ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ ----- Ουκρανία vs Ρωσία

Ουκρανία vs Ρωσία ( Συλλογή άρθρων - Ανανεώνεται)

Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2018

Τι Παπάγος, τι Καμμένος. Η εξαρτησιακή λογική των ελληνικών κυβερνήσεων από τη Δύση

 Του Δ.Τσιριγώτη ,
 Επίκουρου καθηγητή στο τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς


Η αδήριτη αναγκαιότητα της εκάστοτε κρατικής οντότητας για επιβίωση-ασφάλεια ανάγεται σε θεμελιώδη νόμο της διεθνούς πολιτικής. Αυτό γιατί υπό την απουσία μιας παγκόσμιας εξουσίας/κυβέρνησης, έκαστο κράτος οφείλει να βοηθά εαυτό, μεριμνώντας για την προάσπιση-προαγωγή των εθνικών του συμφερόντων σε συνθήκες αβεβαιότητας-ρευστότητας, τρόμου-απληστίας. Κατά τούτο, η πρόσκτηση ετερόφωτων πηγών ισχύος (συμμαχίες, συμπράξεις, κ.α.) και η ανάπτυξη των εσωτερικών συντελεστών ισχύος (οικονομία, στρατός, τεχνολογία, διπλωματία, κ.α.) στο μέγιστο δυνατό βαθμό, ανάγεται σε αξονικό πολιτικό στόχο του κράτους, τόσο για την επιβίωσή του, μέσω της ανάσχεσης των εξωτερικών απειλών, όσο και για την προαγωγή των εθνικών του συμφερόντων, μέσω της αξιοποίησης των αναφυόμενων παραθύρων ευκαιρίας.
Υπό αυτό το πρίσμα, το σύνολο των μεταπολεμικών-μεταεμφυλιακών ελληνικών κυβερνήσεων της δεκαετίας του 50’ (Σοφοκλή Βενιζέλου, Νικόλαου Πλαστήρα, Αλέξανδρου Παπάγου και Κωνσταντίνου Καραμανλή) για λόγους εσωτερικής αναγκαιότητας (πολιτική, οικονομική, στρατιωτική ανασυγκρότηση, σταθεροποίηση του πολιτικού καθεστώτος) εξωτερικών δομικών περιορισμών (συμφωνία των Ποσοστών του 1944, μεταξύ Τσώρτσιλ-Στάλιν, για τον διαμοιρασμό των Βαλκανίων σε δύο σφαίρες επιρροής, της Μεγάλης Βρετανίας και της Σοβιετικής Ένωσης, με την Ελλάδα να εντάσσεται στην πρώτη, το δόγμα Τρούμαν-σχέδιο Μάρσαλ 1947) και απειλών («ο εκ Βορρά κίνδυνος») θα επιζητήσουν, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό την πρόσδεση στο άρμα των ΗΠΑ - Δύσης.
Είναι η υψηλή ευαισθησία τρωτότητας του ελληνικού συμφέροντος επιβίωσης, αφενός, λόγω της τοπογεωγραφικής θέσης της Ελλάδας που την καλεί να επιδεικνύει στρατηγική επαγρύπνηση σε πολλές περιφέρειες (Βαλκάνια, Μικρά Ασία, Ανατολική Μεσόγειο, Αδριατική) και αφετέρου η απίσχνασή των συντελεστών της εθνικής ισχύος, που θα οδηγήσει τον Α. Παπάγο στην πολιτική επιλογή της μονομερούς εξάρτησης από τις ΗΠΑ. Κατά τούτο, το κεντρικό δόγμα στην άσκηση της ελληνικής υψηλής στρατηγικής/πολιτικής αποκρυσταλλώνονταν στη διατήρηση περιφερειακών ερεισμάτων ισχυρότερων από τα αντίστοιχα των αναφυόμενων αντιπάλων ή ανταγωνιστών. Παρεπόμενα, η ενίσχυση της ελληνικής ασφάλειας-άμυνας, πραγματοποιείτο μέσω του παράγοντα της διεθνούς αποτροπής, που επιτυγχάνονταν με την εγκατάσταση-λειτουργία αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων στο ελληνικό έδαφος, μετά την υπογραφή της Ελληνο-Αμερικανικής Συμφωνίας «περί στρατιωτικών ευκολιών», (12.10.1953). Ειδικότερα η Ελληνική κυβέρνηση (άρθρο 1, παρ. 1 της Συμφωνίας) εξουσιοδοτούσε:
«την Κυβέρνησιν των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής να χρησιμοποιή οδούς, σιδηροδρομικάς γραμμάς και χώρους και να κατασκευάζη, αναπτύσση, χρησιμοποιή και θέτει εν λειτουργία στρατιωτικά και βοηθητικά έργα εν Ελλάδι, οία αι αρμόδιαι Αρχαί των δύο Κυβερνήσεων ήθελον θεωρήσει κατά καιρούς ως αναγκαία δια την εφαρμογήν ή την προαγωγήν εγκεκριμένων σχεδίων του ΝΑΤΟ».
