ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ ----- Ουκρανία vs Ρωσία

Ουκρανία vs Ρωσία ( Συλλογή άρθρων - Ανανεώνεται)

Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2018

Τι Παπάγος, τι Καμμένος. Η εξαρτησιακή λογική των ελληνικών κυβερνήσεων από τη Δύση

 Του Δ.Τσιριγώτη ,
 Επίκουρου καθηγητή στο τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς


Η αδήριτη αναγκαιότητα της εκάστοτε κρατικής οντότητας για επιβίωση-ασφάλεια ανάγεται σε θεμελιώδη νόμο της διεθνούς πολιτικής. Αυτό γιατί υπό την απουσία μιας παγκόσμιας εξουσίας/κυβέρνησης, έκαστο κράτος οφείλει να βοηθά εαυτό, μεριμνώντας για την προάσπιση-προαγωγή των εθνικών του συμφερόντων σε συνθήκες αβεβαιότητας-ρευστότητας, τρόμου-απληστίας. Κατά τούτο, η πρόσκτηση ετερόφωτων πηγών ισχύος (συμμαχίες, συμπράξεις, κ.α.) και η ανάπτυξη των εσωτερικών συντελεστών ισχύος (οικονομία, στρατός, τεχνολογία, διπλωματία, κ.α.) στο μέγιστο δυνατό βαθμό, ανάγεται σε αξονικό πολιτικό στόχο του κράτους, τόσο για την επιβίωσή του, μέσω της ανάσχεσης των εξωτερικών απειλών, όσο και για την προαγωγή των εθνικών του συμφερόντων, μέσω της αξιοποίησης των αναφυόμενων παραθύρων ευκαιρίας.
Υπό αυτό το πρίσμα, το σύνολο των μεταπολεμικών-μεταεμφυλιακών ελληνικών κυβερνήσεων της δεκαετίας του 50’ (Σοφοκλή Βενιζέλου, Νικόλαου Πλαστήρα, Αλέξανδρου Παπάγου και Κωνσταντίνου Καραμανλή) για λόγους εσωτερικής αναγκαιότητας (πολιτική, οικονομική, στρατιωτική ανασυγκρότηση, σταθεροποίηση του πολιτικού καθεστώτος) εξωτερικών δομικών περιορισμών (συμφωνία των Ποσοστών του 1944, μεταξύ Τσώρτσιλ-Στάλιν, για τον διαμοιρασμό των Βαλκανίων σε δύο σφαίρες επιρροής, της Μεγάλης Βρετανίας και της Σοβιετικής Ένωσης, με την Ελλάδα να εντάσσεται στην πρώτη, το δόγμα Τρούμαν-σχέδιο Μάρσαλ 1947) και απειλών («ο εκ Βορρά κίνδυνος») θα επιζητήσουν, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό την πρόσδεση στο άρμα των ΗΠΑ - Δύσης.
Είναι η υψηλή ευαισθησία τρωτότητας του ελληνικού συμφέροντος επιβίωσης, αφενός, λόγω της τοπογεωγραφικής θέσης της Ελλάδας που την καλεί να επιδεικνύει στρατηγική επαγρύπνηση σε πολλές περιφέρειες (Βαλκάνια, Μικρά Ασία, Ανατολική Μεσόγειο, Αδριατική) και αφετέρου η απίσχνασή των συντελεστών της εθνικής ισχύος, που θα οδηγήσει τον Α. Παπάγο στην πολιτική επιλογή της μονομερούς εξάρτησης από τις ΗΠΑ. Κατά τούτο, το κεντρικό δόγμα στην άσκηση της ελληνικής υψηλής στρατηγικής/πολιτικής αποκρυσταλλώνονταν στη διατήρηση περιφερειακών ερεισμάτων ισχυρότερων από τα αντίστοιχα των αναφυόμενων αντιπάλων ή ανταγωνιστών. Παρεπόμενα, η ενίσχυση της ελληνικής ασφάλειας-άμυνας, πραγματοποιείτο μέσω του παράγοντα της διεθνούς αποτροπής, που επιτυγχάνονταν με την εγκατάσταση-λειτουργία αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων στο ελληνικό έδαφος, μετά την υπογραφή της Ελληνο-Αμερικανικής Συμφωνίας «περί στρατιωτικών ευκολιών», (12.10.1953). Ειδικότερα η Ελληνική κυβέρνηση (άρθρο 1, παρ. 1 της Συμφωνίας) εξουσιοδοτούσε:
«την Κυβέρνησιν των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής να χρησιμοποιή οδούς, σιδηροδρομικάς γραμμάς και χώρους και να κατασκευάζη, αναπτύσση, χρησιμοποιή και θέτει εν λειτουργία στρατιωτικά και βοηθητικά έργα εν Ελλάδι, οία αι αρμόδιαι Αρχαί των δύο Κυβερνήσεων ήθελον θεωρήσει κατά καιρούς ως αναγκαία δια την εφαρμογήν ή την προαγωγήν εγκεκριμένων σχεδίων του ΝΑΤΟ».
Τοιουτοτρόπως (άρθρο 1, παρ.2 της Συμφωνίας) :
«η Κυβέρνησις των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής δύναται να φέρη, εγκαθιστά και στεγάζει εν Ελλάδι προσωπικόν των Ηνωμένων Πολιτειών. Αι ένοπλαι δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών και το υπό τον έλεγχό των υλικών δύνανται να εισέρχωνται, εξέρχωνται, κυκλοφορούν, υπερίπτανται ελευθέρως εν Ελλάδι και εις τα χωρικά της ύδατα, υπό την επιφύλαξιν οιασδήποτε τεχνικής συνεννοήσεως εις ην ήθελον προέλθη αι αρμόδιαι Αρχαί των δύο Κυβερνήσεων. Αι ενέργεια αυταί απαλλάσονται οιωνδήποτε τελών, δικαιωμάτων και φόρων».
Αν και δεν δύναται να διαμφισβητηθεί η ευμεγέθης σπουδαιότητα/αναγκαιότητα της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας, ως αποτρεπτικός παράγοντας των εξωτερικών απειλών και συνάμα ως θεμελιώδης, εξωτερικός δανειστής για την οικονομικοπολιτική ανασυγκρότηση του ελληνικού κράτους, (αρκεί ν’αναφερθεί ότι με το δόγμα Τρούμαν-σχέδιο Μάρσαλ το σύνολο της αμερικανικής βοήθειας προς την Ελλάδα κατά το διάστημα 1945-1950 ανήλθε σε περίπου 2,1 δις δολάρια, εκ των οποίων τα 639,9 εκατ. δολ. προέρχονταν από το σχέδιο Μάρσαλ), αυτό που δεν μπορεί να παραβλεφθεί, είναι η πολιτική-διπλωματική αναλγησία-αδυναμία-ανικανότητα της Αθήνας να αξιοποιήσει το συγκριτικό πλεονέκτημα της γεωγραφικής της θέσης για την προάσπιση-προαγωγή των εθνικών της συμφερόντων. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας, RobertKeohane, μελετώντας το μέτρο της πολιτικοδιπλωματικής επιρροής των λιγότερο ισχυρών συμμάχων (π.χ. Πακιστάν, Ισραήλ, Ισπανία, Φιλιππίνες, Ταιβάν) των ΗΠΑ, κατά την ψυχροπολεμική περίοδο:
«Η μόχλευση των μικρών συμμάχων καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το μέτρο εξάρτησης της αμερικανικής κυβέρνησης» από τα πρώτα «για την εκτέλεση των αποστολών της».
Προηγουμένως, ο Ελβετοαμερικανός «ομόσταβλός» του, ArnoldWolfers, ανέλυσε το παράδοξο της «ισχύος του αδύναμου», απότοκο της ισορροπίας ισχύος μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων. Πρόκειται για την απλή πεποίθηση μιας μεγάλης δύναμης ότι θα υποστεί κόστος, λόγω αλλαγής στο ισοζύγιο της ισορροπίας ισχύος, εάν μια αδύναμη, αλλά σύμμαχος χώρα, μετακινηθεί προς το αντίπαλο στρατόπεδο ή επιλέξει να υιοθετήσει-εφαρμόσει πολιτική ουδετερότητας. Στην εν λόγω περίπτωση, ο αδύναμος αποκτά ένα μικρό, αλλά ουσιαστικό, καταναγκαστικό «περιουσιακό στοιχείο», ικανό για να εκμαιεύσει οφέλη από τον ισχυρό. Συνεπαγόμενα, το μέγεθος της στρατηγικής επένδυσης της υπερδύναμης στον λιγότερο ισχυρό σύμμαχο, αποτελεί την ικανή-αναγκαία συνθήκη για την ανάπτυξη μιας πελατειακής-ανταλλακτικής σχέσης μεταξύ ισχυρού-λιγότερου ισχυρού κράτους, υπό την απειλή της «τυραννίας του αδύναμου». Όπως προδηλώνεται σε έκθεση του διευθυντή της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (CIA) των ΗΠΑ (1987), υπάρχει ένα αέναο συμφέρον της Ουάσιγκτον για τη διατήρηση στρατιωτικών εγκαταστάσεων στην Ελλάδα, απόρροια της γεωγραφικής της θέσης, η οποία την καθιστά μια ιδανική τοποθεσία για προβολή αεροπορικής ισχύος και αερομεταφορά φορτίων και προσωπικού προς την Ανατολική Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή και τη Νοτιοδυτική Ασία καθώς και για ναυτικές επιχειρήσεις προς την Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο.
Μολαταύτα, η κυβέρνηση Παπάγου όχι μόνο δεν ανέγνωσε το συγκριτικό γεωπολιτικό της πλεονέκτημα, αλλά εθελουσίως προσέφερε «γη και ύδωρ» στις ΗΠΑ. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε σε ομιλία του στην Ελληνική Βουλή (27.11.1953):
«Πρέπει να σας είπω, ότι ευθύς ως εξελέγη ο στρατηγός Αϊζενχάουερ Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, απηύθυνα προς αυτόν προσωπικήν επιστολήν, διά της οποίας του εισηγούμην, όπως διά την καλυτέραν διασφάλισιν της αμύνης της Ελλάδος και εντός του πλαισίου του άρθρου 51 του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών και του άρθρου 3 του Οργανισμού του Βορειοατλαντικού Συμφώνου, συναφθή συμφωνία περί παραχωρήσεως βάσεων εκ μέρους της Ελλάδος προς τας Ηνωμένας Πολιτείας».
Ωστόσο, οφείλουμε να συνομολογήσουμε ότι αρχικός σκοπός της ελληνικής πρότασης ήταν να εξαργυρωθεί η συμφωνία «περί στρατιωτικών ευκολιών» με οικονομικά ανταλλάγματα ύψους 200 εκατ. δολαρίων (για να λάβει τελικά Αθήνα 75 εκατ. δολ.) στα πλαίσια ενός τετραετούς προγράμματος οικονομικής βοήθειας. Ενώ προηγουμένως οι ΗΠΑ, (1952), είχαν επιτύχει ένα ανάλογο σχέδιο συμφωνίας (που τελικά δεν επικυρώθηκε λόγω εκλογών) από την κυβέρνηση Πλαστήρα-Βενιζέλου, κατά το οποίο «η βασιλική ελληνική κυβέρνηση παραχωρεί στην κυβέρνηση των ΗΠΑ το δικαίωμα να εγκαταστήσει στρατιωτικές αεροπορικές υπηρεσίες και επικοινωνίες, σ′ ολόκληρη την Ελλάδα, για μεταβατική περίοδο τριών χρόνων».
Εξήντα πέντε χρόνια μετά την άνευ όρων πρόσδεση στο άρμα των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ, και μάλιστα υπό διαφορετικές ιστορικές, γεωπολιτικές και γεωοικονομικές συνθήκες, απόρροια της (συστημικής) αλλαγής στην πλανητική κατανομή ισχύος-συμφερόντων, μετά την κατάρρευση των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και την εφαρμογή της Αμερικανικής στρατηγικής της «Φιλελεύθερης Ηγεμονίας» στις μείζονες περιφέρειες της Ευρασίας, η εξαρτησιακή λογική της ελληνικής υψηλής στρατηγικής-πολιτικής εξακολουθεί να παραμένει απαράλλακτη. Ανάλογα και αντίστοιχα με τον Α. Παπάγο, ο υπουργός άμυνας, της ελληνικής κυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, Π. Καμμένος, μετά την συνάντηση με τον Αμερικανό ομόλογό του, Τζέιμς Μάτις (10.10.2018) στο αμερικανικό πεντάγωνο, προσέφερε την ελληνική εδαφική επικράτεια για την περαιτέρω ανάπτυξη των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων:
«Η Ελλάδα θεωρεί τις ΗΠΑ στρατηγικό εταίρο και σύμμαχο, τον μοναδικό θα τολμούσα να πω. Είναι σημαντικό για την Ελλάδα οι ΗΠΑ να αναπτύξουν στρατιωτικές δυνάμεις στη χώρα σε μία πιο μόνιμη βάση όχι μόνο στον Κόλπο της Σούδας, αλλά επίσης στον Βόλο, στη Λάρισα και στην Αλεξανδρούπολη».
Η επισήμανση της παραρτηματικής πρόσδεσης των ελληνικών πολιτικών ελίτ, ανεξαρτήτως ιδεολογικών αποχρώσεων, στο άρμα των ΗΠΑ, και μάλιστα στη συγκαιρινή περίοδο όπου η Ελλάδα, κατά τα λεγόμενα του Αμερικανού πρέσβη, Τζέφρεϊ Πάιτ, «αποκαθιστά τον ρόλο της ως γεωπολιτικός “μεντεσές” μεταξύ της Ευρώπης και της ευρύτερης γειτονιάς», όχι μόνο υπογραμμίζει την απουσία κουλτούρας εργαλειακής, διπλωματικής στρατηγικής, για την ανάπτυξη πελατειακών σχέσεων με τους ισχυρούς κρατικούς δρώντες, αλλά καταδεικνύει και την γενεσιουργό της αιτία, στο γεγονός ότι η «πολιτική τους πράξη, εξαντλείτο στη νομή του κράτους, στην χειραγώγηση της κοινωνίας, με όπλο την ιδεολογική της αλλοτρίωση, ή τον έλεγχο των θεσμών και των “διαδικασιών”».

