ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ ----- Ουκρανία vs Ρωσία

Ουκρανία vs Ρωσία ( Συλλογή άρθρων - Ανανεώνεται)

Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2019

Ο ΣΥΡΙΖΑ και το ζήτημα μιας πολιτικής θεωρίας με ιθαγένεια

Του Βασίλη Ασημακόπουλου

 
- Για μια χώρα με Μικρασία, Κατοχή, Κυπριακό, η ανιστόρητη εκχώρηση της ηγεμονίας του εθνικού στη Δεξιά, που αποτελεί κυρίαρχη πολιτική γραμμή από το 1996 και μετά, μετατρέπει την Αριστερά σε υφιστάμενη δύναμη στον πολιτικό ανταγωνισμό.

Σε μια σκηνή της θρυλικής ταινίας του Τζίλο Ποντεκόρβο «Η Μάχη του Αλγερίου» (1966), ένας βετεράνος επαναστάτης απευθύνεται στο νέο αγωνιστή του FLN και κεντρικό χαρακτήρα της ταινίας Αλί λα Πουάντ. Του λέει μεταξύ άλλων, όπως τουλάχιστον έχει καταγραφεί στη μνήμη, «είναι δύσκολο να ξεκινήσεις μια επανάσταση. Πιο δύσκολο να τη συνεχίσεις. Ακόμα πιο δύσκολο να την κερδίσεις. Και όταν κερδίσεις, τότε αρχίζουν τα ακόμα πιο δύσκολα». Με τον κίνδυνο να διαπράξουμε ενός είδους «ιεροσυλία», οι φάσεις εξέλιξης του ΣΥΡΙΖΑ, ενός κόμματος εν κινήσει, σύμφωνα με τον τίτλο ενός συλλογικού τόμου που κυκλοφόρησε το 2019 από το Θεμέλιο και αναλύει το «φαινόμενο ΣΥΡΙΖΑ», μπορούν να παραλληλιστούν με τα στάδια και τους βαθμούς δυσκολίας του πολιτικού αγώνα τους οποίους αναφέρει ο Αλγερινός επαναστάτης στην ταινία. Ο ΣΥΡΙΖΑ, λοιπόν, πέρασε τη δύσκολη φάση μετάβασης από κόμμα της ριζοσπαστικής διαμαρτυρίας σε κόμμα κυβερνητικής κλίσης και προοπτικής. Πέρασε στην ακόμα πιο δύσκολη φάση της νίκης στις εκλογές και της κυβερνητικής θητείας, παραμένοντας ο ένας από τους δύο μεγάλους πόλους του κομματικού συστήματος μετά και τις εκλογές της 7ης Ιουλίου. Το αν ταυτόχρονα έχει διατηρήσει το πνεύμα του ως κόμμα της Ριζοσπαστικής Ανανεωτικής Αριστεράς, όπως αποκαλείται, δεν είναι κάτι που θα απασχολήσει το παρόν σημείωμα. Τουλάχιστον ευθέως. Τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται στην ακόμα πιο δύσκολη φάση, εκείνη της διακηρυσσόμενης ανασυγκρότησής του ως ηγεμονικού κόμματος στον αντιδεξιό χώρο και της αναζήτησης των ιδιαίτερών του ιδεολογικών, πολιτικών και οργανωτικών χαρακτηριστικών. Ένα μέρος της εξελισσόμενης συζήτησης επικεντρώνεται στους όρους οργανωτικής διευθέτησης της ανασυγκρότησης. Ένα άλλο μέρος του προβληματισμού κινείται στα ειδικότερα ζητήματα της πολιτικής ετοιμότητας, του κυβερνητικού προγράμματος. Χωρίς να αμφισβητείται η σημασία τόσο της οργανωτικο-λειτουργικής διάστασης της ανασυγκρότησης, όσο και τα πολιτικο-προγραμματικά θέματα, νομίζω ότι το κεντρικό ζήτημα της συζήτησης που θα έπρεπε να απασχολήσει την ανασυγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ είναι το αίτημα διαμόρφωσης μιας πολιτικής θεωρίας - αναλυτικού σχήματος που να τον συνδέει με τη χώρα, το λαό, το «πνεύμα του τόπου», το εθνικό-κοινωνικό του φαντασιακό σε σχέση, πάντα, με το ευρωπαϊκό-παγκόσμιο γίγνεσθαι σε μια περίοδο μεγάλων ταχυτήτων. Η μαζική εκλογική καταγραφή είναι προϋπόθεση, αλλά δεν αρκεί από μόνη της. Μπορεί μια αντιδεξιά συσπείρωση (παρόν) και μνήμη (παρελθόν) να την εξασφαλίζει, χαρίζοντας ενδεχομένως και εκλογική νίκη σε επόμενη στιγμή, αλλά δεν επαρκεί, αν ο σκοπός του κόμματος είναι η κοινωνική ανατροπή και όχι απλά η πολιτική