Τοιουτοτρόπως (άρθρο 1, παρ.2 της Συμφωνίας) :
«η Κυβέρνησις των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής δύναται να φέρη, εγκαθιστά και στεγάζει εν Ελλάδι προσωπικόν των Ηνωμένων Πολιτειών. Αι ένοπλαι δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών και το υπό τον έλεγχό των υλικών δύνανται να εισέρχωνται, εξέρχωνται, κυκλοφορούν, υπερίπτανται ελευθέρως εν Ελλάδι και εις τα χωρικά της ύδατα, υπό την επιφύλαξιν οιασδήποτε τεχνικής συνεννοήσεως εις ην ήθελον προέλθη αι αρμόδιαι Αρχαί των δύο Κυβερνήσεων. Αι ενέργεια αυταί απαλλάσονται οιωνδήποτε τελών, δικαιωμάτων και φόρων».
Αν και δεν δύναται να διαμφισβητηθεί η ευμεγέθης σπουδαιότητα/αναγκαιότητα της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας, ως αποτρεπτικός παράγοντας των εξωτερικών απειλών και συνάμα ως θεμελιώδης, εξωτερικός δανειστής για την οικονομικοπολιτική ανασυγκρότηση του ελληνικού κράτους, (αρκεί ν’αναφερθεί ότι με το δόγμα Τρούμαν-σχέδιο Μάρσαλ το σύνολο της αμερικανικής βοήθειας προς την Ελλάδα κατά το διάστημα 1945-1950 ανήλθε σε περίπου 2,1 δις δολάρια, εκ των οποίων τα 639,9 εκατ. δολ. προέρχονταν από το σχέδιο Μάρσαλ), αυτό που δεν μπορεί να παραβλεφθεί, είναι η πολιτική-διπλωματική αναλγησία-αδυναμία-ανικανότητα της Αθήνας να αξιοποιήσει το συγκριτικό πλεονέκτημα της γεωγραφικής της θέσης για την προάσπιση-προαγωγή των εθνικών της συμφερόντων. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας, RobertKeohane, μελετώντας το μέτρο της πολιτικοδιπλωματικής επιρροής των λιγότερο ισχυρών συμμάχων (π.χ. Πακιστάν, Ισραήλ, Ισπανία, Φιλιππίνες, Ταιβάν) των ΗΠΑ, κατά την ψυχροπολεμική περίοδο:
«Η μόχλευση των μικρών συμμάχων καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το μέτρο εξάρτησης της αμερικανικής κυβέρνησης» από τα πρώτα «για την εκτέλεση των αποστολών της».