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2018

Για την υπέρβαση της υπαρκτής Αριστεράς

   Ο Γιώργος Καραμπελιάς είναι συγγραφέας και εκδότης του περιοδικού Άρδην

   Η σημερινή εξαθλίωση και απαξίωση της πολιτικής, η παντελής απουσία οράματος, σηματοδοτεί το τέλος ενός ιστορικού κύκλου παγκόσμιου και εγχώριου, που συμπίπτουν χρονικά, αλλά δεν είναι και ταυτόσημοι. Στην Ελλάδα μάλιστα εκδηλώνονται με παροξυστικό τρόπο οι συνέπειες της εξάντλησης και των δύο ιστορικών κύκλων, σε μια θανατερή σύμπτωση.
Κατ’ αρχάς έχει εισέλθει σε μια ανεπίστρεπτη αναξιοπιστία το όραμα της Αριστεράς για μια κοινωνία ισότητας και ελευθερίας. Παντού όπου δοκιμάστηκε οδήγησε αρχικώς σε κοινωνίες ανελεύθερες και ολοκληρωτικές και εν συνεχεία εξαιρετικά άνισες. Και σε ανελευθερία και σε ανισότητα. Εδώ, εξαιτίας του περιορισμένου χρόνου, μπορούμε απλώς να επισημάνουμε μερικά δομικά στοιχεία της: Αρχικώς εισήλθε σε κρίση η μονοδιάστατη θεωρητικά και οικονομίστικη αντίληψη που την υποβαστάζει. Μονοδιάστατη γιατί περιορίζει τις αντιθέσεις σε μία και μόνη, στην πάλη των τάξεων, υποτιμώντας όλες τις άλλες αντιθέσεις, εθνικές, φυλετικές, ανθρώπου-φύσης, ατόμου-συλλογικότητας, κ.ο.κ. Και, συναφώς, ο οικονομισμός, η αντίληψη πως όλα τα κοινωνικά φαινόμενα ερμηνεύονται από την οικονομία και τη δυναμική της. Οικονομίστικη μοιρολατρία και λατρεία των παραγωγικών δυνάμεων και της ανάπτυξης, ταυτόσημη με των αστών και φιλελεύθερων οικονομολόγων.
  Τέλος δε, το ουσιαστικότερο στοιχείο το οποίο και επισήμαναν στοχαστές όπως ο Μπακούνιν, ο Όργουελ, ο Κώστας Παπαϊωάννου ή ο Ζαν Κλωντ Μισεά σήμερα είναι το γεγονός ότι δεν είναι αλήθεια πως τα αριστερά κόμματα αποτελούν κόμματα των προλεταρίων, αλλά σε αυτά μάλλον οι άνθρωποι του λαού υποτάσσονται σε μια άλλη τάξη ή τάξεις, τη διανόηση και τους διαχειριστές της κοινωνικής μηχανικής. Αυτοί χρησιμοποιούν το πληβειακό επαναστατικό δυναμικό για να κατακτήσουν την πολιτική εξουσία στο όνομά των μαζών και να οικοδομήσουν ένα ανελεύθερο σύστημα. Μόνο στην Κίνα θα γίνει μια προσπάθεια για μία αντιγραφειοκρατική επανάσταση η οποία όμως οδηγήθηκε σε αδιέξοδο και κατέληξε στην κυριαρχία του Ντενγκ Σιάο-Πινγκ και του κινεζικού σοσιαλ-καπιταλισμού.
  Η φύση των ηγετικών ομάδων της Αριστεράς εξηγεί και την ευκολία με την οποία μεταπηδούν από το ένα σύστημα στο άλλο, από την Κομσομόλ στους ολιγάρχες και από το Κ.Κ. Κίνας στην Κόσκο. Αυτό εξηγεί και την ευκολία με την οποία η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ μεταβλήθηκε στην αισχρότερη θεραπαινίδα των αγορών και των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.
  Αυτός ο διεθνής κύκλος έρχεται να συναντήσει τον ελληνικό κύκλο μιας Αριστεράς που μετά το 1918 συγκροτήθηκε σε αντιπαλότητα με το ίδιο το ελληνικό έθνος! Ενώ η γένεση του σοσιαλιστικού κινήματος από τους ριζοσπάστες των Επτανήσων μέχρι τον Μαρίνο Αντύπα και τον Σταύρο Καλλέργη σημαδεύτηκε από τη σύζευξη εθνικού και κοινωνικού, όπως το διατυπώνει ο Δημήτρης Γληνός το 1910, στη συνέχεια με τη Φεντερασιόν και την επίδραση των μπολσεβίκων επικρατεί μια αποεθνοποιητική αντίληψη που αντιπαραθέτει το εθνικό με το κοινωνικό, παραθεωρώντας το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν ήταν ιμπεριαλιστική χώρα, αλλά είχε ζητήματα εθνικής ολοκλήρωσης.
Έτσι η ελληνική Αριστερά σφραγίστηκε με την αντίστοιχη ιδεολογία και άφησε το μονοπώλιο των εθνικών διεκδικήσεων στα χέρια της Δεξιάς και του βενιζελισμού. Αντί να κατανοήσει πως η «Μεγάλη Ιδέα» ήταν στην πραγματικότητα το όραμα του Ρήγα και της Φιλικής και να το εγκολπωθεί, στρέφοντάς το σε δημοκρατική κατεύθυνση, όπως ο Σταύρος Καλλέργης που πολέμησε στην Κρητική Επανάσταση, αντίθετα τη δαιμονοποίησε. Το ίδιο και χειρότερο έκανε σε σχέση με το Μακεδονικό εμμένοντας στη δημιουργία «μακεδονικού κράτους». Οι σκληροί αγώνες των Ελλήνων κομμουνιστών πήγαιναν στράφι, μια και δεν μπορούσαν να συνδεθούν με το εθνικοαπελευθερωτικό αίτημα και μόνο στη συγκυρία της Κατοχής μπόρεσαν να συμβαδίσουν με αυτό και θα το εκφράσουν λαϊκά στοιχεία όπως ο Άρης Βελουχιώτης – εξάλλου και η Σοβιετική Ένωση βρισκόταν στο ίδιο στρατόπεδο. Και όμως, το 1949 θα αναδυθεί και πάλι η μακεδονική παράνοια, που προκάλεσε χιλιάδες θύματα αριστερών αγωνιστών.
  Στη συνέχεια η Αριστερά θα βγει από την απομόνωση υποστηρίζοντας τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα της Κύπρου και, εξάλλου, η μεγάλη Σοβιετία το επέτρεπε, καθώς στρεφόταν εναντίον της Αγγλίας και του NATO.
  Όμως, εξαιτίας και της κατασυκοφάντησης του πατριωτισμού από τη χούντα, η εθνομηδενιστική παράμετρος της ελληνικής Αριστεράς θα αναδειχθεί σταδιακώς οε κυρίαρχη, κατά τη μεταπολίτευση, μετά δε το 1990 θα ηγεμονεύσει απολύτως στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης, των ευρωπαϊκών προγραμμάτων και της οριστικής απομάκρυνσης από το λαϊκό σώμα. Έτσι μεταβάλλεται σε μηχανισμό ιδεολογικής απαξίωσης του ελληνικού λαού και της ελληνικής συνέχειας και εκπαιδεύει τις νεώτερες γενιές σε ένα ακραίο «δικαιωματιστικό» και εθνομηδενιστικό πνεύμα. Πλέον ο εχθρός είναι οι Έλληνες – «Έλληνας είσαι και φαίνεσαι», κ.ο.κ.
  Παράλληλα λοιπόν με την ηγεμονία των μεσοαστικών στρωμάτων και της διανόησης στην ηγεσία της, καταφανή στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ, και τη σταδιακή απομάκρυνση των λαϊκών στρωμάτων, αποφασιστικός επιβαρυντικός παράγοντας θα είναι η εχθροπάθεια απέναντι στο έθνος και η άρνηση της ιστορικής του συνέχειας.
