προμήθειες).

Σε αυτή τη δύσκολη καμπή από το ΝΑΤΟ αυτό που κυρίως περιμένουμε είναι να ξεπεράσει την κρίση. Η χρονικά συνδυασμένη αμερικανική και βρετανική αποστασιοποίηση από την Ευρώπη και την Μέση Ανατολή (Τραμπ, Brexit) θέτουν την ΕΕ μπροστά σε αβυσσαλέο κενό, ευθύνες και κινδύνους. Με την μερική εξαίρεση της Γαλλίας, η οποία όμως κλυδωνίζεται εσωτερικά λόγω των αντιστάσεων στην μεταρρυθμιστική πολιτική Μακρόν, κανείς δεν φαίνεται να έχει στρατηγικές στοχεύσεις. 

Κράτη και εθνικές κοινότητες

Πράγματι, για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου η Βρετανία (με το Brexit) και οι ΗΠΑ (με τις πολιτικές Τραμπ) απομακρύνονται και οι δυο από την Ευρώπη. Αλλά ενώ η απομάκρυνση σημαίνει ταυτόχρονα και επιστροφή σε παραδοσιακές λογικές μεγάλων δυνάμεων, το ερώτημα για την πολιτειακή μορφολογία του Ηνωμένου Βασιλείου στη νέα δεκαετία έχει τεθεί και οι απαντήσεις δεν είναι εύκολες.

Ο Αγγλικός εθνικισμός αποφάσισε, φαίνεται ότι ο Σκωτικός εθνικισμός θα ακολουθήσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Το ιστορικό εκλογικό αποτέλεσμα του Δεκεμβρίου 2019 στη Βρετανία δεν είναι απλά «ήττα του Κόρμπυν» (παρότι προφανώς συνέβαλε στη συντριβή των Εργατικών η έλλειψη στίγματος του αρχηγού τους). Στην Αγγλία, τουλάχιστον, η πλειοψηφία ψήφισε έξοδο από την ΕΕ. Γιατί αν μη τι άλλο ο Τζόνσον υπήρξε απολύτως σαφής ως προς αυτό.

Παράλληλα η κρίση της Καταλωνίας και όχι μόνο σοβεί στο Βασίλειο της Ισπανίας ενώ η Ιταλική Πολιτεία έχει απλώς αναβάλλει το δράμα για αργότερα. Στη Γερμανία η νοσταλγία του έθνους κινδυνεύει να λάβει ξανά διαστάσεις ανορθολογικές (όπως φάνηκε στις εκλογές των πρώην ανατολικών κρατιδίων). Φαίνεται ότι την Ευρώπη των εθνών (και όχι απαραίτητα των εθνικών κρατών) δεν την έχουμε αφήσει πίσω μας. Στην Ελλάδα, πάντως, η περίοδος της επίσημα προβαλλόμενης αγάπης του έθνους τείνει τα τελευταία χρόνια να αντικατασταθεί από μια εξίσου επίσημη προσπάθεια να γκρεμιστεί το έθνος από το βάθρο του. 

Η Αθήνα οφείλει να επενδύσει στην εμβάθυνση των σχέσεων με δυνάμεις όπως η Γαλλία και το Ισραήλ, περιορίζοντας προς το παρόν τις ελπίδες για μια ισχυρή και συνεκτική πολιτική της ΕΕ απέναντι στην Τουρκία.

Αλλά οι επίσημες θέσεις, διαμορφωμένες ενίοτε από αβέβαιες συμμαχίες καιροσκοπικών δικτύων, δεν αποτελούν πάντοτε έκφραση βαθύτερων τάσεων και ρευμάτων. Στην πραγματικότητα, η νέα δεκαετία θα σφραγιστεί από μια δύσκολη ισορροπία. Η ανάγκη επιβεβαίωσης διαστάσεων του ανήκειν σε εθνικές κοινότητες θα συνυπάρξει με την επιστροφή στην πολιτική των δυνάμεων σε ένα νέο, παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον που όμως κι αυτό πλέον αμφισβητείται. 

Η Ανατολική Μεσόγειος 

Σε αυτό το δυσανάγνωστο τοπίο, ταυτόχρονα πολυπολικό και πολυεπίπεδο, η μερική επιστροφή της πολιτικής της ισχύος – με αυξανόμενη επίκληση, έστω και νομιμοποιητική, των διεθνών θεσμών και του διεθνούς δικαίου κατά το δοκούν – βρίσκει μερικά από τα ισχυρότερα κράτη της Ευρώπης να αμφιταλαντεύονται ανάμεσα σε εξωτερικά ερεθίσματα που αναφέρονται σε ανακατανομή πλούτου και ισχύος και εσωτερικές προκλήσεις που εκφράζουν την επανακάμψασα ανάγκη για κοινοτικές ταυτίσεις εθνικού ή άλλου επιπέδου.

Έτσι και οι πολιτικές των κρατών απέναντι σε κρίσεις στην ευρύτερη γειτονιά της Ευρώπης έχουν συχνά χαρακτήρα αντίδρασης μάλλον παρά στρατηγικής προώθησης στόχων. Βέβαια για την Ελλάδα, από την άλλη πλευρά, οι απειλές θα έπρεπε τουλάχιστον να είναι σαφείς. Σε έναν κόσμο όπου οι απειλές, ακόμη και οι επιθέσεις, δεν μπορούν πάντοτε να αποδοθούν με βεβαιότητα σε συγκεκριμένους εχθρούς ενώ και η μορφή τους μπορεί να προκαλέσει σύγχυση (ασύμμετρες απειλές, υβριδικός πόλεμος), η αποτροπή καθίσταται έννοια περίπλοκη. Για την Ελλάδα δεν θα έπρεπε να είναι τόσο.

Διότι η Τουρκία του Ερντογάν επιθυμεί σαφώς να αποτελέσει ηγετική δύναμη εντός του μουσουλμανικού κόσμου, με προβολή πέραν της Μέσης Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου. Σε ένα βαθμό, η έκδηλη προκλητικότητα της κυβέρνησης Ερντογάν που συμπεριφέρεται πια ως περιφερειακή δύναμη με τάσεις εκπροσώπησης και ευρύτερων μουσουλμανικών κύκλων στη διεθνή πολιτική, έχει κινητοποιήσει αρνητικά αντανακλαστικά από κρίσιμους δρώντες όπως – με διαφορετικούς τρόπους και σε διαφορετικό βαθμό – το Ισραήλ, η Γαλλία (η οποία πέρα από τη ναυτική της παρουσία στην Μεσόγειο εξελίσσει και τον ρόλο της ως μόνη ευρωπαϊκή στρατιωτική και πυρηνική δύναμη μετά την αποχώρηση της Βρετανίας) και η αμερικανική διπλωματία και τεχνοκρατία (η οποία κατορθώνει ενίοτε αλλά όχι πάντα να συντονίσει τον πρόεδρο Τραμπ σε στρατηγικές στοχεύσεις με τη βοήθεια και του Κογκρέσου).

Η Αθήνα οφείλει να εστιαστεί σε αυτές τις -μέχρι στιγμής- ασυντόνιστες ενδείξεις ανάσχεσης και να επενδύσει στην εμβάθυνση των σχέσεων με δυνάμεις όπως η Γαλλία και το Ισραήλ, περιορίζοντας προς το παρόν τις ελπίδες για μια ισχυρή και συνεκτική πολιτική της ΕΕ απέναντι στην Τουρκία. Η ΕΕ εξαιτίας του μεταναστευτικού (οι εκβιασμοί Ερντογάν έχουν αποτέλεσμα) αλλά και λόγω εσωτερικών διαφορών θα αργήσει να δράσει ως αποτελεσματικός παράγοντας επαναφοράς της Άγκυρας σε υπεύθυνες θέσεις.

Θα πρέπει να εστιαστούμε και μάλιστα ως πρωταγωνιστές στη διαμόρφωση μιας νέας ειδικής σχέσης ΕΕ – Τουρκίας, πέρα από τις εξίσου επικίνδυνες αυταπάτες του εξευρωπαϊσμού της Τουρκίας από την μια και της ραγδαίας αποδυνάμωσης και άμεσης κατάρρευσης της Τουρκίας από την άλλη.

Παρότι τα τουρκικά σχέδια παρουσιάζουν και σαφή στοιχεία υπερέκτασης και δυνητικής εξάντλησης, οι δυνατότητες ανάσχεσης είναι και αυτές περίπλοκες. Οι πολιτικές και πολιτειακές φόρμες στην Βόρεια Αφρική και σε μικρότερο βαθμό την Μέση Ανατολή είναι συχνά εφήμερες και εργαλειακές. Από το 2011 η Λιβύη ουσιαστικά δεν έχει κυβέρνηση ενώ και οι αντιπαλότητες βασίζονται σε ένα βαθμό σε φυλετικές ταυτίσεις – η επιτόπια έκφραση του κοινοτικού ανήκειν. Στην πολύ περισσότερο θεσμοποιημένη και διαφοροποιημένη πολιτική της Αιγύπτου, το σημερινό καθεστώς αποτελεί σύμμαχο πολύτιμο αλλά με αβέβαιο μέλλον. Το καθεστώς, συνέχεια της πραξικοπηματικής ανατροπής που το 2013 που ανέτρεψε την κυβέρνηση της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, κινδυνεύει από ένα πλέγμα εσωτερικών απειλών ενισχυόμενων και από εξωτερικά κέντρα. Βραχυπρόθεσμα, οι διπλωματικές κινήσεις με κυβερνήσεις όπως αυτή στο Κάϊρο αποτελούν σημαντικά βήματα. Μακροπρόθεσμα, η αντιμετώπιση των κυβερνήσεων αλλά και των αντίπαλων στρατοπέδων πρέπει να λαμβάνει υπόψη ότι αναφερόμαστε στην επιφάνεια ενός φαινομένου σύνθετου.

Σε βαθύτερα επίπεδα, τα ρεύματα και οι τάσεις εξακολουθούν να διαμορφώνονται. Βέβαια αυτό λειτουργεί με πολλούς τρόπους. Έτσι π.χ. βραχυπρόθεσμα, ο θάνατος του στρατηγού Σουλεϊμανί φαίνεται να ενισχύει το καθεστώς στην Τεχεράνη. Σε ευρύτερο όμως χρονικό ορίζοντα, η κοινωνική διαμαρτυρία στο Ιράν, που επιβιώνει παρά την αιματηρή καταστολή, είναι πιθανό να επηρεαστεί και θετικά από την κλιμάκωση που συνιστά η αμερικανική κίνηση. Ενώ και η Τουρκία εισέρχεται σε σοβαρούς προβληματισμούς ενόψει των σχέσεών της με το Ιράν που έλαβαν και θεσμική έκφραση κυρίως με τη συμφωνία της Αστάνα (2017) μεταξύ Ρωσίας, Ιράν και Τουρκίας για το μέλλον της Συρίας.

Το άλλο μέλος της τριμερούς συμφωνίας, η Ρωσία, θα εξακολουθήσει να διαδραματίζει ρόλους μεγαλύτερους από την οικονομική της επιφάνεια. Η Μόσχα θα εξακολουθήσει να αποτελεί παράγοντα και στην περιοχή μας ενώ θα προκαλεί και σεισμούς σε διεθνές επίπεδο όπως έγινε το 2014 με την προσάρτηση της Κριμαίας. Μέσα στην διετία 2020-2021 η Ρωσία πιθανότατα θα επιχειρήσει να ενσωματώσει την Λευκορωσία (όπου ο Λουκασένκο διατηρεί ήδη ανοικτά σύνορα με την ισχυρή γείτονα και προστάτιδά του) και να ενισχύσει τον ρόλο της στο άτυπο κουαρτέτο Κίνα – Ρωσία – Τουρκία – Ιράν. 

