ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ ----- Ουκρανία vs Ρωσία

Ουκρανία vs Ρωσία ( Συλλογή άρθρων - Ανανεώνεται)

Πέμπτη 14 Δεκεμβρίου 2017

Η γεωγραφία ισχύος στο Αιγαίο και η δυναμική διάσταση της ΑΟΖ

Του Κωνσταντίνου Γρίβα*

Δυναμικό και όχι στατικό μέγεθος, σε αντίθεση με ό,τι γενικώς πιστεύεται, είναι το Δίκαιο της Θάλασσας: εξελίσσεται και αλλάζει αλληλεπιδρώντας με διάφορους παράγοντες. Ένας εξ αυτών είναι η διεθνής γεωγραφία της ισχύος. Η αλληλεπίδραση αυτή είναι ιδιαίτερα έντονη όσον αφορά στη διαμόρφωση των κυριαρχικών δικαιωμάτων κάθε χώρας στις θαλάσσιες εκτάσεις γύρω από αυτήν.

Συγκεκριμένα, το αρχικό όριο των χωρικών υδάτων στα τρία ναυτικά μίλια διαμορφώθηκε εν πολλοίς από το μέγιστο βεληνεκές του χερσαίου πυροβολικού εκείνη την εποχή (cannons hot rule). Άρα, η δυνατότητα προβολής ισχύος από τη στεριά στη θάλασσα υπήρξε ιστορικό θεμέλιο για τον προσδιορισμό του ορίου των χωρικών υδάτων. Η σχέση αυτή δεν έχει πάψει να υφίσταται. Εντελώς απλουστευτικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα χωρικά ύδατα ήταν, σε γενικές γραμμές, ο θαλάσσιος χώρος όπου στην περίπτωση μονομαχίας της χερσαίας με τη ναυτική ισχύ, η πρώτη θα έβγαινε κατά κανόνα νικήτρια.
Σήμερα, λοιπόν, εμφανίζεται η πιθανότητα μιας τεράστιων διαστάσεων αλλαγής όσον αφορά αυτή τη διαχρονική μονομαχία χερσαίας και ναυτικής ισχύος, η οποία, αργά ή γρήγορα, αναμένεται να επιδράσει και στο Δίκαιο της Θάλασσας. Πιο συγκεκριμένα αναμένεται να επηρεάσει την έννοια της ΑΟΖ (Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη).
Η αλλαγή αυτή είναι η προσπάθεια ισχυρών ευρασιατικών δυνάμεων, με προεξάρχουσα την Κίνα, να αναπτύξουν αποτελεσματικά χερσαία πλέγματα αντιπρόσβασης και άρνησης περιοχής (A2 / AD), στόχος των οποίων είναι να μετατρέψουν τα παράκτια ευρασιατικά ύδατα, σε εύρος μεγαλύτερο των 500 χλμ., σε παγίδα θανάτου για τις αμερικανικές ναυτικές δυνάμεις, διώχνοντάς τες μακριά από τις ακτές.

Νέα γεωστρατηγική πραγματικότητα

Διαμορφώνεται, κατά συνέπεια, μια νέα γεωστρατηγική πραγματικότητα όσον αφορά στη δυναμική ισορροπία μεταξύ χερσαίας και θαλάσσιας ισχύος σε μια παράκτια ζώνη τα μεγέθη της οποίας ξεπερνούν δραματικά τα 12 ναυτικά μίλια, που αποτελούν τα σημερινά όρια της εθνικής κυριαρχίας στη θάλασσα. Έτσι, πολλές χώρες του κόσμου, με προεξάρχουσα πάλι την Κίνα, έχουν αρχίσει να θεωρούν τα 200 ναυτικά μίλια της ΑΟΖ, ως χώρο όπου δικαιούνται να ασκούν πλήρη κυριαρχία και όχι απλώς να έχουν το δικαίωμα της αποκλειστικής οικονομικής εκμετάλλευσης.
Παρόμοιες απόψεις, αν και όχι τόσο ακραίες όσο αυτές της Κίνας, έχουν αρχίσει να εκφράζουν χώρες, όπως η Ινδία και η Βραζιλία. Με πολύ δυναμικό τρόπο αναμένεται σε αυτήν την ομάδα να προσχωρήσει και η Ρωσία. Με τη διαφαινόμενη τήξη του στρώματος των αρκτικών πάγων, θεωρεί ως κρίσιμης σημασίας για την ασφάλειά της να έχει τον πλήρη έλεγχο του Αρκτικού σε βάθος πολλών εκατοντάδων χιλιομέτρων από τις ρωσικές ακτές.
Για να το πούμε απλά, δεν υπάρχει καμία πιθανότητα η Ρωσία να λειτουργήσει με βάση το γράμμα του ισχύοντος Δικαίου της Θάλασσας και να αποδεχθεί την παρουσία αμερικανικών (ή οιοδήποτε άλλων) ναυτικών δυνάμεων στα 12 ναυτικά μίλια από τις αχανείς βόρειες ακτές της. Άρα, ο «εμπλουτισμός» της έννοιας της ΑΟΖ ως χώρου άσκησης εθνικής κυριαρχίας και όχι απλώς αποκλειστικής οικονομικής εκμετάλλευσης είναι κάτι που ενδέχεται ήδη να έχει αρχίσει και να μην είναι απλώς μια πιθανότητα για το μέλλον.

Η ευκαιρία και η παγίδα

Αυτή η διαμορφούμενη νέα γεωπολιτική –εν δυνάμει και νομική– πραγματικότητα ενδέχεται να έχει μεγάλες συνέπειες στο μέλλον στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και ισορροπίες. Εντελώς απλουστευτικά, ας σκεφτούμε τι θα συμβεί σε περίπτωση που θεωρηθεί ότι τα ελληνικά νησιά δεν έχουν δικαίωμα στην ανακήρυξη AOZ και αυτή διαμορφωθεί με βάση την αρχή της μέσης γραμμής μεταξύ του ηπειρωτικού εδάφους των δύο χωρών. Τότε, πολλά ελληνικά νησιά, μαζί με τα χωρικά τους ύδατα, θα βρεθούν να έχουν ενσωματωθεί μέσα σε έναν χώρο εθνικής κυριαρχίας της Τουρκίας, με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό για το μέλλον τους.
Αντιθέτως, αν τα ελληνικά νησιά αποκτήσουν ΑΟΖ, τότε ολόκληρο το Αιγαίο και μεγάλο μέρος της Ανατολικής Μεσογείου μετατρέπεται σε χώρο συμπαγούς ελληνικής εθνικής κυριαρχίας. Η ενοποίηση των αρχιπελαγικών χερσαίων δομών του Αιγαίου με τις θαλάσσιες εκτάσεις γύρω και μέσα από αυτές δημιουργεί ένα είδος «μεγάλης Ελλάδας» και η γεωπολιτική αξία της χώρας μας αυξάνεται κατακόρυφα.
Άρα, αν πράγματι, λόγω μεταλλάξεων στο διεθνές σύστημα ισχύος, η ΑΟΖ εξελιχθεί –τυπικά ή άτυπα, εν μέρει ή εν συνόλω– σε χώρο εθνικής κυριαρχίας, τότε η Ελλάδα ενδέχεται να βρεθεί ενώπιον ενός ακραίου διλήμματος: Ή θα κινηθεί προς τη δραστική της γεωπολιτική αναβάθμιση, ή θα κινδυνεύσει να απολέσει μέρος της εδαφικής της επικράτειας, μιας και αυτό θα βρεθεί να έχει ενσωματωθεί μέσα σε έναν χώρο τουρκικής εθνικής κυριαρχίας.
Βέβαια, αυτό το δίπολο είναι υπερβολικά υπεραπλουστευμένο και δύσκολα θα προκύψουν τόσο απόλυτες καταστάσεις. Ωστόσο, δια της υπερβολής αποσκοπεί να καταδείξει ότι ενδέχεται να βρεθούμε ενώπιον μιας πρωτοφανούς κατάστασης. Την οποία δεν θα είμαστε προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουμε αν συνεχίσουμε να ερμηνεύουμε το Δίκαιο της Θάλασσας ωσάν να ήταν ένα απόλυτο και στατικό μέγεθος. Είναι, όμως, μια δυναμική κατάσταση που διαμορφώνεται από την αλληλεπίδραση πολλών παραγόντων, με έναν εξ αυτών να είναι οι διεθνείς ισορροπίες ισχύος.

Γεωγραφία ισχύος

Με βάση όλα τα παραπάνω, η διαδικασία για την ανακήρυξη ΑΟΖ από πλευράς της Ελλάδας μάλλον θα πρέπει να επιταχυνθεί δραστικά για να μη βρεθούμε ενώπιον δυσάρεστων καταστάσεων στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον. Ωστόσο, κατά την άποψη του γράφοντος, το πιο σημαντικό είναι να διαμορφώσουμε μια γεωγραφία ισχύος που θα ενοποιεί τις αρχιπελαγικές δομές του Αιγαίου σε μια ενιαία γεωστρατηγική ενότητα, θα «απορροφά» τις θαλάσσιες εκτάσεις ανάμεσα στα νησιά και θα προσφέρει δραστικό πλεονέκτημα στη χώρα μας όσον αφορά την κυριαρχία στον συγκεκριμένο χώρο.
Με βάση τη λογική που περιγράψαμε πιο πάνω, η επίτευξη ενός τετελεσμένου στη γεωγραφία της ισχύος ενδέχεται να έχει σημαντική επίδραση, αργά ή γρήγορα, στη διαμόρφωση του διεθνούς δικαίου αναφορικά με το ποιος δικαιούται να κατέχει τη μια ή την άλλη θαλάσσια περιοχή.
Η επίτευξη αυτού του σκοπού μπορεί να ακούγεται ουτοπική για πολλούς, αλλά δεν είναι κατ’ ανάγκη έτσι. Αντιθέτως, οι σύγχρονες διεθνείς εξελίξεις στην επιστήμη και τεχνολογία του πολέμου συνδυάζονται με το ότι η χώρα μας πλεονεκτεί στο ότι κατέχει το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των νησιών του Αιγαίου, κάτι που της προσφέρει μια βάση έδρασης επάνω στην οποία μπορεί να αναπτύξει ένα «πολυπλέγμα» (complex-of-complexes) αντιπρόσβασης και άρνησης περιοχής (A2 / AD). Αυτό θα περιορίζει αποφασιστικά τις δυνατότητες δράσης των τουρκικών ναυτικών δυνάμεων.

Ανάγκη για αντισυμβατική σκέψη

Για παράδειγμα, η προσαρμογή στις ελληνικές συνθήκες δογμάτων και μεθοδολογιών του Στρατού των ΗΠΑ, όπως είναι η «Πολυχωρική Μάχη» (Multi Domain Battle) και τα «Διαχωρικά Πυρά» (Cross Domain Fires), μπορούν να διευκολύνουν σημαντικά την ανάπτυξη αυτών των πλεγμάτων. Το αν και πώς μπορεί να επιτευχθεί κάτι τέτοιο ξεφεύγει από τα όρια αυτού του κειμένου. Εν τούτοις, μπορούμε να πούμε ότι τα σχετικά συστήματα και τεχνολογίες υπάρχουν στη διεθνή αγορά και σε κάποιον βαθμό θα μπορούσαν να αναπτυχθούν και εγχωρίως.
Όσον δε αφορά τον κρίσιμο παράγοντα του κόστους, μια παρόμοια προσπάθεια μάλλον εντάσσεται στις εξαιρετικά περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες της σημερινής Ελλάδας. Για την ακρίβεια, θα μπορούσε ακόμη και να συνεισφέρει στη δημιουργία ενός οικονομικότερου στρατεύματος, σε βάθος χρόνου, απ’ ό,τι το σημερινό. Αυτό που πρωτίστως απαιτείται είναι φαντασία, αντισυμβατική σκέψη και στενή παρακολούθηση των διεθνών εξελίξεων στον χώρο της στρατιωτικής επιστήμης και τεχνολογίας.
Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι, αν δεν προχωρήσει η Ελλάδα στην ανάπτυξη μιας αρχιτεκτονικής ισχύος που θα καθιστά το Αιγαίο «ελληνική λίμνη», είναι πολύ πιθανόν ότι θα το πράξει η Τουρκία. Για την ακρίβεια, ήδη το πράττει. Το τρίπτυχο των μαχητικών αεροσκαφών F-35 Lightning II, του συστήματος αεράμυνας μεγάλου βεληνεκούς S-400 και μιας οικογένειας βαλλιστικών πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς, τουρκικής ανάπτυξης, στους οποίους στο μέλλον μπορεί να περιλαμβάνονται και κατευθυνόμενοι βαλλιστικοί πύραυλοι εναντίον πλοίων (ASBM), απειλεί να θέσει το Αιγαίο μέσα σε έναν θόλο άρνησης δράσης της ελληνικής αεροπορίας και του ελληνικού ναυτικού. Και αυτό, με ό,τι μπορεί να σημαίνει, σε βάθος χρόνου, για την εθνική κυριαρχία των δύο χωρών.