εναλλαγή στην κυβερνητική εξουσία και η κατοχή θέσεων στον κρατικό μηχανισμό. Και οι δύο κατευθύνσεις ενυπάρχουν σ’ ένα κόμμα της Αριστεράς. Η εμπειρία βέβαια του κυβερνητισμού σε συνδυασμό με το «πνεύμα του κόμματος» προκαταλαμβάνουν τα ερωτήματα και τις απαντήσεις στη διαδικασία σχηματισμού πολιτικο-θεωρητικού σώματος. Μια απάντηση αντίθετη στο αίτημα μιας πολιτικής θεωρίας σε σχέση με τη μνήμη αλλά και το παρόν, την προοπτική του τόπου, τις ανάγκες των πολλών, δίνει κατά τη γνώμη μου η Διακήρυξη «Δημοκρατικό κάλεσμα ένταξης στο ΣΥΡΙΖΑ - Προοδευτική Συμμαχία», η οποία εγκρίθηκε ομόφωνα από την Κ.Ε. του κόμματος.
Η προσπάθεια σχηματισμού πολιτικής θεωρίας με ιθαγένεια, αυτόχθονη, όπως τη χαρακτηρίζει ένας Έλληνας ριζοσπάστης διανοούμενος ή κοινωνιολόγοι της Νότιας Αμερικής, πρέπει να ξεκινήσει με απολογισμό-ερμηνεία της πορείας μέχρι σήμερα και θέτοντας ερωτήματα. Ακολουθώντας ένα σχετικό νήμα σκέψης, ορισμένα βασικά αλλά σκόρπια ερωτήματα, που αφορούν ζητήματα είτε μακράς διάρκειας είτε συγκυρίας, θα μπορούσαν να είναι τα ακόλουθα.
Ποιά είναι η κεντρική αντίθεση σήμερα στη χώρα; Είναι ο εθνικισμός και ο ρατσισμός ή η ιμπεριαλιστική εξάρτηση και οι μηχανισμοί εσωτερίκευσής της; Το προσφυγικό - μεταναστευτικό, πέραν του αυτονόητου ανθρωπιστικού χαρακτήρα του, είναι πρωτίστως ζήτημα αθλίων και απαράδεκτων δηλώσεων δημοσιολογούντων ή ενεργειών ομάδων όπως αναπαράγονται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή κυρίως θέμα μετατροπής της χώρας σε χώρο αποθήκευσης βασανισμένων ανθρώπων-πληθυσμών από κατά βάση ιμπεριαλιστικές πρακτικές και προς άγρια εκμετάλλευση μετά από επιλογή από φορείς της ευρωπαϊκής κεφαλαιοκρατίας, σε συνδυασμό με τη δουλεμπορική πρακτική και τη διακηρυγμένη πρόθεση πολιτικής εποικισμού του ένοχου ανατολικού επεκτατικού γείτονά μας;
Το κόμμα ταυτίζεται με τη θεώρηση των μαθητών στις παρελάσεις «ως στρατιωτάκια, ακούνητα, αμίλητα, αγέλαστα», όπως αναφέρει η σχετική διακήρυξη των «10»; Ο ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και οι φρικτές συνθήκες που βίωναν οι στρατιώτες στα χαρακώματα, που τόσο εύστοχα καταγγέλλουν οι Μόντι Πάιθον ή ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ στο αντιπολεμικό αριστούργημά του Σταυροί στο μέτωπο, δεν έχει σχέση με το περιεχόμενο του εθνικο-αμυντικού πολέμου 1940-41, ενός δίκαιου αγώνα δηλαδή που άμεση συνέχεια και συνέπειά του υπήρξε το έπος της Εθνικής Αντίστασης, ενώ οι στιγμές φρίκης του, που υπήρξαν και είναι καταγεγραμμένες στη συλλογική μνήμη, ήταν τα κρυοπαγήματα των στρατιωτών. Δείχνει κάτι για το συμβολισμό των παρελάσεων το γεγονός ότι μέχρι πριν λίγα χρόνια ανάπηροι πολέμου και μετά το 1982 αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης προπορεύονταν σ’ αυτές; Σηματοδοτεί κάτι ότι αμφότερες οι εθνικές επέτειοι αφορούν στην έναρξη των πολέμων και όχι τη λήξη τους; Ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρεί το γεγονός αυτό ως αρνητική ιδιαιτερότητα σε σχέση με τα συμβαίνοντα σε άλλες ευρωπαϊκές κοινωνίες, όπως ανιστόρητα από διαφόρους λέγεται; Διαφέρει σε τίποτα τελικά η ανακοίνωση της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ περί αντιπολεμικού-αντιμιλιταριστικού μηνύματος του δρώμενου-διακήρυξης των «10» από την εκτός τόπου και χρόνου φωτογραφία που επέλεξε η ΔΑΠ Αγρονόμων με τους Αμερικανούς στρατιώτες στην Ιβο Τζίμα, καθώς και τις γνωστές δηλώσεις της Υπουργού Παιδείας και της Υφυπουργού Εργασίας για την 28η Οκτωβρίου;