Τα κράτη δεν είναι εταιρείες 

Φαίνεται λοιπόν ότι, όπως είχα γράψει προ δεκαπενταετίας, τα κράτη δεν είναι εταιρείες, παρά τα όσα φέρεται να πρεσβεύει η νέα γερμανική προσέγγιση που όμως αναπτύσσει τις εμμονές της υπό τη σκέπη της ευρωατλαντικής ομπρέλας. Στην πραγματικότητα, τα κράτη εξακολουθούν να λειτουργούν σε περιβάλλοντα ισχύος, να ανταποκρίνονται σε σύνθετα ερεθίσματα και να προϋποθέτουν εσωτερική νομιμοποίηση που δεν εδράζεται μόνο σε οικονομικούς δείκτες. Και η Ελλάδα; Στη δεκαετία του 2020 το ελληνικό κράτος θα επιβιώσει και θα επιτύχει – εσωτερικά κα εξωτερικά – υπό ορισμένεςπροϋποθέσεις.

Χρειαζόμαστε – σε πείσμα των θαυμαστών της μεταμοντέρνας ακροβασίας – να ανακαλύψουμε εκ νέου τη σημασία του ανήκειν στην αυτοπεποίθηση, το φρόνημα και τη θωράκιση απέναντι σε φοβικά σύνδρομα. Χρειάζεται να ξαναχτίσουμε μια κριτική όσο και στέρεη βάση της πολιτειακά συγκροτημένης ελληνικής εθνικής κοινότητας. Ενσωματώνοντας την καθοριστική εμπειρία της λειτουργίας του καθολικού σεβασμού των ατομικών δικαιωμάτων, της ισοπολιτείας και του κράτους δικαίου και αναδεικνύοντας, παράλληλα, την ειδική μέριμνα για τον συμπολίτη μας. 

Xρειαζόμαστε την άμεση εγκατάλειψη του φαιδρού επιχειρήματος ότι εξοπλιζόμαστε διότι φοβόμαστε την Τουρκία. Εξοπλιζόμαστε διότι είμαστε κρίσιμος πυλώνας της Συμμαχίας στην Μεσόγειο και την Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Χρειαζόμαστε, επίσης, την μεγάλη εικόνα. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι ενώ και η ΕΕ και το ΝΑΤΟ αποτελούν για την Ελλάδα και θα πρέπει να εξακολουθήσουν να αποτελούν απολύτως απαραίτητα αγκυροβόλια, έχουμε εισέλθει σε νέα εποχή πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων. Είναι νέα, δηλαδή ενημερωμένη – δυστυχώς επιλεκτικά – από αρκετές κανονιστικές και θεσμικές παραμέτρους που μεσολάβησαν από το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά δεν παύει να είναι και αμείλικτη. Κατά συνέπεια, χρειάζεται σχεδιασμός πέραν της πεπατημένης και συντονισμός με δυνάμεις με τις οποίες συγκλίνουν τα ενδιαφέροντα μας, όπως η Γαλλία. Παράλληλα η σχέση μας με το ΝΑΤΟ θα πρέπει να αξιοποιηθεί περισσότερο: πέρα από τις αμυντικές δαπάνες, χρειαζόμαστε μια ελληνική συμμετοχή κανονική και πλήρη, όπως έχουν πράξει παλαιότερα αλλά και νέα μέλη, όχι a la carte. Επίσης, όπως υποστηρίζω επί χρόνια, χρειαζόμαστε την άμεση εγκατάλειψη του φαιδρού επιχειρήματος ότι εξοπλιζόμαστε διότι φοβόμαστε την Τουρκία. Εξοπλιζόμαστε διότι είμαστε κρίσιμος πυλώνας της Συμμαχίας στην Μεσόγειο και την Νοτιοανατολική Ευρώπη. 

Χρειαζόμαστε εθνική στρατηγική σε σχέση με την περιοχή μας γενικότερα και την Τουρκία ειδικότερα.

Χρειαζόμαστε, τρίτον, να κατανοήσουμε ότι ο τουρκικός αναθεωρητισμός συνιστά δομική απειλή, όχι συγκυριακή πρόκληση. Μόνο μια Ελλάδα που στέκεται στα πόδια της θα αποτρέψει την κλιμάκωση του τουρκικού αναθεωρητισμού. Και ακριβώς επειδή ο ρόλος της Ελλάδας αναφέρεται και πέραν των ελληνοτουρκικών στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου, οφείλουμε να σχεδιάσουμε και να πράξουμε. Χρειαζόμαστε τόσο καρότο όσο και μαστίγιο. Το δεύτερο αναφέρεται στην επείγουσα ανάγκη αναβάθμισης ειδικότερα των αμυντικών ικανοτήτων μας και, γενικότερα, της αποτρεπτικής ισχύος μας. Για το πρώτο, όπως υποστηρίζω από χρόνια, θα πρέπει να εστιαστούμε και μάλιστα ως πρωταγωνιστές στη διαμόρφωση μιας νέας ειδικής σχέσης ΕΕ – Τουρκίας, πέρα από τις εξίσου επικίνδυνες αυταπάτες του εξευρωπαϊσμού της Τουρκίας από την μια και της ραγδαίας αποδυνάμωσης και άμεσης κατάρρευσης της Τουρκίας από την άλλη.

Τέλος, το σημαντικότερο:χρειαζόμαστε εθνική στρατηγική σε σχέση με την περιοχή μας γενικότερα και την Τουρκία ειδικότερα. Και επειδή στην άναρχη ελληνική δημοσιότητα ο καθένας γράφει και λέει ό,τι θέλει, ας θυμηθούμε ότι η εθνική στρατηγική, πέρα από εύλογες διακρίσεις και αποχρώσεις, αναφέρεται στην τιθάσευση επιμέρους στρατιωτικών, πολιτικών, οικονομικών και συμβολικών μέσων στην κατεύθυνση κάποιων απώτερων στόχων βάσει ιεράρχησης προτεραιοτήτων. Εξ ορισμού, η στρατηγική δεν αναφέρεται μόνο στις συγκρούσεις, δεν προκύπτει από αντιδράσεις σε ερεθίσματα και δεν αναπτύσσεται κατά την εφαρμογή αλλά προϋπάρχει των δράσεων τις οποίες αφορά. Οπότε το κρίσιμο ερώτημα θα έπρεπε να είναι, πώς επιδρούν οι εξελίξεις στη στρατηγική μας. Ελλείψει στρατηγικής, η πολιτική θα διαμορφώνεται ως σύνολο αντιδράσεων σε ερεθίσματα. Αυτό, πάνω από όλα, θα πρέπει να αποφύγουμε σε αυτή την συναρπαστική αλλά και δύσκολη καμπή.

Πηγή 

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2020

Γιατί μας λείπει η ατμόσφαιρα του ανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ

 Του Βασίλη Ασημακόπουλου *

 

Οι επέτειοι παρέχουν μια καλή αφορμή για απολογισμούς. Οι αποτιμήσεις των ιστορικών διαδρομών κομμάτων-προσώπων-πολιτικών σχεδίων στον δημόσιο λόγο δεν είναι απαλλαγμένες από τη συγκυρία που διατυπώνονται, τις οπτικές και τους προϊδεασμούς των προσώπων που τις επιχειρούν.

Έχοντας αυτούς τους κοινούς αναλυτικά τόπους ως δεδομένους, μιλώντας για το ΠΑΣΟΚ εκείνης της περιόδου με μια χρονικά διασταλτική προσέγγιση θα εστιάσουμε σε δύο-τρία στοιχεία της ταυτότητας-φυσιογνωμίας του συγκεκριμένου κομματικού σχηματισμού. Πρόκειται για στοιχεία της ταυτότητας, αλλά και της ατμόσφαιράς του, που απουσιάζουν εκκωφαντικά σήμερα στον πολιτικό ανταγωνισμό, με συνέπειες για τις κυριαρχούμενες κοινωνικές τάξεις και την προοπτική της χώρας.

Λαμβάνουμε βέβαια υπόψιν ότι η στιγμή των εκλογών του 1981 αποτελεί συμπύκνωση μιας ιστορικής διαδρομής που υπερβαίνει κατά πολύ την 7ετή μέχρι τότε ζωή του Κινήματος. Για τις ανάγκες του παρόντος σημειώματος που επεκταθούμε και στα χρόνια που ακολούθησαν μέχρι το τέλος της ανδρεοπαπανδρεϊκής περιόδου, λόγω του καταλυτικού ρόλου της παρουσίας του προσώπου στην εξέλιξη του ΠΑΣΟΚ.

Το ανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ, όπως κάθε πολιτικο-κοινωνικό φαινόμενο, μπορεί να αναλυθεί με έμφαση σε μια ποσοτικοποιημένη θετικιστικού χαρακτήρα προσέγγιση, είτε με επαγωγική, είτε με αναγωγική/παραγωγική μέθοδο και έμφαση είτε στην κυβέρνηση, είτε στο κόμμα. Για  παράδειγμα, η εξέλιξη των δημοσιονομικών μεγεθών, η μακρο-οικονομία, η μικρο-οικονομία, το δημόσιο χρέος, η εξέλιξη του ΑΕΠ και η εσωτερική κατανομή του, τα φορολογικά έσοδα, οι κοινωνικές δαπάνες, το νομοθετικό έργο και τα δικαιώματα.

Μπορούμε επίσης να αναφέρουμε τις κοινωνικές τάξεις (εργατική, αγροτική, μικρο-αστικά στρώματα) και τις σχέσεις πολιτικής εκπροσώπησης είτε παρατηρώντας την πορεία της οργάνωσης στο κόμμα, είτε την εκλογική του γεωγραφία, τον κομματικό λόγο. Σε αυτή την προσέγγιση μπορούμε να δούμε, επίσης, πόσες φορές καταγράφονται λέξεις-κλειδιά, όπως σοσιαλισμός, αλλαγή, εθνική ανεξαρτησία κλπ., τις δομές ή τον δομικό επικαθορισμό.

Μπορεί να δοθεί έμφαση στη λεγόμενη ποιοτική μέθοδο ανάλυσης και ερμηνευτικής προσέγγισης με έμφαση στα δρώντα πρόσωπα, την πορεία τους και την αυτοεικόνα τους, τα βιώματά τους, όπως εκφέρονται, δίνοντας έμφαση όχι στις δομές, αλλά στις δράσεις, σε μια κατεύθυνση κατανοούσας πολιτικής ή φαινομενολογικής κοινωνιολογίας με κριτική διάθεση στις μεγάλες θεωρίες και τις αφηρημένες έννοιες-σχήματα. Θα αποφύγουμε στο παρόν κείμενο και τις δύο προσεγγίσεις, με τις οποίες και ειδικότερα μέσα από τη σύνθεσή τους έχουμε κινηθεί στο παρελθόν αναλύοντας το ΠΑΣΟΚ.

Η ατμόσφαιρα ΠΑΣΟΚ

Θα μείνουμε σε 2-3 φυσιογνωμικά στοιχεία της "ατμόσφαιρας ΠΑΣΟΚ". Θεμελιώδες στοιχείο της ιδεολογικο-πολιτικής ταυτότητας του ανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ ήταν η θεωρία της εξάρτησης. Για τον ιδρυτή του παρέμεινε μέχρι το τέλος. Για την ηγετική του συλλογική γραφειοκρατία εγκαταλείπεται σταδιακά από τα μέσα της δεκαετίας του ’80. Ο παρατηρούμενος δυισμός του ΠΑΣΟΚ την περίοδο 1989-1995 οφείλεται και σ’ αυτό το στοιχείο. Εκείνη την περίοδο εκδηλώνεται κυρίως με όρους εσω-οργανωτικούς και λιγότερο θεωρητικούς.

Οι σχέσεις ιμπεριαλιστικής εξάρτησης, όπως εσωτερικεύονται στη χώρα, συγκροτούν για το ανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ την κυρίαρχη αντίθεση, αλλά και το πεδίο του πολιτικού ανταγωνισμού. Γι’ αυτό η ενότητα εθνικού-κοινωνικού είναι σκληρό ταυτοτικό ζήτημα στο ΠΑΣΟΚ της περιόδου 1974-1995. Στη θεωρία της εξάρτησης είχαν ασκηθεί κριτικές τόσο από τα δεξιά, όσο και από την κομμουνιστική ή κομμουνιστογενή Αριστερά, από διαφορετικές κατευθύνσεις και με διαφορετικές στοχεύσεις ήδη από την περίοδο 1974-1989.