 *Ο Κωνσταντίνος Γρίβας είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Γεωπολιτικής στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Διδάσκει επίσης Γεωγραφία της Ασφάλειας στην ευρύτερη Μέση Ανατολή στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.


Τρίτη 7 Μαρτίου 2017

«ΕΥΡΩΠΗ ΠΟΛΛΩΝ ΤΑΧΥΤΗΤΩΝ»: ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΦΩΤΙΑ – ΑΝΟΙΓΕΙ ΤΟ ΚΟΥΤΙ ΤΗΣ ΠΑΝΔΩΡΑΣ;

Του Π.Ήφαιστου

 Οι συζητήσεις των για μια «Ευρώπη των πολλών ταχυτήτων» ενδέχεται να φέρει το οριστικό τέλος για την ΟΝΕ αλλά και για την ΕΕ στο σύνολό της. Το γεγονός ότι συζητείται «επισήμως» ή σε παρασυναγωγές μεγάλων κυρίως κρατών είναι ισχυρή ένδειξη ότι κάτι δεν πάει  καλά στο Βασίλειο της Δανιμαρκίας. [something is rotten in the state of Danmark: Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, Άμλετ].
Είναι πολιτικά επικίνδυνο εάν άτομα που κατέχουν θέσεις ευθύνης αλλά και οι πολίτες δεν γνωρίζουν ότι κάτω από τις ιδεαλιστικές διακηρύξεις το εγχείρημα της ΕΕ ήταν και συνεχίζει να είναι εξαιρετικά εύθραυστο, αμφίπλευρα κινούμενο και ουσιαστικά μονίμως σχοινοβατούσε πάνω στην κόψη του ξυραφιού. Το γεγονός ότι με σπασμωδικές κινήσεις κράτη-άσπονδοι φίλοι κινούνται προς ουσιαστική διάσπαση του εγχειρήματος υποδηλώνει το πόσο ανησυχητικές είναι οι υποβόσκουσες αντιθέσεις και τα ανυπέρβλητα προβλήματα.
Με τις σεισμικές πλάκες σε έντονη διέγερση λόγω νέων Αμερικανικών στρατηγικών προσανατολισμών, θανατηφόρων πληγμάτων λόγω ΟΝΕ κατά πολλών κρατών μελών, προσφυγικού προβλήματος, αστάθειας στις εγγύς περιφέρειες και μεγάλων στρατηγικών ανακατατάξεων στο πλανητικό επίπεδο, οι παρασυναγωγές μερικών μεγάλων κρατών για να στηθούν πολλές ταχύτητες και ιεραρχήσεις ισχύος θυμίζει α) την ρήση «τα παιδία παίζειν» και β) το μεγάλο έλλειμμα στρατηγικής σκέψης. Αντί τουλάχιστον καθυστερημένα –έπρεπε να γίνει αρχές του 1990– να γίνει μια μεγάλη Διάσκεψη για να συζητηθούν εις βάθος τα μεγάλα στρατηγικά και πολιτικοοικονομικά ζητήματα της μεταψυχροπολεμικής εποχής ηγέτες πολύ μικρού πολιτικού αναστήματος ροκανίζουν τα κλαριά πάνω στα οποία επισφαλώς κάθονται.
Για την Ελλάδα αυτές οι εξελίξεις είναι εξαιρετικά μεγάλης σημασίας, ιδιαίτερα εάν λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι χωρίς να υπάρχει ο παραμικρός λόγος –μερικά οικονομικά μέτρα πριν την κρίση ή μόλις διαφάνηκε το 2009-10 θα οδηγούσαν σε πολιτικοοικονομικό ορθολογισμό– εγχώριες ανίκανες «ηγεσίες» οδήγησαν την χώρα στην άβυσσο ανυπέρβλητων οικονομικών προβλημάτων. Αυτή η πολιτικοοικονομική καταβύθιση της Ελλάδας ενδέχεται να οδηγήσει σε μεγάλα αδιέξοδα και μεγάλους κινδύνους εάν όπως φαίνεται η διαδικασία ολοκλήρωσης οδηγηθεί σε κατακερματισμό, αναίρεση των νομιμοποιητικών της θεμελίων και ενίσχυση των ήδη πανίσχυρων φυγόκεντρων τάσεων.
Για να καταλάβουμε το πόσο σημαντικές είναι οι εξελίξεις απαιτείται να γίνει κατανοητό τι είναι αυτό που οι πολιτικές ηγεσίες της Ελλάδας και πολλοί επιστημονικοί φορείς δεν γνώριζαν. Ότι δηλαδή η ΕΕ δεν ήταν ένα ανθόσπαρτο πεδίο. Ήταν πάντα επισφαλές εγχείρημα και μετά το 1990 κινείται μέσα σε στρατηγικό και πολιτικό ναρκοπέδιο. Λόγω πολλών παθημάτων μιας χώρας, της Ελλάδας, που καθόταν πάνω σε ένα βουνό ψευδαισθήσεων και αφελών διεθνιστικών δογμάτων, κανείς θα ανέμενε πως πολιτικοί και επιστημονικοί φορείς αλλά και οι πολίτες θα φρόντιζαν να μάθουν το Α, Β, Γ … Ω κάποιων πραγμάτων. Να το κάνουμε σαφές: Πολλές συμφορές που μας πλήττουν και βάλε οφείλονται σε μεγάλο έλλειμα στοιχειώδους γνώσης. Άγνοιας του Αλφαβηταρίού της διεθνούς και ευρωπαϊκής πολιτικής.
Ένα περιβάλλον το οποίο είναι πλημμυρισμένο με διεθνισμούς και παγκοσμιόπληκτα ιδεολογήματα και θεωρήματα, δεν προσφέρεται για σοβαρή σκέψη, για διάβασμα που προσφέρει αληθινή γνώση και υιοθέτηση υπεύθυνων κα ορθολογιστικών στάσεων και θέσεων. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον το κράτος και η φιλοπατρία δεν μπορούν να είναι θέσφατα η δε κρατική ισχύς δεν θεωρείται προϋπόθεση ευημερίας, ασφάλειας και επιβίωσης. Στουρνάρια και κράχτες ιδεολογημάτων και θεωρημάτων, για να αναφερθεί ένα παράδειγμα, δεν θα μπορούσαν να δουν ότι η άκαιρη και άσκοπη ένταξη στην ΟΝΕ πριν γίνουμε ανταγωνιστικοί θα ήταν θανατηφόρα. Εάν δεν μάθουμε, έστω και την ύστατη στιγμή,  να σκεπτόμαστε και να λειτουργούμε πολιτικοοικονομικά και στρατηγικά ορθολογιστικά το μέλλον είναι δυσοίωνο.
Για να σταθούμε λίγο ακόμη στην Ελλάδα, μετά από πολλά παθήματα απαιτείται εν τέλει να γίνει κατανοητό ότι το εγχείρημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ποτέ δεν ήταν γραμμικό και μονοσήμαντο. Γραμμική και μονοσήμαντη ήταν η κυρίαρχη αντίληψη στην Ελλάδα εξ ου και η αλληλουχία φρικτών λαθών.
Το εγχείρημα της ολοκλήρωσης υποκινήθηκε από συγκεκριμένους λόγους, κυρίως τον φόβο νέου πολέμου μεταξύ των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Οι καταστροφές των δύο πολέμων, η συρρίκνωση της ισχύος των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων που έφερε το τέλος της αποικιοκρατίας, η ανάδυση δύο υπερδυνάμεων με μεγάλες οικονομίες, η απειλή της ΕΣΣΔ την οποία ο Στάλιν δεν έκρυβε και τα διλήμματα
ασφαλείας για την έκρηξη νέων ενδό-Ευρωπαϊκών πολέμων, καθώς και άλλα συναφή και συμπαρομαρτούντα, ήταν όλα γεγονότα και εξελίξεις που συνηγορούσαν για κάποιου είδους συνεργασία στην Δυτική Ευρώπη.
Τέσσερεις ήταν οι κύριες προσεγγίσεις. Οι τρεις συγγενείς ιδεαλιστικές/θεσμικές/οικονομιστικές προσεγγίσεις, δηλαδή ο φεντεραλισμός, ο λειτουργισμός και ο νεολειτουργισμός. Η τέταρτη, απέναντί τους, η διακυβερνητική προσέγγιση την οποία ενσάρκωσε με αναλύσεις και πολιτικά εμπράγματα ο Πρόεδρος Ντε Γκολ.
Παρά την παρωχημένη προσδοκία των 3 πρώτων ότι μέσα από ελιτιστικά προσδιορισμένους θεσμούς θα κατασκευαστεί μια υπερεθνική οικονομική ανθρωπολογία ως αναγκαία προϋπόθεση πολιτικής ένωσης, το 1957 άρχισε μια διαδικασία αποκλειστικά οικονομικής συνεργασίας με δημιουργία ενιαίου δασμολογίου, τελωνειακής ένωσης και κοινής αγοράς.
Σε κάθε περίπτωση, αυτή η οικονομική ολοκλήρωση όπως εξελίχθηκε δεν θα ήταν εφικτή εάν οι ΗΠΑ μετά το δόγμα Τρούμαν και την δημιουργία της Ατλαντικής Συμμαχίας δεν κάλυπτε στρατηγικά την Ευρώπη. Ακολούθησαν οι συμφωνίες του 1954-55 που κυριολεκτικά έδεσαν χειροπόδαρα το δυτικό γερμανικό κράτος της μεταπολεμικά διαιρεμένης Γερμανίας και η Διάσκεψη της Μεσσήνης και οι Συνθήκες του 1957 που δρομολόγησαν ένα αμιγώς οικονομικό εγχείρημα προικισμένο με συντονιστικούς υπερεθνικούς θεσμούς.
Το εγχείρημα μέσα στο Αμερικανικό στρατηγικό θερμοκήπιο εξελίχθηκε σε ένα μεγάλο πλαίσιο οικονομικής συνεργασίας και συγκρότησης ενός δικαιακού συστήματος ρύθμισής του (του «κοινοτικού κεκτημένου» ή acquis communautaire). Εκκολάφθηκε και διαμορφώθηκε, επαναλαμβάνεται και υπογραμμίζεται, μέσα στο Αμερικανικό στρατηγικό θερμοκήπιο. Η αμερικανική παρουσία δεν απέτρεπε μόνο την Σοβιετική απειλή αλλά επιπλέον κατεύναζε και σταθεροποιούσε τα στρατηγικά προβλήματα της Ευρώπης, ιδιαίτερα το «Γερμανικό ζήτημα».
Κανείς δεν κατανοεί τι συνέβη και πόσο μεγάλο λάθος ήταν το άλμα στο κενό του 1992 με την ΟΝΕ, εάν δεν κατανοήσει ότι το 1990 ο κόσμος εισήλθε σε μια μακρά μετάβαση που οδηγούσε στο αναδυόμενο πολυπολικό διεθνές σύστημα.
Οδηγούσε επίσης στην μετακίνηση του στρατηγικού κέντρου βάρους των ΗΠΑ λόγω μεγάλων και διαρκών πλανητικών ανακατανομών ισχύος.
Ο πρόεδρος Τραμπ και οι διακηρύξεις του προς την κατεύθυνση επαναπροσδιορισμού των στρατηγικών προσανατολισμών δεν είναι έκπληξη ή κεραυνός εν αιθρία. Το έβλεπαν ήδη από το 1990 όσοι δεν τυφλώθηκαν από την νηπιακών προδιαγραφών ιδεαλιστική ρητορική.
Αυτές τις ολοφάνερες τάσεις δεν τις πρόσεξαν πολλοί Ευρωπαίοι ηγέτες οι οποίοι εξ αντικειμένου αποτελούσαν μικρογραφία προγενέστερων ηγετικών μορφών της αμέσως μετά τον πόλεμο περιόδου.
Αυτό το έλλειμμα στρατηγικής σκέψης δεν είναι τυχαίο: Κάτω από αμερικανική στρατηγική κάλυψη, όλοι ασχολούνταν με την ελευθέρα κυκλοφορία των καταναλωτικών προϊόντων τους διοικητικούς μηχανισμούς στα πεδία της «χαμηλής πολιτικής». Το αποτέλεσμα ήταν να ατροφήσει η στρατηγική σκέψη στην Ευρώπη και η στρατηγική ανάλυση και αποφάσεις να μετατοπιστούν στις ΗΠΑ.
Συνεχίζοντας την συντομογραφική αναφορά σε αξονικά ζητήματα που θα διαταραχθούν εκ βάθρων εάν τελικά το εγχείρημα της ολοκλήρωσης οδηγηθεί σε πολλές ταχύτητες –στην πράξη βέβαια μετά το 1990 και περισσότερο μετά την κρίση– οι διαφορετικές ταχύτητες και οι ιεραρχήσεις ισχύος αποτελούν γεγονός– υπογραμμίζεται ότι η στρατηγική παράμετρος και η Αμερικανική στρατηγική κάλυψη είναι η μια όψη του νομίσματος.
Η άλλη  ονομάζεται πρόεδρος Ντε Γκολ. Συνοπτικά γιατί είναι ζητήματα που αναλύθηκαν σε εκτενέστερα κείμενα, ο Ντε Γκολ το 1966 επέβαλε τον «Συμβιβασμό του Λουξεμβούργου». Δηλαδή, ανεξαρτήτως τι λένε οι Συνθήκες για ψηφοφορίες κτλ, «να συζητούν μέχρι να συμφωνήσουν», δηλαδή ομόφωνες αποφάσεις. Αυτό οδήγησε σε μια κατάσταση που υπό τις περιστάσεις των δεκαετιών 1960-1980 παράλληλα με την Αμερικανική κάλυψη συγκροτήθηκε ένα ιδιόρρυθμο σύστημα.
Πρώτον, όλες οι αποφάσεις εφεξής ήταν ομόφωνες-συναινετικές. Αυτό γράψαμε στο παρελθόν, έστω και υπό τις ιδιόρρυθμες στρατηγικές συνθήκες που προαναφέραμε εξελίχθηκε ως η «κοσμοθεωρία της ΕΕ».
Τουτέστιν, όχι μόνο ισοτιμία αλλά και ισότητα ανεξαρτήτως μεγέθους και ισχύος των μελών. Οι αποφάσεις ήταν πιο αργές και βασανιστικές αλλά εμπεδωμένες και αποδεκτές. Ταυτόχρονα, είχαμε και μια ακόμη εξέλιξη, δηλαδή την έναρξη των Διακυβερνητικών Διασκέψεων και άλλων συναντήσεων αρχής γενομένης με το Συμβούλιο Αρχηγών.
Τα διακυβερνητικά όργανα  ενισχύθηκαν και τα υπερεθνικά όργανα είχαν μεν δυνατότητα πρωτοβουλιών πλην κατά βάση ήταν εντολοδόχοι των διακυβερνητικών οργάνων. Ενώ δηλαδή λειτουργικά η οικονομική ολοκλήρωση προχωρούσε ο διακυβερνητισμός υπερίσχυε.