Και, ποιό είναι περισσότερο επίκαιρο από τα δύο υπέροχα τραγούδια του Πάνου Τζαβέλα, το «Έντιμε άνθρωπε κυρ-Παντελή» ή το «Ξυπνήστε»; Διαφορετικά ειπωμένο το ερώτημα, οι σημερινοί κυρ Παντελήδες είναι οι μικροϊδιοκτήτες, δηλαδή τα στρώματα της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης που στηλίτευαν οι νέοι της δεκαετίας του ’70 και που σήμερα χρήζουν αντιμετώπισης τύπου «ταξικής μεροληψίας» ή τα στρώματα της νέας μικροαστικής τάξης - τεχνοκράτες στηρίγματα του καθεστώτος εσωτερίκευσης της εξάρτησης;
Διακρίνονται στο έργο του Νίκου Πουλαντζά τα στοιχεία που αφορούν τον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό στην κίνησή του ή διαβάζονται με μια αφαιρετική λογική τα συστηματικά επεξεργασμένα αναλυτικά του σχήματα για το κράτος, τις κοινωνικές τάξεις, το φασισμό και τα καθεστώτα έκτακτης ανάγκης;
Η ιστορία της Θεσσαλονίκης κατανοείται μόνον με τα οριενταλιστικά σχήματα του Μαζάουερ ή και μέσα από τον Σβορώνο, τον Μοσκώφ και την πρώιμη κομμούνα του κινήματος των Ζηλωτών τον 14ο αιώνα; Το ελληνικό έθνος ανήκει στα έθνη που τον κυρίαρχο ρόλο στη γέννησή του διαδραματίζει η οικονομία, ο καπιταλισμός, το κράτος, η εθνικιστική ιδεολογία ή η ιστορία και η γλώσσα;
Το Πλήθος των Χαρντ και Νέγκρι αποτελεί ανταγωνιστικό υποκείμενο στον υπεριμπεριαλισμό; Ο μεταεθνισμός τύπου Χάμπερμας ως αντικειμενική τάση αποεδαφοποίησης βασικών όψεων της οργάνωσης συσσώρευσης κεφαλαίου, επί της οποίας εδράζεται ουσιαστικά ο διαχωρισμός εθνικού-κοινωνικού που κυριαρχεί στη σύγχρονη Αριστερά, δεν είναι μια διαδικασία ταξικά και διακρατικά ουδέτερη. Για μια χώρα με Μικρασία, Κατοχή, Κυπριακό, η ανιστόρητη εκχώρηση της ηγεμονίας του εθνικού στη Δεξιά, που αποτελεί κυρίαρχη πολιτική γραμμή από το 1996 και μετά, μετατρέπει την Αριστερά σε υφιστάμενη δύναμη στον πολιτικό ανταγωνισμό.
Η διαμόρφωση μιας ιθαγενούς πολιτικής θεωρίας σε συνάρτηση με το διεθνές γίγνεσθαι οδηγεί σε μεγάλες τομές, ανατροπές, ριζικές αναθεωρήσεις ιδεολογικών στερεοτύπων τριάντα χρόνων, και επανασύνδεσης με την προηγούμενη παράδοση της Αριστεράς στη γραμμή ενότητας εθνικού-δημοκρατικού-κοινωνικού, προσαρμοσμένης στις σύγχρονες συνθήκες. Πράγματι «είναι δύσκολο να ξεκινήσεις μια επανάσταση». Αλλά, κατά τη γνώμη μου, αυτός είναι ο δρόμος για την ανασυγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ, της δημοκρατικής παράταξης της Αριστεράς, που έχουν ανάγκη οι κυριαρχούμενες κοινωνικές τάξεις. Το «πνεύμα του τόπου» που, αρνούμενο το δίπολο ρήξη ή ενσωμάτωση, βρίσκεται απέναντι στις δυνάμεις της εσωτερίκευσης της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης, της συσσώρευσης μέσω απαλλοτρίωσης, σύμφωνα με το σχήμα του Χάρβεϊ, των ιδιωτικοποιήσεων, αλλά και της ακροφιλελεύθερης ελαστικοποίησης του συλλογικού εργατικού δικαίου που νομοθέτησε πρόσφατα με τον αναπτυξιακό νόμο η κυβέρνηση της Ν.Δ., ακυρώνοντας τις θετικές ρυθμίσεις-πλευρές της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Διαφορετικά, εκσυγχρονιστική κανονικότητα...