  Και, σε μια χώρα με μεγάλα εθνικά ζητήματα –Κύπρος, Αιγαίο, Μακεδονικό, οικονομική και πολιτική αποικιοποίηση–, η άρνηση του πατριωτισμού μετασχηματίζεται σε μειοδοσία και μίσος για τον «λαϊκιστή» λαό. Προφανώς δε άνθρωποι που δεν αγαπούνε την πατρίδα τους δεν μπορούν να αγαπούν ούτε τον ίδιο τον λαό της. Γι’ αυτό μπορούν με τέτοια ευκολία να εκποιούν τα πάντα, από τις τράπεζες και τα αεροδρόμια μέχρι τα αρχαιολογικά μνημεία και από τη Μακεδονία μέχρι το Αιγαίο και την Κύπρο.
  Πρέπει λοιπόν να κλείσουμε οριστικά αυτούς τους δύο τεμνόμενους κύκλους μιας Αριστεράς που διαβουκόλησε τα λαϊκά στρώματα σε παγκόσμια κλίμακα και μιας ελληνικής Αριστεράς που πλέον μισεί το ίδιο το έθνος και τον λαό της.
  Είναι δυνατόν να απαντήσουμε σε μια τέτοια κατάρρευση, αποκαλυψιακού χαρακτήρα, που συμπαρασύρει ανθρώπους ιδέες, παραδόσεις;
Ας θυμηθούμε τον Μιχάλη Κατσαρό:
ξανθός όμορφος ο εχθρός του βασιλείου…
τα μάτια του αστραπές και συνωμοσία…
Πώς γίνεται τόσο εσύ να ξεπέσεις;
Η ένδοξη Ρώμη σε περίμενε τόσους αιώνες
σε προφητείες έλεγε τον ερχομό σου
κι εσύ αφομοιώθηκες;
  Παρότι η απάντηση είναι πολύ δύσκολη, διότι απαιτείται ένας νέος ιστορικός κύκλος τη στιγμή που ο προηγούμενος δεν έχει καν συζητηθεί έξω από πολύ στενούς κύκλους, ωστόσο, παράλληλα με τη διαύγαση της ιστορικής εμπειρίας, πρόσφατης και παλαιότερης, είμαστε υποχρεωμένοι να αρχίσουμε να ιχνηλατούμε τα πρώτα στοιχεία μιας τέτοιας απάντησης.
  Πρωταρχική είναι η αναγνώριση της σημασίας του εθνικού παράγοντα και του πατριωτισμού, ως θεμέλιου της δημοκρατίας και των κοινωνικών μετασχηματισμών, απέναντι στη μεγάλη χοάνη της παγκοσμιοποίησης. Σκέψου συνολικά, δράσε εθνικά.
  Ακολουθεί η απόρριψη του οικονομισμού και της λογικής της αέναης επέκτασης, που οδηγεί στην καταστροφή της φύσης, αλλά και της φύσης του ανθρώπου, με την εποχή του μετανθρώπου.    
  Αποφασιστική δε είναι η αναγνώριση της σημασίας της μνήμης, ατομικής και συλλογικής, για τη συγκρότηση των ατομικών και συλλογικών υποκειμένων.
  Όσο για τα οικονομικά-κοινωνικά μας προτάγματα, μπορούμε να ξεκινήσουμε απορρίπτοντας την εμπορευματοποίηση των πάντων, περιορίζοντας το εμπόρευμα και την οικονομία σε μία θέση που δεν θα είναι αποκλειστική, όπως και έκαναν επί χιλιάδες χρόνια οι παλιότερες ανθρώπινες κοινωνίες. Μόνο τότε και η πολιτική θα μπορούσε να αποκτήσει έναν αυτόνομο ρόλο πέρα από τη χυδαία υποταγή της στον πιο άκρατο οικονομισμό. Μόνο τότε θα πάψουν να εκλέγονται Τσίπρες επειδή υπόσχονται κατάργηση του ΕΝΦΙΑ.
  Επειδή δεν έχουμε την πολυτέλεια νέων εμφυλίων, που μας καταστρέφουν από το 1915 μέχρι σήμερα, θα πρέπει να διατυπώσουμε ένα συνεκτικό όραμα σωτηρίας και ταυτόχρονα ολοκλήρωσης του ανολοκλήρωτου προσώπου μας, μια κυριολεκτικά Μεγάλη Ιδέα για τον ελληνικό λαό, που διανύει τη βαθύτερη παρακμή της ιστορίας του και κινδυνεύει με ιστορική εξαφάνιση. Δημογραφική κατάρρευση, φυγή των νέων, γεωπολιτικές προκλήσεις, οικονομική και πολιτισμική κατάρρευση. Και αυτό το όραμα θα στηριχτεί υποχρεωτικά σε μια μεγάλη ιστορική παράδοση, που θα πρέπει να ενεργοποιηθεί στο σήμερα.
  Και επειδή η οικονομία και η εξουσία έχουν περάσει στα χέρια των ξένων, επειδή οι άρχουσες ελίτ έχουν σχεδόν πλήρως αποεθνικοποιηθεί και αδιαφορούν για τη χώρα τους, μόνο οι ευρύτερες λαϊκές δυνάμεις θα μπορούσαν, έστω την ύστατη στιγμή, να αποτρέψουν την οριστική καταστροφή, συνδέοντας τα κοινωνικά αιτήματα με την εθνική επιβίωση. Η τύχη της χώρας βρίσκεται κυριολεκτικά στα χέρια των λαϊκών στρωμάτων.
  Και αν οι δυνάμεις οι προερχόμενες από την Αριστερά, που έχουν αποκοπεί από την κυβερνητική αθλιότητα, συνεχίσουν να κωφεύουν σε αυτό το αίτημα που αναδεικνύεται από την κοινωνία, τότε αναπόφευκτα τα λαϊκά στρώματα θα στραφούν προς τη δεξιά και την άκρα δεξιά, η οποία και θα απαλλοτριώσει το εθνικό αίτημα προς το συμφέρον της και αναπόδραστα θα το χαντακώσει.
 Είναι ήδη αργά για την απαραίτητη εγρήγορση. Τώρα περισσότερο από ποτέ.

Τετάρτη 28 Μαρτίου 2018

Ρήγας, ο πατέρας της ελληνικής ανεξαρτησίας

Του Λουκά Αξελού

 
Ο Ρήγας είναι ο κατεξοχήν πόλος θετικής αναφοράς για τον νεότερο Ελληνισμό. Είναι αυτός που, χωρίς διάθεση υπερβολής, θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε αρχιτέκτονα, προπαρασκευαστή και πατέρα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας. Θα επικεντρωθώ στα βασικά στοιχεία του στρατηγικού του σχεδίου για την απελευθέρωση της Ελλάδας, που ως θεμέλιους λίθους του είχε τον Δημοκρατικό Πατριωτισμό και την βαθύτατη πεποίθηση του ότι πρέπει να στηριζόμαστε στις δικές μας δυνάμεις.
Ο Ρήγας είναι παιδί του ενιαίου ιστορικού χώρου που καλύπτει τα Βαλκάνια και την Μικρά Ασία ως την Εγγύς Ανατολή και που είχε παραμείνει ως και την ύστερη οθωμανική περίοδο κοινός διοικητικά. Το οθωμανικό καθεστώς ήταν η απεχθέστερη μορφή απολυταρχίας. Η άποψη του Ρήγα είναι κατηγορηματική επ’ αυτού και κονιορτοποιεί όλες τις ύστερες κατασκευές της ιστορικής αναθεωρητικής σχολής περί «καλής και ανεκτικής» Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Ως εκ τούτου για τον Ρήγα το ζήτημα της βίαιης ανατροπής της αποτελούσε κεντρική του επιλογή. Στην θέση της έπρεπε, κατ’ αυτόν, να μπει η Ελληνική Δημοκρατία. Ένα κοσμικό, δημοκρατικό πολιτικό σύστημα, στηριγμένο στις αρχές της αρχαίας Ελληνικής Δημοκρατίας και τις σύγχρονές της, της Αμερικανικής και Γαλλικής Επανάστασης.