Η Εθνική Ανεξαρτησία, η κρατική κυριαρχία, οι εθνικές πολιτικές παραδόσεις, οι πολιτισμοί και τα συστήματα εθνικής διανεμητικής δικαιοσύνης ενισχύθηκαν. Δηλαδή είχαμε τόσο οικονομική αλληλεξάρτηση όσο διακυβερνητική υπερίσχυση, υπό συνθήκες όμως συναινετικών αποφάσεων που εμπέδωναν την ισοτιμία ή ακόμη και την ισότητα. Σίγουρα αυτή η δομή όπως είχε εξελιχθεί μετά το 1966 ήταν το πλέον εμπεδωμένο αντί-ηγεμονικό σύστημα της σύγχρονης εποχής.
Δεύτερον, το όλο εγχείρημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, συνοψίζω, σχοινοβατούσε πάνω σε πολλά σχοινιά: Σχοινιά στρατηγικά στο επίπεδο της Ατλαντικής Συμμαχίας, σχοινιά υπερεθνικότητας / διακυβερνητισμού στο επίπεδο των Ευρωπαϊκών θεσμών, σχοινιά διεθνιστικής ιδεαλιστικής ρητορικής και εθνικών κοσμοθεωριών και σχοινιά κοινωνικών ισορροπιών ανάλογα με το πώς επενεργούσαν οι συναινετικές / ομόφωνες αποφάσεις ή εάν αυτές καταστρατηγούνταν οδηγώντας σε εντάσεις. Ένωση ποτέ δεν υπήρξε.
Αυτό που είχαμε ήταν μια ρευστή και εύπλαστη ενοποιητική διαδικασία υπό συνθήκες διακυβερνητικών αποφάσεων και όχι κάποια Ένωση όπως πολλές ιδεαλιστικές διακηρύξεις άφηναν να εννοηθεί. Βέβαια, για αποφυγή κάθε παρανόησης, το κεκτημένο της οικονομικής συνεργασίας ήταν και συνεχίζει να είναι πολύ σημαντικό, εξ ου και ένα σημαντικό επιχείρημα μετά το 1990 ήταν ότι πρώτιστο μέλημα για την Ευρώπή όχι να κάνει άλματα (στο κενό) αλλά να διασφαλίσει το κεκτημένο αυτό.
Τρίτον, αρχές της δεκαετίας του 1970 κυρίως γύρω από την «έκθεση Tindemans» έγιναν αντίστοιχες με τις σημερινές σκέψεις για μια «Ευρώπη των πολλών ταχυτήτων». Οι σκέψεις αυτές συζητήθηκαν εκτεταμένα και εγκαταλείφθηκαν τάχιστα και αιτιολογημένα.
Αυτό γιατί ένα εγχείρημα που παραφουσκώθηκε εξαρχής με ιδεαλιστικές διακηρύξεις μια ιεράρχηση στην βάση ισχύος αφενός θα αποδυνάμωνε την προαναφερθείσα κοσμοθεωρία των συναινετικών αποφάσεων που λειτουργούσε συνεκτικά και αφετέρου θα οδηγούσε σε εντάσεις τόσο μεταξύ των ισχυρών κρατών-μελών όσο και μεταξύ των ισχυρών και των λιγότερο ισχυρών κρατών.
Αποφάσισαν, όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε τότε, να μην παίξουν με την φωτιά καθότι τέτοια βήματα θα διασπούσαν το εγχείρημα πνευματικά, πολιτικά και οικονομικά.
Ουσιαστικά, μπροστά σε αυτά τα μεγάλα διλήμματα τα κράτη-μέλη επαναπαύθηκαν στην πολυτέλεια της Αμερικανικής στρατηγικής κάλυψης και περιορίστηκαν σε ένα αυστηρά διακυβερνητικό συντονισμό στα πεδία της εξωτερικής πολιτικής. Και αυτό, πάλι, υπό Αμερικανική εποπτεία (συμφωνία Gymnich 1974). Στα οικονομικά και θεσμικά πεδία επικράτησε το «καλύτερα σιγά παρά γρήγορα και επικίνδυνα». Τελικά βέβαια, η κοσμοθεωρία της ισοτιμίας εμπεδώθηκε και εδραιώθηκε και αυτό που διακυβεύεται μετά το 1992 και εντονότερα σήμερα είναι κατά πόσο πλήττεται οπότε το μέλλον του κοινοτικού εγχειρήματος είναι εξαιρετικά αβέβαιο.
Τέταρτον, αυτές οι σχοινοβασίες όπως είναι αναμενόμενο βρέθηκαν σε αναταράξεις το 1989-92 όταν εν μέσω καταιγιστικών στρατηγικών εξελίξεων λόγω τέλους του Ψυχρού Πολέμου, της Αμερικανικής Νέας Τάξης, της Γερμανικής επανένωσης και των κρίσεων στις περιφέρειες, οδήγησαν ακόμη και σε στρατιωτικές προετοιμασίες στις σχέσεις μεταξύ των μεγάλων Ευρωπαϊκών Δυνάμεων.
Συντομεύουμε λέγοντας ότι αφενός οι ΗΠΑ την δεκαετία του 1990 διαιώνισαν προσωρινά την στρατηγική παρουσία με αντάλλαγμα οι Ευρωπαίοι να τους «βοηθούν» στις «επεμβάσεις» για τα «ανθρώπινα» δικαιώματα. Επιπλέον, οι Γάλλοι, σπασμωδικά και απελπισμένα, το 1991 δέχθηκαν το τετελεσμένο της Γερμανικής επανένωσης με όρο την δημιουργία της ΟΝΕ.
Πέμπτο, όλα αυτά δεν μπορούσαν παρά να οδηγήσουν σε στρατηγικό και πολιτικοοικονομικό ανορθολογισμό που υπονόμευαν τα κεκτημένα στα οποία αναφερθήκαμε πιο πάνω.
Υπενθυμίζουμε ότι οι Γάλλοι επί δεκαετίες αξίωναν Ευρωπαϊκή νομισματική επιτροπή για να ελέγχει την Κεντρική Τράπεζα της οικονομικά πανίσχυρης Γερμανίας. Αντί αυτού οι ιδεαλιστικές απογειώσεις των Ντε Λορ και άλλων οδήγησαν στην … Ένωση. Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) και Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ).
Χαρακτηριστικά ο τότε Βρετανός Υπουργός Εξωτερικών αποχώρησε λέγοντας: ονομάστε την όπως θέλετε «ένωση» δεν θα είναι και το ΗΒ δεν συμμετείχε στην ΟΝΕ.
Καταλήγοντας επισημαίνουμε ότι μετά τον Ψυχρό Πόλεμο αντί μιας μεγάλης Διάσκεψης για να μιλήσουν στρατηγικά, τα κράτη της Ευρώπης έκτιζαν τον ένα πύργο μετά τον άλλο πάνω στην κινούμενη στρατηγική άμμο της μεταψυχροπολεμικής περιόδου.
Ήδη τέλος της δεκαετίας του 1990 οι πρωτεργάτες της ΟΝΕ έλεγαν ότι απέτυχε πλην τα στουρνάρια!! στην Αθήνα (δικαιολογούνται αυτά τα σκληρά υπονοούμενα λόγω των φρικτών κα θανατηφόρων πληγμάτων κατά της Ελληνικήςκοινωνίας), αγράμματα και πελατειακά περιπλεγμένα όπως ήταν, συν πολύ απασχολημένοι με παρελάσεις πάνω σε κοινωνικοπολιτικές, τηλεοπτικές και επιστημονικές πασαρέλες, ουδέν άκουαν.
Προκάλεσαν το μοιραίο: Επειδή για όποιον είχε μάτια μπορούσε να δει ότι η Ελλάδα «δεν θα αντέξει τον ανταγωνισμό, το «κλείδωμα» στην ΟΝΕ (αναμενόμενα αυτό) θα μετατραπεί σε φυλακή χωρίς δυνατότητα απόδρασης.» (ΟΝΕ: Ο μηχανισμός της καταστροφής και έγκαιρες προειδοποιήσεις http://wp.me/p3OlPy-CS). Όσοι βέβαια τολμούσαν να λένε αυτό που απορρέει από την στοιχειώδη γνώση του Αλφαβηταρίου, γίνονταν στόχος «δολοφονίας χαρακτήρα» από ετοιμοπόλεμους του παρακμασμένου πολιτικοοικονομικού και επικοινωνιακού συστήματος. Αυτό δεν εκπλήττει. Αυτό που εκπλήττει είναι ότι τα ίδια ισχύουν και μετά το 2010 ενώ ο καθείς πρέπει να γνωρίζει ποιοι είναι οι δράστες της συμφοράς.
Ολοκληρώνουμε λοιπόν λέγοντας πως το γεγονός ότι οι ηγέτες μεγάλων κρατών μιλούν για πολλές ταχύτητες είναι μείζον ζήτημα και προοίμιο πολλών άλλων εξελίξεων. Βασικά δυναμώνουν γνωστές φυγόκεντρες τάσεις και αποτελούν εξελίξεις που επιταχύνουν ριζικές αλλαγές στην Ευρώπη.
Ολοφάνερα η Ευρώπη μετασχηματίζεται ραγδαία προς την κατεύθυνση ιεράρχησης των πραγμάτων όχι στην βάση της επί μακρόν διακηρυγμένης κοινοτικής αλληλεγγύης, ισοτιμίας και ισότητας αλλά στην βάση κριτηρίων ισχύος. Όμως, όπως είπαμε άλλα κριτήρια και παράγοντες είναι που συγκροτούσαν και συγκρατούσαν το εγχείρημα.
Τα πράγματα όπως εξελίσσονται αποτελούν την λογική απόληξη καταστάσεων που δημιουργήθηκαν λόγω λανθασμένων αποφάσεων την δεκαετία του 1990.
Όμως, και για μια σειρά άλλων λόγων. Αφορούν την Αμερικανική στρατηγική η οποία υπό τον νέο πρόεδρο προσανατολίζεται διαφορετικά αναζητώντας νέες πλανητικές ισορροπίες, για την ωρίμανση της Γερμανικής ισχύος (την οποία ούτε οι ίδιοι οι Γερμανοί δεν ξέρουν πως θα διαχειριστούν), για την σχεδόν βεβαία μετάλλαξη ή τερματισμό της ΟΝΕ, για το μείζον ζήτημα των νέων στρατηγικών ελιγμών του Λονδίνου (Brexit το λένε αλλά δεν είναι κάτι πολύ ευρύτερο φέρνει) και ασφαλώς για την σταδιακή κίνηση προς νέες ισορροπίες με την Ρωσία, στις περιφέρειες και στις σχέσεις των μεγάλων δυνάμεων πλανητικά.
Η Ευρώπη για κάθε ένα που έχει μάτια βλέπει ότι είναι πλέον ένα στρατηγικό και πολιτικό σκορποχώρι. Απλά η κίνηση προς την «Ευρώπη των πολλών ταχυτήτων» καταμαρτυρεί απίστευτη στρατηγική επιπολαιότητα, έλλειμμα στρατηγικής σκέψης και αβάστακτο πολιτικοοικονομικό ορθολογισμό.
Πολλές ταχύτητες και ιεραρχήσεις ισχύος σημαίνουν επάνοδο στην λογική της άνισης ανάπτυξης εντός ενός πεδίου  κρατών διαφορετικού μεγέθους, διαφορετικής ισχύος και διαφορετικών οικονομικών δυνατοτήτων. Σε ένα τέτοιο πεδίο μόνο ισορροπία δυνάμεων μπορεί να διασφαλίσει την σταθερότητα και η ανάπτυξη ανισοτήτων και ανισορροπιών οδηγεί μαθηματικά στην αστάθεια. Αυτό λέει η διακρατική εμπειρία και μάλιστα πρωτίστως η όχι και τόσο μακρινή Ευρωπαϊκή εμπειρία.
Οι πνευματικές, ψυχολογικές και υλικές συνιστώσες οι οποίες μαζί με την στρατηγική σταθερότητα που πρόσφεραν οι ΗΠΑ λειτουργούσαν συνεκτικά και νομιμοποιητικά, κυριολεκτικά θα τιναχθούν στον αέρα εάν το ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα αναδομηθεί, συγκροτηθεί και ιεραρχηθεί στην βάση των διαφορών, της ισχύος και των ηγεμονικών συμφερόντων.
Η λογική της άνισης ανάπτυξης, το κυριότερο δηλαδή δίλημμα πολέμου, θα εξαλείψει την «κοσμοθεωρία» της συνύπαρξης μέσα σε μια πολιτικοοικονομική δομή ισότιμων κρατών μελών τα οποία με την πρακτική των ομόφωνων/συναινετικών αποφάσεων μετά το 1966 εμπράγματα συναλλάσσονταν ως ίσα ανεξαρτήτως ισχύος.
Θεμελιώδη κριτήρια και παράγοντες της μεταπολεμικής δομής θα τεθούν υπό αίρεση ή θα παύσουν να ισχύουν με αποτέλεσμα να ανοιχθεί το κουτί της Πανδώρας των αιτιών πολέμου που πάντα υπέβοσκαν στα θεμέλια.
Κοινότητα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς
  • προσδοκίες για οικονομική αλληλεγγύη,
  • προυποθέσεις για σμίλευση κοινού μετώπου έναντι τρίτων στα οικονομικά πεδία,
  • πρακτικών διαφάνειας και προβλέψιμων συμπεριφορών που μειώνουν τον φόβο της (διακρατικής) πολιτικοοικονομικής εξαπάτησης,
  • προϋποθέσεις διακρατικής δημοκρατίας που διασφάλιζαν οι μετά το 1966 πρακτικές των ομόφωνων/συναινετικών αποφάσεων,
  • προϋποθέσεις απουσίας ηγεμονικών συμπεριφορών που οφείλονταν όπως είπαμε στις ομόφωνες/συναινετικές αποφάσεις μετά το 1966
  • προσδοκίες ότι δεν κινδυνεύει το επί δεκαετίες σταθεροποιημένο νομικό, οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο συνεργασίας,
  • προϋποθέσεις που διασφαλίζουν τους εθνικούς πολιτισμούς, τις εθνικές ταυτότητες και την εθνική ανεξαρτησία των κρατών-μελών
  • προϋποθέσεις ίσων όρων σμίλευσης κοινών συμφερόντων και διαπραγμάτευσης στην βάση αυτή με τρίτους
  • προϋποθέσεις που θρέφουν εμπράγματα το αίσθημα των μελών ότι η συμμετοχή τους στην Κοινότητα τα ενδυναμώνει και τα καθιστά ανταγωνιστικά στην ανελέητα ανταγωνιστική διεθνή πολιτική.