* Δικηγόρος, Μεταδιδακτορικός ερευνητής

Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2019

Το τέλος του νεοφιλελευθερισμού και η αναγέννηση της ιστορίας

Του

  Εδώ και 4 δεκαετίες, οι κοινωνικές ελίτ, σε πλούσιες και φτωχές χώρες, υπόσχονταν πως οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές θα οδηγούσαν σε μια ταχύτερη οικονομική ανάπτυξη και ότι τα οφέλη θα διαχέονταν προς όλους - ακόμα και τους φτωχότερους - οι οποίοι θα έβλεπαν τη ζωή τους να βελτιώνεται. Τώρα, όμως, που τα στοιχεία έχουν πια αποκαλυφθεί, γίνεται να αναρωτιόμαστε γιατί η εμπιστοσύνη στις ελίτ και στη δημοκρατία έχει βουλιάξει; 


ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ – Στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ο πολιτικός επιστήμονας Φράνσις Φουκουγιάμα δημοσίευσε την περίφημη έκθεσή του «Το τέλος της ιστορίας;». Η πτώση των σοβιετικών καθεστώτων, σύμφωνα με τον Φουκουγιάμα, θα άνοιγε το δρόμο για την ενοποίηση ολόκληρου του κόσμου, ο οποίος – υπό το εμπόδιο του κομμουνισμού – δεν είχε καταφέρει να ακολουθήσει το πεπρωμένο του – αυτό δηλαδή της φιλελεύθερης δημοκρατίας και της οικονομίας των αγορών. Πολλοί συμφώνησαν μαζί του.
Σήμερα, αντιμέτωποι με την υποχώρηση της φιλελεύθερης, παγκόσμιας – και βασισμένη σε κάποιους κανόνες – τάξης και έχοντας αυτοκρατορικούς ηγεμόνες και δημαγωγούς να ηγούνται των μεγαλύτερων – πληθυσμιακά – χωρών του πλανήτη, οι ιδέες του Φουκουγιάμα φαντάζουν παράξενες και αφελείς. Αλλά αυτές οι ιδέες ενίσχυσαν το νεοφιλελεύθερο οικονομικό δόγμα, το οποίο έχει εδραιωθεί εδώ και 40 χρόνια.
Η αξιοπιστία στην αρχή του νεοφιλελευθερισμού – ότι οι ελεύθερες αγορές είναι ο πιο σίγουρος δρόμος προς μια κοινή ευημερία – ψυχορραγεί το τελευταίο διάστημα. Απόλυτα λογικό. Η ταυτόχρονη πτώση της εμπιστοσύνης στον νεοφιλελευθερισμό και στη δημοκρατία δεν είναι ούτε σύμπτωση ούτε ένας απλός συσχετισμός. Εδώ και 4 δεκαετίες, ο νεοφιλελευθερισμός έχει υποσκάψει τα θεμέλια της δημοκρατίας.
Το είδος της παγκοσμιοποίησης, που μας σύστησε ο νεοφιλελευθερισμός, αφαίρεσε από άτομα και κοινωνίες τη δυνατότητα να ελέγχουν ένα σημαντικό κομμάτι της μοίρας τους, όπως αναλύει εξαιρετικά ο Dani Rodrik, του πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, και όπως και εξηγώ στα βιβλία μου «Globalization and Its Discontents Revisited» και «People, Power, and Profits». Τα αποτελέσματα της φιλελευθεροποίησης κεφαλαίου-αγορών ήταν ιδιαιτέρως τραγικά: εάν, σε κάποια αναδυόμενη οικονομία, ο επικρατών προεδρικός υποψήφιος χάσει την εμπιστοσύνη της Wall Street, οι τράπεζες αποσύρουν τα χρήματά τους από την χώρα. Οι ψηφοφόροι βρίσκονται τότε μπροστά σε μια σκληρή επιλογή: να υποχωρήσουν στις πιέσεις της Wall Street ή να βρεθούν αντιμέτωποι με μια χρηματοπιστωτική κρίση. Η Wall Street είναι σαν να έχει μεγαλύτερη δύναμη από τους πολίτες της χώρας.
Ακόμα και σε πλούσιες χώρες, οι απλοί πολίτες έχουν ακούσει επανειλημμένα ότι, «Δεν μπορείτε να διεκδικήσετε τις πολιτικές που επιθυμείτε» – είτε αυτές είναι επαρκής κοινωνική προστασία, ικανοποιητικοί μισθοί, προοδευτική φορολόγηση, ή ένα καλορυθμισμένο οικονομικό σύστημα – «γιατί η χώρα θα χάσει την ανταγωνιστικότητα της, οι δουλειές θα εξαφανιστούν, και ο κόσμος θα υποφέρει».