Προηγουμένως, ο Ελβετοαμερικανός «ομόσταβλός» του, ArnoldWolfers, ανέλυσε το παράδοξο της «ισχύος του αδύναμου», απότοκο της ισορροπίας ισχύος μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων. Πρόκειται για την απλή πεποίθηση μιας μεγάλης δύναμης ότι θα υποστεί κόστος, λόγω αλλαγής στο ισοζύγιο της ισορροπίας ισχύος, εάν μια αδύναμη, αλλά σύμμαχος χώρα, μετακινηθεί προς το αντίπαλο στρατόπεδο ή επιλέξει να υιοθετήσει-εφαρμόσει πολιτική ουδετερότητας. Στην εν λόγω περίπτωση, ο αδύναμος αποκτά ένα μικρό, αλλά ουσιαστικό, καταναγκαστικό «περιουσιακό στοιχείο», ικανό για να εκμαιεύσει οφέλη από τον ισχυρό. Συνεπαγόμενα, το μέγεθος της στρατηγικής επένδυσης της υπερδύναμης στον λιγότερο ισχυρό σύμμαχο, αποτελεί την ικανή-αναγκαία συνθήκη για την ανάπτυξη μιας πελατειακής-ανταλλακτικής σχέσης μεταξύ ισχυρού-λιγότερου ισχυρού κράτους, υπό την απειλή της «τυραννίας του αδύναμου». Όπως προδηλώνεται σε έκθεση του διευθυντή της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (CIA) των ΗΠΑ (1987), υπάρχει ένα αέναο συμφέρον της Ουάσιγκτον για τη διατήρηση στρατιωτικών εγκαταστάσεων στην Ελλάδα, απόρροια της γεωγραφικής της θέσης, η οποία την καθιστά μια ιδανική τοποθεσία για προβολή αεροπορικής ισχύος και αερομεταφορά φορτίων και προσωπικού προς την Ανατολική Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή και τη Νοτιοδυτική Ασία καθώς και για ναυτικές επιχειρήσεις προς την Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο.
Μολαταύτα, η κυβέρνηση Παπάγου όχι μόνο δεν ανέγνωσε το συγκριτικό γεωπολιτικό της πλεονέκτημα, αλλά εθελουσίως προσέφερε «γη και ύδωρ» στις ΗΠΑ. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε σε ομιλία του στην Ελληνική Βουλή (27.11.1953):
«Πρέπει να σας είπω, ότι ευθύς ως εξελέγη ο στρατηγός Αϊζενχάουερ Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, απηύθυνα προς αυτόν προσωπικήν επιστολήν, διά της οποίας του εισηγούμην, όπως διά την καλυτέραν διασφάλισιν της αμύνης της Ελλάδος και εντός του πλαισίου του άρθρου 51 του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών και του άρθρου 3 του Οργανισμού του Βορειοατλαντικού Συμφώνου, συναφθή συμφωνία περί παραχωρήσεως βάσεων εκ μέρους της Ελλάδος προς τας Ηνωμένας Πολιτείας».
Ωστόσο, οφείλουμε να συνομολογήσουμε ότι αρχικός σκοπός της ελληνικής πρότασης ήταν να εξαργυρωθεί η συμφωνία «περί στρατιωτικών ευκολιών» με οικονομικά ανταλλάγματα ύψους 200 εκατ. δολαρίων (για να λάβει τελικά Αθήνα 75 εκατ. δολ.) στα πλαίσια ενός τετραετούς προγράμματος οικονομικής βοήθειας. Ενώ προηγουμένως οι ΗΠΑ, (1952), είχαν επιτύχει ένα ανάλογο σχέδιο συμφωνίας (που τελικά δεν επικυρώθηκε λόγω εκλογών) από την κυβέρνηση Πλαστήρα-Βενιζέλου, κατά το οποίο «η βασιλική ελληνική κυβέρνηση παραχωρεί στην κυβέρνηση των ΗΠΑ το δικαίωμα να εγκαταστήσει στρατιωτικές αεροπορικές υπηρεσίες και επικοινωνίες, σ′ ολόκληρη την Ελλάδα, για μεταβατική περίοδο τριών χρόνων».