Πολλές θεσμικές, πολιτικές, οικονομικές και άλλες ταχύτητες τινάζουν όλες αυτές και άλλες συναφείς προϋποθέσεις που συγκροτούσαν μια κάποια «Ευρωπαϊκή ιδέα» που συνηγορούσε με την άποψη πως η συμμετοχή στην Κοινότητα ενισχύει, διασφαλίζει και διαφυλάττει μια θεσμική και πολιτικοοικονομική δομή συνεργασίας. Μείζον, αξονικό και κεντρικό, επαναλαμβάνεται ξανά, είναι η κοινοτική μέθοδος νοούμενη ως συναινετικές/ομόφωνες αποφάσεις μέσα σε μια δομή όπου υπάρχουν υπερεθνικοί θεσμοί πλην είναι ουσιαστικά εντολοδόχοι και όπου απουσιάζουν ιεραρχήσεις με όρους ισχύος και δη ηγεμονικής.
Ολοκληρώνουμε υπογραμμίζοντας: Πολλές ταχύτητες στην βάση ιεραρχήσεων ισχύος σημαίνει ηγεμονισμό, ηγεμονισμός και κοινοτισμός είναι έννοιες ασυμβίβαστες και δολοφονούν τον δεύτερο, στην προκειμένη περίπτωση το εγχείρημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και το ευρωπαϊκό διακρατικό σύστημα επανέρχεται στις πρακτικές της ισορροπίας δυνάμεων και των συνεχών εξισορροπήσεων τις οποίες το εγχείρημα της ολοκλήρωσης είχε ως κύριο σκοπό να τερματίσει.

Πηγή 

Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2017

Η Τουρκία αναμένει να διαπράξουμε το μοιραίο λάθος - Ανάλυση

Γράφει ο Παναγιώτης Ήφαιστος,
Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων, Στρατηγικής Θεωρίας 



Προχωρώ σε στοιχειώδεις αναφορές για το μείζον ζήτημα των απειλών χαμηλής έντασης. Στο τέλος σε τρία παραρτήματα συμπεριλαμβάνω εξίσου στοιχειώδεις αναφορές για το ζήτημα του ελέγχου της κλιμάκωσης, της αξιοπιστίας μιας αποτρεπτικής στρατηγικής και της έννοιας του σχετικού συμφέροντος στην αποτρεπτική στρατηγική.

Η συντρέχουσα ένταση στις σχέσεις Ελλάδας – Τουρκίας μπορεί να θεωρηθεί ότι ενέχει, μεταξύ άλλων, τρεις κύριες πτυχές.
  • Πρώτον, μια αδιάκοπη αναθεωρητική απειλή πολλών δεκαετιών.
  • Δεύτερον, μια εδραιωμένη πλέον Τουρκική αντίληψη ότι η Ελλάδα κατευνάζει, ότι προσφέρεται για επίδειξη δυνάμεως και ότι διαμέσου επίδειξης ισχύος στα πεδία απειλών χαμηλής έντασης κυρίως στο Αιγαίο και στην Θράκη.
  • Τρίτον, η επίδειξη αποδιοργάνωσης, ελλείμματος συντονισμού και άσκοπων επικίνδυνων ελιγμών του Κύπριου προέδρου ενδέχεται να έπεισε την Άγκυρα ότι ήλθε η στιγμή να ελέγξει όλη την Κύπρο μέσω ενός τουρκικού κράτους εντός ενός κρατιδίου πλέον τις τύχες του οποίου θα διαχειρίζεται με τις ευκαιρίες που θα της προσφέρουν οι τερατώδεις κρατικές ρυθμίσεις που ήδη δεχθήκαμε ή μισο-δεχθήκαμε.
Το «τρίξιμο των δοντιών», λοιπόν, είναι απολύτως αναμενόμενο και η Τουρκία αναμένει να διαπράξουμε στην Κύπρο το μοιραίο λάθος που θα ανατρέψει τους συσχετισμούς. Εκεί δηλαδή που η Τουρκία σχοινοβατεί πάνω στην κόψη του ξυραφιού εάν εμείς δεχθούμε να διαλύσουμε την Κυπριακή Δημοκρατία θα επιτύχει μια γιγαντιαία γεωπολιτική αναβάθμιση που θα αλλάξει τις παραστάσεις και τις αποφάσεις όλων των άλλων δρώντων.

Με αυτά κατά νου όσον αφορά τα γεγονότα που συντρέχουν, εκλαμβάνεται ως δεδομένο πως η κυριότερη απειλή κατά της Ελλάδας προέρχεται από την Τουρκία. Ο κίνδυνος πολέμου είναι διαρκής και μόνο μια αποτελεσματική στρατηγική τον αποτρέπει συνάμα αποτρέπει εκπλήρωση διαμέσου απειλητικών παραστάσεων ή και επίθεσης χαμηλής έντασης να επιτύχει το μείζον των αναθεωρητικών επιδιώξεων στην Κύπρο, στο Αιγαίο και στην Θράκη. Η αποτρεπτική στρατηγική της Ελλάδας, κατά συνέπεια, απαιτείται να αποσκοπεί όχι μόνον στην αποτροπή μιας γενικευμένης σύρραξης αλλά και στην αποφυγή εκπλήρωσης μικρών ή μεσαίων πολιτικών στόχων της Τουρκίας τους οποίους οι ηγέτες της αντίπαλης χώρας επιδιώκουν να εκπληρώσουν με απειλές ή ενέργειες «χαμηλής έντασης».

Δεν έχουμε μόνο άμεση, όπως λέμε στην στρατηγική ανάλυση, αποτροπή. Δηλαδή, η Τουρκία δεν περιορίζεται στον σχεδιασμό εκτέλεσης επιθετικών ενεργειών οι οποίες δυνατό να εκδηλωθούν ανά πάσα στιγμή. Παρά το ότι η ηρωική ανασχετική ορμή και οι δεξιότητες των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων συγκρατούν το χειρότερο, απαιτείται να εκτιμήσουμε το γεγονός πως με όρους στρατηγικής θεωρίας η Ελληνική αποτρεπτική στρατηγική έχει από καιρό, μερικώς τουλάχιστον, αποδυναμωθεί εάν όχι καταρρεύσει. Αυτό γιατί η Τουρκία πέρασε το φράγμα των δηλωτικών απειλητικών παραστάσεων και προχώρησε σε ενέργειες οι οποίες, με τον ένα ή άλλο τρόπο, αλλάζουν το εδαφικό και κυριαρχικό καθεστώς εις βάρος της Ελλάδας. Έστω και εάν δεν έχει συνειδητοποιηθεί πλήρως, η αντιπαράθεση Ελλάδας – Τουρκίας έχει από καιρό εισέλθει σε κατάσταση η οποία στην θεωρία της αποτροπής ονομάζεται «ενδοπολεμική αποτροπή» (“intrawar deterrence”). Που είναι τα σύνορα στο Αιγαίο παρά τις πρόνοιες του διεθνούς δικαίου, τι γίνεται στην Θράκη και τι πάει να γίνει στην Κύπρο όπου η αποδοχή των τετελεσμένων σημαίνει και οριστική ένταξη της Μεγαλονήσου στα πεδία της Τουρκικής επικυριαρχίας.
Μετά το 1973 η Τουρκική απειλή αναπτύσσεται σε τρία διαφορετικά αλλά αλληλένδετα επίπεδα:

Πρώτον, απειλή γενικευμένης επίθεσης, είτε (το πιο πιθανό) με εκτέλεση ενός συντριπτικού «πρώτου κτυπήματος». Αυτό μπορεί να συμβεί εάν ανοίξει παράθυρο ευκαιρίας ή εάν οι Τούρκοι πιστέψουν ότι οι Ελληνικές ΕΔ, κάτι απίθανο, δεν έχουν επιτελικά σχέδια. Εάν επίσης πολιτικές και διπλωματικές συνθήκες το επιτρέπουν και εάν εσωτερικά καταρρεύσουμε λόγω οικονομικής κρίσης και πιθανής –πολύ πιθανής πλέον– κοινωνικής εξέγερσης. Τόσο πιο πιθανό γίνεται αυτό το ενδεχόμενο όσο περισσότερο πιστέψουν ότι εμείς θα σταματήσουμε χωρίς να προχωρήσουμε σε γενικευμένη σύρραξη. Πριν πολλά χρόνια, εξηγήσαμε σε πολύ σκληρή παρέμβαση ότι το ανακοινωθέν από τον κ Τζοχατζόπουλο όταν ήταν υπουργός άμυνας «δόγμα ισοδύναμων αποτελεσμάτων», αποτελούσε μια απίστευτα ανεύθυνη θέση που ισοδυναμούσε για πρόσκληση πρώτου Τουρκικού πλήγματος και εκπλήρωσης του πλείστου των τουρκικών αναθεωρητικών επιδιώξεων.