Από το 1990 και μετά όμως η άρνηση της θεωρίας της εξάρτησης και των συνεπαγομένων της στον πολιτικο-κοινωνικό αγώνα αποτέλεσε όρο για μεγάλο μέρος αποδοχής της σοσιαλδημοκρατικής/εκσυγχρονιστικής ή κομμουνιστογενούς ριζοσπαστικής/ανανεωτικής διανόησης, είτε κομματικής είτε δημοσιογραφικής είτε ακαδημαϊκής στους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους και της κεφαλαιοκρατίας.

Γι’ αυτό και η Αριστερά, στις κυρίαρχες και οργανωμένες εκδοχές της από το 1996 και μετά, είναι πολιτικά συνδικαλιστική-οικονομίστικη, θεωρητικά φιλελεύθερη-δικαιωματική, κοινωνικά μεσοαστική, κυρίως στρώματα της νέας μικροαστικής τάξης, χωρίς οργανικές-οργανωτικές σχέσεις με την εργατική. Εφόσον η Αριστερά συνομολογεί την άρνηση ύπαρξης της εσωτερικευμένης ιμπεριαλιστικής εξάρτησης ή ακόμα περισσότερο ρητά την αποδέχεται, γίνεται ένας θεσμικός εταίρος, ένας εξημερωμένος πολιτικός ανταγωνιστής, αριστερή πτέρυγα του καπιταλ-ιμπεριαλισμού όπως εσωτερικεύεται, δίνοντας αγώνα για τη διανομή.

Εχθρότητα στο εθνικό

Την παραγωγή-ανάπτυξη την έχει παραδώσει στα χέρια της άρχουσας τάξης από δεκαετίες.
Απολύτως συναφές με την άρνηση της κυρίαρχης αντίθεσης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού και άρα απόρριψης της ιδιομορφίας του, δηλαδή των συγκεκριμένων χαρακτηριστικών του κοινωνικού αγώνα στην ευρύτερη διεθνική κίνηση, είναι ο διαχωρισμός του εθνικού με το κοινωνικό ζήτημα. Επίσης, είναι και η εχθρότητα προς το εθνικό φαινόμενο από την πλειοψηφία των οργανωμένων πολιτικών δυνάμεων και των διανοουμένων, οργανικών και μη, της Αριστεράς και της κεντροαριστεράς την περίοδο από τις αρχές-μέσα της δεκαετίας του ’90 και μετά.

Μεταφέρεται η μοντερνιστική-ευρωκεντρική, αγγλοσαξονικής προέλευσης της περιόδου 1964-1989, θεωρία του εθνικού φαινομένου, είτε επινόησης-κατασκευής της εθνικιστικής ιδεολογίας της αστικής τάξης, είτε δημιούργημα του κράτους, είτε ως καινοφανές προϊόν της βιομηχανικής επανάστασης και της νεωτερικής εποχής. Η ύπαρξη έθνους πριν την εποχή συγκρότησης του νεωτερικού κράτους, θεωρείται ψεύδος ή κατασκευή εθνικιστών διανοούμενων.

Έτσι, ιστορικές διαδρομές και εμπειρίες εθνών-λαών όπως ο ελληνικός, ο αρμενικός, ο εβραϊκός, ο κουρδικός, ο κινεζικός, ο ινδικός, ο περσικός, ο βιετναμέζικος και πολλοί άλλοι ή το πολυσύνθετο φαινόμενο του αραβικού έθνους, θεωρούνται κατασκευές των εθνικιστών διανοουμένων του 19ου και του 20ου αιώνα. Αυτές οι αναλύσεις και θεωρήσεις ήταν ξένες, εχθρικές και απολύτως ακατάλληλες ως ερμηνείες της ελληνικής ιστορικής πραγματικότητας για τα πολιτικο-θεωρητικά σχήματα του ανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ. Το τελευταίο κατανοούσε το έθνος στην ιστορική του συνέχεια, ως μια υλική και πνευματική κατάσταση, στην πάλη του για την ελευθερία, την ανεξαρτησία, την διεθνοπολιτική ισοτιμία.

Ο λαϊκός παράγοντας

Επόμενο φυσιογνωμικό στοιχείο είναι παρουσία του λαϊκού παράγοντα στον πολιτικό αγώνα. Το ΠΑΣΟΚ, ως το μορφοποιημένο σε πολιτικό σχηματισμό από τον Ανδρέα Παπανδρέου αποτέλεσμα των αγώνων του ελληνικού λαού από τη δεκαετία του ’30 και μετά, δεμένο με το φαντασιακό των μη προνομιούχων και δημιουργημένο μέσα από τη μαζική οργανωμένη πάλη, ήταν ότι πιο ριζοσπαστικό πολιτικά γέννησε η ελληνική κοινωνία από το 1974-75 μέχρι το 1989 ή και μέχρι το 1995. Με υφέσεις και εξάρσεις. Αλλά ελέγχθηκε από την άρχουσα τάξη και το διεθνή παράγοντα ήδη από την ανδρεϊκή περίοδο.

Η εχθρότητα προς την αδιαμεσολάβητη παρουσία του λαού στους δρόμους και τις πλατείες επαναλήφθηκε αυτές τις μέρες με αφορμή τη δίκη της νεοναζιστικής-εγκληματικής οργάνωσης, είτε από το ΚΙΝΑΛ με αναφορά το κίνημα των Πλατειών το 2011, είτε από τον ΣΥΡΙΖΑ με αναφορά τις κινητοποιήσεις για το "Μακεδονικό".

Αυτή η εχθρότητα είναι αποτέλεσμα του μεταμορφισμού της αριστεράς-κεντροαριστεράς, της απόρριψης της θεωρίας της εξάρτησης, της εχθρότητας προς το εθνικό και τελικά προς το λαϊκό δια της πολιτικο-ψυχολογικής επιχείρησης ενοχοποίησης του λαού. Στοιχείο εντελώς ξένο και εχθρικό προς την "ατμόσφαιρα του ανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ".

Ο Ανδρέας Παπανδρέου θα μπορούσε να διαβαστεί και σαν μια αριστοτελική φιγούρα που κατέχει την επιστημονική γνώση των λίγων, αποδεχόμενος ταυτόχρονα την αναπόδεικτη δόξα των πολλών, την αλήθειά τους, δίνοντας προοδευτικές και δημοκρατικές κατευθύνσεις και περιεχόμενα. Όχι χλευάζοντας το λαϊκό αίσθημα και περιφρονώντας την εθνική-κοινωνική αλήθεια των πολλών.

Αυτά τα φυσιογνωμικά στοιχεία, η θεωρία της εξάρτησης, το έθνος-λαός, το αναλυτικό σχήμα-ερμηνεία-γραμμή με βάση την ιδιομορφία της χώρας, αυτά τα στοιχεία της ανολοκλήρωτης διανοητικής ατμόσφαιρας του ανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ απουσιάζουν από τη χώρα. Είναι το βασικό πολιτικό έλλειμμά της, 39 χρόνια μετά τον εκλογικό θρίαμβο και τη συγκρότηση της πρώτης αριστερής κυβέρνησης στη χώρα μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.


* Ο Βασίλης Ασημακόπουλος είναι μαχόμενος δικηγόρος, ασχολούμενος με το Εργατικό Δίκαιο. Διδάκτωρ Πολιτικής Κοινωνιολογίας, Μεταδιδακτορικός Ερευνητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και Εντεταλμένος Διδασκαλίας στο Τμήμα Κοινωνικής Διοίκησης και Πολιτικής Επιστήμης στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών την περίοδο 2015-2016, της Συντονιστικής Επιτροπής του Εθνικού Συμβουλίου Διεκδίκησης Οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα και της Συντακτικής Επιτροπής του περιοδικού Τετράδια Πολιτικού Διαλόγου Έρευνας και Κριτικής. Έχει δημοσιεύσει άρθρα σε εφημερίδες, περιοδικά και ιστοσελίδες. Είναι συγγραφέας δύο βιβλίων: Πορεία Αριστερά. Επισημάνσεις και εκτιμήσεις για την εξέλιξη του ΣΥΡΙΖΑ και άλλες ιστορίες, Πρώτη Φορά Αριστερά. Αντιθέσεις, αντιφάσεις, εσωτερικές συγκρούσεις στο ΠΑΣΟΚ την περίοδο 1974-1990 και οι βάσεις του πολιτικού μεταμορφισμού του. Έχει επιμεληθεί δύο συλλογικούς τόμους: Έξοδος, στο δρόμο για τη λαϊκή μεταπολίτευση (εκδ. Τετράδια - Νέος Αγωνιστής, 2012) και σε συνεργασία με τον Χρύσανθο Τάσση ΠΑΣΟΚ 1974-2018. Πολιτική Οργάνωση-Ιδεολογικές Μετατοπίσεις-Κυβερνητικές Πολιτικές.

Πηγή  

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2020

Γιατί Ισραήλ και Τουρκία είναι "πιο σύμμαχοι" από άλλους για τις ΗΠΑ

 Του Κων/νου Γρίβα

Ο τρόπος με τον οποίον αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ την Ελλάδα και την Τουρκία, ιδιαίτερα στο κρίσιμο θέμα των εξοπλισμών, θυμίζει επικίνδυνα τον τρόπο που αντιμετωπίζουν το Ισραήλ και τις πετρελαιομοναρχίες του Κόλπου, που και το μεν και οι δε είναι σύμμαχοί τους.

Η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Μπαχρέιν, το Κουβέιτ και το Κατάρ αποτελούν μακράν τον καλύτερο πελάτη των αμερικανικών εταιρειών αεροδιαστημικού και πολεμικού υλικού. Ήταν αυτοί που κράτησαν ζωντανή την αμερικανική πολεμική βιομηχανία στα "πέτρινα χρόνια" μετά την εισβολή στο Αφγανιστάν και τον εγκλωβισμό των ΗΠΑ στον αυτοκαταστροφικό "Πόλεμο κατά της τρομοκρατίας". Εντούτοις, οι Αμερικανοί προσφέρουν στις χώρες αυτές μόνο τα οπλικά συστήματα που δεν ενοχλούν το Ισραήλ.

Οι χώρες αυτές αγόρασαν την τελευταία εικοσαετία πολεμικό υλικό αξίας περίπου μισού τρισεκατομμυρίου δολαρίων! Όμως δεν μπορούν να αγοράσουν, για παράδειγμα, μαχητικά F-35, γιατί ενοχλεί το Ισραήλ. Ακόμη και μετά την εξομάλυνση των σχέσεων των Εμιράτων-Ισραήλ, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι το Ισραήλ θα επιτρέψει στους Αμερικανούς να προσφέρουν το πανάκριβο αεροπλάνο τους στα Εμιράτα.

Και δεν είναι μόνο τα πάρα πολλά χρήματα, με τα οποία τροφοδοτούν οι χώρες αυτές την αμερικανική πολεμική βιομηχανία. Είναι και ο στρατηγικός τους ρόλος. Μεταξύ των άλλων αποτελούν το φράγμα ενάντια στο Ιράν, για να μην μιλήσουμε για την κρισιμότατη θέση τους στην παγκόσμια γεωγραφία ενέργειας, ιδιαίτερα τώρα που η Δύση έχει εισέλθει εκ νέου σε ψυχροπολεμική αντιπαράθεση με τη Ρωσία.