Εξήντα πέντε χρόνια μετά την άνευ όρων πρόσδεση στο άρμα των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ, και μάλιστα υπό διαφορετικές ιστορικές, γεωπολιτικές και γεωοικονομικές συνθήκες, απόρροια της (συστημικής) αλλαγής στην πλανητική κατανομή ισχύος-συμφερόντων, μετά την κατάρρευση των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και την εφαρμογή της Αμερικανικής στρατηγικής της «Φιλελεύθερης Ηγεμονίας» στις μείζονες περιφέρειες της Ευρασίας, η εξαρτησιακή λογική της ελληνικής υψηλής στρατηγικής-πολιτικής εξακολουθεί να παραμένει απαράλλακτη. Ανάλογα και αντίστοιχα με τον Α. Παπάγο, ο υπουργός άμυνας, της ελληνικής κυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, Π. Καμμένος, μετά την συνάντηση με τον Αμερικανό ομόλογό του, Τζέιμς Μάτις (10.10.2018) στο αμερικανικό πεντάγωνο, προσέφερε την ελληνική εδαφική επικράτεια για την περαιτέρω ανάπτυξη των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων:
«Η Ελλάδα θεωρεί τις ΗΠΑ στρατηγικό εταίρο και σύμμαχο, τον μοναδικό θα τολμούσα να πω. Είναι σημαντικό για την Ελλάδα οι ΗΠΑ να αναπτύξουν στρατιωτικές δυνάμεις στη χώρα σε μία πιο μόνιμη βάση όχι μόνο στον Κόλπο της Σούδας, αλλά επίσης στον Βόλο, στη Λάρισα και στην Αλεξανδρούπολη».
Η επισήμανση της παραρτηματικής πρόσδεσης των ελληνικών πολιτικών ελίτ, ανεξαρτήτως ιδεολογικών αποχρώσεων, στο άρμα των ΗΠΑ, και μάλιστα στη συγκαιρινή περίοδο όπου η Ελλάδα, κατά τα λεγόμενα του Αμερικανού πρέσβη, Τζέφρεϊ Πάιτ, «αποκαθιστά τον ρόλο της ως γεωπολιτικός “μεντεσές” μεταξύ της Ευρώπης και της ευρύτερης γειτονιάς», όχι μόνο υπογραμμίζει την απουσία κουλτούρας εργαλειακής, διπλωματικής στρατηγικής, για την ανάπτυξη πελατειακών σχέσεων με τους ισχυρούς κρατικούς δρώντες, αλλά καταδεικνύει και την γενεσιουργό της αιτία, στο γεγονός ότι η «πολιτική τους πράξη, εξαντλείτο στη νομή του κράτους, στην χειραγώγηση της κοινωνίας, με όπλο την ιδεολογική της αλλοτρίωση, ή τον έλεγχο των θεσμών και των “διαδικασιών”».

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2018

Για την υπέρβαση της υπαρκτής Αριστεράς

   Ο Γιώργος Καραμπελιάς είναι συγγραφέας και εκδότης του περιοδικού Άρδην

   Η σημερινή εξαθλίωση και απαξίωση της πολιτικής, η παντελής απουσία οράματος, σηματοδοτεί το τέλος ενός ιστορικού κύκλου παγκόσμιου και εγχώριου, που συμπίπτουν χρονικά, αλλά δεν είναι και ταυτόσημοι. Στην Ελλάδα μάλιστα εκδηλώνονται με παροξυστικό τρόπο οι συνέπειες της εξάντλησης και των δύο ιστορικών κύκλων, σε μια θανατερή σύμπτωση.
Κατ’ αρχάς έχει εισέλθει σε μια ανεπίστρεπτη αναξιοπιστία το όραμα της Αριστεράς για μια κοινωνία ισότητας και ελευθερίας. Παντού όπου δοκιμάστηκε οδήγησε αρχικώς σε κοινωνίες ανελεύθερες και ολοκληρωτικές και εν συνεχεία εξαιρετικά άνισες. Και σε ανελευθερία και σε ανισότητα. Εδώ, εξαιτίας του περιορισμένου χρόνου, μπορούμε απλώς να επισημάνουμε μερικά δομικά στοιχεία της: Αρχικώς εισήλθε σε κρίση η μονοδιάστατη θεωρητικά και οικονομίστικη αντίληψη που την υποβαστάζει. Μονοδιάστατη γιατί περιορίζει τις αντιθέσεις σε μία και μόνη, στην πάλη των τάξεων, υποτιμώντας όλες τις άλλες αντιθέσεις, εθνικές, φυλετικές, ανθρώπου-φύσης, ατόμου-συλλογικότητας, κ.ο.κ. Και, συναφώς, ο οικονομισμός, η αντίληψη πως όλα τα κοινωνικά φαινόμενα ερμηνεύονται από την οικονομία και τη δυναμική της. Οικονομίστικη μοιρολατρία και λατρεία των παραγωγικών δυνάμεων και της ανάπτυξης, ταυτόσημη με των αστών και φιλελεύθερων οικονομολόγων.