Τόσο σε πλούσιες όσο και σε φτωχές χώρες, οι ελίτ υπόσχονταν πως οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές θα οδηγούσαν σε μια ταχύτερη οικονομική ανάπτυξη και ότι τα οφέλη θα διαχέονταν προς όλους – ακόμα και τους φτωχότερους – οι οποίοι θα έβλεπαν τη ζωή τους να βελτιώνεται. Για να φτάσουμε όμως σε αυτό το σημείο, οι εργαζόμενοι όφειλαν να δεχτούν χαμηλότερους μισθούς και οι πολίτες να υποστούν τις περικοπές σε σημαντικά κρατικά προγράμματα.
Οι ελιτ ισχυρίζονταν ότι οι υποσχέσεις τους βασίζονταν σε επιστημονικά οικονομικά μοντέλα και «τεκμηριωμένη έρευνα». Παρ’ όλα αυτά, μετά από 4 δεκαετίες, τα νούμερα είναι αποκαλυπτικά: επιβράδυνση της ανάπτυξης, της οποίας τα λιγοστά οφέλη κατευθύνθηκαν προς τους λίγους στα ανώτερα στρώματα. Όσο οι μισθοί λίμναζαν στον πάτο και το χρηματιστήριο εκτοξευόταν στα ύψη, εισοδήματα και πλούτος κατευθύνθηκαν προς τους «πάνω» αντί να κυλήσουν προς τους «κάτω».
Πώς μπορεί η συγκράτηση των μισθών – για την επίτευξη ή τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας – και οι περικοπές στα κοινωνικά προγράμματα να βοηθήσει στην αύξηση του βιοτικού επιπέδου; Οι απλοί πολίτες ένιωσαν ότι είχαν παραπλανηθεί. Και είχαν δίκιο να αισθάνονται εξαπατημένοι.
Βιώνουμε πλέον τις πολιτικές επιπτώσεις αυτής της μεγάλης απάτης: δυσπιστία προς τις ελιτ, προς την οικονομική «επιστήμη», στην οποία βασίζεται ο νεοφιλελευθερισμός, και προς το διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα που διευκόλυνε αυτό που ζούμε σήμερα.
Στην πραγματικότητα – και παρά το όνομά της – η εποχή του νεοφιλελευθερισμού μόνο φιλελεύθερη δε θα τη χαρακτηρίζαμε. Η πνευματική ορθότητα, που επέβαλε, φυλασσόταν από κάθε διαφοροποίηση. Οι διαφωνία κατέστη μη ανεκτή. Οικονομολόγοι με διαφορετικές απόψεις αποκλείστηκαν ως αιρετικοί ή περιορίστηκαν σε μερικά μεμονωμένα πανεπιστημιακά ιδρύματα. Ο νεοφιλελευθερισμός δεν έμοιαζε παρά ελάχιστα στην «ανοιχτή κοινωνία», την οποία είχε οραματιστεί ο Καρλ Πόππερ. Όπως έχει τονίσει και ο Τζορτζ Σόρος, ο Πόππερ αναγνώριζε ότι η κοινωνία μας είναι περίπλοκη, ένα σύστημα ευμετάβλητο, το οποίο όσο περισσότερο γνωρίζουμε, τόσο περισσότερο η γνώση μας αλλάζει, αλλάζοντας συνακόλουθα και το σύστημα.
Αυτή η μισαλλοδοξία έλαβε μεγαλύτερες διαστάσεις στον χώρο της μακροοικονομίας, όπου τα κυρίαρχα μοντέλα είχαν αποκλείσει το ενδεχόμενο μιας κρίσης, όπως αυτή του 2008. Όταν το απίθανο συνέβη, αντιμετωπίστηκε ως μια σπάνια φυσική καταστροφή – ένα παράξενο φαινόμενο το οποίο δεν θα μπορούσε κανένα οικονομικό μοντέλο να προβλέψει. Ακόμα και σήμερα, οι υποστηρικτές αυτών των θεωριών δεν αποδέχονται ότι η πίστη τους στις αυτορυθμιζομενες αγορές και η αγνόηση της επίδρασης εξωτερικών παραγόντων, ως είτε ανύπαρκτες ή ασήμαντες, οδήγησαν στην απορρύθμιση, η οποία κατέστη καίρια στο ξέσπασμα της κρίσης. Η θεωρία αυτή επιβιώνει ακόμα επιβεβαιώνοντας το ότι οι κακές ιδέες – αφότου έχουν εδραιωθεί – πεθαίνουν αργά.
Εάν η οικονομική κρίση του 2008 απέτυχε να μας διδάξει ότι οι ελεύθερες αγορές δεν λειτουργούν, η κλιματική κρίση οφείλει να το κάνει: ο νεοφιλελευθερισμός θα μας οδηγήσει κυριολεκτικά στο τέλος της πολιτισμένης κοινωνίας. Αλλά είναι επίσης ξεκάθαρο ότι δημαγωγοί, οι οποίοι οδηγούν τον κόσμο στην απαξίωση της επιστήμης και της ανεκτικότητας, θα χειροτερέψουν τα πράγματα.
Η μόνη διέξοδος, ο μόνος τρόπος να σώσουμε τον πλανήτη και τον ανθρώπινο πολιτισμό, είναι η αναγέννηση της ιστορίας. Πρέπει να αναζωπυρώσουμε το Διαφωτισμό και να αφοσιωθούμε ξανά στις αρχές της ελευθερίας, στο σεβασμό προς τη γνώση και στη δημοκρατία.

Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2019

Εθνική επέτειος και υπουργοί Παιδείας - Η κρυμμένη ιδεολογική διάσταση

Του Βασίλη Ασημακόπουλου


Η υπουργός Παιδείας στη δήλωσή της για την 28η Οκτωβρίου, έκανε χονδροειδές λάθος για την έναρξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτό, όμως, είναι πταίσμα. Η εθνική επέτειος της έδωσε την ευκαιρία να μεταφέρει το μήνυμα στο σήμερα με την μορφή μιας ανιστόρητης αντι-λαϊκιστικής έγκλησης, αποφεύγοντας να αναφέρει δύο λέξεις που έχουν κωδικοποιήσει τη συγκεκριμένη ιστορική συνθήκη, στην Ελλάδα και στην Ευρώπη ευρύτερα. Παρέλειψε τον χαρακτηρισμό της συστημικής απειλής «των δυνάμεων του μίσους και της βίας», δηλαδή τον φασισμό, και τον ορισμό της υπεράσπισης της ελευθερίας, δηλαδή την αντίσταση.
Ειδικότερα η αντιστασιακή πρακτική, αν και δεν αποδίδεται με τον συγκεκριμένο όρο, παρατηρείται ορθά ως «επαναλαμβανόμενο μοτίβο στη μακραίωνη ιστορία μας», αποδιδόμενη όμως σε μια «έμφυτη τάση», σε μια αμετάβλητη μυστηριακή ουσία. Δεν αποδίδεται ως ιδιαίτερος πολιτικο-πολιτισμικός τρόπος του ατομικού-συλλογικού μας βίου ιστορικά διαμορφωμένος στην εξέλιξή του επί συγκεκριμένων υλικών και πνευματικών όρων.
Υπουργοί Παιδείας της προηγούμενης κυβέρνησης σε μηνύματά τους για την 25η Μαρτίου είχαν θεωρήσει το ελληνικό έθνος ως νεωτερικό δημιούργημα του ανεξάρτητου κράτους. Αρνούνταν την ιστορική συνέχεια του με διαφορετικές μορφές, θεωρώντας ότι η προνεωτερική μορφή με όρους δυτικογενούς ιστορικής κοινωνιολογίας είναι κατ’ ανάγκη και προεθνική κατάσταση. Αναπαρήγαγαν το δυτικό τύπο εθνογέννεσης, σύμφωνα με μία εκδοχή της μοντερνιστικής θεωρίας του εθνικού φαινομένου.
Αυτή την εκδοχή εισήγαγε στην ελληνική διανοητική και όχι μόνο πραγματικότητα από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 και μετά η οργανική διανόηση της καλούμενης ανανεωτικής ριζοσπαστικής Αριστεράς, της οποίας και οι τρεις διατελέσαντες υπουργοί Παιδείας στις κυβερνήσεις Τσίπρα αποτελούν εξέχοντα στελέχη της. Το ελληνικό, όμως, έθνος, όπως και άλλα έθνη, είναι προϊόν κατά βάση της ιστορίας και όχι της οικονομίας.