Αν οι πετρελαιομοναρχίες του Κόλπου έφευγαν από την αμερικανική σφαίρα επιρροής και συνήπταν στρατηγική σχέση με τη Ρωσία, θα μπορούσαν να ελέγξουν σχεδόν ολοκληρωτικά τη διεθνή αγορά ενέργειας. Σε αυτή την περίπτωση ούτε οι αμερικανικοί σχιστολιθικοί υδρογονάνθρακες, ούτε οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ούτε οτιδήποτε άλλο θα μπορούσε να σώσει την παρτίδα για τη Δύση. Όμως, οι Αμερικανοί, για λόγους που δεν είναι του παρόντος, επιλέγουν να παίρνουν τα λεφτά τους, μόνον για όπλα που δεν θίγουν το Ισραήλ!

Το απείθαρχο Ισραήλ

Από πλευράς του το Ισραήλ, ναι μεν είναι επίσης μεγάλος πελάτης αμερικανικού πολεμικού υλικού, αλλά σε καμία περίπτωση δεν φθάνει τα μεγέθη των αραβικών κρατών. Το σημαντικότερο είναι ότι αποκτά αμερικανικά όπλα με αμερικανική χρηματοδότηση. Δηλαδή, οι Αμερικανοί δεν κερδίζουν και πολλά με τις πωλήσεις όπλων στο Ισραήλ, αν δεν χάνουν κιόλας. Την ίδια στιγμή οι πετρελαιομοναρχίες είναι "μεγάλοι ευεργέτες" των αμερικανικών πολεμικών βιομηχανιών.

Υπάρχει και η στερεοτυπική αντίληψη ότι το Ισραήλ είναι ο "χωροφύλακας" των ΗΠΑ στην περιοχή. Στην πραγματικότητα, το Ισραήλ έχει τη δική του ατζέντα και δεν έχει διστάσει να στραφεί και ενάντια στα στρατηγικά αμερικανικά συμφέροντα, ιδιαίτερα στο θέμα των εξοπλισμών. Μεταξύ των άλλων, έχει προσφέρει κρίσιμη στρατιωτική τεχνολογία στον μεγάλο αντίπαλο των ΗΠΑ, την Κίνα, με την οποία διατηρεί άριστες σχέσεις.

Για παράδειγμα, στο παρελθόν είχε συμφωνήσει να πουλήσει στο Πεκίνο το ιπτάμενο ραντάρ EL/M-2075 Phalcon, το οποίο ενσωμάτωνε αμερικανική τεχνολογία, προκαλώντας την οργή των ΗΠΑ. Οι Αμερικανοί ανάγκασαν τελικά το Τελ Αβίβ να υπαναχωρήσει, πράγμα που έπραξε με τεράστια απροθυμία και δυσφορία. Εν συνεχεία, φαίνεται πως οι Ισραηλινοί αποφάσισαν να κινούνται πιο διακριτικά και υπάρχουν ενδείξεις ότι η συνεργασία τους με την Κίνα διεξάγεται υπόγεια.

Το κινεζικό μαχητικό τέταρτης γενεάς J-10 είναι σχεδόν πανομοιότυπο με το ισραηλινό Lavi, το πρόγραμμα του οποίου ακυρώθηκε. Οι Κινέζοι δεν μπορεί απλά να αγόρασαν ένα και να το αντέγραψαν. Μάλλον, έλαβαν απευθείας τεχνική βοήθεια από το Ισραήλ, κάτι που μέχρι σήμερα συζητιέται. Παρά την απειθαρχία του Ισραήλ, οι ΗΠΑ συνεχίζουν να του κάνουν όλα τα χατίρια εις βάρος των υπερπολύτιμων Αράβων συμμάχων τους. Με άλλα λόγια, όλοι είναι σύμμαχοι αλλά κάποιοι είναι "πιο σύμμαχοι" από τους άλλους, για να παραφράσουμε τον Τζορτζ Όργουελ.

Κάποιοι είναι πιο "σύμμαχοι" 

Παρόμοια είναι η κατάσταση στο ελληνοτουρκικό σύστημα. Ελλάδα και Τουρκία είναι σύμμαχοι των ΗΠΑ, αλλά οι Τούρκοι είναι "πιο σύμμαχοι" από τους Έλληνες, παρόλο που είναι πιο "απείθαρχοι". Μήπως έχουν περισσότερα προνόμια ακριβώς επειδή είναι πιο "απείθαρχοι", δηλαδή λιγότερο δεδομένοι και προβλέψιμοι από την άκρως "πειθαρχική" και ακίνδυνη Ελλάδα;

Αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία. Το γεγονός παραμένει ότι οι ΗΠΑ πουλάνε στην Ελλάδα μόνο όπλα που δεν θα θίξουν κρίσιμες ευαισθησίες της Τουρκίας.  Γενικά προσπαθούν αφενός να μπλοκάρουν την απόκτηση πολεμικών ικανοτήτων από την Ελλάδα, οι οποίες συνιστούν "υπερβάλλοντα" κίνδυνο για την Τουρκία, αφετέρου να αδρανοποιήσουν τις υπάρχουσες.

Το σήριαλ των τελευταίων ημερών περιλαμβάνει αναφορές περί «μείωσης του στρατιωτικού αποτυπώματος» στο Αιγαίο, «απομάκρυνσης αποσταθεροποιητικών συστημάτων από τα σύνορα» και «military de-confliction». Με τέτοιους ευφημισμούς προσπαθούν να σερβίρουν τις πιέσεις για απομάκρυνση σημαντικών οπλικών συστημάτων από τα ελληνικά νησιά, χωρίς να μπορούν να κατηγορηθούν ότι ζητούν αποστρατιωτικοποίηση.

Υπαρκτές οι αμερικανικές πιέσεις

Όσο και αν κάποιοι επιμένουν να έχουν το κεφάλι τους στην άμμο, το γεγονός παραμένει ότι οι αμερικανικές πιέσεις είναι υπαρκτές και είναι εδώ. Και δεν είναι καν κάτι καινούργιο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν γενικά μια δυσανεξία στις ελληνικές στρατιωτικές ικανότητες προβολής ισχύος σε μεγάλα βεληνεκή, είτε αυτές αναφέρονται σε αεροπορικά, είτε σε ναυτικά είτε σε χερσαία συστήματα.

Για παράδειγμα, στο παρελθόν έχουν αρνηθεί την πώληση στην Ελλάδα του αεροεκτοξευόμενου πυραύλου Cruise μεγάλου βεληνεκούς AGM – 158 JAASM (τον οποίον έχουν πουλήσει χωρίς κανένα πρόβλημα στην Πολωνία και τη Φινλανδία), με αποτέλεσμα η Ελλάδα να στραφεί προς τη γαλλική αγορά και να αποκτήσει τον SCALP EG, πάνω σε μαχητικά αεροσκάφη Mirage 2000-5.

Επίσης, η πρόσφατη υπονόμευση της αγοράς των γαλλικών φρεγατών Belh@rra, εντάσσεται ακριβώς σε αυτό το πακέτο, δεδομένου ότι τα πλοία αυτά θα ήταν εξοπλισμένα με τους πυραύλους Cruise MdcN ή Scalp Naval, με βεληνεκές μεγαλύτερο των 1000 χλμ, αλλά και τους πυραύλους αεράμυνας Aster 30, με βεληνεκές περίπου 140 χλμ. Τα όπλα αυτά θα καθιστούσαν τα πλοία πλωτές πυραυλικές βάσεις και θα επέτρεπαν, μεταξύ των άλλων, και τη σύζευξη δια μίας "γέφυρας ισχύος" της Κύπρου με την Ελλάδα, υλοποιώντας το δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου.

Πανίσχυρη η Ελλάδα με όπλα μακρού πλήγματος

Για να είμαστε δίκαιοι, οι Αμερικανοί δεν αντιδρούν σε παρόμοια εξοπλιστικά προγράμματα μόνον για χατίρι των Τούρκων. Είναι γεγονός ότι αν η Ελλάδα συνδύαζε την κρισιμότατη γεωγραφική της θέση με οπλικά συστήματα μακρού πλήγματος, θα μπορούσε να εξελιχθεί σε "κλειδοκράτορα" της περιοχής. Αυτό ενδέχεται να της έβαζε στο μυαλό την "αμαρτωλή" σκέψη να αρχίσει να λειτουργεί ως ανεξάρτητο γεωπολιτικό μέγεθος και όχι ως απόφυση της ελεγχόμενης από τις ΗΠΑ δυτικής αρχιτεκτονικής.

Φυσικά και οι Τούρκοι θα βρίσκονταν σε δεινή θέση σε παρόμοια περίπτωση. Για παράδειγμα, ελληνικά αεροσκάφη εφοδιασμένα με πυραύλους εναντίον πλοίων μεγάλου βεληνεκούς, θα εκμηδένιζαν τις δυνατότητες της Άγκυρας να υποστηρίξει τις στρατιωτικές της δυνάμεις στη Λιβύη, μετατρέποντας τα τουρκικά πολεμικά πλοία σε δυνάμει τρόπαια για τα ελληνικά αεροσκάφη.

Ένα τέτοιο όπλο θα μπορούσε να είναι η αεροεκτοξευόμενη έκδοση AGM-84 του πυραύλου Harpoon, ο οποίος μπορεί να τοποθετηθεί στα μαχητικά αεροσκάφη F-16 των τελευταίων γενεών, αλλά και στα αεροσκάφη ναυτικής συνεργασίας P-3 Orion, δικαιολογώντας και την τεράστια επένδυση, ύψους 500 εκατομμυρίων, που έγινε για τον εκσυγχρονισμό τους. Όμως, τέτοια όπλα δεν υπάρχουν στο ελληνικό οπλοστάσιο και το ερώτημα είναι γιατί δεν υπάρχουν.

Υπάρχουν και αλλού πορτοκαλιές

Πριν από λίγο καιρό δημοσιεύτηκε η άποψη ότι οι ΗΠΑ δεν επέτρεψαν στην Ελλάδα να αποκτήσει αεροεκτοξευόμενους πυραύλους Harpoon, κάτι που ναι μεν διαψεύστηκε από αμερικανικής πλευράς, αλλά έχουν μείνει πολλά σκοτεινά σημεία, η συζήτηση των οποίων δεν είναι επί του παρόντος. Και αφού λοιπόν οι ΗΠΑ αντιδρούν στην απόκτηση όπλων μακρού πλήγματος, τότε αυτό δείχνει το προς τα πού πρέπει να κινηθεί η Ελλάδα.

Όχι προς την απόκτηση πλατφορμών, αλλά προς την αγορά παρόμοιων όπλων. Και αν οι Αμερικανοί δεν τα προσφέρουν τότε πρέπει να κάνουμε ότι και οι Άραβες και να κινηθούμε προς τη διεθνή αγορά, με απώτατο στόχο οι ικανότητες αυτές να είναι ελληνικής σχεδίασης και παραγωγής σε βάθος χρόνου. Και ευτυχώς υπάρχουν και αλλού (και πολλές) πορτοκαλιές που κάνουν πορτοκάλια, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη.

Μεταξύ των άλλων, ένα παρόμοιο πρόγραμμα απόκτησης στρατηγικών ικανοτήτων προβολής ισχύος, ανοιχτό σε προτάσεις από όλο τον κόσμο, θα μπορούσε και να αποτελέσει ένα πρώτο, μικρό αλλά πιθανώς κρίσιμο βήμα για την έναρξη μιας ανεξάρτητης και εθνοκεντρικής μακρόπνοης στρατηγικής, κάτι που καθίσταται ολοένα και πιο αναγκαίο, αν θέλει η Ελλάδα να επιβιώσει στο μέλλον.

Πηγή 

Κυριακή 30 Αυγούστου 2020

Αν δεν θέλετε ελληνοτουρκικό πόλεμο φτιάξτε δεύτερη γραμμή αποτροπής

 Του Κων/νου Γρίβα

 

Αποτελεί αναντίρρητο γεγονός ότι έχουμε εισέλθει σε μια περίοδο όπου το ενδεχόμενο πολεμικής αναμέτρησης με την Τουρκία βρίσκεται πιο κοντά από οποιαδήποτε άλλη στιγμή από το 1974 έως σήμερα. Και ένας από τους λόγους που φθάσαμε σε αυτό το σημείο είναι το ότι η ελληνική πλευρά περιφρόνησε τη στρατιωτική αποτροπή και εγκλωβίστηκε σε μια φαντασίωση αναφορικά με τον πυροσβεστικό ρόλο κάποιων (υποτιθέμενα) ισχυρών διεθνών παραγόντων.