  Τέλος δε, το ουσιαστικότερο στοιχείο το οποίο και επισήμαναν στοχαστές όπως ο Μπακούνιν, ο Όργουελ, ο Κώστας Παπαϊωάννου ή ο Ζαν Κλωντ Μισεά σήμερα είναι το γεγονός ότι δεν είναι αλήθεια πως τα αριστερά κόμματα αποτελούν κόμματα των προλεταρίων, αλλά σε αυτά μάλλον οι άνθρωποι του λαού υποτάσσονται σε μια άλλη τάξη ή τάξεις, τη διανόηση και τους διαχειριστές της κοινωνικής μηχανικής. Αυτοί χρησιμοποιούν το πληβειακό επαναστατικό δυναμικό για να κατακτήσουν την πολιτική εξουσία στο όνομά των μαζών και να οικοδομήσουν ένα ανελεύθερο σύστημα. Μόνο στην Κίνα θα γίνει μια προσπάθεια για μία αντιγραφειοκρατική επανάσταση η οποία όμως οδηγήθηκε σε αδιέξοδο και κατέληξε στην κυριαρχία του Ντενγκ Σιάο-Πινγκ και του κινεζικού σοσιαλ-καπιταλισμού.
  Η φύση των ηγετικών ομάδων της Αριστεράς εξηγεί και την ευκολία με την οποία μεταπηδούν από το ένα σύστημα στο άλλο, από την Κομσομόλ στους ολιγάρχες και από το Κ.Κ. Κίνας στην Κόσκο. Αυτό εξηγεί και την ευκολία με την οποία η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ μεταβλήθηκε στην αισχρότερη θεραπαινίδα των αγορών και των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.
  Αυτός ο διεθνής κύκλος έρχεται να συναντήσει τον ελληνικό κύκλο μιας Αριστεράς που μετά το 1918 συγκροτήθηκε σε αντιπαλότητα με το ίδιο το ελληνικό έθνος! Ενώ η γένεση του σοσιαλιστικού κινήματος από τους ριζοσπάστες των Επτανήσων μέχρι τον Μαρίνο Αντύπα και τον Σταύρο Καλλέργη σημαδεύτηκε από τη σύζευξη εθνικού και κοινωνικού, όπως το διατυπώνει ο Δημήτρης Γληνός το 1910, στη συνέχεια με τη Φεντερασιόν και την επίδραση των μπολσεβίκων επικρατεί μια αποεθνοποιητική αντίληψη που αντιπαραθέτει το εθνικό με το κοινωνικό, παραθεωρώντας το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν ήταν ιμπεριαλιστική χώρα, αλλά είχε ζητήματα εθνικής ολοκλήρωσης.
Έτσι η ελληνική Αριστερά σφραγίστηκε με την αντίστοιχη ιδεολογία και άφησε το μονοπώλιο των εθνικών διεκδικήσεων στα χέρια της Δεξιάς και του βενιζελισμού. Αντί να κατανοήσει πως η «Μεγάλη Ιδέα» ήταν στην πραγματικότητα το όραμα του Ρήγα και της Φιλικής και να το εγκολπωθεί, στρέφοντάς το σε δημοκρατική κατεύθυνση, όπως ο Σταύρος Καλλέργης που πολέμησε στην Κρητική Επανάσταση, αντίθετα τη δαιμονοποίησε. Το ίδιο και χειρότερο έκανε σε σχέση με το Μακεδονικό εμμένοντας στη δημιουργία «μακεδονικού κράτους». Οι σκληροί αγώνες των Ελλήνων κομμουνιστών πήγαιναν στράφι, μια και δεν μπορούσαν να συνδεθούν με το εθνικοαπελευθερωτικό αίτημα και μόνο στη συγκυρία της Κατοχής μπόρεσαν να συμβαδίσουν με αυτό και θα το εκφράσουν λαϊκά στοιχεία όπως ο Άρης Βελουχιώτης – εξάλλου και η Σοβιετική Ένωση βρισκόταν στο ίδιο στρατόπεδο. Και όμως, το 1949 θα αναδυθεί και πάλι η μακεδονική παράνοια, που προκάλεσε χιλιάδες θύματα αριστερών αγωνιστών.