Η δημοκρατία του Ρήγα

Σε ποιες αξίες και παραμέτρους θα στηριζόταν όμως το σύστημα αυτό; Για να το πούμε διαφορετικά: ποιά ήταν η «ιδεολογία» της Ελληνικής Δημοκρατίας του Ρήγα;  Έχοντας πάντα ως βάση της τον Δημοκρατικό Πατριωτισμό, η δημοκρατία του Ρήγα είχε ως κεντρικούς άξονές της την φιλοπατρία και την δημοκρατική διακυβέρνηση. Σταθερές πηγές άντλησης εμπειρίας, παραδείγματος και έμπνευσης αποτελούσαν η αρχαία Ελληνική Δημοκρατία, οι μεγάλοι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι και πολιτικοί, η διακήρυξη της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας και τα Γαλλικά Συντάγματα του 1793 και 1795. Και τέλος οι Ευρωπαίοι διαφωτιστές με προεξάρχοντες τους Ρουσσώ, Μοντεσκιέ και Βολταίρο.
Είναι εμφανές ότι η ανατροπή μιας υπεραντιδραστικής επί 400 χρόνια κατάστασης και η ανάδειξη ενός νέου αξιακού, εθνικού, κοινωνικού, πολιτιστικού και πολιτικού μοντέλου αποτελούσε ένα τιτάνιο έργο που έπρεπε, όμως, από κάπου να ξεκινήσει. Και ο Ρήγας όχι μόνο το ξεκίνησε, αλλά και άφησε βαθύ το αποτύπωμά του στην αφετηριακή σύλληψη για μια σύγχρονη δημοκρατική ελληνική Πολιτεία. Έθεσε σε εφαρμογή ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα ιδεολογικής, εκπαιδευτικής, κοινωνικής, οικονομικής, πολιτικής και στρατιωτικής αναδιάταξης του υπόδουλου Έθνους, μέσω πιλοτικών παρεμβάσεων σε όλες τις παραπάνω σφαίρες.
Αφετηριακό σημείο στην όλη του συλλογιστική είναι η αναγκαιότητα ύπαρξης στοιχειώδους γνωσιολογικού υποβάθρου για κάθε Έλληνα πολίτη. «Εκ των γραμμάτων γεννάται η προκοπή με την οποίαν λάμπουν τα ελεύθερα έθνη», τονίζει εμφαντικά στο 22ο άρθρο της Νέας Πολιτικής Διοικήσεως, συμπληρώνοντάς το όμως με το διαχρονικό «συλλογάται καλά, όποιος συλλογάται ελεύθερα».

Με όπλο τη γνώση

Με βάση τα παραπάνω, δίνει ξεχωριστή σημασία στο να γνωρίζουν καλά οι πολίτες μιας δημοκρατικής κοινωνίας την γεωγραφία και ιστορία του τόπου τους, να έχουν ανοιχτό μυαλό στα πορίσματα της επιστήμης και τέλος να έχουν ανοιχτούς ορίζοντες, πράγμα που τους προσφέρει και η γνώση ξένων γλωσσών. (Ο ίδιος μιλούσε πέντε γλώσσες).
Απτά παραδείγματα εφαρμογής από πλευράς του είναι:
  • Στον ιστορικό-γεωγραφικό τομέα με τους Χάρτες του, την Μεγάλη Χάρτα (αστείρευτη πηγή πατριδογνωσίας και γνώσης), την χαλκογραφία του Μ. Αλεξάνδρου με τον βαθύ συμβολισμό της, ως και τις μεταφράσεις του Νέου Ανάχαρση και των Ολυμπίων.
  • Στις επιστήμες με το Φυσικής Απάνθισμα, ένα υποδειγματικό για την εποχή του σύγχρονο επιστημονικό εγχειρίδιο, με ανοιχτό μέτωπο σε κάθε μορφή δεισιδαιμονίας ή απόκρυψης της αλήθειας.
  • Στην σφαίρα του πολιτισμού με την προώθηση της λογοτεχνικής, θεατρικής και μουσικής παιδείας, και την προσπάθεια έκδοσης αντίστοιχων έργων της εποχής του, όπως, τουλάχιστον, αυτό αποτυπώνεται στο Σχολείον των ντελικάτων εραστών κ.λπ.
Το παραπάνω αναγκαίο γνωσιολογικό υπόβαθρο για τον σύγχρονο πολίτη, για να μπορέσει να βλαστήσει χρειαζόταν, κατά τον Ρήγα, το απαραίτητο γόνιμο έδαφος. Κι αυτό ήταν, πάντα κατά τον ίδιο, ανεξάρτητη πατρίδα, δημοκρατική πολιτεία, δημοκρατικό θεσμικό πλαίσιο, διάκριση εξουσιών και δημοκρατική κουλτούρα και αγωγή. Ο Ρήγας θέτει τα θεμέλια και στον τομέα αυτό με την έκδοση της Νέας Πολιτικής Διοικήσεως και της Δημοκρατικής Κατηχήσεως.
Όσον αφορά το θεμελιακό ερώτημα ποιος θα τα εφαρμόσει αυτά και ποιος θα τα υπερασπιστεί, ο Ρήγας δίνει σαφή και συγκεκριμένη απάντηση: Ο ίδιος ο λαός και οι ένοπλες δυνάμεις του. Γι’ αυτό όχι μόνο κυκλοφορεί τον Θούριο και την Νέα Πολιτική Διοίκηση, αλλά και μεταφράζει το Εγκόλπιον [Στρατιωτικόν] του στρατάρχη Κεβενχύλλερ, δίνοντας στις ήδη μαχόμενες δυνάμεις του έθνους, τους κλέφτες και αρματολούς, τον στρατηγικό στόχο της στρατιωτικής αναβάθμισης του αγώνα.

Νέο σύστημα αξιών

Ολοκληρώνοντας την σύντομη παρουσίαση θέλω, συνοψίζοντας, να σταθώ στις δυο βασικές κολόνες που στηρίζουν το οικοδόμημα “Ρήγας”. Ως πρώτη, όπως προανέφερα, θεωρώ το γεγονός ότι αποτέλεσε τον κατεξοχήν κορυφαίο εκφραστή της λογικής του να στηριζόμαστε πάνω απ’ όλα στις δικές μας δυνάμεις.
Λογική που διαποτίζει όλο το έργο και την πρακτική του. Λογική που δεν εμπεριέχει ίχνος σωβινισμού ή εθνικής περιχαρακώσεως, αλλά προσήλωση στα πορίσματα που η ίδια η ιστορία παρουσιάζει. Ως δεύτερη θεωρώ τον Δημοκρατικό Πατριωτισμό του, εμπλουτισμένο με το εθνικοαπελευθερωτικό-δημοκρατικό όραμα του βαλκάνιου ριζοσπαστισμού.
Είναι αυτός ο λόγος που η πολιτειακή-πολιτική πρόταση του Ρήγα ξεπερνά τα κυρίαρχα ασφυκτικά πλαίσια, συγκροτώντας ένα καινούργιο σύστημα αξιών. Η συγκεκριμένη ανάλυση των έργων του έχει καταδείξει ότι η καταγγελία του δεσποτισμού, η ανάδειξη της ελευθερίας σε πρώτιστη αξία, η εθνική ανεξαρτησία, η αγάπη και υπεράσπιση της πατρίδας, η ανεξιθρησκία, ο αντιμοναρχικός πολιτειακός χαρακτήρας, η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών, η κοινωνική ευαισθησία και πρόνοια και η σταθερή προσήλωση στα ατομικά δικαιώματα και τις δημοκρατικές αξίες και αρχές, αποτελούν τους σταθερούς άξονες του ιδεολογικοπολιτικού κόσμου.

Ταύτιση λόγων και έργων

Η ανάδειξη του κοινωνικού δίπλα στο εθνικό και του πατριωτικού δίπλα στο διεθνικό, αποτελεί, ίσως, την μεγαλύτερη πολιτική του κατάκτηση. Χρησιμοποιώντας ως αφετηρία και υπόβαθρο την ρουσσωική λογική της λαϊκής κυριαρχίας «εν η ο δήμος έστιν κρατών», ο Ρήγας την προεκτείνει δίνοντάς της ευρύτερο περιεχόμενο στο άρθρο 109 της Νέας Πολιτικής Διοικήσεως όπου ορίζει ότι: «Η γενική δύναμις της δημοκρατίας συνίσταται εις ολόκληρον το έθνος».
Ο Ρήγας επεδίωξε συνειδητά την ταύτιση των ιδεών με τα έργα. Ως αυθεντικός επαναστάτης ήταν σε θέση να κατανοήσει ότι ο ριζοσπαστισμός του θα ήταν έννοια χωρίς περιεχόμενο αν δεν ακολουθούσε την οδυνηρή, αλλά και μοναδική οδό επιβεβαίωσής του, την οδό της άμεσης δράσης.
Αυτή η κριτικά θεμελιωμένη βούληση για την αναγκαιότητα ταύτισης λόγου και έργου εκφράστηκε με υποδειγματική συνέπεια και καθαγιάστηκε με το αίμα του, δίνοντάς του ένα διαρκές προβάδισμα στο να είναι ένας από τους λίγους εκείνους Νεοέλληνες, που το έργο τους το έκαναν επαναστατική πράξη.