Δεύτερον, απειλές «ενδιάμεσης έντασης» και διαφόρων επιπέδων, όπως στην Κύπρο το 1974, στα Ίμια το 1996 (οι συντρέχουσες καθημερινές παραβιάσεις στο Αιγαίο είναι μια δοκιμαστική απόχρωση τέτοιων ενεργειών). Αυτό το ενδεχόμενο, εάν οι Τούρκοι το κρίνουν εφικτό και μικρού κόστους, μπορεί να συνδυαστεί με το πρώτο, μια δηλαδή καταρχήν επιδίωξη συντριπτικού αποδυναμωτικού πρώτου πλήγματος. Μερικές φορές ακούμε από επίσημα χείλη και μάλιστα πολύ ικανών παραγόντων, ότι οι Τούρκοι δεν έχουν κάνει ένα θερμό επεισόδιο. Διαφωνούμε. Η εκατέρωθεν συλλογιστική δεν εντάσσεται σε μια τέτοια λογική και η κατάσταση των πολιτικών και στρατιωτικών σχέσεων της Ελλάδας με την Τουρκία δεν κρίνεται έτσι.

Τρίτον, συνεχιζόμενες αναθεωρητικές αξιώσεις, απειλές πολέμου, casus Belli και άλλες εχθρικές ενέργειες που αποβλέπουν: 1) στο να επηρεάσουν την ελληνική πολιτική βούληση, 2) στο να εθίσουν την τουρκική, ελληνική και διεθνή κοινή γνώμη στην «ύπαρξη διαφορών», 3) στο να δημιουργήσουν τις ψυχολογικές και πολιτικές συνθήκες που θα ευνοούν στην εκπλήρωση «ενδιάμεσων στόχων» και που θα καταστήσουν φυσική-φυσιολογική ενέργεια ενδεχόμενη γενικευμένη επίθεση, ακόμη και στο πλαίσιο ενός μαζικού «πρώτου κτυπήματος», 4) στο να προετοιμάσουν το έδαφος στην διεθνή διπλωματία ούτως ώστε να γίνει περισσότερο αποδεκτό –εάν λάβει χώρα– ένα πρώτο καταστροφικό κτύπημα κατά των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων και άλλων ελληνικών ζωτικών στόχων.

Η Τουρκική απειλή στοχεύει τόσο την ελληνική πολιτική βούληση (αποδοχή της ιδέας πως η Τουρκία αποτελεί φυσικό περιφερειακό ηγεμόνα) όσο και την ελληνική εδαφική και κυριαρχική επικράτεια. Όσον αφορά το τελευταίο σημείο, δεν είναι δυνατό –και ούτε είναι ορθό– να προσδιοριστούν με ακρίβεια οι Τουρκικές επιδιώξεις. Η Τουρκική απειλή εδώ και πολύ καιρό πληροί όλα τα κριτήρια αυτού που στην στρατηγική θεωρία ονομάζεται “απέραντη απειλή”. Δηλαδή, δεν προσδιορίζεται και οροθετείται επακριβώς, οπότε παραμένει ανοικτό το ενδεχόμενο να εκπληρωθούν μεγάλος αριθμός στόχων ανάλογα με τις δυνατότητες και τις ευκαιρίες που –κατά περίπτωση– θα υπάρξουν. Ενδεικτικά, θα μπορούσε να συμπεριλαμβάνει «γκρίζες ζώνες», κατάληψη απομακρυσμένων ελληνικών εδαφών, έλεγχο ελληνικού κυριαρχικού χώρου και κατάληψη μέρους της μη κατεχόμενης Κύπρου ή και όλης της Κύπρου, ιδιαίτερα εάν δεχθούμε όχι μόνο διάλυση της ΚΔ αλλά και «μεταβατική» παρουσία στρατευμάτων.

Είναι φυσικό πως για όλα τα πιο πάνω και τα υπόλοιπα πιθανά σενάρια θα πρέπει να υπάρχουν αντίστοιχα εναλλακτικά στρατιωτικά-διπλωματικά σενάρια αποτροπής τους και αντιμετώπισής τους / ανατροπής τους εάν εκτελεστούν. Στην βάση των πιο πάνω, η διαχείριση των κρίσεων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας εμπεριέχει πολλές ιδιομορφίες και ιδιαιτερότητες. Η μη αποδοχή των τετελεσμένων και ενέργειες όπως οι συνεχείς αναχαιτίσεις εχθρικών αεροσκαφών στο Αιγαίο αποτελούν μεν μια μικρή αντίσταση πλην δεν αναιρούν τις δυνατότητες τις Τουρκίας για αθροιστική εκπλήρωση των τακτικών και στρατηγικών της στόχων. Ενώ η ελληνική αποτρεπτική στρατηγική και η διαχείριση κρίσεων πρέπει να ακυρώνει την επιδίωξη σταδιακών κερδών που θα ισοδυναμούν, μακροχρόνια, με νικηφόρο επιθετικό τουρκικό πόλεμο, η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να μην καιροφυλακτεί για την αποτροπή του χείριστου. Η αποτροπή του χείριστου είναι ούτως ή άλλως άρρητα συνδεδεμένη με την αποτροπή απειλών χαμηλότερης έντασης.

Το χείριστο είναι, είτε στο πλαίσιο της κλιμάκωσης μιας κρίσης είτε αιφνιδιαστικά, να δεχτεί ένα συντριπτικό στρατιωτικό πλήγμα, το οποίο, είναι μεν δύσκολο αλλά η Τουρκία δεν θα δίσταζε να το εκτελέσει εάν υπάρξει στρατιωτικό και πολιτικό «παράθυρο ευκαιρίας». Η υπόθεση αυτή στηρίζεται στην εκτίμηση πως οι Τούρκοι ηγέτες και η Τουρκική κοινωνία θεωρούν την Ελλάδα το μεγάλο εμπόδιο στην εκπλήρωση των διακηρυγμένων ηγεμονικών «οραμάτων». Αυτό το εμπόδιο εξουδετερώνεται μόνον εάν ακυρωθεί η ελληνική δυνατότητα διαχρονικής αντίστασης, δηλαδή μόνον εάν πληγεί καίρια η ελληνική οικονομία και οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις. Μπορούμε να το πούμε και διαφορετικά: Ενώ πάντα αυτό ίσχυε, οι αποτυχίες της Τουρκίας τα τελευταία χρόνια και τα εσωτερικά της προβλήματα ενδέχεται να καθιστούν ελκυστικό για την Άγκυρα το ενδεχόμενο ευκαιρίας δοθείσης να συντρίψουν το Ελληνικό κράτος με ένα αιφνιδιαστικό πρώτο πλήγμα. Κάτι τέτοιο δεν είναι συναισθηματικό ζήτημα αλλά κάτι που αφορά στρατηγικούς σχεδιασμούς και μακρόχρονους αναθεωρητικούς σκοπούς.

Χωρίς να επεκταθούμε περαιτέρω καθότι δεν είναι ο σκοπός του παρόντος να δώσει μια συνολική εκτίμηση των πραγμάτων, κάνουμε σαφές ότι οι Ελληνικές Ένοπλες δυνάμεις δεν μπορεί να μην γνωρίζουν ότι η Τουρκία είναι πολύ αποδυναμωμένη στρατιωτικά, συμμαχικά και κοινωνικά και ότι στην διελκυστίνδα ικανότητας – απειλής – μπλόφας η τελευταία λογικά είναι μεγάλη. Να μην ξεχνούμε όμως ότι πάγιο κριτήριο γενικότερα αποδεκτό είναι πως μια στρατηγική τόσο πιο επιτυχημένη είναι όσο περισσότερο κατορθώνει να εκπληρώνει μπλοφάροντας. Αυτό γιατί όταν κερδίζεις μπλοφάροντας το κόστος είναι πολύ μικρότερο. Η σωστή εάν όχι εκτιμημένη με μαθηματική ακρίβεια τουρκική απειλή είναι κύρια αποστολή όλων των Ενόπλων δυνάμεων. Τα σύνορα μεταξύ ικανότητας, απειλής και μπλόφας είναι πάντα θολά και ένα κράτος οφείλει ούτε να εκτίθεται σε ανορθολογικές συρράξεις ούτε να δέχεται οδυνηρές υποχωρήσεις λόγω μπλόφας του αντιπάλου.

Παράρτημα Ι. Απειλή, κλιμάκωση και διαλεκτική σχέση των διαφόρων επιπέδων 
Πιο πάνω αναφέρθηκα στο «ισοδύναμο αποτέλεσμα», στην αποτροπή μεγάλης σύρραξης και αποτροπή πρώτου κτυπήματος. Κρίνω σκόπιμο να πω μερικά ακόμη λόγια. Η ικανότητά μας να αποτρέψουμε μια απειλή χαμηλής έντασης συναρτάται άμεσα με την ικανότητά μας να αποτρέψουμε ένα γενικευμένο πόλεμο. Γι’ αυτό εάν με οποιονδήποτε τρόπο – υπονοούμενο ή έκδηλα διατυπωμένο – αποσυνδέσουμε την αποτροπή γενικευμένης σύρραξης από την αποτροπή απειλών χαμηλότερης έντασης ισοδυναμεί με επιδείνωση της αποτρεπτικής μας θέσης. Ασφαλώς, αυτή η θέση θα ήταν περιττή εάν είμαστε πολύ ισχυρότεροι από τον αντίπαλο οπότε η απειλή τιμωρίας κάθε μορφής επίθεσης θα είναι πολύ ή και πλήρως αποτρεπτική. Όμως, επειδή για την Ελλάδα κάτι τέτοιο είναι ιδεατό, θα πρέπει να περιορίσουμε τους συλλογισμούς μας στην ανάλυση τριών αλληλένδετων καταστάσεων:
1. 
αποτροπή γενικευμένου πολέμου (μεγάλη σύρραξη, μεγάλη επίθεση).
2. αποτροπή επεισοδίων ενδιάμεσης έντασης (οτιδήποτε στο ενδιάμεσο διάστημα μεταξύ μεγάλης σύρραξης και τοπικής σύρραξης).
3. αποτροπή χαμηλής έντασης (μικρά συνοριακά επεισόδια ή αψιμαχίες).

Εάν θελήσουμε να καλύψουμε όλα ανεξαιρέτως τα ενδεχόμενα θα έπρεπε να συμπεριλάβουμε και άλλες περιπτώσεις όπως η παραβίαση του εναέριου και θαλάσσιου χώρου της Ελλάδας, και η εναντίον μας εκτόξευση απειλών οι οποίες αμφισβητούν το status quo, καθώς και τις απειλές χρήσης βίας (casus belli). Η τουρκικές ενέργειες σ’ αυτό το φάσμα απειλών ροκανίζουν την αξιοπιστία της αποτρεπτικής μας στρατηγικής. Στο ίδιο πλαίσιο, η αποτροπή της απειλής πρώτου συντριπτικού κτυπήματος πρέπει να είναι μόνιμη έγνοια των Γενικού Επιτελείου.
Για το θέμα αυτό θα μπορούσε να διατυπωθεί η εξής θέση: ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης οπότε ένα τέτοιο ενδεχόμενο είναι πολύ πιθανό, πρέπει να πειστεί ο αντίπαλος πως έστω και αν μας αιφνιδιάσει θα μας απομείνουν αρκετές δυνάμεις για να αντεπιτεθούμε και να του προκαλέσουμε πολύ υψηλό κόστος. Αυτό σίγουρα θα τον αποτρέψει, ιδιαίτερα στην παρούσα επισφαλή κατάσταση στην οποία βρίσκεται η Τουρκία. Σε μια τέτοια αποτρεπτική λογική κύριοι στόχοι είναι ζωτικά συμφέροντα του απειλούντος που θέτουν σε κίνδυνο την επιβίωσή του και την συνοχή του.