Μια παράλληλη, συνδεδεμένη με την πρώτη φαντασίωση, είναι η "διπλωματική απομόνωση" της Άγκυρας, η οποία σερβίρεται από έναν πανίσχυρο επικοινωνιακό μηχανισμό στην αγωνιούσα ελληνική κοινή γνώμη, έτσι ώστε να καλυφθεί το γεγονός ότι η Τουρκία έχει συντρίψει τις μέχρι τώρα ελληνικές "κόκκινες γραμμές" και έχει την απόλυτη πρωτοβουλία των κινήσεων, αποδομώντας κομμάτι κομμάτι την ελληνική εθνική κυριαρχία. Και είναι δεδομένο ότι όταν η αντίπαλη πλευρά έχει την πολυτέλεια να αποφασίζει αυτή για τον χρόνο, τον τόπο και το είδος της πίεσης που θα ασκήσει, τότε έχει ένα τεράστιο πλεονέκτημα.

Όπως επίσης, είναι περίπου αναπόφευκτο πως αν η αμυνόμενη πλευρά βγάλει αυτοβούλως από την εξίσωση της αντιπαράθεσης την επιλογή της στρατιωτικής αποτροπής (deterrence), τότε ωθεί τον επιτιθέμενο να υιοθετήσει ολοένα και περισσότερο απειλές πολεμικής δράσης, ενταγμένες σε πολιτικές εξαναγκασμού (coercion), ώστε να προωθήσει τις θέσεις του. Με άλλα λόγια, η εδρασμένη στην στρατιωτική ισχύ αποτροπή αποτελεί τον συνθετικό διαλεκτικό πόλο με τον εξαναγκασμό, με τον οποίον διαμορφώνουν ένα ενιαίο γεωστρατηγικό μέγεθος.

Δηλαδή, μειωμένη αποτροπή οδηγεί σε γιγάντωση του εξαναγκασμού. Τόσο απλά.
Και αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα στο ελληνοτουρκικό σύστημα. Καθίσταται, λοιπόν, επιτακτική ανάγκη να αναδημιουργήσουμε μια άμεση αποτρεπτική πρόταση και να ανακτήσουμε την πρωτοβουλία των κινήσεων έτσι ώστε να έχουμε κάποια πιθανότητα να φρενάρουμε την Τουρκία, χωρίς να συρθούμε σε πολεμική αναμέτρηση στον χώρο, τον χρόνο και υπό τους όρους που θα επιλέξει η Άγκυρα.

Το θερμό επεισόδιο delenda est

Και το χειρότερο που θα μπορούσαμε να κάνουμε είναι να εγκλωβιστούμε σε μια λογική "θερμού επεισοδίου". Δηλαδή, να περάσουμε το μήνυμα ότι αν αναγκαστούμε να καταφύγουμε στα όπλα, θα το κάνουμε με όσο το δυνατόν πιο "μετριοπαθή", "ήπιο" και "λελογισμένο" τρόπο, περιοριζόμενοι στο ελάχιστο δυνατόν. Κάτι τέτοιο θα ήταν απλά εγκληματικό.

Αν η Τουρκία λάβει αυτό το μήνυμα τότε θα έχει αποκτήσει τον απόλυτο έλεγχο της αντιπαράθεσης, επιλέγοντας αυτή πότε, πόσο και που να κλιμακώσει και θα μετατρέψει την Ελλάδα σε μαριονέτα της. Και τότε, πράγματι, θα έλθει η σύγκρουση, γιατί η Τουρκία θα έχει προσκληθεί ουσιαστικά σε αυτήν την επιλογή. Άρα, η λέξη "θερμό επεισόδιο" θα πρέπει να καταργηθεί από το ελληνικό λεξιλόγιο, αν θέλουμε να έχουμε κάποια ελπίδα να προτάξουμε μια κάπως πειστική αποτρεπτική πρόταση και να αποφύγουμε την σύγκρουση.

Το "θερμό επεισόδιο" εξυπηρετεί την Τουρκία. Αυτό που φοβάται είναι ο πόλεμος.
Όπως έχει τονίσει πολλάκις ο καθηγητής Παναγιώτης Ήφαιστος, που έχει εισαγάγει στην Ελλάδα τις σπουδές αποτροπής, ένα κρίσιμο στοιχείο της αποτροπής είναι ο έλεγχος της κλιμάκωσης της σύγκρουσης (escalation ladder). Και βασικό στοιχείο για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος είναι η σχετική ικανότητα επιτάχυνσης της κλιμάκωσης. Πόσο γρήγορα δηλαδή, σε σχέση με τον αντίπαλο, μπορείς (και θες) να ανέλθεις από το ένα σημείο της αντιπαράθεσης στο άλλο. Δηλαδή, δεν είναι μόνο θέμα ικανοτήτων αλλά και προθέσεων.

Υπερ-επιτάχυνση αντιπαράθεσης

Και φυσικά, το σημαντικότερο όλων, είναι ότι δεν θα πρέπει να υπάρχει κάποιος κόφτης ή κάποια οροφή στην κλιμάκωση. Έλεγχος της κλιμάκωσης σημαίνει ότι είσαι πρόθυμος να φθάσεις στην πολεμική αναμέτρηση μεγάλης κλίμακας από τη στιγμή που θα ανάψει η πρώτη σπίθα, αν έτσι το επιλέξεις.

Εν κατακλείδι, κρίσιμης σημασίας για τη δημιουργία μιας "δεύτερης γραμμής" αποτροπής από τη χώρα μας, μετά την αναπάντητη παραβίαση των πρώτων "κόκκινων γραμμών", είναι να προτάξει μια πειστική πρόταση ότι είναι έτοιμη αν προκληθεί να εφαρμόσει μια "υπερ–επιτάχυνση" (super acceleration) της αντιπαράθεσης που θα οδηγήσει από την έναρξη κάποιου "θερμού επεισοδίου" σε μεγάλης κλίμακας σύγκρουση, μέσα σε πάρα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, υπερφαλαγγίζοντας τον αντίπαλο στη διάσταση του χρόνου, τοποθετώντας τον σε θέση αντίδρασης στις δικές μας πρωτοβουλίες και κάνοντας τον να χάσει τον έλεγχο της κατάστασης.

Είναι δεδομένο ότι τα παραπάνω θα συναντήσουν τον χλευασμό του πολυσύνθετου ηττοπαθούς εσμού που αποτελεί το μακρύ χέρι της Άγκυρας μέσα στην Ελλάδα, αλλά κάποια στιγμή, εδώ που φθάσαμε, θα πρέπει να αρχίσουμε να μελετούμε ρεαλιστικά τη θεωρία και την πρακτική της αποτροπής, μέσα στις ιδιαίτερες συνθήκες της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης, αν θέλουμε να διατηρούμε μια στοιχειώδη επαφή με την πραγματικότητα. Αλλιώς, το μέλλον θα γίνει πολύ πιο ζοφερό από το ήδη ζοφερό παρόν.

Πηγή 

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2020

Για το έργο του Παναγιώτη Κονδύλη

 Του Γιώργου Λαμπράκου

Ο Παναγιώτης Κονδύλης (1943-98) υπήρξε μια λαμπρή μορφή στον χώρο των ανθρωπιστικών επιστημών. Μια μορφή της οποίας ο αδόκητος χαμός, στο αποκορύφωμα της πνευματικής σταδιοδρομίας του, σκόρπισε απέραντη θλίψη στους οικείους του, αλλά και στους πολλούς ένθερμους αναγνώστες του έργου του. 

altΟ Κονδύλης σπούδασε κλασική φιλολογία στην Αθήνα, ενώ παράλληλα μετέφρασε πολλές φιλοσοφικές, κοινωνιολογικές και ιστορικές μελέτες στις εκδόσεις «Κάλβος». Στη συνέχεια μετέβη στη Γερμανία, όπου ολοκλήρωσε σπουδές φιλοσοφίας, ιστορίας και πολιτικών επιστημών. Το διδακτορικό του, με θέμα τη «γένεση της διαλεκτικής» στον γερμανικό ιδεαλισμό, εκδόθηκε το 1979 στα γερμανικά, γλώσσα στην οποία ο Κονδύλης έγραφε διά χειρός σχεδόν όλα του τα έργα, τα οποία στη συνέχεια «μετέφραζε» (ουσιαστικά ξαναέγραφε) στα ελληνικά.

Κινούμενος μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας, ο Κονδύλης επιδόθηκε σε μια ασύλληπτα παραγωγική θεωρητική εργασία με επίκεντρο την ιστορία των ιδεών, η οποία είχε ως συνολικό αποτέλεσμα τη δημοσίευση κάπου 20 προσωπικών έργων, τη μετάφραση τουλάχιστον 20 βιβλίων και την εκδοτική επιμέλεια περισσότερων από 70 τόμων (κυρίως στις εκδόσεις «Γνώση», «Θεμέλιο», «Νεφέλη» και «Στιγμή»). Έργα-σταθμοί στη θεωρητική του πορεία, ο Ευρωπαϊκός διαφωτισμός (1981, ελλ. έκδ. 1987, 2 τόμοι), το Ισχύς και απόφαση (1984, ελλ. έκδ. 1991), η Παρακμή του αστικού πολιτισμού (1991) και η Θεωρία του πολέμου (1988, ελλ. έκδ. 1997), έργα για τα οποία έλαβε τις σημαντικότερες διακρίσεις (στη Γερμανία). Ιδίως η Θεωρία του πολέμου προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στη Γερμανία αλλά και εδώ, και μάλιστα πέραν της ελληνικής φιλοσοφικής κοινότητας, καθώς στο επίμαχο «Επίμετρο» είχε διατυπώσει ορισμένες κρίσεις και προβλέψεις για τη γεωπολιτική συρρίκνωση της Ελλάδος, οι οποίες τότε φάνταζαν απαισιόδοξες έως φιλοπόλεμες στα μυαλά εκσυγχρονιστών και αριστερών, αλλά σήμερα είναι μάλλον επιβεβαιωμένες.

Κινούμενος μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας, ο Κονδύλης επιδόθηκε σε μια ασύλληπτα παραγωγική θεωρητική εργασία με επίκεντρο την ιστορία των ιδεών, η οποία είχε ως συνολικό αποτέλεσμα τη δημοσίευση κάπου 20 προσωπικών έργων, τη μετάφραση τουλάχιστον 20 βιβλίων και την εκδοτική επιμέλεια περισσότερων από 70 τόμων

Με τον θάνατο του Κονδύλη, το ήδη μεγάλο σε όγκο και σημασία έργο του στα ελληνικά θα έμενε ημιτελές αν δεν μεταφραζόταν και το λοιπό, εκδομένο στα γερμανικά, έργο του. Έτσι, αφού πρώτα μεταφράστηκαν ορισμένα συντομότερα κείμενά του (από τους Λευτέρη Αναγνώστου, Κώστα Κουτσουρέλη και Μιχάλη Παπανικολάου), μεταφράστηκε το πρώτο μέρος της ανολοκλήρωτης «κοινωνικής οντολογίας» του, Το πολιτικό και ο άνθρωπος (1999, ελλ. έκδ. 2007, 2 τόμοι, μτφρ. Λ. Αναγνώστου). Επιπλέον, σήμερα διαθέτουμε ολοκληρωμένη στα ελληνικά την Κριτική της μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη, την οποία θα παρουσιάσουμε συνοπτικά, ενώ πληροφορούμαστε ότι ετοιμάζονται προς έκδοση από τις «Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης» τα δύο έως τώρα αμετάφραστα έργα του, η Γένεση της διαλεκτικής και ο Συντηρητισμός.