Βιογραφικά

Ο Ρήγας Βελεστινλής γεννήθηκε το 1757 στο Βελεστίνο της Θεσσαλίας όπου και πέρασε τα νεανικά του χρόνια. Το 1782 κατέφυγε στο Άγιον Όρος και από εκεί στην Κωνσταντινούπολη, όπου συνδέθηκε με φαναριωτικούς κύκλους. Το 1786 εγκαθίσταται στην Βλαχία όπου αναπτύσσει έντονη εμπορική και δημοτική δραστηριότητα, ενώ αναλαμβάνει διαδοχικά ευθύνες γραμματικού στους Γ. Μπραγκοβάνου, Ν. Μαυρογένη, Βαρόνο ντε Λάνγγενφελδ και Μ. Σούτσο.
Το 1790 μεταβαίνει στην Βιέννη όπου και εκδίδει το Σχολείον των ντελικάτων εραστών και το Φυσικής Απάνθισμα, διαμορφώνοντας και τις πρώιμες πολιτικές σχέσεις που θα οδηγήσουν στην συνέχεια στην Μυστική Εταιρεία της Βιέννης. Με την επιστροφή του στη Βλαχία συνεχίζει την έντονη συμμετοχή του στα κοινά, ενώ ταυτόχρονα εργάζεται πυρετωδώς, μεταφράζοντας και γράφοντας το κυρίως έργο του που θα το εκδώσει στην Βιέννη, όπου και επιστρέφει το 1796.
Στην διάρκεια του 1797 εκδίδει τον Ηθικό Τρίποδα, τον Νέο Ανάχαρση, ως και τα κατασχεθέντα από την αυστριακή αστυνομία Νέα Πολιτική Διοίκησις, Εγκόλπιον [Στρατιωτικόν], Χάρτα της Ελλάδος, Νέα Χάρτα της Βλαχίας, Γενική Χάρτα της Μολδαβίας, και τέλος σε μονόφυλλο την εικόνα του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Στις 19 Δεκεμβρίου 1797 συλλαμβάνεται και φυλακίζεται ύστερα από προδοσία στην Τεργέστη. Ακολουθούν απανωτές συλλήψεις συντρόφων του. Μεταφορά στην Βιέννη, όπου υφίσταται αδιάκοπες ατελέσφορες για τους Αυστριακούς ανακρίσεις. Ύστερα από συμφωνία των Αυστριακών με τους Οθωμανούς παραδίδεται στον Καϊμακάμη του Βελιγραδίου. Δολοφονείται με στραγγαλισμό το βράδυ της 24 προς 25 Ιουνίου 1798 μαζί με επτά συναγωνιστές, στον πύργο του Βελιγραδίου Νεμπόισα.

Σάββατο 20 Ιανουαρίου 2018

Η ιστορία ενός καραβιού που έπεσε σε ξέρα

Του Λουκά Αξελού

 

Πολλά είπαμε• παρ’ όλα αυτά για το μεγαλύτερο, το σκοτεινότερο, το βαθύτερο μέρος του Αχαάβ, δεν καταφέραμε να πούμε το παραμικρό.  –   Χέρμαν Μέλβιλ, Μόμπι Ντικ

Αν κάτι αποτελεί, πλέον, κοινό τόπο, ανεξάρτητα από τον βαθμό παραδοχής και την επιχειρηματολογία, είναι ότι το σύνολο σχεδόν των Ελλήνων πολιτών εισπράττει την σημερινή κατάσταση ως έναν καταστροφικό σεισμό διαρκείας, που εδώ και μιαν οκταετία εξακολουθεί να μας απειλεί με εξίσου σφοδρές μετασεισμικές δονήσεις. Είναι όμως η ερμηνεία για τα αίτια, το βάθος της κρίσης, τις ευθύνες και τον τρόπο αντιμετώπισης της όλης καταστάσεως από το πλείστο των πολιτών και των πολιτικών δυνάμεων αντίστοιχο της σοβαρότητας του φαινομένου;
Η καθημερινότητα το διαψεύδει, δείχνοντάς μας με τον τρόπο της ότι το πέρασμα σε μιαν άλλη πραγματικότητα απαιτεί νέους χάρτες και πλοήγηση σε αχαρτογράφητα νερά. Κι αυτό γιατί το χρονικό της πορείας προς την συντριπτική ήττα που έχουμε υποστεί ως Έθνος, ως Λαός και ως Αριστερά είναι μακρύ, ξεκινάει δεκαετίες πριν και δεν αφήνει περιθώρια διαφυγής σε κανέναν μας.
Ως εκ τούτου, αυτό που θα μπορούσε να θέσει κάνεις ως σημείο εκκίνησης για το φτιάξιμο ενός καινούργιου χάρτη, είναι η ανάγκη ύπαρξης πολλών και διαφορετικού χαρακτήρα και υφής, αλλά στην ίδια στρατηγική κατεύθυνση, προσεγγίσεων, η συστηματική προσπάθεια διασταύρωσης, επανεξέτασης και κριτικής αποτίμησής τους και στην συνέχεια η προσπάθεια τοποθέτησης των ψηφίδων στην σωστή τους θέση, με ιστορική επίγνωση ότι η ολοκλήρωση αναστύλωσης του κατεδαφισμένου κτηρίου είναι θέμα, τουλάχιστον, μιας γενιάς.

Η αφετηριακή ανάπηρη ανεξαρτησία

Είναι προαπαιτούμενο μιας σοβαρής ιστορικής και επιστημονικής προσέγγισης να συνειδητοποιήσουμε πως η αφετηριακά ανάπηρη ανεξαρτησία που κερδίσαμε το 1821, εξακολουθούσε να παραμένει ανάπηρη ακόμα και μετά την δεύτερη έφοδο στους ουρανούς το 1940-1945. Η Ελλάδα εγγράφεται τύποις στους νικητές του Β΄ Παγκοσμίου Πόλεμου, αλλά κατ’ ουσίαν ο ελληνικός λαός στερείται του δικαιώματος να καθορίζει ο ίδιος το πεπρωμένο του.
Αυτό είναι το καθεστώς που και μεταπολιτευτικά κληρονομήσαμε, με κάποιες ρωγμές –είναι η αλήθεια- μετά το 1974, και σε αυτό το καθεστώς μας γυρίζει επί τα χείρω από το 2009 και εντεύθεν η πολιτική των Μνημονίων. Γιατί τα Μνημόνια συμπυκνώνουν, εσωτερικεύουν και θεσμοθετούν, οικονομικά, κοινωνικά, πολιτιστικά και πολιτικά το σταθερά παρόν καθεστώς της εξάρτησης , το καθεστώς της ξενοκρατίας και της υποτέλειας για να θυμηθούμε και τον Γεώργιο Φιλαρέτο.
Αν και ηττημένο στρατιωτικά και πολιτικά το 1949, το λαϊκό κίνημα, οι λαϊκές τάξεις, ο δημοκρατικός κόσμος (με πρωτοστατούσα την Αριστερά), κρατήθηκε όρθιο. Χάρη στην δίκαιη οργή και πείσμα που δημιούργησε η απροκάλυπτη αγγλοαμερικανική επέμβαση. Χάρη στην αδάμαστη βούληση των αγωνιστών της Αριστεράς να μην υποκύψουν στην βία των νικητών. Χάρη στα ισχυρά ηθικά αποθέματα και τους οργανικούς δεσμούς με τις υποτελείς τάξεις που σύμπασα η Αριστερά είχε συσσωρεύσει στις δεκαετίες που πέρασαν και φυσικά χάρη στα οξύτατα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα που δημιούργησε το κυρίαρχο αμερικανοκρατούμενο συγκρότημα εξουσίας.
Με αντιφατικά, ασυνεχή αλλά και επίμονα παρόντα μικρά και μεγάλα κύματα, με την πλημμυρίδα και την άμπωτη πάντοτε παρούσες, τα ριζοσπαστικοποιημένα λαϊκά στρώματα και οι πολιτικές τους προεκτάσεις ξαναέθεσαν από τις αρχές τις δεκαετίας του ΄60 επί τάπητος το διαχρονικό αίτημα για Εθνική Ανεξαρτησία, Δημοκρατία και Κοινωνική Δικαιοσύνη.

Οι τρεις απόπειρες ανατροπής

Και αποτελεί ιστορικό γεγονός ότι τρεις φορές το ριζοσπαστικοποιημένο ετερογενές λαϊκό στρατόπεδο, πραγματοποίησε την αναγκαία εισβολή στον χώρο που ρυθμίζονταν τα πεπρωμένα του και συγκρουόμενο με τους επικυρίαρχους κατάφερε να «αγγίξει» την προοπτική μιας βαθύτερης εθνικής-δημοκρατικής αλλαγής που και αποτελούσε το καθολικό σημείο σύγκλισης των λαϊκών στρωμάτων.
Ήταν το 1963-1964, το 1980-1981 και το 2014-2015. Και οι τρεις περιπτώσεις παρά τις σημαντικές μεταξύ τους διαφορές, παρουσιάζουν κοινούς παρονομαστές, όπως:
  • Το υπό συγκρότηση εθνικό-λαϊκό μπλοκ, κατ’ ουσίαν αποτελούσε μιαν ετερόκλητη κοινωνική συμμαχία ανάμεσα στα φτωχά λαϊκά στρώματα και τα παραδοσιακά ή υπό εκκόλαψιν νέα μεσοστρώματα. Πρόκειται επί της ουσίας για την ευρεία «Δημοκρατική Παράταξη» που κινείται από το 50% έως το 70% ανάλογα με το εύρος της κοινωνικής και πολιτικής συμμαχίας.
  • Η σύγκλιση του ετερόκλητου κοινωνικά και πολιτικά στοιχείου, που συγκροτούσε κάθε φορά το εθνικό-λαϊκό μπλοκ επραγματοποιείτο σε ένα εθνικό-δημοκρατικό μίνιμουμ θέσεων και όχι στα ποικίλα μαξιμαλιστικά σενάρια που είχαν στο μυαλό τους οι διάφοροι ορθόδοξοι σοσιαλιστές ή κομμουνιστές.
  • Το χαμηλό επίπεδο «οργανικής σύνθεσης» του εναλλακτικού προγράμματος τους, γεγονός που αποτυπώθηκε μόλις ήρθαν σε επαφή με την εξουσία/πραγματικότητα.
  • Την σφοδρή έως λυσσαλέα αντίδραση που συνάντησαν από τους πολεμίους.
  • Τον ευκαιριακό, ανεπαρκή, αντιδημοκρατικό, μεταπρατικό, ενίοτε εθελόδουλο και σε κάθε περίπτωση κατώτερο των περιστάσεων χαρακτήρα της ηγεσίας που σε κάθε μια περίπτωση ήταν επικεφαλής. Αυτά είναι μερικά από τα «κοινά» τους, τρόπον τινά, στοιχεία, γιατί από κει και πέρα οι διάφορες είναι υπαρκτές, παρά τον κοινό στην ήττα παρονομαστή τους.
Αξίζει, ίσως, να επισημανθεί ότι η πρώτη και η δεύτερη περίπτωση είχαν επικεφαλής ηγέτες τους Γεώργιο Παπανδρέου και Ανδρέα Παπανδρέου, που δεν εντάσσονταν στον χώρο της ιστορικής Αριστεράς, ενώ την τρίτη συγκρότησαν μεταλλαγμένα υπολείμματά της.