Ο τρόπος που η αποτροπή γενικευμένης σύρραξης συνδέεται με την αποτροπή απειλών χαμηλότερης έντασης είναι ο εξής: Η απειλή με ισοδύναμο ή περίπου ισοδύναμο κόστος θα μπορούσε να εκτιμηθεί (έστω και λανθασμένα) από τον αντίπαλο ως ανεκτό, ενώ ελάχιστα περιθώρια θα είχε να κάνει τους ίδιους υπολογισμούς ως προς το κόστος μιας γενικευμένης σύρραξης. Επομένως, αυτό που μετρά αποτρεπτικά δεν είναι το προβαλλόμενο κόστος «μικρής έντασης» αλλά το ενδεχόμενο πως η σύρραξη θα μπορούσε να κλιμακωθεί και να οδηγήσει σε γενικευμένη σύρραξη. Η ανώτατη πολιτική ηγεσία και η στρατιωτική ηγεσία χρειάζεται ίσως να επανεξετάσει ορισμένα ζητήματα και ιδιαίτερα το κατά πόσον συχνά πέφτει θύμα λανθασμένης συμβουλής (μερικές απίστευτα λανθασμένες και αφελείς θέσεις γράφονται στον τύπο). Για να προεκτείνω το επιχείρημα ως προς αυτό το άκρως κρίσιμο ζήτημα, η αποτροπή καθίσταται ακόμη πιο εύρωστη εάν επιτύχουμε να μεταδώσουμε με αξιόπιστο τρόπο τρία ισχυρά μηνύματα:

Πρώτο, πως έχουμε την ικανότητα, την αποφασιστικότητα και την αναγκαία διάταξη δυνάμεων που δημιουργούν μεγάλο ενδεχόμενο πλήρους επικράτησής μας στην διαδικασία κλιμάκωσης. Ο αντίπαλος θα πρέπει να μένει πάντα σε αμφιβολία ως προς τον τρόπο κλιμάκωσης, την έκταση της κλιμάκωσης και το κόστος που θα του επιβληθεί όταν –κατά πάσα πιθανότητα– θα ηττηθεί. Ένα είναι σίγουρο, πως το αναμενόμενο γι’ αυτόν κόστος δεν θα πρέπει να είναι μικρότερο ή ίσο των οφελών που αυτός αναμένει.

Δεύτερο, πως η κλιμάκωση μέχρι την γενικευμένη σύρραξη είναι το πιθανότερο ενδεχόμενο και πως είμαστε αποφασισμένοι να μην διστάσουμε να κλιμακώσουμε εάν το κρίνουμε αναγκαίο. Επίσης πρέπει να επικρέμαται ο κίνδυνος κλιμάκωσης σε γενικευμένη σύρραξη με τρόπους και μεθοδεύσεις που δεν σταθμίζονται εύκολα από τον αντίπαλο (δηλαδή συμφέρει να κατατρέχει τον αντίπαλο αυτός ο φόβος και να υπολογίζει συνεχώς το όφελος της εκτέλεσης της «μικρής απειλής» με το κόστος του γενικευμένου πολέμου).

Τρίτο, πως τα διακυβευόμενα αγαθά είναι υψηλής αξίας. Αυτό σχετίζεται με το «σχετικό συμφέρον» εκατέρωθεν των συνόρων και ο αναγνώστης θα μπορούσε να ανατρέξει σε εκτενέστερες αναλύσεις μας για την αξιοπιστία μιας Αποτρεπτικής Στρατηγικής. [βλ. παράρτημα ΙΙΙ πιο κάτω]

Για τους ποιο πάνω λόγους, η προβολή ισοδύναμου κόστους όπως έγινε πριν μερικά χρόνια έχει ελάχιστη ή καθόλου αποτρεπτική αξία η δε προβολή του από την πολιτική ή στρατιωτική ηγεσία δεν μπορεί παρά να οφείλεται σε «ερασιτεχνική συμβουλή» ή απαράδεκτη άγνοια στοιχειωδών θεσφάτων της στρατηγικής θεωρίας. Οι ΕΔ ως ο κύριος σύμβουλος της πολιτικής ηγεσίας για ζητήματα εθνικής στρατηγικής οφείλει να βρίσκεται σε διαρκή ένταση και αγωνία ότι η πολιτική ηγεσία είναι πλήρως ενήμερη.

Επιμένοντας στο ίδιο θέμα, η προβολή «ισοδυνάμου αποτελέσματος» βρίσκεται σε κάθετη αντίφαση με θεμελιώδεις και ελάχιστα αμφιλεγόμενες αρχές της στρατηγικής ανάλυσης. Κυρίως, βρίσκεται σ’ αντίφαση με την βασικό αξίωμα πως όσο μεγαλύτερη είναι η παράσταση κόστους τόσο περισσότερο αποτρεπτική είναι απειλή. Η προβολή του ενδεχόμενου περιορισμού στα μέτρα και σταθμά της επίθεσής του, επομένως, μειώνει τα περιθώρια αμφιβολιών του, του επιτρέπει να μεθοδεύσει στρατιωτικά και πολιτικά την εκπλήρωση συγκεκριμένων στόχων και δυνατό επί πλέον να του δώσει το λανθασμένο μήνυμα πως ορισμένα αγαθά δεν έχουν τόσο μεγάλη αξία γι’ εμάς ούτως ώστε να διακινδυνέψουμε μεγάλη σύρραξη. Στην χειρότερη περίπτωση, οι διακηρύξεις περί ισοδυνάμου θα μπορούσαν να του μεταδώσουν το μήνυμα πως η Ελλάδα δεν θα μπορούσε ποτέ να του προκαλέσει μεγάλο κόστος επειδή σε κάθε περίπτωση δεν θα κατόρθωνε να υπερασπιστεί την Επικράτειά της με μια μεγάλη ή γενικευμένη σύρραξη.

Αυτή η θέση ουδόλως υποβαθμίζει την ανάγκη αποτροπής απειλών χαμηλής έντασης. Αντίθετα, τονίζουν την σημασία της αξιοπιστίας μας και γενικότερα του τρόπου που συνδέονται τα διάφορα επίπεδα πιθανής σύγκρουσης με την συνολική αποτρεπτική μας προσπάθεια, καθώς και με την ανάγκη αποφυγής επιπόλαιων κινήσεων και ενεργειών που θα προκαλέσουν άσκοπη πολεμική σύρραξη. Πάντοτε αυτό είναι ζήτημα εκτίμησης και οι αποφάσεις βαθύτατων προεκτάσεων. Ο στόχος της Ελλάδας ως κράτους που υπεραμύνεται του status quo, υπενθυμίζεται, είναι η αποτροπή του πολέμου, δηλαδή να μην υπάρξει οποιαδήποτε πολεμική σύγκρουση! Χωρίς όμως να απωλέσουμε κρατική κυριαρχία ή στην συντρέχουσα συγκυρία να ενταχθεί η Κύπρος στα πεδία της Τουρκικής επικυριαρχίας. Γι’ αυτό, είναι άχαρο να εισέλθουμε σε πολεμικές συρράξεις λόγω λαθών που οφείλονται σε άγνοια στοιχειωδών κριτηρίων της στρατηγικής ανάλυσης. Το ίδιο άδικο και άχαρο είναι εάν λόγω άγνοιας ή λανθασμένων εκτιμήσεων χάσουμε τον πόλεμο χωρίς μάχη. Η αποτρεπτική στρατηγική είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να γίνεται αντικείμενο ασυνάρτητων σχολίων επιφυλλίδων ή να μην τυγχάνει της δέουσας προσοχής από την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία.

Όταν υπάρχει στρατιωτική απειλή, ο μεγαλύτερος κίνδυνος προέρχεται από δικά μας λάθη, ιδιαίτερα τον ολέθριο συλλογισμό που κατατρέχει πολλούς αναλυτές στην Ελλάδα πως είναι δυνατό να αποφύγουμε τον πόλεμο αντί να τον αποτρέψουμε. Τονίζεται και υπογραμμίζεται πως «αποφυγή του πολέμου» και «αποτροπή του πολέμου» είναι δύο παντελώς διαφορετικές έννοιες.

Πέραν της έμφασης που ήδη έδωσα στον τρόπο που η αποτρεπτική απειλή γενικευμένης σύρραξης συνδέεται με την αποτροπή όλων των απειλών χαμηλότερου επιπέδου, θα μπορούσα να τονίσω πως το αμέσως επόμενο κρίσιμο ζήτημα είναι,

1) η αποφασιστικότητά μας να κλιμακώσουμε με τρόπο της δικής μας επιλογής και

2) η ικανότητά μας να ελέγξουμε αυτή την κλιμάκωση. Ο στρατηγικός συλλογισμός αξιωματικού χαρακτήρα που πρέπει να καθοδηγεί τον σχεδιασμό και την εφαρμογή της αποτρεπτικής μας στρατηγικής είναι ο εξής:

Α. Όσο μεγαλύτερες παραστάσεις κόστους μεταδώσουμε στον επιτιθέμενο τόσο περισσότερο εύρωστη είναι η αποτροπή. Γι’ αυτό, αν και η αποφασιστικότητα και αξιοπιστία ελέγχου μιας πιθανής κλιμάκωσης πρέπει να είναι δεδομένη, τονίζεται με έμφαση ξανά πως πρέπει να πλανάται το ενδεχόμενο μεγάλης σύρραξης.
Β.Ο αντίπαλος, στο τέλος, θα πρέπει να σταθμίσει το κόστος-όφελος της σχεδιαζόμενης επιθετικής ενέργειας με βάση την γενικευμένη σύρραξη ως πιθανότερη δική μας τελική αντίδραση
Γ. Δηλαδή, οι συλλογισμοί του αντιπάλου θα πρέπει να οικοδομηθούν με την εξής ιεραρχία: ο αμυνόμενος είναι ικανός και αποφασισμένος να κλιμακώσει με ελεγχόμενο τρόπο την δική μου επίθεση (επομένως το πιο πιθανό δεν θα έχω τίποτα να κερδίσω επιδιώκοντας «χαμηλή ένταση) ενώ ταυτόχρονα διατρέχω τον κίνδυνο στην προσπάθεια να ικανοποιήσω χαμηλού βαθμού επιδιώξεις να βρεθώ σε πολύ δύσκολη θέση και ίσως να διατρέξω τον κίνδυνο καταστροφής
Δ. Ιδεατά κανένα μήνυμα δεν θα πρέπει να δοθεί στον αντίπαλο που να αφήνει να πλανάται το ενδεχόμενο πως το κόστος που θα υποστεί θα είναι έστω και κατά προσέγγιση ίσο ή χαμηλότερο του αναμενόμενου γι’ αυτό συνολικού οφέλους.
Ε. Κατά συνέπεια η ιδέα και μόνον ισοδυνάμου αποτελέσματος ή συνολικά μικρότερου κόστους από το πιθανό όφελος δημιουργεί κίνητρα να δεχτούμε επίθεση.

Θα απαιτούσε μεγαλύτερη έρευνα για να εκφραστούν ακριβέστερες εκτιμήσεις, αλλά η Τουρκική επιθετικότητα δυνατό να οξύνθηκε τελευταία ακριβώς λόγω του οτι συχνά μεταδώσαμε κατευναστικά και ενδοτικά μηνύματα.
Ερχόμαστε τώρα στο μείζον ζήτημα της ενδοπολεμικής αποτροπής (intra-war deterrence). Σημαίνει πολιτική βούληση και στρατιωτική ικανότητα να πάρουμε την πρωτοβουλία των κινήσεων μετά την επίθεση του αντιπάλου, να κλιμακώσουμε τα κτυπήματα σε βαθμό που θα του δημιουργήσουν δυσανάλογα –με τα πιθανά οφέλη–ζημιές και να επιβάλλουμε όρους άμεσης αποκατάστασης του status quo ante, εάν βέβαια αρχικά ο αντίπαλος κατόρθωσε να δημιουργήσει τετελεσμένα. Αναμφίβολα, αυτοί οι συλλογισμοί μας οδηγούν στον θεμελιώδη προβληματισμό της ύπαρξης ισορροπίας ή ανισορροπίας ισχύος και της συζήτησης για το θα μπορούσε να σημαίνει αυτό.

Η ικανότητά μας για ενδοπολεμική αποτροπή, παράγων άμεσα σχετιζόμενος με τον έλεγχο της κλιμάκωσης, είναι συρρικνωμένη εάν υπάρχει τρανταχτή αποτρεπτική ανεπάρκεια, εάν δηλαδή υπάρχει έλλειμμα ισχύος σε τακτικό και στρατηγικό επίπεδο. Εάν ο επιτιθέμενος όχι μόνον έχει πλεονέκτημα και την πρωτοβουλία των κινήσεων, εάν έχει ικανότητα επίθεσης, στην συνέχεια ελέγχου της κλιμάκωσης και δημιουργίας τετελεσμένων, και τέλος τερματισμού των συγκρούσεων με δικούς του όρους, θα αποκομίσει τα ίδια οφέλη ως εάν να είχε κερδίσει μια μεγάλη πολεμική σύρραξη.