  Στη συνέχεια η Αριστερά θα βγει από την απομόνωση υποστηρίζοντας τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα της Κύπρου και, εξάλλου, η μεγάλη Σοβιετία το επέτρεπε, καθώς στρεφόταν εναντίον της Αγγλίας και του NATO.
  Όμως, εξαιτίας και της κατασυκοφάντησης του πατριωτισμού από τη χούντα, η εθνομηδενιστική παράμετρος της ελληνικής Αριστεράς θα αναδειχθεί σταδιακώς οε κυρίαρχη, κατά τη μεταπολίτευση, μετά δε το 1990 θα ηγεμονεύσει απολύτως στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης, των ευρωπαϊκών προγραμμάτων και της οριστικής απομάκρυνσης από το λαϊκό σώμα. Έτσι μεταβάλλεται σε μηχανισμό ιδεολογικής απαξίωσης του ελληνικού λαού και της ελληνικής συνέχειας και εκπαιδεύει τις νεώτερες γενιές σε ένα ακραίο «δικαιωματιστικό» και εθνομηδενιστικό πνεύμα. Πλέον ο εχθρός είναι οι Έλληνες – «Έλληνας είσαι και φαίνεσαι», κ.ο.κ.
  Παράλληλα λοιπόν με την ηγεμονία των μεσοαστικών στρωμάτων και της διανόησης στην ηγεσία της, καταφανή στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ, και τη σταδιακή απομάκρυνση των λαϊκών στρωμάτων, αποφασιστικός επιβαρυντικός παράγοντας θα είναι η εχθροπάθεια απέναντι στο έθνος και η άρνηση της ιστορικής του συνέχειας.
  Και, σε μια χώρα με μεγάλα εθνικά ζητήματα –Κύπρος, Αιγαίο, Μακεδονικό, οικονομική και πολιτική αποικιοποίηση–, η άρνηση του πατριωτισμού μετασχηματίζεται σε μειοδοσία και μίσος για τον «λαϊκιστή» λαό. Προφανώς δε άνθρωποι που δεν αγαπούνε την πατρίδα τους δεν μπορούν να αγαπούν ούτε τον ίδιο τον λαό της. Γι’ αυτό μπορούν με τέτοια ευκολία να εκποιούν τα πάντα, από τις τράπεζες και τα αεροδρόμια μέχρι τα αρχαιολογικά μνημεία και από τη Μακεδονία μέχρι το Αιγαίο και την Κύπρο.
  Πρέπει λοιπόν να κλείσουμε οριστικά αυτούς τους δύο τεμνόμενους κύκλους μιας Αριστεράς που διαβουκόλησε τα λαϊκά στρώματα σε παγκόσμια κλίμακα και μιας ελληνικής Αριστεράς που πλέον μισεί το ίδιο το έθνος και τον λαό της.
  Είναι δυνατόν να απαντήσουμε σε μια τέτοια κατάρρευση, αποκαλυψιακού χαρακτήρα, που συμπαρασύρει ανθρώπους ιδέες, παραδόσεις;
Ας θυμηθούμε τον Μιχάλη Κατσαρό:
ξανθός όμορφος ο εχθρός του βασιλείου…
τα μάτια του αστραπές και συνωμοσία…
Πώς γίνεται τόσο εσύ να ξεπέσεις;
Η ένδοξη Ρώμη σε περίμενε τόσους αιώνες
σε προφητείες έλεγε τον ερχομό σου
κι εσύ αφομοιώθηκες;
  Παρότι η απάντηση είναι πολύ δύσκολη, διότι απαιτείται ένας νέος ιστορικός κύκλος τη στιγμή που ο προηγούμενος δεν έχει καν συζητηθεί έξω από πολύ στενούς κύκλους, ωστόσο, παράλληλα με τη διαύγαση της ιστορικής εμπειρίας, πρόσφατης και παλαιότερης, είμαστε υποχρεωμένοι να αρχίσουμε να ιχνηλατούμε τα πρώτα στοιχεία μιας τέτοιας απάντησης.