Εθνική επέτειος και μαθητικές παρελάσεις

Παράλληλα, στα χρόνια της προηγούμενης κυβέρνησης επανήλθε με τη μορφή της ιδεολογικής ζύμωσης το ζήτημα των μαθητικών παρελάσεων και μιας ενδεχόμενης κατάργησής τους, επειδή κατά τον ισχυρισμό προάγουν το μιλιταριστικό πνεύμα. Από στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ διατυπώνονταν προβληματισμοί και ενστάσεις περί του εορτασμού της 28ης Οκτωβρίου, υπό το ιδεολόγημα ότι «είμαστε η μόνη χώρα που εορτάζει την έναρξη και όχι τη λήξη του πολέμου». Στο πλαίσιο αυτό προήγαγαν την επέτειο της Απελευθέρωσης της Αθήνας (12 Οκτωβρίου). Πρόκειται για μια σημαντική ημερομηνία, αλλά η επιλογή της υπέκρυπτε άλλη στόχευση.
Το ερώτημα είναι γιατί τα κόμματα εξουσίας (ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ) είτε ως κυβερνητική γραμμή, είτε ως ισχυρή τάση στο εσωτερικό τους, υιοθετούν προσεγγίσεις, οι οποίες χαρακτηρίζονται από μεταφορά ιδεολογικών σχημάτων ξένων και αλλότριων προς την ελληνική ιστορική πραγματικότητα. Ξένες με τους όρους κίνησης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, με τη βιωμένη εμπειρία και πράξη του ελληνικού λαού.
Το γεγονός είναι ότι ο αντιφασισμός στον ελληνικό λαό ήταν σύμφυτος με τον δημοκρατικό πατριωτισμό του, με την βούλησή του και την αντιστασιακή του πράξη να ζήσει ελεύθερος και κυρίαρχος στον τόπο του, όπως αναφέρει ο Ασημάκης Πανσέληνος στο κείμενό του "Η Επιδρομή", που δημοσιεύθηκε τον Νοέμβριο 1940 στο περιοδικό "Νεοελληνικά Γράμματα" και είχε ως αποτέλεσμα την σύλληψή του από την ασφάλεια του καθεστώτος.

Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου

Σε αντίθεση με άλλα δικτατορικά καθεστώτα της Ευρώπης, η βασιλομεταξική δικτατορία της 4ης Αυγούστου δεν κατόρθωσε να φασιστικοποιήσει τον ελληνικό λαό, όπως ορθά τονίζει ο Άγγελος Ελεφάντης στο βιβλίο του "Η Επαγγελία της αδύνατης επανάστασης". Άλλωστε, η απόφαση καθολικής αντίστασης στη φασιστική εισβολή και στη συνέχεια στη ναζιστική κατοχή, δεν υπήρξε κοινή εμπειρία στον ίδιο βαθμό σε όλες τις κοινωνίες της Ευρώπης.
Σε κάποιες η αντίσταση αφορούσε αγωνιστικούς θύλακες ή μικρές ομάδες, σε άλλες καθολικό φαινόμενο. Η ελληνική περίπτωση ανήκε στις δεύτερες. Περαιτέρω εορτάζουμε την έναρξη και όχι τη λήξη των πολέμων, γιατί τιμούμε την απόφαση για αντίσταση στον εισβολέα και για το ξεκίνημα του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Καθόλου τυχαία και οι δύο εθνικές επέτειοι έχουν αυτό το χαρακτήρα. Η καθιέρωσή τους και στις δύο περιπτώσεις ήταν προϊόν διεκδίκησης του λαού.
Η εθνική-δημοκρατική-κοινωνική συνείδηση και μνήμη είναι εκείνη του λαού-έθνους. Γι’ αυτό και είναι ανιστόρητη και ξένη προς τη βιωμένη καθημερινή πραγματικότητα όλη η σχετική φιλολογία περί κατάργησης των παρελάσεων λόγω μιλιταρισμού. Δεν βρίσκει απήχηση αυτή η γραμμή, γιατί βρίσκεται εκτός του πνεύματος και του χαρακτήρα των εθνικών επετείων. Το πνεύμα τους είναι η θεσμοποίηση του ιστορικά διαμορφωμένου αντιστασιακού χαρακτήρα του ελληνικού λαού και των πολλαπλών σχετικών στιγμών του, όπως το διατυπώνει ο Νίκος Σβορώνος. Αυτή ήταν, άλλωστε, η παράδοση της ελληνικής Αριστεράς μέχρι το 1989-90.