Ενεργή λαϊκή συμμετοχή

Τόσο η πρώτη, όσο και η δεύτερη περίπτωση στηρίζονταν σε μιαν ενεργή λαϊκή συμμετοχή, διαμορφώνοντας ανάλογες παρεμβάσεις και αντιστάσεις, γεγονός που το αποδεικνύουν τόσο το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1967 για την ανατροπή της πρώτης, όσο και η για μια πενταετία περίπου, χαμηλής -είναι η αλήθεια- κλίμακας, προσπάθειες του «λαϊκού» ΠΑΣΟΚ να αντισταθεί στις υπέρτερες δυνάμεις της εξωτερικής και εσωτερικής (εντός του ΠΑΣΟΚ δηλαδή) αντίδρασης.
Η τρίτη περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ είναι αρκετά διαφορετική στον βαθμό που ως φαινόμενο ταχύτητας πολιτικού μεταμορφισμού δεν έχει προηγούμενο στους κόλπους της Αριστεράς. Η προδοσία του δημοψηφίσματος του 2015 και η εν μια νυχτί αλλαγή στρατοπέδου (παρ’ ότι η μετατόπιση είχε συντελεστεί πολύ πιο πριν), κατέκαψε κυριολεκτικά τα περιορισμένα αποθέματα καύσιμων που είχαν απομείνει.
Έτσι δημιούργησε ένα πρωτοφανές πλήγμα υπόβαθρου, με την έννοια της ολοκληρωτικής αναίρεσης του μοναδικού πλεονεκτήματος που είχε απομείνει στην όποια Αριστερά• του στοιχειώδους ήθους και του χαρακτηρισμού της ηγεσίας της ως αποστατών των διακηρύξεων τους αλλά και της λαϊκής εντολής, με χαρακτηριστικά όμως μάλλον Τόνυ Μπλαίρ (νεοφιλελεύθερη μετάλλαξη) παρά Ηλία Τσιριμώκου («κλασική» αποστασία).

Ο νέος τύπος αριστερού

Δεν είναι πια λίγοι όσοι ισχυρίζονται ότι ο τρόπος με τον οποίο συμπεριφέρθηκε η κοινωνία μας ως όλον από το 1974 και εντεύθεν, είχε εξαιρετικά αρνητικές επιπτώσεις, λειτουργώντας αποδομητικά σε όλες τις εκφάνσεις του δημόσιου και ιδιωτικού βίου. Δεν διεκδικώ τίποτα, ανήκω όμως σε αυτούς που από τις αρχές του 1980, μέσω δημοσίων παρεμβάσεων έχω εμφαντικά γράψει και ξαναγράψει πως ο συβαριτισμός της μεταπολίτευσης έπληξε κυρίως την Αριστερά.
Ένα μεγάλο τμήμα της, ιδιαίτερα στον χώρο της διανόησης, αποτελείται από μεταλλαγμένους αριστερούς, στους οποίους τα αριστερά ράκη του παρελθόντος δεν μπορούν πλέον να επικαλύψουν την καινούργια πραγματικότητα που συνιστά ο νέος τύπος του επαρχιώτη μικροευρωπαίου, μεταστάντος κοινωνικά και σταδιακά μεταλλαγμένου συνειδησιακά, πρώην αριστερού.
Η υποτίμηση της πραγματικότητας αυτής μας καθιστά αδύναμους στο να αντιμετωπίσουμε ουσιαστικά το φαινόμενο του κοινωνικό-πολιτικού μεταμορφισμού. Καθόλου ευθύγραμμα• με ασυνέχειες, διακοπές και συνεχείς αντιφάσεις διαμορφώθηκαν οι όροι μετάλλαξης ενός σημαντικού τμήματος της Αριστεράς με προεξάρχουσα την διανόηση της.
Η ιστορία λ.χ. της παρέμβασης του Ιδρύματος Φορντ στα πολιτικοπολιτιστικά δρώμενα, την περίοδο της δικτατορίας, μέσω μιας ομπρέλας χορηγιών αποδέκτης της οποίας ήταν πλείστα όσα σημαντικά ονόματα του κόσμου της Αριστεράς, είναι ένα μικρό δείγμα της δράσης που έχουν οι «σφαίρες από ζάχαρη» και της διαρκούς υποτίμησης του σημαίνοντος ρόλου στην υπόσκαψη των θεμελίων μιας κοινωνίας που έχει ο πολιτιστικός ιμπεριαλισμός.

Η «εξημέρωση» της ιστορικής Αριστεράς

Το πρόβλημα δεν ανάγεται στην μεταφυσική. Το μεγαλύτερο τμήμα της Αριστεράς είχε όχι απλώς αποδεχθεί την ήττα (γεγονός ρεαλιστικό όσον αφορά την διάγνωση), αλλά και είχε προσχωρήσει στην ευρύτερη λογική του αντιπάλου. Ο διαχρονικός μεταπρατισμός του, ως η άλλη όψη του κυρίαρχου δυτικοφέρνοντος μεταπρατισμού, και ο λανθάνων αναθεωρητισμός του, που είχε δώσει δείγματα γραφής από τα χρόνια της Εθνικής Αντίστασης (Λίβανος, Βάρκιζα), βρήκε την καλύτερη ευκαιρία, μετά τις «προσαρμογές» στο πείραμα Μαρκεζίνη και την καθόλου ΕΑΔΕ, να απλώσει το χέρι στον ήλιο της προσώρας καπιταλιστικής με «ανθρώπινο πρόσωπο» σιγουριάς.
Είναι ο Λεωνίδας Κύρκος και η περί αυτόν συγκροτηθείσα ομάδα, που με τον πλέον γλαφυρό τρόπο αποτύπωσαν την «εξημέρωση»-αστικοποίηση μεγάλου τμήματος της ιστορικής Αριστεράς, που από το Βουκουρέστι και την Πιόνγκ Γιάνγκ κατέληξε ικέτης στις Βρυξέλες. Αργόσυρτα και αντιφατικά, όπως σημείωσα, οι συγκεκριμένοι άνθρωποι της Αριστεράς δημιούργησαν γέφυρες με το κυρίαρχο συγκρότημα εξουσίας, λειτουργώντας πάντα ως αντιπολίτευση αλλά συστημική πλέον.
Μέσα στα πλαίσια μιας οικονομίας που προωθούσε με κάθε τρόπο το καταναλωτικό μοντέλο, αλλά και είχε μέχρι πρότινος τις δυνατότητες διαχείρισής του, οι πάλαι ποτέ πάριες της κοινωνικής και πολιτικής ζωής βρήκαν έναν ρόλο. Στην κοινωνία, την οικονομία, τον πολιτισμό, το κράτος. Ανήλθαν με δυο λόγια οικονομικά και κοινωνικά και παρενέβησαν με ιδιαίτερα χαρακτηριστικό τρόπο στον χώρο της παιδείας, της τοπικής αυτοδιοίκησης, αλλά και του ευρύτερου δημόσιου τομέα.
Έτσι ανεξάρτητα από το ότι συνέχιζαν να εκφέρουν έναν πολιτικό λόγο που σχετικά αντιστοιχούσε στο αγωνιστικό τους παρελθόν, οι άνθρωποι αυτοί έχοντας κοινωνικά μετατοπιστεί ήταν αναγκασμένοι να διαμορφώσουν ένα καινούργιο πλαίσιο, μια «καινούργια ιδεολογία» που να συστοιχιζόταν με την κοινωνική τους άνοδο και τον εξακολουθητικά αντιπολιτευτικό, πλην ολοένα και βαθύτερα συστημικό τους ρόλο.

Η «καινούργια ιδεολογία»

Αυτή την «καινούργια ιδεολογία», συγκρότησε ως φαίνεται, αν και με αντιφατικές πολλές φορές, είναι η αλήθεια, ενέργειες, μια sui generis μείξη προϋπαρχόντων και νέων στοιχείων, όπως η εξάρτηση από ξένα κέντρα, ο μεταπρατισμός, ο κοσμοπολιτισμός, η α-εθνική ή αντιπατριωτική οπτική, ο ά-τοπος διεθνισμός, ο ιστορικός αναθεωρητισμός και η πέρα από «αντικαπιταλιστικές κορώνες» βαθύτερη σύγκλιση στην νεοφιλελεύθερη ιδεολογία και τα προτάγματα της παγκοσμιοποίησης.
Τα αποτελέσματα της μετάλλαξης αυτής ήταν ορατά πολύ πριν ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλθει στην εξουσία, με την εμφανή συνεύρεση του καλπάζοντος, πλέον, Κυρκισμού με τα βουλιμικά σαΐνια του «ρεαλιστικού μετακομμουνισμού», σε μια «δημιουργική σχέση» που έκλεινε μερικά την αντιπαλότητα των μελών της ίδια οικογένειας που μέχρι το 1968 συγκατοικούσε, αλλά και που άνοιγε διάπλατα την αγκαλιά της στην δημιουργική συνεύρεση με το οργανικά μετέχον των «κοινών σοσιαλιστικών οραμάτων και αξιών» ΠΑΣΟΚ της εκσυγχρονιστικής ρεμούλας και εθελοδουλείας.
Αποτελεί γεγονός ότι αν αφαιρέσεις τους δεκάρικους περί εργατικής τάξης, διεθνισμού, δικαιωμάτων πάσης μειονότητας και επαναστατικού κινήματος, αυτό που ως πραγματικότητα αποκαλυπτόταν ήταν ένα συντεχνιακού τύπου αριστερίζον κατασκεύασμα. Σ’ αυτό, οι σχεδόν άπαντες δημόσιοι υπάλληλοι, συνδικαλιστές και ανοιχτών οριζόντων κρατικοδίαιτοι μαρξιστές επιχειρηματίες, θα μπορούσαν να διαχειριστούν με ταξική(;) μεροληψία, τον υπερδανεισμό της Ελλάδας από τα ευρωπαϊκά κονδύλια, υπέρ του λαού, δηλαδή υπέρ των νέων μεσοστρωμάτων που οι ίδιοι πια εκπροσωπούσαν.
Ουδέποτε στα εκατό χρόνια βίου, ένα σημαντικό τμήμα της Αριστεράς δεν ξέπεσε σε ένα τέτοιο θλιβερό επίπεδο, φτηνού οικονομισμού, πολιτικού οπορτουνισμού, διανοητικής οκνηρίας και ασυγκράτητης βουλιμικής διάθεσης για πλούτο και εξουσία. Αλλά και ουδέποτε μπορούσαμε –εγώ τουλάχιστον – να διανοηθούμε ότι θα ήταν τόσο ιδεολογικοπολιτικά ανεπαρκές, τόσο ασήμαντο και λίγο.