Η Κριτική της μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη εκδόθηκε στα ελληνικά το 1983, ως δεύτερος τόμος στην νεοϊδρυθείσα «Φιλοσοφική και Πολιτική Βιβλιοθήκη» των εκδόσεων «Γνώση», που τελούσε υπό τη διεύθυνση του Κονδύλη. (Ως πρώτος τόμος της «Βιβλιοθήκης» είχε κυκλοφορήσει η μετάφραση, από τον Κονδύλη, της διατριβής του Μαρξ.) Σήμερα, οι «Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης» αξίζουν συγχαρητήρια καθότι ανέλαβαν, αφενός να αναδημοσιεύσουν αυτούσιο εκείνον τον τόμο (πλέον «τόμος Αʹ» της Κριτικής), αφετέρου να μεταφράσουν το υπολειπόμενο τέταρτο μέρος («τόμος Βʹ» της Κριτικής, μτφρ. Μιχάλης Παπανικολάου, επιμ. Θάνος Σαμαρτζής) του έργου που στο μεταξύ ο Κονδύλης είχε εκδώσει ολοκληρωμένο στα γερμανικά (το 1990). Επειδή μιλάμε για ένα έργο λίγο άνω των 700 σελίδων, εδώ δεν μπορούμε φυσικά παρά να παρουσιάσουμε εντελώς επιγραμματικά τις βασικότερες πτυχές του. Το κείμενό μας ολοκληρώνεται με κάποιες θέσεις που είχε διατυπώσει πριν από δύο δεκαετίες ο Κονδύλης, οι οποίες στην κρισιμότατη περίοδο που διανύουμε μας αφορούν άμεσα.

Ο πρώτος τόμος της Κριτικής της μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη φέρει τον υπότιτλο «Από τον όψιμο Μεσαίωνα ως το τέλος του Διαφωτισμού», δηλαδή αφορά την περίοδο από τον 14ο έως και τον 18 αιώνα. Κάθε μεταφυσική, όπως υποστηρίζει ο Κονδύλης στην «Εισαγωγή» (εδώ παραπέμπουμε στη σελιδαρίθμηση της πρώτης έκδοσης της Κριτικής), «στηρίζεται στην διάκριση ανάμεσα σε Υπερβατικό και Εμμενές, σε υπερεμπειρικό Εκείθεν και εμπειρικό Εντεύθεν, θεωρώντας το πρώτο ως “αληθινή”, ανόθευτη πραγματικότητα και συνάμα (στις μεγάλες παραδοσιακές της εκδοχές τουλάχιστο) ως πηγή ηθικών-κανονιστικών αρχών» (σ. 14). Μεταφυσικό θεωρούνταν κάθε πρόταγμα εύρεσης της έσχατης αλήθειας για το όντως Ον, της αντικειμενικής ουσίας των πραγμάτων. Εδώ, θεμελιώδης σημασίας αντίληψη αλλά και στόχος των κριτικών της μεταφυσικής είναι η αριστοτελική διάκριση μεταξύ φυσικής (ως επιστήμης της εμπειρικής φύσης) και μετα-φυσικής (ως φιλοσοφίας των πρώτων αρχών). Με τον Ιερό Αυγουστίνο θα εισέλθουμε σε μια χιλιετή εποχή διάκρισης της (θύραθεν) γνώσης από τη (χριστιανική) πίστη, όπου η πρώτη θα πρέπει (επί ποινή θανάτου…) να ανάγεται στη δεύτερη.

panajotis_kondylisΟι πρώτες απόπειρες κριτικής στη μεταφυσική έγιναν από τους νομιναλιστές και τους ανθρωπιστές στον όψιμο Μεσαίωνα, οι οποίοι υποστήριζαν ότι η έλλογη γνώση του εμπειρικού κόσμου είναι δυνατή, αρκεί να βρεθεί και να χρησιμοποιηθεί η κατάλληλη γνωστική μέθοδος, η οποία όμως δεν θα πρέπει κατ’ ανάγκην να ανάγεται στην πίστη. Τώρα το πρωτείο της «βεβαιότητας ως προς το αντικείμενο» αντικαθίσταται βαθμιαία από το πρωτείο της «βεβαιότητας ως προς τον τρόπο της μεθόδευσης», δηλαδή το πρωτείο της οντολογίας αντικαθίσταται βαθμιαία από το πρωτείο της γνωσιοθεωρίας: αντί να γνωρίσουμε τις έσχατες ουσίες, πασχίζουμε να γνωρίσουμε τον καθημερινό εμπειρικό κόσμο. Η λέξη «πασχίζουμε» υποδηλώνει τον αγνωστικισμό των πρώτων φιλοσόφων και θεολόγων που άσκησαν κριτική στη μεταφυσική: για τον Κονδύλη, ο αγνωστικισμός, δηλαδή η πίστη στα όρια της ανθρώπινης νόησης, «στάθηκε η πρώτη σημαντική και συστηματική αντιμεταφυσική τοποθέτηση των Νέων Χρόνων» (σ. 79). Ο αγνωστικισμός συνέβαλε στην καθιέρωση της διάκρισης μεταξύ μεταφυσικής και λογικής: αφού δεν μπορούμε να μάθουμε (μεταφυσικά) την αμετάβλητη ουσία του Όντος, τουλάχιστον ας προσπαθήσουμε να γνωρίσουμε (λογικά) τον μεταβλητό εμπειρικό κόσμο μας. Έτσι διαχωρίζεται η «γενική επιστήμη του όντος» από την «πραγματική ιδιοσυστασία των όντων» (σ. 295). Εδώ, περίοπτη θέση κατέχει ο Φράνσις Μπέικον και η νεότερη, επαγωγική μεθοδολογία του.

Στους Νέους Χρόνους ανατιμήθηκε λοιπόν ο αισθητός, εμπειρικός κόσμος σε σχέση με τον νοητό, υπερεμπειρικό κόσμο, κυρίως επειδή εμφανίστηκαν και κυριάρχησαν οι φυσικομαθηματικές επιστήμες και η τεχνική-μηχανική εφαρμογή τους. Ωστόσο, οι θιασώτες του νέου επιστημονικού πνεύματος, που ασκούσαν κριτική στην παραδοσιακή μεταφυσική, δεν εξάλειφαν την ιδέα του «Υπερβατικού», από φόβο μήπως καταλήξουν (ή μήπως τους καταδικάσουν ότι καταλήγουν) στον αθεϊσμό και τον μηδενισμό. Έτσι, παρά την ακόμα αδιασάλευτη πίστη στον Θεό, έρχονται βαθμιαία στο προσκήνιο ιδέες περί Φύσης, Ανθρώπου και Λόγου, στις οποίες αρχίζουν να εγκαθιδρύονται σταδιακά και οι αναγκαίες κανονιστικές αρχές. Η Φύση είναι λογικά δομημένη, πίστευαν οι νεότεροι επιστήμονες και φιλόσοφοι (Γαλιλαίος, Ντεκάρτ, Χομπς, Σπινόζα κ.λπ.), και διέπεται από φυσικομαθηματικούς νόμους, τους οποίους μένει απλώς να ανακαλύψουμε. Και παρότι οι περισσότεροι πίστευαν πως υπάρχει Θεός πίσω από τους νόμους (με εξαίρεση τον Χομπς, τον Σπινόζα, αργότερα τον Χιουμ και τον Λα Μετρί, που βάζουν τα θεμέλια του αθεϊσμού), τώρα πλέον δεν είναι υποχρεωμένοι να τον εντάσσουν στις επιστημονικές εξηγήσεις του κόσμου.

Η Εκκλησία, έχοντας ως πρόθεση να υπερασπιστεί την παραδοσιακή θεολογική μεταφυσική, αναγκάζεται δηλαδή να υιοθετεί νεωτερικά περιεχόμενα και δομές σκέψης. 

Η Εκκλησία ένιωθε τον κίνδυνο και αντιδρούσε, αλλά μπορούσε να κάνει όλο και λιγότερα. Της απέμεινε αυτό που ο Κονδύλης ονομάζει «εξαμβλωματικό εκσυγχρονισμό της σχολαστικής μεταφυσικής» (σ. 290), δηλαδή η προσπάθεια, με διάφορα «εκσυγχρονιστικά» μεταφυσικά επιχειρήματα, να μην κλονιστεί η πίστη στο Υπερβατικό. Η Εκκλησία, έχοντας ως πρόθεση να υπερασπιστεί την παραδοσιακή θεολογική μεταφυσική, αναγκάζεται δηλαδή να υιοθετεί νεωτερικά περιεχόμενα και δομές σκέψης. Στην εποχή του Διαφωτισμού συνεχίζονται οι κριτικές στη μεταφυσική ουσιοκρατία, κατά τις οποίες «το πρωτείο της ουσίας εκτοπίστηκε από το πρωτείο της λειτουργίας» (σ. 339), ωστόσο οι επικίνδυνες έσχατες συνέπειες αυτών των κριτικών δεν γίνονται πάντα ούτε συνειδητές, ούτε αποδεκτές. Σε γενικές γραμμές, η κριτική των Διαφωτιστών στη μεταφυσική είχε ως κινητήριες δυνάμεις τη νέα εμπειριστική γνωσιοθεωρία, τη στροφή προς τη γλώσσα της ρητορικής και των σημείων, την κοινωνιολογία, καθώς και την εστίαση σε ανθρωπολογικές (παρά θεολογικές) σταθερές. Ωστόσο, οι περισσότεροι Διαφωτιστές εξακολουθούσαν να αποφεύγουν και να καταδικάζουν τον αθεϊσμό και τον υλισμό. Μέχρι τον 18ο αιώνα, συνεπώς, τόσο η μεταφυσική όσο και η πίστη στον Θεό δεν έχουν πνεύσει τα λοίσθια, ούτε καν με τον Καντ, με τον οποίον ολοκληρώνεται και ο πρώτος τόμος.

kondylis-exofΣτον δεύτερο τόμο της κονδυλικής Κριτικής, υπό τον υπότιτλο «Από τον Χέγκελ και τον Νίτσε ως τον Χάιντεγκερ και τον Βίτγκενσταϊν», η πραγμάτευση περιλαμβάνει την εξέλιξη των αντιμεταφυσικών ιδεών στον 19ο και στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Οι εξελίξεις που έχουν δρομολογηθεί από τις αρχές των Νέων Χρόνων λαμβάνουν ακόμα πιο ραγδαίες μορφές. «Το αποφασιστικό γεγονός στην ιστορία των ιδεών του 19ου και του 20ου αι. ήταν η εξέλιξη των επιστημών του πνεύματος και των φυσικών επιστημών, ενώ, συγχρόνως, την σημασία των δεύτερων μέσα στην καθημερινή ζωή των πλατύτερων μαζών την έκαμε αισθητή κυρίως η ιλιγγιώδης πρόοδος της βιομηχανίας και της τεχνικής», σημειώνει ο Κονδύλης (σ. 17). Ωστόσο, προειδοποιεί ενάντια στην υπερτίμηση της κριτικής της μεταφυσικής κατά τους τελευταίους δύο αιώνες: όπως επισημαίνει, η κριτική αυτή ήταν λιγότερο πρωτότυπη από όσο συχνά θεωρήθηκε, και ενώ εμφανιζόταν και ερμηνευόταν ως ριζοσπαστική και πρωτοπόρα, συχνά απλώς αναδιατύπωνε παλαιές κριτικές και δομές σκέψης. Πάντως, η κριτική της μεταφυσικής συνεχίστηκε με αμείωτη ένταση και με κύριο στόχο να αναδείξει «έναν ομογενή κι ενιαίο κόσμο δίχως ουσίες και ιεραρχίες ουσιών, κι επιπλέον δίχως οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ ουσίας και φαινομένου» (σ. 25).

Οι περισσότεροι στοχαστές πιστεύουν ακράδαντα στη διαφωτιστική ιδέα της ανθρώπινης προόδου, καθώς υποστηρίζουν ρητά ή υπόρρητα ότι ο άνθρωπος δύναται να αλλάξει τον ρου του κόσμου, και μαζί τον ρου του εαυτού του.