Εθνική επέτειος και ιδεολογικός μεταπρατισμός

Ο πραγματικός λόγος της πρότασης για κατάργηση των μαθητικών παρελάσεων δεν είναι το μιλιταριστικό πνεύμα που υποτίθεται ότι εμφυλοχωρεί μέσω αυτής της διαδικασίας. Όλοι γνωρίζουν από την εμπειρία τους είτε ως μαθητές, είτε ως γονείς, ότι κάτι τέτοιο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Πρόκειται για ιδεολογική κατασκευή χωρίς κοινωνική γείωση και εμπειρική επαλήθευση.
Ο πραγματικός στόχος είναι η διακοπή της συμβολικής αναπαράστασης που αναφέρεται στο έθνος, ως πολιτικο-πολιτιστική κοινότητα διακριτή, η οποία αναπαράγεται με καθημερινές πρακτικές. Η πρόταση για κατάργηση των παρελάσεων είναι μέρος της θεωρίας ότι το έθνος είναι κοινωνική κατασκευή, επινόηση που αναπαράγεται και μέσω συμβολικών πρακτικών.
Τα κόμματα εξουσίας στη χώρα διαμορφώνονται ως υλικοί-ιδεολογικοί μηχανισμοί του εξαρτημένου κράτους. Η διαδικασία κρατικοποίησής τους τα μεταμορφώνει ή τα διαμορφώνει σε μεταπρατικούς φορείς του ιμπεριαλιστικού πολιτισμού μορφοποίησης της δυτικής κυριαρχίας. Είναι το πολιτικό προϊόν της επιρροής που ασκεί η γεωπολιτική κίνηση, η ειδικότερη διαμόρφωση της εστίας ενιαίου κόμματος της παγκοσμιοποίησης.
Το αίτημα της Μεταπολίτευσης, της Γ' Ελληνικής Δημοκρατίας ήταν η εθνική ανεξαρτησία, η δημοκρατία, η κοινωνική προκοπή, ο αυτοκαθορισμός της Ελλάδας, λόγω των εμπειριών της προηγούμενης περιόδου. Το ΠΑΣΟΚ ήταν το κόμμα, που ως ιδρυτική σύλληψη και αρχική θεωρία προσέγγισε το αίτημα αυτό. Δηλαδή, την παραγωγή μιας αυτόχθονης θεωρίας σε σύνθεση με τη διεθνή παραγωγή,  τη συνάρθρωση εθνικολαϊκών εμπειριών με ένα γενικό θεωρητικό σχήμα.
Η ιστορική ομιλία του Ανδρέα Παπανδρέου στη Βουλή κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου για την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης (ν. 1285/82) αποτελεί μια κατεύθυνση αυτής της γραμμής. Το ΠΑΣΟΚ ως αυτόνομο ιδεολογικο-πολιτικό εγχείρημα, όμως, ηττήθηκε ήδη από τη δεκαετία του 1980 και εξέπνευσε οριστικά στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Ο πολιτικός μεταμορφισμός προηγήθηκε και προετοίμασε την οικονομική χρεοκοπία.

Οι εθνικολαϊκές ιδιαιτερότητες

Σήμερα, η αντίθεση στις δυνάμεις, κατευθύνσεις και πρακτικές του υπεριμπεριλιασμού είναι αυθόρμητες, ανοργάνωτες. Προέρχονται από καθημερινές πρακτικές, από παραδόσεις, ήθη και έθιμα. Στο πλαίσιο αυτό κομβικής σημασίας είναι η δουλειά που γίνεται στην εκπαίδευση και κυρίως στην πρωτοβάθμια, εκεί που διαμορφώνονται βασικές διαστάσεις της ιστορικής συνείδησης των πολιτών.
Γι' αυτό και πολλές φορές επικεντρώνεται εκεί η δημόσια συζήτηση. Οι κομματικοί σχηματισμοί στη χώρα μας, στις κεντρικές τους κατευθύνσεις, δεν βλέπουν τις εθνικολαϊκές ιδιαιτερότητες, αλλά αναπαράγουν τα σχήματα της ομογενοποίησης. Αυτό έχει πολλαπλές συνέπειες. Το αίτημα είναι η αποτύπωση σε θεωρία και πολιτικο-οργανωτική πρακτική των ιδιομορφιών του γίγνεσθαι της Ελλάδας χώρας μέσα στους γενικούς νόμους κίνησης της ιστορίας.
Απέχουμε βέβαια πολύ απ’ αυτήν την προοπτική, αλλά η πάλη είναι διαρκής. Για την υφιστάμενη σχέση δεξιών και αριστερών ρευμάτων στην κυρίαρχη υπεριμπεριαλιστική τάση της παγκοσμιοποίησης δύο βιβλία κυκλοφόρησαν πρόσφατα και έχει μια σημασία να αναφερθούν. Του Κρίστοφερ Λας "Ποιο είναι το σφάλμα της Δεξιάς; Γιατί η Αριστερά δεν έχει μέλλον;" (Εναλλακτικές Εκδόσεις, σε μετάφραση-εισαγωγή του Γιώργου Ρακκά) και του Δημήτρη Μάρτου "Ιμπεριαλιστικός Πολιτισμός. Ιστορική Μορφοποίηση της Δυτικής κυριαρχίας στον κόσμο" (Γόρδιος).