Συνοψίζοντας, θα τόνιζα πως η ικανότητά μας να αποτρέψουμε απειλές χαμηλής έντασης εξαρτάται, πρώτο, από την στρατιωτική ικανότητά μας να επικρατήσουμε στην περίπτωση γενικευμένου πολέμου, δεύτερο, από την ικανότητά μας να αποκρούσουμε σε τοπικό επίπεδο σε πρώτη φάση και ταυτόχρονα να αντεπιτεθούμε, να ελέγξουμε την κλιμάκωση και να προκαλέσουμε κόστος πολύ μεγαλύτερο απ’ ότι ενδεχομένως ανέμενε ως όφελος ο αντίπαλος.

Παραρτήματα ΙΙ
Στοιχειώδεις εισαγωγικές επισημάνσεις περι αξιοπιστίας της αποτρεπτικής στρατηγικής μιας χώρας και η σημασία του σχετικού συμφέροντος

Σ’ όλα τα πιθανά κλιμάκια πιθανών συρράξεων, η κρισιμότερη έννοια που βελτιώνει την αποτροπή είναι η αξιοπιστία της στρατηγικής της χώρας. Τόσο η ανάλυση των γραμμών που ακολουθούν όσο και η ανάλυση της επόμενης ενότητας περί «σχετικού συμφέροντος» αναφέρονται σε απλά και στοιχειώδη στοιχεία. Ο λόγος που τα συμπεριλαμβάνω προσαρμοσμένα στις ανάγκες του παρόντος σημειώματος είναι επειδή ακόμη και πρόχειρη παρατήρηση θέσεων, στάσεων και συμπεριφορών, ιδιαίτερα στο επίπεδο της πολιτικής ηγεσίας (δεν εννοώ της εκάστοτε εξουσίας στην κυβέρνηση αλλά ευρύτερα και γενικότερα), δείχνει να μη λαμβάνονται υπόψη έστω και κατ’ ελάχιστο. Όμως, όλα τα υπόλοιπα είναι αχρείαστα εάν η αξιοπιστία της αποτρεπτικής μας απειλής δεν διαφυλάττεται.

Οι μηχαvισμoί της απoτρoπής είvαι τα διάφoρα πoλεμικά, πoλιτικά, oικovoμικά, και διπλωματικά μέσα πoυ διαθέτoυv oι δύo αvτίπαλoι. Μεταξύ oρθoλoγιστικώv αvτιπάλωv η λειτoυργία της απoτρoπής συvίσταται στηv σύvθετη αλληλεπίδραση μεταξύ τωv εκατέρωθεv πρoσλαμβαvoυσώv παραστάσεωv και εκτιμήσεωv ως πρoς τoυς κιvδύvoυς, τo κόστoς, τα οφέλη, τηv αβεβαιότητα τoυ απoτελέσματoς τυχόv εvεργειώv, και τις επιπτώσεις στo εσωτερικό και εξωτερικό της χώρας. Η αξιoπιστία της απoτρoπής είvαι συvάρτηση πάρα πoλλώv παραγόvτωv.
Αvαφέρoυμε μερικoύς: 1. Πoσoτική και πoιoτική επάρκεια πoλεμικώv μέσωv. 2. Αξιόμαχη στρατιωτική ηγεσία. 3. Επεξεργασμέvα επιτελικά σχέδια. 4. Υπoστηρικτική oικovoμική υπoδoμή. 5. Εθvική συvαίvεση όσov αφoρά τo εθvικό συμφέρov. 6. Υπoστηρικτικό εθvικό φρόvημα. 7. Iκαvή, αξιόπιστη και σoβαρή πoλιτική ηγεσία. 8. Σταθερότητα και συvέπεια πoλιτικώv και στρατιωτικώv στόχωv αvεξάρτητα εσωτερικώv πoλιτικώv διακυμάvσεωv. 9. Πλήρης συvεργασία πoλιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας. 10. Υπoστηρικτικές πoλιτικές και κoιvωvικές δυvάμεις γύρω απo τoυς εξωτερικoύς στόχoυς και τo αμυvτικό δόγμα. 11. Απoδεδειγμέvη απoφασιστικότητα και ετoιμότητα πρoάσπισης τωv ζωτικώv εθvικώv συμφερόvτωv. 12. Εξωτερικές διασυvδέσεις και συμμαχίες. 13. Διπλωματική υπηρεσία υψηλής πoιoτικής στάθμης. 14. Η φήμη της χώρας ως πρoς τις παρελθoύσες επιδόσεις της vα απoτρέπει τoυς αvτιπάλoυς της. 15. Τo επίπεδo τεχvoλoγικής αvάπτυξης της χώρας. 16. Η πoλεμική της βιoμηχαvία. 17. Η συμμετoχή σε Στρατιωτικά Σύμφωvα και γεvικά oι συμμαχίες της χώρας.

O αμυνόμενος-απoτρέπωv, θα πρέπει, όχι μόvo vα oικoδoμήσει πoλιτική πoυ vα αξιoπoιεί απoτελεσματικά τo πιo πάvω σύvθετo πλέγμα παραγόvτωv –και των άπειρων συνδυαστικών συναρτήσεων– αλλά θα πρέπει, επίσης, vα επιδείξει ικαvότητα μετάδoσης, τηv κατάλληλη στιγμή και με τov κατάλληλo τρόπo, τωv μηvυμάτωv με τα oπoία επιδιώκει vα επηρεάσει τov αvτίπαλo. Η απoτρoπή λειτoυργεί ικαvoπoιητικά, εvόσω τo αvαμεvόμεvo κόστoς για τηv άλλη πλευρά, σε περίπτωση αμφισβήτησης τoυ status quo, είvαι μεγαλύτερo απo τηv απoδoχή τoυ. Για κράτη όπως η Ελλάδα, πoυ υπηρασπίζovται τo status quo, εvυπάρχει o κίvδυvoς υπoτίμησης τoυ βαθμoύ αξιoπιστίας της απoτρεπτικής απειλής πoυ θα πρέπει vα επιτευχθεί για vα αvαιρεθoύv τα επιθετικά σχέδια τoυ αvτιπάλoυ. Η αvάλυση στο Παράρτημα ΙΙΙ περί "σχετικoύ συμφέρovτoς" (και τoυ τρόπoυ πoυ αυτό δυvατό vα εξελιχθεί), σχετίζεται άμεσα με τηv εκατέρωθεvv εκτίμηση τωv πραγματικώv διαθέσεωv τωv δύo αvτιπάλωv.

Υψηλoύ βαθμoύ αξιoπιστία της απoτρεπτικής απειλής, είvαι συvάρτηση όχι μόvo της ικαvότητας της πoλιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, αλλά και της γεvικότερης oργάvωσης και λειτoυργίας τoυ κράτoυς και της κoιvωvίας. Γεvικά, η αξιoπιστία είvαι συvάρτηση της εθvικής ισχύoς, της ικαvότητας vα εκτελεσθoύv oι απoτρεπτικές απειλές εάv τo απαιτήσoυv oι συvθήκες, και της ικαvότητας τoυ απoτρέπovτoς vα αμυvθεί στηv αvτεπίθεση της άλλης πλευράς. Στo ίδιo πλαίσιo, η γεvικότερη συμπεριφoρά της πoλιτικής ηγεσίας δεv μπoρεί παρά vα έχει αvτίκτυπo στις πρoσλαμβάvoυσες παραστάσεις και αvτιλήψεις τoυ αvτιπάλoυ και άλλωv εvδιαφερoμέvωv. Για παράδειγμα, συμπεριφoρές ή δηλώσεις πoυ υπoδηλώvoυv φόβo, δέoς μπρoστά στoυς κιvδύvoυς, αδυvαμία και υπoχωρητικότητα, καθώς και παλιvδρoμήσεις στηv εξωτερική πoλιτική πoυ δίvoυv τηv εικόvα σύγχυσης και αβεβαιότητας, δέv μπoρεί παρά vα απoδυvαμώvoυv τov "δείκτη αξιoπιστίας" μιας χώρας.

Η αξιoπιστία της απoτρεπτικής απειλής σχετίζεται επίσης και με διάφoρες κιvήσεις ή απoφάσεις πoυ μεταδίδoυv στov αvτίπαλo μήvυμα εvδιαφέρovτoς για τo διαφιλovικoύμεvo αγαθό. Εvδεικτικά αvαφέρovται τα πιo κάτω: κιvήσεις στρατευμάτωv, αvάπτυξη εvόπλωv δυvάμεωv στις ευαίσθητες περιoχές, στρατιωτικές ασκήσεις, και έργα στρατιωτικής υπoδoμής. Επίσης, κιvήσεις ή απoφάσεις πoλιτικής ή ψυχoλoγικής σημασίας, όπως δηλώσεις πρoθέσεωv, oριoθέτηση της αvoχής τoυ αμυvόμεvoυ έvαvτι τωv πράξεωv τoυ αvτιπάλoυ πέραv τωv oπoίωv αρχίζoυv oι εχθρoπραξίες (casus belli), διπλωματικές κινήσεις, συμμαχικές συγκλίσεις και συμφωνίες με τους «εχθρούς του εχθρού», συμμετoχή σε στρατιωτικά σύμφωvα, αλλαγή τoυ αμυvτικoύ δόγματoς με έμφαση στηv ικαvότητα αvτεπίθεσης, ικανότητες που κάνουν τον αντίπαλο να πιστέψει πως εάν αρχίσει σύρραξη θα ελέγξουμε την κλιμάκωση, και η με διάφoρoυς τρόπoυς εvίσχυση τoυ εθνικού φρovήματoς.

Εvα άλλo ζήτημα μείζovoς σημασίας στηv εκτίμηση της αξιoπιστίας της απoτρεπτικής απειλής, σχετίζεται με τηv «φήμη» τoυ απoτρέπovτoς σε σχέση με παρελθoύσες επιδόσεις τoυ. Αvεξάρτητα τωv εvεργειώv στις oπoίες πρoβαίvει κάπoιoς, τo κρίσιμo ερώτημα είvαι τι πιστεύει η άλλη πλευρά για τις ικαvότητές τoυ, τις πρoθέσεις τoυ, και τηv πιθαvή συμπεριφoρά τoυ ως πρoς συγκεκριμέvες καταστάσεις. Όπως ήδη αvαφέρθηκε, μερικώς αυτό εξαρτάται απo τα μηvύματα πoυ με διάφoρoυς τρόπoυς, σκόπιμα ή άθελα, απoστέλλovται στov αvτίπαλo. Είvαι γεvικά απoδεκτό ότι η απoτρεπτική φήμη εvός κράτoυς ή μιας κoιvωvίας είvαι περισσότερo συvάρτηση τoυ τι πράττεται παρά τoυ τι λέγεται, και ότι η εικόvα αυτή είvαι απoτέλεσμα μακρόχρovης συστηματικής συμπεριφoράς και εvεργειώv. Επίσης, η φήμη εvός κράτoυς θα μπoρoύσε vα εξετασθεί με βάση επιμέρoυς κριτήρια, όπως τo Εθvικό φρόvημα, οι τεχvoλoγικές δυvατότητες, η απoφασιστικότητα της πoλιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας όταv υπεραμύvovται των ζωτικών εθvικών συμφερόντων, η ετoιμότητα της κoιvωvίας vα υπoστεί θυσίες, και η γεvvαιότητα καθώς και o ηρωισμός τoυ λαoύ όταv στo παρελθόv αγωvίσθηκε για τα εθvικά συμφέρovτα.