Από που βγήκαν όλοι αυτοί;

Όταν το 1973, νεαρός ων, έγραφα την μελέτη Γ. Σκληρός. Σταθμοί και όρια στη διαμόρφωση της κοινωνικής συνείδησης στην Ελλάδα, στάθηκα σκεφτικός στο παρακάτω απόσπασμα, το οποίο θεώρησα ελιτίστικο, υπερβολικό και ίσως και άδικο. Ας δούμε λοιπόν τι έλεγε ο Γ. Σκληρός πριν έναν αιώνα:
«Καλά, λαέ, όλα αυτά που λες είναι άγια, αλλά πως συμβαίνει ώστε όλοι οι βουλευταί, που εσύ ο ίδιος τους εκλέγεις, και που βέβαια δεν είναι τα χειρότερα στοιχεία της κοινωνίας, να είναι συμφεροντολόγοι, ατομικισταί, αριβίστες, ρουσφετολόγοι, ελαστικοί στις ιδέες και τα καθήκοντά τους, μικρολόγοι, μικροφιλότιμοι, επιπόλαιοι και ανίκανοι για δημιουργική εργασία; Από που βγήκαν αυτοί; Πέσανε από τον ουρανό ή είναι σαρξ εκ της σαρκός και οστούν εκ των οστών σου;
Και αφού λοιπόν είναι γνήσια τέκνα σου και οι καλύτεροι αντιπρόσωποι του πολιτισμού σου και των φυλετικών ιδιοτήτων σου, τότε τι φωνάζεις εναντίον τους και δεν φωνάζεις εναντίον του εαυτού σου; Δεν κατάλαβες ακόμα πως όλα τα ελαττώματα αυτά, που αποδίδεις στους πολιτικούς σου, τα’χεις κι εσύ ο ίδιος σε μικρότερο βαθμό;
Και εάν οι βουλευταί σου ρουσφετολογούν, μικρολογούν, δεν κοιτάζουν τα κοινά συμφέροντα, αλλά μόνον τα ατομικά τους, δεν κατάλαβες ότι αυτό προέρχεται γιατί και συ, ελληνικέ λαέ, ολόκληρος, απ’ τον καθηγητή του πανεπιστημίου ίσαμε τον τελευταίο τσαγκάρη και χωρικό, με τη μεγαλύτερη ευκολία ρουσφετολογείς, συμφεροντολογείς, μικρολογείς, ψεύδεσαι, σοφιστεύεις, δεν κρατείς καμιά σταθερή ηθική αρχή, κανένα ορισμένο ιδεολογικό κοινωνικό πρόγραμμα;
Ο πολύς κόσμος, όταν κρίνη για τέτοια δύσκολα θεωρητικά ζητήματα, σχεδόν πάντοτε λέει ανοησίες γιατί νομίζει πως του αρκεί η καθημερινή πραχτική πείρα της ζωής για να λύση οποιαδήποτε ζήτημα. Δεν υποψιάζεται το πολύπλοκο του πράγματος, το ότι χρειάζονται ένα σωρό γνώσεις, ιδίως ιστορικές και κοινωνιολογικές, για να μπόρεση να σχηματίση μια γνώμη που να πλησιάζη λιγάκι την αλήθεια

Κοινωνική και πολιτική ευθύνη

Έπρεπε να περάσουν αρκετά χρόνια για να συνειδητοποιήσω τις αλήθειες της κριτικής του Σκληρού και να υιοθετήσω από το 1984 και μετά μια προβληματική περί κοινωνικής και πολιτικής ευθύνης που ερχόταν σε ανοιχτή διάσταση με τις κυρίαρχες λογικές σε άπασα, σχεδόν, την Αριστερά. Γι’ αυτό και αμέσως με την κορύφωση της κρίσης το 2010, επέμεινα πως η κρίση που το ξέσπασμά της βιώνουμε σήμερα τραυματικά, είναι βαθιά, διαχρονική, καθολική και αγκαλιάζει τους πάντες κυρίαρχους και κυριαρχούμενους.
Μεγάλες είναι, λοιπόν, οι ευθύνες της απέραντης μικροαστικής θάλασσας και της κρατικοδίαιτης ιντελιγκέντσιας, που όχι μόνο δεν αντιστάθηκε, που όχι μόνο δεν παρήγαγε ένα πρότυπο εναλλακτικό, αλλά –τουναντίον- με ζήλο σταυροφόρου, έρμαιο του καταναλωτικού εκμαυλισμού, θαμπωμένη από τους προβολείς του εικονολατρικού πολιτισμού μας, ενταφιασμένη στις πετρώδεις γαίες της ιδεολογικής μονοκαλλιέργειας, συνέβαλε στην δημιουργία της μεγάλης αυτής τραγωδίας.
Αυτό αποτελεί μιαν απτή πραγματικότητα, που κανένας λαϊκισμός δεν μπορεί να συγκαλύψει. Ο «αγνός» λαός, δεν είναι, λοιπόν, τόσο «αγνός» στο σύνολο του και κυρίως δεν είναι ενιαίος. Αποτελείται από τάξεις και στρώματα, περιλαμβάνει τμήματα ολόκληρα που είναι εθελόδουλα και «φιλομνημονιακά» ακόμα και χωρίς τα μνημόνια. Μειοψηφικά μεν, υπαρκτά δε και δραστήρια. Αυτό είναι το κάτι που δεν μπορεί να διαφύγει από όσους, τουλάχιστον, εξακολουθούν να θέτουν το ποιος-ποιον και αυτό το κάτι είναι που δυσκολεύει υπερβολικά τα πράγματα γιατί ο αντίπαλος βρίσκεται και εντός των τειχών.

Όλοι φταίνε το ίδιο;

Είναι φυσικό να τεθεί άμεσα η ερώτηση: «Λοιπόν, κατά την γνώμη σου, όλοι φταίνε το ίδιο;». Προφανώς όχι. Είναι απόλυτα σαφές ότι η κυρίως ευθύνη ή καλύτερα η βασική και διαχρονική ευθύνη για την βαθιά αρρωστημένη ελληνική κοινωνία βρίσκεται κατά πρώτο λόγο αλλού και αφορά στο κυρίαρχο μεταπολιτευτικά συγκρότημα εξουσίας.
Αφορά δηλαδή κατά πρώτο λόγο τα κατεξοχήν κόμματά του, το ΠΑΣΟΚ και την ΝΔ με τους νεροκουβαλητές τους από την Αριστερά μέχρι το 2014 και –προφανώς- την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ από το 2015 μέχρι σήμερα, που τα συναγωνίζεται, ως προκύπτει εκ του αποτελέσματος, αλλά και της έξωθεν καλής μαρτυρίας των επικυρίαρχων, επαξίως, αν όχι και πιο αποτελεσματικά.
Ο καθείς πια μπορεί να αντιληφθεί ότι οι κυρίως υπεύθυνοι για την σημερινή κατάντια είναι αυτοί που την επικαλούνται, δηλαδή τα κόμματα που κυβέρνησαν και κυβερνούν την χώρα. Τα κόμματα εκφραστές της κυρίαρχης τάξης, των μεγάλων και μικρών αστών κλεπτοκρατών, αλλά και το σύγχρονο, ελληνικής κοπής, αριστεροδέξιο κόμμα εκφραστής των νέων μεσοστρωμάτων. Αφού απέκλεισαν κάθε περιθώριο για μιαν αυτοκίνητη οικονομική ανάπτυξη, λειτούργησαν και λειτουργούν χάρη στα δάνεια και την απομύζηση του ελληνικού Δημοσίου, αφήνοντας ακάλυπτο μόνο τον χώρο που οι επικυρίαρχοι θεωρούν μη παραγωγικό ή επαχθή.
Το συμπέρασμα είναι σαφές αν έστω και για μια στιγμή πάψουμε να εθελοτυφλούμε. Δεν είναι μόνο ο καπετάνιος αυτού του καραβιού που το οδήγησε στην ξέρα. Σε ορισμένο και συγκεκριμένο βαθμό υπαίτιο και συμμέτοχο είναι και το πλήρωμα του πλοίου. Δεν κυρίεψε μοναχός του ο Κορτές τον Νέο Κόσμο, μέρος της λείας διαμοιράστηκε στο πλήρωμα.
Ο συβαριτισμός της μεταπολίτευσης αποτελεί ένα μείζον πρόβλημα που επέτεινε στο έπακρο την εθνική, κοινωνική και πολιτιστική κρίση, στον βαθμό που ο διάχυτος εκμαυλισμός-ωχαδελφισμός έθεσε υπό δοκιμασία το βαθύτερο εθνικό-πολιτισμικό στοιχείο, μπλοκάροντας, παραμορφώνοντας ή και εκτρέποντας τους όρους ομαλής αναπαραγωγής του.

Σάββατο 6 Ιανουαρίου 2018

Ο κοινός παρονομαστής Αριστεράς και Αγορών

Του Γιώργου Κοντογιώργη


Οι εξελίξεις από τη δεκαετία του 1980 και ο εμμονικός εναγκαλισμός της Αριστεράς με την ιδεολογία και το σύστημα του δυτικού Διαφωτισμού, αποκάλυψε πέραν από κάθε αμφιβολία το υπαρξιακό της πρόβλημα όσο και μια δομική αδυναμία να παρακολουθήσει τις εξελίξεις. Προσχώρησε στο δόγμα της «βαθιά δημοκρατικής ιδιοσυστασίας της Δύσεως», δηλαδή του κρατούντος συστήματος της μοναρχευομένης ολιγαρχίας. Σ’ αυτό συναντιέται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με το σύνολο της νεοτερικότητας, από την άκρα Δεξιά έως την άκρα Αριστερά.