  Πρωταρχική είναι η αναγνώριση της σημασίας του εθνικού παράγοντα και του πατριωτισμού, ως θεμέλιου της δημοκρατίας και των κοινωνικών μετασχηματισμών, απέναντι στη μεγάλη χοάνη της παγκοσμιοποίησης. Σκέψου συνολικά, δράσε εθνικά.
  Ακολουθεί η απόρριψη του οικονομισμού και της λογικής της αέναης επέκτασης, που οδηγεί στην καταστροφή της φύσης, αλλά και της φύσης του ανθρώπου, με την εποχή του μετανθρώπου.    
  Αποφασιστική δε είναι η αναγνώριση της σημασίας της μνήμης, ατομικής και συλλογικής, για τη συγκρότηση των ατομικών και συλλογικών υποκειμένων.
  Όσο για τα οικονομικά-κοινωνικά μας προτάγματα, μπορούμε να ξεκινήσουμε απορρίπτοντας την εμπορευματοποίηση των πάντων, περιορίζοντας το εμπόρευμα και την οικονομία σε μία θέση που δεν θα είναι αποκλειστική, όπως και έκαναν επί χιλιάδες χρόνια οι παλιότερες ανθρώπινες κοινωνίες. Μόνο τότε και η πολιτική θα μπορούσε να αποκτήσει έναν αυτόνομο ρόλο πέρα από τη χυδαία υποταγή της στον πιο άκρατο οικονομισμό. Μόνο τότε θα πάψουν να εκλέγονται Τσίπρες επειδή υπόσχονται κατάργηση του ΕΝΦΙΑ.
  Επειδή δεν έχουμε την πολυτέλεια νέων εμφυλίων, που μας καταστρέφουν από το 1915 μέχρι σήμερα, θα πρέπει να διατυπώσουμε ένα συνεκτικό όραμα σωτηρίας και ταυτόχρονα ολοκλήρωσης του ανολοκλήρωτου προσώπου μας, μια κυριολεκτικά Μεγάλη Ιδέα για τον ελληνικό λαό, που διανύει τη βαθύτερη παρακμή της ιστορίας του και κινδυνεύει με ιστορική εξαφάνιση. Δημογραφική κατάρρευση, φυγή των νέων, γεωπολιτικές προκλήσεις, οικονομική και πολιτισμική κατάρρευση. Και αυτό το όραμα θα στηριχτεί υποχρεωτικά σε μια μεγάλη ιστορική παράδοση, που θα πρέπει να ενεργοποιηθεί στο σήμερα.
  Και επειδή η οικονομία και η εξουσία έχουν περάσει στα χέρια των ξένων, επειδή οι άρχουσες ελίτ έχουν σχεδόν πλήρως αποεθνικοποιηθεί και αδιαφορούν για τη χώρα τους, μόνο οι ευρύτερες λαϊκές δυνάμεις θα μπορούσαν, έστω την ύστατη στιγμή, να αποτρέψουν την οριστική καταστροφή, συνδέοντας τα κοινωνικά αιτήματα με την εθνική επιβίωση. Η τύχη της χώρας βρίσκεται κυριολεκτικά στα χέρια των λαϊκών στρωμάτων.
  Και αν οι δυνάμεις οι προερχόμενες από την Αριστερά, που έχουν αποκοπεί από την κυβερνητική αθλιότητα, συνεχίσουν να κωφεύουν σε αυτό το αίτημα που αναδεικνύεται από την κοινωνία, τότε αναπόφευκτα τα λαϊκά στρώματα θα στραφούν προς τη δεξιά και την άκρα δεξιά, η οποία και θα απαλλοτριώσει το εθνικό αίτημα προς το συμφέρον της και αναπόδραστα θα το χαντακώσει.
 Είναι ήδη αργά για την απαραίτητη εγρήγορση. Τώρα περισσότερο από ποτέ.