Μετά τον Διαφωτισμό, η ανθρωπολογία συνέβαλε αποφασιστικά στο να αναδειχτεί μια ενοποιημένη κοσμοεικόνα, έτσι όπως την είχε εν πολλοίς οραματιστεί η φυσικομαθηματική επιστήμη στην αυγή των Νέων Χρόνων. Το «Υπερβατικό παλαιού τύπου» παραπαίει υπό το βάρος της κριτικής, ενώ η τυπική λογική του Αριστοτέλη αντικαθίσταται βαθμιαία από τη διαλεκτική λογική του Χέγκελ και των συνεχιστών του, οπότε η Ουσία αρχίζει να διαλύεται σε σχέσεις και λειτουργίες. Ο δυισμός Υπερβατικού-Εμμενούς κλονίζεται από τις επιθέσεις των μονιστών (υλιστών ή και ιδεαλιστών) φιλοσόφων. Με διαφορετικά βέβαια πρόσημα μεταξύ τους, ο Σοπενχάουερ, ο Κοντ, ο Φόιερμπαχ, ο Μαρξ, ο Νίτσε και άλλοι στοχαστές του 19ου αιώνα (πλην των Χέγκελ και Κίρκεγκορ), στοχεύουν προς μία βασική κατεύθυνση: την πλήρη κατάλυση της ιδέας του Θεού και την αποκλειστική εστίαση στο πώς ο άνθρωπος διάγει τον βίο του εδώ, τώρα, πάνω στη Γη, δηλαδή το πώς διάγει τον μόνο βίο που (ισχυρίζονται πως) διαθέτει, τον εγκόσμιο. Σε τούτο το πλαίσιο, εξαιρετικά σημαντική ήταν η θέσμιση της ιστορικά προσανατολισμένης σκέψης πάνω στην ανθρώπινη κατάσταση, καθώς συνειδητοποιείται «η δυναμική της ανθρώπινης αυτοεκδίπλωσης και του πλούτου της Ιστορίας» (σ. 43). Οι περισσότεροι στοχαστές (με εξαίρεση τον Σοπενχάουερ και τους συντηρητικούς) πιστεύουν ακράδαντα στη διαφωτιστική ιδέα της ανθρώπινης προόδου, καθώς υποστηρίζουν ρητά ή υπόρρητα ότι ο άνθρωπος δύναται να αλλάξει τον ρου του κόσμου, και μαζί τον ρου του εαυτού του.

kondylis skitsoΌλα αυτά δεν σημαίνουν σε καμία περίπτωση ότι η μεταφυσική σκέψη καταλύθηκε: όπως γράφει ο Κονδύλης, «το ιάνειο πρόσωπο της σύγχρονης μεταφυσικής, η οποία ήθελε να είναι μεταφυσική κι ήταν αναγκασμένη να είναι κριτική της [παραδοσιακής] μεταφυσικής, έφερε τις ουλές που είχαν αφήσει οι αντιμεταφυσικές επιθέσεις προηγούμενων εποχών» (σ. 56). Ο θετικισμός και ο νεοθετικισμός υπήρξαν πνευματικά ρεύματα που άσκησαν έντονη κριτική σε μεταφυσικές αντιλήψεις, προσπαθώντας (όταν δεν μπορούσαν να καταλύσουν εντελώς τη μεταφυσική) τουλάχιστον να φέρουν κοντά μια (εμμενή) φιλοσοφία και την (ούτως ή άλλως εμμενή) επιστήμη, εξοβελίζοντας πάντως οπωσδήποτε την αφηρημένη-ενατενιστική σκέψη. Συνάμα, οι νεοκαντιανοί εναντιώνονταν στις μεταφυσικές αντιλήψεις, ιδίως σε αυτές που είχαν αξίωση επιστημονικής γνώσης του κόσμου, οπότε «εξακολούθησαν ν’ αποτιμούν αρνητικά την απόπειρα να οικοδομηθεί μια επιστημονική μεταφυσική ως επιστέγασμα των επιμέρους επιστημών» (σ. 74), εντούτοις καλοδέχονταν τη μεταφυσική ως στήριγμα πρακτικών και αξιολογικών αρχών.

Οι επιμέρους πτυχές στην κριτική της μεταφυσικής κατά τους δύο τελευταίους αιώνες παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον, αλλά εδώ μπορούμε μόνο συνοπτικά να αναφέρουμε τους τέσσερις θεμελιώδεις τύπους της, έτσι όπως τους ανασυγκροτεί ο Κονδύλης. Έχουμε λοιπόν την κριτική της μεταφυσικής από έποψη αγνωστικιστική, αντινοησιαρχική και θετικιστική (εδώ μας έλειψε η εξέταση της ανυπέρβλητης δαρβινικής κληρονομιάς, παρότι παρουσιάζονται οι θέσεις φίλων και συνεχιστών του Δαρβίνου, όπως ο Σπένσερ και ο Χάξλεϊ: ο Δαρβίνος δεν ήταν κατεξοχήν φιλόσοφος, ωστόσο οι φυσιοκρατικές θεωρίες του, που πλέον είναι επιστημονικά αποδεδειγμένες μετά τη μεγάλη νεοδαρβινική σύνθεση, μετέβαλαν τη σύγχρονη κοσμοεικόνα δραστικότερα απ’ ό,τι το κατάφεραν οι περισσότεροι φιλόσοφοι). Ακολουθεί η κριτική της μεταφυσικής από την πλευρά της γλώσσας, που παρά τα καινοφανή χαρακτηριστικά της, πέφτει πάνω σε ανυπέρβλητα εμπόδια. Εδώ, δεσπόζουσα θέση κατέχει ο Βίτγκενσταϊν, που ωστόσο φέρει φιντεϊστικές αντιλήψεις τις οποίες οι άθεοι νεοθετικιστές απορρίπτουν. Όπως γράφει ο Κονδύλης: «Πλάι στην αύξουσα επίγνωση του γεγονότος ότι γλωσσική κριτική δίχως οντολογική τοποθέτηση είναι αδύνατη, γινόταν όλο και σαφέστερο το πόσο λίγο μπορεί να εξηγήσει η ερμηνεία της μεταφυσικής ως απλής γλωσσικής πλάνης την λειτουργία και την ιστορία του μεταφυσικού φαινομένου» (σ. 190).

η έννοια της μεταφυσικής δεν είναι συγκροτητικά προσδεμένη στην έννοια του Υπερβατικού, μπορεί να υπάρχει και χωρίς το Υπερβατικό, ωστόσο από εδώ και στο εξής θα παραπέμπει κυρίως στο «Υπερεμπειρικό», δηλαδή σε κάτι που δεν μπορεί ούτε να επικυρωθεί ούτε να διαψευσθεί με την άμεση εμπειρία

Ένας τρίτος θεμελιώδης τύπος κριτικής στη μεταφυσική γινόταν από έποψη κοινωνιολογική (Κοντ, Μαρξ) και ψυχολογική (Νίτσε, Φρόιντ). Εδώ η μεταφυσική σφυροκοπείται άλλοτε με το επιχείρημα ότι ταυτίζεται με τη θρησκεία και συνεπώς συνιστά πλάνη (ζωτική, αν και όχι απαραίτητα: μπορεί ο άθεος να δυσκολεύεται υπαρξιακά, αλλά επιβιώνει), και άλλοτε με το επιχείρημα ότι προέρχεται από την τάξη των κυρίαρχων. Ο Κονδύλης ολοκληρώνει την πραγμάτευσή του με ένα κεφάλαιο για τη «μεταφυσική ανάγκη» του ανθρώπου. Όπως εντέλει διαπιστώνει: «οι περισσότεροι από εκείνους που επικαλούνταν την μεταφυσική ανάγκη ή, εν πάση περιπτώσει, την λογικά εννοούμενη μεταφυσική αναγκαιότητα, είχαν κατά νου το Υπερβατικό» (σ. 245). Κεντρική θέση μεταξύ αυτών κατείχε ο Χάιντεγκερ, για τον οποίον ο Κονδύλης επιφυλάσσει μερικά ιοβόλα σχόλια. Από την άλλη, εμφανίστηκαν στοχαστές με αξιόλογο έργο στην κατεύθυνση μιας «μεταφυσικής του Εμμενούς» (Ζίμελ, Μάνχαϊμ). Το τελικό συμπέρασμα του Κονδύλη είναι ότι «η μεταφυσική θα επιβιώσει και μετά την κατάρρευση (της μεταφυσικής) του Υπερβατικού» (σ. 248). Καθώς η έννοια της μεταφυσικής δεν είναι συγκροτητικά προσδεμένη στην έννοια του Υπερβατικού, μπορεί να υπάρχει και χωρίς το Υπερβατικό, ωστόσο από εδώ και στο εξής θα παραπέμπει κυρίως στο «Υπερεμπειρικό», δηλαδή σε κάτι που δεν μπορεί ούτε να επικυρωθεί ούτε να διαψευσθεί με την άμεση εμπειρία, και το οποίο θα χρειάζεται για να εξυπηρετεί είτε τη θεμελίωση «κανονιστικών αρχών και αξιών», είτε τη διατύπωση θεωριών «με αξίωση καθολικής ισχύος» (σ. 250).

Η περιγραφική πραγμάτευση του Κονδύλη διατρέχει τη σκέψη και το έργο δεκάδων στοχαστών των τελευταίων επτά αιώνων, διαθέτοντας σπάνια εννοιολογική σαφήνεια και εξαιρετική ιστορική εποπτεία: σε κάποιους στοχαστές αναφέρεται συνοπτικά, ενώ άλλοι μνημονεύονται πιο λεπτομερώς. Κατά τη γνώμη μας, πρόκειται για ένα έργο που δεν αφορά μονάχα την ούτως ή άλλως μικρή φιλοσοφική κοινότητα, αλλά (με τη συνδρομή φιλοσοφικών λεξικών – όπως εύστοχα έλεγε ένας παλιός μου καθηγητής: «το λεξικό δεν είναι η ντροπή, αλλά το όπλο του σκεπτόμενου ανθρώπου») αφορά όλους τους ανθρώπους που, διαθέτοντας θεωρητικά αλλά και καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα, επιθυμούν να ποριστούν μια άκρως εμπεριστατωμένη εικόνα για την εξέλιξη των νεότερων Δυτικών ιδεών και την κατάληξή τους στις σύγχρονες πολυδιάστατες εκφάνσεις τους (που καλώς ή κακώς έχουν πάψει να είναι αποκλειστικά «Δυτικές», αλλά παγκόσμιες).