Έτσι, η Αριστερά έρχεται εξ αντικειμένου αντιμέτωπη με το αδυσώπητο ερώτημα: πώς γίνεται ένα βαθιά δημοκρατικό πολιτικό σύστημα να παράγει ακραία ολιγαρχικές πολιτικές, δηλαδή καταστροφικές για την κοινωνία; Κατά τούτο, συνεπής με την αντίληψή της αυτή, εξακολουθεί να διδάσκει ότι οι συσχετισμοί που μέλλεται να παραγάγουν το ευνοϊκό για την κοινωνία αποτέλεσμα θα διαμορφωθούν στο περιβάλλον της κοινωνικής δυναμικής. Δηλαδή, στους χώρους της εργασίας, στο πεζοδρόμιο, στο περιβάλλον της διαλεκτικής αντίθεσης μεταξύ της κοινωνίας και των ιδιοκτητών του οικονομικού και του πολιτικού συστήματος.
Την εξωθεσμική αυτή αντιπαλότητα θα συμπυκνώσει εντέλει η εκλογική αποτύπωση της νίκης των δυνάμεων του φιλελευθερισμού ή του σοσιαλισμού, δηλαδή η άνοδος των μεν ή των δε στην εξουσία. Συνεπής με την εμμονή της αυτή σε ένα (οικονομικό και πολιτικό) σύστημα που ανάγεται στο παρελθόν της μετάβασης από τη δεσποτεία στον πρώιμο ανθρωποκεντρισμό (που επεξεργάσθηκε ο Διαφωτισμός), δεν μπόρεσε να διακρίνει στην πολιτειακή χειραφέτηση της κοινωνίας των πολιτών. Να διακρίνει τη δυνατότητα της εξισορρόπησης των συσχετισμών που ανάγονται στη σχέση μεταξύ της κοινωνίας και της οικονομικής ιδιοκτησίας.
Η εμμονή αυτή της Αριστεράς γίνεται κατάδηλη μέσα από τις πρωτοβουλίες της, προκειμένου να αντιμετωπίσει το δυσμενές γι’ αυτήν περιβάλλον που ανέδειξε η μετάβαση στη νέα εποχή. Εναντιώθηκε στην “παγκοσμιοποίηση”. Ουσιαστικά προέβαλε το αίτημα της αναστολής της ούτως ή άλλως αναπότρεπτης εξέλιξης. Αντέδρασε με τα λεγόμενα κινήματα (της Γένοβας, του Πόρτο Αλέγκρο κλπ), που ανήγγειλαν τη διεθνοποίηση της ταξικής πάλης από την πλευρά της “εργατικής” τάξης. Έναγκαλίσθηκε τις ΜΚΟ, οι οποίες μεταβάλουν τους συντελεστές τους σε προέκταση του κράτους και των αγορών. Υιοθέτησε την ιδέα της “διακυβέρνησης” που εμπνεύσθηκαν οι δυνάμεις του χρηματοπιστωτικού συστήματος, προκειμένου να θέσουν εκποδών ακόμη και την έμμεση αναφορά στην κοινωνία των πολιτών κλπ.

Στην υπηρεσία των αγορών

Όλα αυτά, λοιπόν, εγγράφονται στην καθεστωτική λογική της Αριστεράς. Στην ίδια ακριβώς λογική εγγράφεται και η εγκατάλειψη της ταξικής πάλης υπέρ της φιλάνθρωπης αντιμετώπισης του κοινωνικού προβλήματος. Η οποία, υπόσχεται, σε τελική ανάλυση, στις δυνάμεις των αγορών, να λειτουργήσει εκτονωτικά στις χώρες όπου παράγεται η εκμετάλλευση και η καταστολή, αναλαμβάνοντας τον ρόλο του διασώστη των θυμάτων τους στις χώρες της καπιταλιστικής μήτρας.
Το ζήτημα δεν είναι προφανώς η οικονομική μετανάστευση ή το πλήθος των πολιτικών προσφύγων που δημιουργεί η πλανητική ανάπτυξη της νομισματικής οικονομίας και επικοινωνίας, η οποία μέλλει να γιγαντωθεί στο μέλλον, αλλά η συνάντηση της Αριστεράς με τις δυνάμεις των αγορών στον τρόπο της προσέγγισής τους. Εάν θελήσουμε να συμπυκνώσουμε το ιδεολογικό πρόταγμα της Αριστεράς στις ημέρες μας, θα διαπιστώσουμε ότι αποδίδει με αυθεντική ακρίβεια τον σκοπό των αγορών: Την κινητικότητα του κεφαλαίου, των αγαθών και υπηρεσιών και την κινητικότητα της εργασίας.
Στον αντίποδα, εμφανίζεται να ταξινομεί στην Ακροδεξιά ό,τι απορρίπτουν οι αγορές: την κοινωνική/εθνική συλλογικότητα, την πρόσληψη της εργασίας ως σχέσης δημοσίου δικαίου, την υπεροχή της βιομηχανικής αστικής τάξης, την μεθάρμοση του “λαού” υπό το πρίσμα της πολιτικής ελευθερίας και κατ’ επέκταση σε πολιτική κατηγορία. Δηλαδή, την ανασύνταξη της κοινωνίας των πολιτών σε θεσμική παράμετρο της Πολιτείας.
Ολες αυτές οι προσεγγίσεις της Αριστεράς κατατείνουν στο να θεωρήσουν ως αυτονόητο και δη οριστικόν τον αποκλεισμό της κοινωνίας από το πολιτικό σύστημα. Δεν αναλογίζεται καν ότι εάν οι δυνάμεις της εργασίας ηττήθηκαν κατά κράτος εντός του κράτους, όπου είναι οριοθετημένες οι συντεταγμένες των συσχετισμών, πώς θα κατορθώσουν να επαναφέρουν τον σκοπό της πολιτικής στο διατακτικό τους. Δεν αναλογίζεται πως θα ανατρέψουν τους συσχετισμούς στο διακρατικό πεδίο, στο οποίο η πολιτική εξομοιώνεται με τις σχέσεις δύναμης. Έκεί οι δυνάμεις της εργασίας είναι αδύνατον να συναντηθούν εξ αντικειμένου με τις δυνάμεις που κατέχουν το σύστημα.

Ανέτοιμη Αριστερά

Το οφθαλμοφανές αδιέξοδο της Αριστεράς και εν γένει της γνωσιολογίας της εποχής μας, έγκειται στο ότι αρνούνται να ομολογήσουν ότι το κρατούν πολιτικό σύστημα δεν δύναται πια να υποστηρίξει μια σχετικά ισόρροπη σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής. Πολλώ δε μάλλον να εναρμονισθούν με τον βαθμό χειραφέτησης (ανθρωποκεντρικής εμπειρίας, δηλαδή ελευθερίας) του κοινωνικού ανθρώπου. Διότι εν προκειμένω, οφείλουν να αποδεχθούν την αδήριτη ανάγκη να αναθεωρήσουν το σύνολο των βεβαιοτήτων της εποχής μας, να συνεκτιμήσουν ότι το γνωσιολογικό οικοδόμημα (ιδεολογικό, εννοιολογικό,μεθοδολογικό) του Διαφωτισμού ολοκλήρωσε τον προορισμό του.
Έπομένως, δεν είναι ικανό να ερμηνεύσει και κατ’ επέκταση να υπηρετήσει τη νέα περίοδο της ανθρωποκεντρικής κοσμοϊστορίας που διανοίγεται στις ημέρες μας. Κατά τούτο, η Αριστερά δεν είναι έτοιμη να μεταφέρει την κοινωνία στο μέλλον με πρόσημο την πρόοδο. Τελικά, η απόφαση αυτή συνεπάγεται την παραίτησή της από τον ιστορικό ρόλο της κατηχητικής-καθοδηγητικής ηγεσίας των μαζών που της διασφαλίζει το εισιτήριο της διεκδίκησης και, περαιτέρω, της αδιαίρετης και ανεξέλεγκτης άσκησης της πολιτικής κυριαρχίας. Έξ ου και οχυρωμένη πίσω από τον πρώιμο φιλελευθερισμό του δυτικοευρωπαϊκού Διαφωτισμού και σε ιδεολογική χηρεία, επιλέγει τον ρόλο της θεραπαινίδας της πιο ακραίας εκδοχής της διεθνούς των αγορών.
Με διαφορετική διατύπωση, η Αριστερά αδυνατεί να συνεκτιμήσει τον αδιαμφισβήτητο νόμο της κοινωνικής φύσης του ανθρώπου ότι όσο η οικονομία αυτονομείται από το πεδίοόπου συναντάται με την κοινωνία και διαφεύγει των συσχετισμών που θα έθεταν όρια στη δράση της, τόσο η κοινωνία επιχειρεί να διέλθει το κατώφλι της Πολιτείας για να την ελέγξει. Τόσο επομένως διεκδικεί θέση εταίρου στην ιδιοκτησία του συστήματος, ώστε η αμφισβήτηση της μονοσήμαντης (ιδιωτικής ή κρατικής) ιδιοκτησίας επί του συστήματος από την κοινωνία, εστιάζεται πρώτα στην Πολιτεία, και πολύ αργότερα στην οικονομία.
Η συντηρητική περιχαράκωση της Αριστεράς, η οχύρωσή της πίσω από τα στερεότυπα και τις βεβαιότητες που οικοδόμησε η αυταδέλφη της Δεξιά, την οδηγούν να θέτει εαυτήν υπό διανοητική απαγόρευση, προκειμένου να μην επιτρέψει στη σκέψη της να αποδεχθεί το μέλλον. Εξ ου και αποστρέφεται την ιδέα μιας εξέλιξης που θα άφηνε πίσω της την εποχή μας. Όντως, η ολοσχερής απουσία μιας τυπολογίας της εξέλιξης δεν είναι άδολη. Δεν οφείλεται δηλαδή αποκλειστικά στο βρεφικό διανοητικό στάδιο της πρωτο-ανθρωποκεντρικής εποχής που διανύει ο κόσμος της νεοτερικότητας.