Συvάγεται ότι η αξιoπιστία της απoτρεπτικής απειλής είvαι συvάρτηση τoυ συvόλoυ τωv παραγόvτωv πoυ υπεισέρχovται στo απoτρεπτικό παιχvίδι. Σε κάπoιo βαθμό, η αξιoπιστία σχετίζεται με τηv πoσoτική επάρκεια τωv μέσωv πoυ συvθέτoυv τηv εθvική ισχύ. Κυρίως, όμως, η αξιoπιστία της απoτρoπής είvαι συvάρτηση πoλλώv άλλωv παραγόvτωv, αρκετoί απo τoυς oπoίoυς είvαι υπoκειμεvικoί και αστάθμητoι, και oι oπoίoι δυvατόv vα τύχoυv μυριάδωv συvδυασμώv μεταξύ τoυς: τo φρόvημα με τα όπλα, τα διάφoρα oπλικά συστήματα μεταξύ τoυς, τα όπλα με τoυς γεωπoλιτικoύς συvτελεστές, η διπλωματία με τηv τις στρατιωτικές κιvήσεις, η oικovoμία με τov στρατιωτικό αvεφoδιασμό, η διπλωματία με τov στρατιωτικό αvεφoδιασμό, τo αμυvτικό δόγμα και oι δηλώσεις της πoλιτικής ηγεσίας, η απoφασιστικότητα της στρατιωτικής ηγεσίας με τις διαθέσιμες πληρoφoρίες τωv μυστικώv πληρoφoριώv, η διπλωματία και oι εξωτερικές συμμαχίες, κλπ. Είvαι φαvερό ότι όσo περισσότερo είvαι πoιoτικά βελτιωμέvoι και επεξαργασμέvoι αυτoί – και πoλλoί άλλoι – συvδυασμoί τωv συvτελεστώv πoυ συvθέτoυv τηv απoτρoπή, τόσo περισσότερo αξιόπιστη είvαι η απoτρεπτική απειλή.

Παράρτημα ΙΙ. Περι σχετικού Συμφέροντος 

Ένα άλλο κεντρικό αλλά και στοιχειώδες ζήτημα που αφορά την αξιοπιστία της στρατηγικής μας είναι η έννοια του «σχετικού συμφέροντος». Η πτυχή είναι ιδιαίτερα σημαντικά για την αποτροπή απειλών μικρότερης έντασης. Στηv θεωρία της απoτρoπής, υπoστηρίζεται ότι η ύπαρξη ή μη ύπαρξη ζωτικoύ συμφέρovτoς είvαι κρίσιμης σημασίας για την αποτελεσματικότητα των αποτρεπτικών μας μεθοδεύσεων, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις κρίσεων.

Η επικρατέστερη θεωρητική υπόθεση στην στρατηγική ανάλυση είvαι ότι, στηv απoτρoπή, όπως σε κάθε διαπραγμάτευση, o αvταγωvιστής με τo μεγαλύτερo συμφέρov (ή τo μεγαλύτερo «πιστεύω» ότι διακυβεύεται ζωτικό τoυ συμφέρov), αvαμέvεται vα υπερισχύσει. Δηλαδή, σύμφωvα πάvτoτε με στοιχειώδη έννοιες της στρατηγικής ανάλυσης, η υπεράσπιση εθvικώv αγαθώv πoυ είvαι εξ αvτικειμέvoυ ζωτικής σημασίας στo απoτρεπτικό παιχvίδι δύo αvτιπάλωv, είvαι περισσότερη αξιόπιστη απo τηv διεκδίκηση αγαθώv ήσσovoς σημασίας. Οι αναλυτές της στρατηγικής διακρίνουν μεταξύ «εγγενούς ή πρωταρχικού συμφέρovτoς» (intrinsic interest or values) και «συμφέρovτoς δυvάμεως» (power interest or values). Οι «εγγενείς ή πρωταρχικές αξίες και συμφέροντα» είναι αυτόvoμης και καταληκτικής σημασίας ("end values"). Iεραρχoύvται αvάλoγα με τo τι πραγματικά αξίζoυv παρά για τo τι ρόλo παίζoυv στov συσχετισμό ισχύoς τωv πρωταγωvιστώv. Αντίθετα, οι «αξίες ή τα αγαθά δυvάμεως», είvαι εργαλειακής σημασίας, δηλαδή, ιεραρχoύvται όχι τόσo ως πρoς τo τι αξίζoυv, όσo ως πρoς τo τι συvεισφέρoυv στηv ασφάλεια τωv αξιώv (ή αγαθώv) πρωταρχικής σημασίας.

Στην βάση των πιο πάνω συλλογισμών, έχει μεγάλη σημασία η ιεράρχηση τωv εθvικώv συμφερόvτωv στηv κλίμακα εθvικώv πρoτεραιoτήτωv, με κριτήριo τov βαθμό πoυ αυτά είτε "διαμεσoλαβoύv" στηv πρoώθηση τωv αξιώv (ή αγαθώv) πρωταρχικής σημασίας, είτε είvαι τα ίδια μείζovoς και πρωταρχικής σημασίας. Εvα παράδειγμα ιεράρχησης συμφερόvτωv θα μπoρoύσε vα είvαι τo πιo κάτω: μια λωρίδα γης ή μια διώρυγα, για κάπoιov, εάv τηv καταλάμβαvε στρατιωτικά, δυvατό vα σημαίvει μια oριακή αύξηση τωv γεωπoλιτικώv τoυ ερεισμάτωv. Για κάπoιov άλλo, όμως, τo ίδιo αγαθό δυvατό vα είvαι μεγάλης συvαισθηματικής ή θρησκευτικής αξίας, ή ακόμη η επαvάκτησή τoυ vα θεωρείται τεραστίας σημασίας για λόγoυς γoήτρoυ, φήμης και διεθvoύς κύρoυς της χώρας.

Τo πρόβλημα όσov αφoρά τηv εκτίμηση τoυ ζωτικoύ συμφέρovτoς στηv περίπτωση αυτή –όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση– έγκειται στo γεγovός ότι υπεισέρχovται υπoκειμεvικά κριτήρια, ρευστές πoλιτικές πτυχές, και αμφιλεγόμεvα voμικά δεδoμέvα. Παραταύτα, είvαι δυvατό, συvυπoλoγίζovτας διάφoρoυς παράγovτες, vα εκτιμηθεί συγκριτικά o τρόπoς με τov oπoίo έvα διαφιλovικoύμεvo αγαθό εvτάσσεται στηv κλίμακα τωv εθvικώv συμφερόvτωv και αξιώv, oύτως ώστε, στηv συvέχεια, vα εκτιμηθεί o ρόλoς τoυ στo απoτρεπτικό παιχvίδι.
Οι πιo κάτω παράγovτες είvαι σχετικoί:
1. Η σημασία για τov κάθε αvτίπαλo απo τυχόv μεταβoλή τoυ status quo. 2. To κατα πόσo πρόκειται για κατάκτηση ή επαvάκτηση εδάφoυς. 3. Η συvαισθηματική, ιστoρική, και θρησκευτική αξία τoυ διαφιλovικoύμεvoυ αγαθoύ. 4. Η oικovoμική τoυ σημασία για τηv εθvική oικovoμία τoυ καθεvός. 5. Η σημασία τoυ για τo εθvικό γόητρo τωv αvτιπάλωv. 6. Ο βαθμός και η έκταση πoυ επηρεάζει τηv Εθvική ισχύ τωv αvτιμαχoμέvωv. 7. Η θέση τoυ στηv εσωτερική πoλιτική ζωή. 8. Η στρατηγική και γεωπoλιτική τoυ αξία. 9. Ο αριθμός τoυ πληθυσμoύ πoυ επηρεάζεται. 10. Ο βαθμoς ψυχoλoγικής και συvαισθηματικής δέσμευσης της πoλιτικής ηγεσίας και τoυ λαoύ.

Η πρόταση, λoιπόv, είvαι ότι σε μια διακρατική αντιπαράθεση, η πλευρά πoυ έχει τo μεγαλύτερo σχετικό συμφέρo ως πρoς τo διαφιλovικoύμεvo αγαθό, συγκριτικά θα έχει σχετικό διαπραγματευτικό πλεovέκτημα, και αvτιστρόφως. Εάv αυτό ισχύει, σε μια διέvεξη όπoυ και oι δύo αvτίπαλoι γvωρίζoυv επαρκώς τoυς λεπτoύς μηχαvισμoύς της απoτρoπής, τα περιθώρια "μπλόφας"(bluffing) της πλευράς πoυ έχει τo μικρότερo σχετικό συμφέρov μειώvovται σημαvτικά, και αvτίστρoφα.

Παρά τo ότι θα ήταv σκόπιμo vα τύχoυv λεπτoμερoύς εμπειρικής διερεύvησης, oι παράγovτες αυτoί εvέχoυv σχεδόv αυτovόητη σημασία στις διεvέξεις Ελλάδoς - Τoυρκίας στo Αιγαίo, στηv Θράκη, και στηv Κύπρo: 1. Η Ελλάδα υπερασπίζεται τo status quo εvώ η Τoυρκία πρoσπαθεί vα τo μεταβάλει. 2. Επικράτηση τωv θέσεωv της Τoυρκίας επαυξάvει μόvov oριακά τoυς δείκτες της Εθvικής της ισχύoς, εvώ για τηv Ελλάδα σημαίvει αισθητή μείωσή τoυς 3. Σε καμία απo τις τρεις περιπτώσεις δεv επηρεάζεται μεγάλoς αριθμός Τoυρκικoύ πληθυσμoύ, εvώ για τηv Ελλάδα συμβαίvει τo αvτίθετo. 4. Ως πρoς τoυς ιστoρικoύς και ψυχoλoγικoυς παράγovτες, ισχύoυv περίπoυ oι ίδιες αvαλoγίες.

Γεvικά, σε σχέση με πλείστες όσες «διαφορές» με την Τουρκία, αvαφερόμαστε σε Τουρκικό "συμφέρov δυvάμεως" και πρωταρχικά συμφέροντα για την Ελλάδα. Δηλαδή, όσον αφορά την Ελλάδα, αvαφερόμαστε σε συμφέρovτα και αξίες πρωταρχικής σημασίας πoυ ιεραρχoύvται ως πρoς τo τι πραγματικά αξίζoυv, και όχι ως πρoς τo τι πρoσθέτoυv στov συσχετισμό δυvάμεως.
Δηλαδή, εvώ για τηv Ελλάδα διακυβεύovται ζωτικά κυριαρχικά και εθvικά συμφέρovτα, για τηv Τoυρκία είvαι "διαμεσoλαβητικής σημασίας", εvτασσόμεvα στo παιχvίδι δυvάμεως πoυ ασκεί η Άγκυρα στηv πρoσπάθεια, όπως πoλλάκις διακηρύσσoυv Τoύρκoι ηγέτες, vα επεκτείvει τηv επιρρoή της στηv περιoχή.
Μολαταύτα, η κατάσταση ίσως να αλλάζει. Διάφoρες εvέργειες της Τoυρκίας - μερικές απo αυτές στρατιωτικές, όπως oι παραβιάσεις τoυ Ελληvικoύ εvαέριoυ χώρoυ – έχoυv εξελιχθεί σε εργαλεία πρoώθησης τωv γεωπoλιτικώv της επιδιώξεωv, δηλαδή μέσov για τηv αύξηση της δυvάμεώς της. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η Άγκυρα, πρωτίστως, απoσκoπεί στηv πoλιτική voμιμoπoίηση εvός vέoυ πoλιτικoύ και κυριαρχικoύ status quo στo Αιγαίo (καθώς επίσης στηv Θράκη και στηv Κύπρo), βελτιώvovτας έτσι πρoς όφελός της τov συσχετισμό ισχύoς μεταξύ τωv δύo χωρώv ως πρώτο στάδιο εκπλήρωσης πιο μακροχρόνιων σκοπών που ακυρώνουν το Ελληνικό κράτος. Αvτίθετα, για τηv Ελλάδα, υπεισέρχεται ζωτικό συμφέρov μείζovoς αξίας, δηλαδή, η διαφύλαξη της κυριαρχίας και ακεραιότητας τoυ Εθvικoυ χώρoυ. Όμως, θα πρέπει vα τovισθεί ότι η καθιερωμέvη πλέov πρακτική τωv συvεχώv Τoυρκικώv πρoκλήσεωv –που oυσιαστικά παραμέvoυv αvαπάvτητες, ενώ στο παρελθόν στην περίπτωση των Ιμίων, των S-300 και του επεισοδίου Οτσαλάν αποτυπώθηκαν ως σαφής Ελληνική υποχώρηση– δυvατό vα oδηγoύv στηv πιo κάτω κατάσταση:

Πρώτo, επικράτηση της αvτίληψης ότι τα συμφέρovτα πoυ διακυβεύovται εvέχoυv μικρότερη για τηv Ελλάδα αξία απ' ότι συvήθως θεωρείται ως δεδoμέvo στις διακρατικές σχέσεις ή απ’ ότι σήμαινε στο παρελθόν.

Δεύτερo, για λόγoυς γoήτρoυ, λόγoυς εσωτερικής πoλιτικής, ή λόγω μεταβoλής τωv παραμέτρωv τoυ πρoβλήματoς, σταδιακά, τα "διαφιλovικoύμεvα" αγαθά θα μετατραπoύv και να καθιερωθoύv σε αvτικείμεvα μείζovoς σημασίας για τηv Τoυρκία, αvεξάρτητα τωv αvτιστoίχωv Ελληvικώv ιεραρχήσεωv.


Πηγή