Κατά τον Κονδύλη, η νεότερη Ελλάδα δεν απέκτησε ποτέ μια συγκροτημένη αστική τάξη, ενεργή μέσα σε ένα κράτος λειτουργικό, αποσυνδεδεμένο από τα πελατειακά κομματικά συμφέροντα και τις πατριαρχικές κοινωνικές δομές

Ας έλθουμε όμως τώρα στα (εντελώς) καθ’ ημάς. Η ελληνική έκδοση της Παρακμής του αστικού πολιτισμού (Θεμέλιο, 1991) ξεκινά με ένα δοκίμιο υπό τον προσφυή τίτλο: «Η καχεξία του αστικού στοιχείου στη νεοελληνική κοινωνία και ιδεολογία». (Αυτό το δοκίμιο κυκλοφορεί πλέον αυτόνομο από τις ίδιες εκδόσεις, υπό τον τίτλο «Οι αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας». Ωστόσο συνιστούμε την ανάγνωση ολόκληρης της Παρακμής του αστικού πολιτισμού, ειδάλλως δεν θα κατανοηθεί εις βάθος το καχεκτικό πέρασμα της Ελλάδας «από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από το φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία»). Στο εν λόγω δοκίμιο ο Κονδύλης ανέλυσε καίρια τη νεοελληνική πραγματικότητα και προφήτευσε τη σημερινή της κατάσταση. Όχι φυσικά επειδή γεννήθηκε προφήτης, αλλά επειδή συνδύασε την τρομακτικά ευρυμαθή παιδεία του με την αξιολογικά ουδέτερη κρίση του. Κατά τον Κονδύλη, η νεότερη Ελλάδα δεν απέκτησε ποτέ μια συγκροτημένη αστική τάξη, ενεργή μέσα σε ένα κράτος λειτουργικό, αποσυνδεδεμένο από τα πελατειακά κομματικά συμφέροντα και τις πατριαρχικές κοινωνικές δομές· απεναντίας στη Δύση (πιστεύουμε πως καλύτερο είναι να μιλάμε για «Άπω Δύση») η αστική τάξη γεννήθηκε και παγιώθηκε ως η νέα προοδευτική δύναμη που εναντιώθηκε στα πανίσχυρα κληρονομημένα προνόμια της αριστοκρατίας και της κληρικοκρατίας.

kondylis2Κατά τον Κονδύλη, η βασιλευομένη κοινοβουλευτική δημοκρατία της Ελλάδος επιβλήθηκε έξωθεν, μετά τον επαναστατικό Αγώνα του 1821, χωρίς να έχουν προηγηθεί όλες οι απαραίτητες κοινωνικές, πολιτισμικές και παραγωγικές ζυμώσεις τις οποίες γνώρισε ιστορικά η (Άπω) Δύση. Αποτέλεσμα; «Οι κοινωνικές ανακατατάξεις των τελευταίων δεκαετιών γενικά ενίσχυσαν τον χαρακτήρα της χώρας ως χώρας μικροϊδιοκτητών και μικροαστών. Όμως η ενίσχυση αυτή συντελέστηκε στη βάση ολότελα νέων καταναλωτικών συνηθειών, οι οποίες δεν καλύπτονταν από το υφιστάμενο παραγωγικό δυναμικό. Ακριβώς επειδή η ευημερία ήταν, με την ουσιαστική αυτήν έννοια, επισφαλής, το πελατειακό σύστημα επιτάθηκε αντί να συρρικνωθεί εξ αιτίας της υποχώρησης του πατριαρχισμού σε κοινωνικό επίπεδο» (σ. 42). Στην Ελλάδα η διάκριση κράτους και κοινωνίας έμεινε «ημιτελής», εξού και όλα τα κόμματα, ανεξάρτητα από τις ιδεολογικές τους αρχές, ήταν και είναι πρωτίστως «κρατιστικά».

Στη σύγχρονη Ελλάδα, έγραφε ο Κονδύλης πριν από 20 χρόνια, το καχεκτικό αστικό στοιχείο συντίθεται κυρίως από «νεόπλουτους χάρη σε εργολαβικές και μεταπρατικές δραστηριότητες» και από επιχειρηματίες που έχουν ως πνευματικό ορίζοντα «όσα συμβαίνουν στα γήπεδα ή στα νυχτερινά κέντρα διασκεδάσεως», ενώ το «όλο και πολυπληθέστερο μεσαίο στρώμα [χαρακτηρίζεται] από τον μιμητικό καταναλωτισμό και από την έπαρση της νεοαπόκτητης ευημερίας και της επίσης νεοαπόκτητης ημιμάθειας» (σ. 41). Σε ατομικό επίπεδο, η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων συνδυάζει «σχιζοφρενικά» την «παρασιτική κατανάλωση» στην πράξη με έναν «μυγιάγγιχτο εθνικισμό» στη θεωρία. Σε πολιτικό επίπεδο, «τα κόμματα πλειοδοτούν σε εθνικιστική ρητορεία την ίδια στιγμή που εκποιούν τον κρατικό μηχανισμό». Σε εθνικό επίπεδο, «η χώρα δεν παράγει τα καταναλωτικά αγαθά αλλά τα εισάγει, και για να τα εισαγάγει δανείζεται, δηλαδή εκχωρεί τις αποφάσεις για το μέλλον της στους δανειοδότες της» (σ. 44).

Συνεχίζει υποστηρίζοντας ότι στην πλήρη ένταξη της Ελλάδος στην Ευρώπη ωθεί «μια μαζική επιθυμία καταναλωτικής ευζωίας, η οποία προκειμένου να πραγματοποιηθεί, δεν θα δίσταζε και πολύ να μετατρέψει την ένταξη σε ταπεινωτική εθνική εκποίηση»

Άραγε μας θυμίζουν τίποτα όλα αυτά; Ναι μεν η πολλαπλή κρίση (χρέους, ανεργίας κ.λπ.) των τελευταίων ετών στα ανεπτυγμένα κράτη της Δύσης είναι ένα συμβάν συναρμοσμένο με το τρίτο στάδιο του καπιταλισμού (ο οποίος αποκαλείται «ύστερος», «πολυεθνικός», «μεταβιομηχανικός», «καζίνο» κ.λπ.), αλλά μόλις ξέσπασε μετά το 2008-9, σύντομα ο πιο αδύναμος κρίκος αποδείχτηκε διόλου τυχαία η Ελλάδα, ακριβώς για τους λόγους που αναλύει, με εγκυρότητα ενοχλητική για τη μακάρια αυτοεικόνα μας, ο Κονδύλης. Σε άλλο βιβλίο του, γραμμένο επίσης πριν από 20 χρόνια, υπογραμμίζει ότι όποιος «μονίμως επαιτεί δάνεια και επιδοτήσεις για να χρηματοδοτήσει την οκνηρία και την οργανωτική του ανικανότητα δεν μπορεί να περιμένει ότι θα εντυπωσιάσει ποτέ κανέναν με τα υπόλοιπα “δίκαιά” του» (Πλανητική πολιτική μετά τον ψυχρό πόλεμο, Θεμέλιο, 1992, σ. 156, στο επίμετρο: «Η ελληνική εθνική πολιτική»). Συνεχίζει υποστηρίζοντας ότι στην πλήρη ένταξη της Ελλάδος στην Ευρώπη ωθεί «μια μαζική επιθυμία καταναλωτικής ευζωίας, η οποία προκειμένου να πραγματοποιηθεί, δεν θα δίσταζε και πολύ να μετατρέψει την ένταξη σε ταπεινωτική εθνική εκποίηση» (σ. 158, η υπογράμμιση δική μας). Παράλληλα, τα «κατάλοιπα αιώνων ραγιαδισμού, βαλκανικού πατριαρχισμού και πελατειακού κοινοβουλευτισμού» έχουν βυθίσει τη χώρα «στον κοινωνικό λήθαργο και στη συλλογική απραξία, ήτοι η κοινωνική πράξη έχει υποκατασταθεί από αντανακλαστικές κινήσεις: το νευρόσπαστο κινείται κι αυτό, όμως δεν πράττει» (σσ. 168-9).

Όσο για μια πιθανή και απολύτως εύλογη αντίδραση του τύπου «καλά όλα αυτά, αλλά ο ελληνικός λαός πεινάει», η δέουσα απόκριση θα ήταν ότι αυτή δεν αποτελεί μια πραγματική αντίρρηση, αφού όχι μόνο δεν αναιρεί τις κονδυλικές αιτιώδεις εξηγήσεις της εγχώριας υπογείωσης, απεναντίας αυτές επιβεβαιώνονται διά της προβλεπτικής ισχύος τους. Επομένως, ανεξάρτητα από την όποια μελλοντική τύχη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή/και της Ευρωζώνης, και μόνο το γεγονός ότι η Ελλάδα βρέθηκε αμέσως στο στόχαστρο κυβερνήσεων και αγορών επιβεβαιώνει τα παραπάνω (οι αγορές είναι φυσικά ύαινες, αλλά ως ύαινες ορμούν μόνο σε ψοφίμια). Ό,τι κι αν γίνει λοιπόν σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η οικονομική κατάσταση στη χώρα μας θα είναι ούτως ή άλλως χειρότερη απ’ ό,τι στη Δυτική Ευρώπη, για τους ιστορικούς και δομικούς λόγους που έχει εξηγήσει ο Κονδύλης και που δεν πρόκειται να αλλάξουν. Τώρα η σκυτάλη βρίσκεται ξανά στα χέρια του «ελληνικού λαού» ώστε να αποφασίσει, αφενός ποιο παραγωγικό και πολιτισμικό μοντέλο θέλει και μπορεί (υπό τις παρούσες διεθνείς συνθήκες) να έχει, αφετέρου να αναλάβει την ευθύνη αυτού του μοντέλου. Σε κάθε περίπτωση, φοβούμαστε μήπως κάποια στιγμή γίνει πράξη άλλη μια κονδυλική παρατήρηση: «Στην κατανομή αγαθών είναι κανείς λιγότερο γενναιόδωρος απ’ ό,τι στην ανταλλαγή πληροφοριών. Και αν τεθεί ζήτημα κατανομής ζωτικών υλικών πόρων –συμπεριλαμβανόμενου του νερού και του αέρα–, τότε οι τέρψεις που χαρίζουν τα ηλεκτρονικά περιδιαβάσματα στον κυβερνοχώρο θα κοπούν απότομα» (Από τον 20ο στον 21αιώνα, Θεμέλιο, 1998, σ. 156).

hegel_kondylisΌλα αυτά δεν τα γράφουμε με στόχο να προτείνουμε λύσεις για το οτιδήποτε, καθώς ούτε μπορούμε, ούτε επιθυμούμε κάτι τέτοιο. Υπάρχει ωστόσο η έμπρακτη (και όχι θεωρητική) ανάγκη να δούμε ποιος μας προσφέρει γονιμότερες εξηγήσεις για τις τωρινές μας δυσχέρειες. Αφού λοιπόν επί χρόνια, και αξιοποιώντας κάθε τύπο λαϊκίστικης δικαιολογίας, βολικής αμέλειας ή επικίνδυνης άγνοιας, αποφεύγαμε να ανέβουμε το βουνό μιας πιο ρεαλιστικής (και λιγότερο ψευδαισθητικής) δημόσιας και ιδιωτικής αυτοσυνείδησης, τώρα πλέον το βουνό αποφάσισε να έρθει σε μας, απειλητικότερο από ποτέ. Απέναντι στον Παναγιώτη Κονδύλη και το έργο του, οι στάσεις στην Ελλάδα κυμάνθηκαν και εξακολουθούν να κυμαίνονται κάπου μεταξύ άκαμπτης εναντίωσης και άκριτης λατρείας, ενώ συχνά απλώνεται (με την αρωγή κάποιων επαγγελματιών φιλοσόφων, αλλά και λαϊκιστών συγγραφέων και δημοσιογράφων) ένα βαρύ πέπλο εσκεμμένης αδιαφορίας.

Ευτυχώς έχουν κάνει την εμφάνισή τους οι πρώτες εμπεριστατωμένες εργασίες πάνω στο κονδυλικό έργο, όπως π.χ. η απαιτητική μελέτη του Ρεϋμόνδου Πετρίδη, Χέγκελ και Κονδύλης (Ευρασία, 2011). Εδώ, η εγελιανή γενεαλογία της «δυστυχισμένης συνείδησης», δηλαδή το αποτέλεσμα του επώδυνου δυισμού ανάμεσα στο «τι είμαι» και στο «τι θέλω ή/και οφείλω να είμαι», ερμηνεύεται υπό το πρίσμα του «πεφωτισμένου στωικισμού» του Κονδύλη, ενώ παράλληλα υπογραμμίζονται τα ανυπέρβλητα όρια τα οποία συναντά η βούληση του μεταμοντέρνου υποκειμένου για αποκοπή από τον Άλλον και «ανεξαρτησία» (η μελέτη περιέχει μάλιστα ανέκδοτο υλικό από τα κατάλοιπα του έλληνα στοχαστή). Με την ολοκλήρωση, καλώς εχόντων των πραγμάτων, της έκδοσης του λοιπού κονδυλικού έργου στα ελληνικά, έχει φτάσει η ώρα να αποτιμήσουμε εκ νέου την προσφορά του προς εμάς. Άραγε, σε ποια εθνοκοινωνική κατάσταση θα βρισκόμαστε ώστε να το πράξουμε;

Πηγή