ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ ----- Ουκρανία vs Ρωσία

Ουκρανία vs Ρωσία ( Συλλογή άρθρων - Ανανεώνεται)

Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014

Αυτή είναι η ΟΝΕ που προωθείται με πρόσχημα την κρίση

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΕΛΑΣΤΙΚ*

Δεν πρόκειται να τελειώσει ποτέ ο ευρω-γολγοθάς της Ελλάδας! Δεν πρόκειται για κάποια παροδική δυσκολία. Η τραγική κατάσταση που ζούμε είναι ακριβώς η οικονομική ενοποίηση της ΕΕ που προωθείται, αξιοποιώντας και τη δημοσιονομική κρίση! Πρέπει να το πάρουμε απόφαση επομένως ότι έτσι θα ζούμε και στο μέλλον εφόσον η Ελλάδαπαραμένει στην Ευρωζώνη και εφόσον η Γερμανία συνεχίζει να ασκεί την ίδια πολιτική, η οποία είναι απολύτως σωστή για την προώθηση των γερμανικών συμφερόντων! Αυτό είναι το συνολικό συμπέρασμα από την πολύ χρήσιμη έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους της Βουλής, η οποία παρουσιάζει τη νέα οικονομική διακυβέρνηση της Ευρωζώνης και για την οποία γράψαμε και χθες.

Στο πλαίσιο αυτό, ο προϋπολογισμός κάθε κράτους της Ευρωζώνης πρώτον, υπόκειται στην «προληπτική εποπτεία και έλεγχο» από την ΕΕ. Δεύτερον, η πορεία εκτέλεσής του ελέγχεται στενότερα από την Κομισιόν, με την οποία η κάθε κυβέρνηση κράτους της Ευρωζώνης υποχρεούται να βρίσκεται σε μια «συνεχή διαδικασία διαβούλευσης», να υφίσταται δηλαδή τον διαρκή έλεγχο της Κομισιόν. Τρίτον, κάθε χώρα που χρησιμοποιεί ως νόμισμα το ευρώ πρέπει να καθορίζει μεσοπρόθεσμους στόχους σε ένα πρόγραμμα τετραετούς διάρκειας. Το πρόγραμμα αυτό, το οποίο αποκαλείται Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής, επικαιροποιείται κάθε χρόνο και εγκρίνεται από το εθνικό κοινοβούλιο μέχρι το τέλος Μαΐου κάθε χρόνο.



Ο εθνικός προϋπολογισμός κάθε κράτους-μέλους της Ευρωζώνης κινείται υποχρεωτικά μέσα στο πλαίσιο του μεσοπρόθεσμου προγράμματος του κράτους αυτού. Τέταρτον, οι πόροι που αντλεί η κάθε χώρα από τα διαρθρωτικά ταμεία χορηγούνται πλέον υπό ανηλεείς όρους, με την Κομισιόν να μπορεί να κάνει ό,τι θέλει! Σε περίπτωση που μια χώρα βρίσκεται υπό μνημονιακό καθεστώς, όπως η Ελλάδα, ή έχει λάβει οικονομική ενίσχυση (δάνεια) από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης, τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα.

Η Κομισιόν μπορεί πλέον μόνη της να αναθεωρεί τα Σύμφωνα Εταιρικής Σχέσης που αντικαθιστούν τα ΕΣΠΑ και τα επιχειρησιακά προγράμματα, χωρίς καν να ερωτά το ενδιαφερόμενο κράτος! Ακόμη χειρότερα αν η Κομισιόν δεν είναι ικανοποιημένη από τη δημοσιονομική κατάσταση μιας χώρας, έχει το δικαίωμα να αναστέλλει ή και να ακυρώνει τη χρηματοδότησή της από τα διαρθρωτικά ταμεία της ΕΕ! «Κυρώσεις τέτοιου τύπου μπορεί να επιδεινώσουν την κατάσταση σε ένα κράτος-μέλος», διαμαρτύρεται το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους της Βουλής στην έκθεσή του.

Πέμπτον, καθιερώνεται νέα διαδικασία επιβολής κυρώσεων. Μέχρι τώρα έπρεπε να αποφασίσει τοΣυμβούλιο, δηλαδή οι υπουργοί ή οι πρωθυπουργοί των κρατών, για να επιβληθούν κυρώσεις σε μια χώρα. Από εδώ και πέρα, όμως, τις κυρώσεις τις επιβάλλει η Κομισιόν με «εισήγησή» της προς το Συμβούλιο, η οποία αυτοδικαίως θεωρείται ότι έγινε δεκτή, αν τα κράτη-μέλη δεν την ανατρέψουν με ψηφοφορία και μάλιστα σε μερικές περιπτώσεις με ειδική, αυξημένη πλειοψηφία! Εισάγεται δηλαδή η αρχή της «αντίστροφης πλειοψηφίας», όλες οι κυρώσεις που αποφασίζει η Κομισιόν ισχύουν χωρίς να τις υπερψηφίσουν τα κράτη, τα οποία μπορούν μόνο να τις ανατρέψουν!

Πρόκειται για... σατανικό πολιτικό εφεύρημα! Συνολικά οι αλλαγές που έχουν αποφασιστεί για τα κράτη της Ευρωζώνης περιορίζουν δραστικά τα κυριαρχικά τους δικαιώματα στη διεύθυνση της οικονομίας τους. Πολύ σωστά επισημαίνει η έκθεση ότι «η εξέλιξη της νέας οικονομικής διακυβέρνησης της ΕΕ ανταποκρίνεται στο δόγμα "διαρκώς στενότερη ένωση". Οδηγεί σε περαιτέρω μετατοπίσεις εξουσίας "προς τα πάνω", δηλαδή προς τους κεντρικούς θεσμούς της ΕΕ και της Ευρωζώνης». Αυτό δεν είναι καθόλου ένα απλό ζήτημα θεωρητικού χαρακτήρα, το οποίο αξίζει μιας κάποιας επισήμανσης. Αφορά τη ζωή όλων των Ελλήνων. Είναι βάσιμη άραγε η άποψη ότι παραδίνοντας την οικονομική διοίκηση της χώρας μας σε ξένα κέντρα μπορεί να ευημερήσει ο ελληνικός λαός; Αυτό είναι το κρίσιμο ερώτημα. Η πείρα -άκρως επώδυνη και ολέθρια- του μνημονιακού καθεστώτος της τελευταίας τετραετίας δείχνει το εντελώς αντίθετο. Είναι εξαίρεση αυτή η τετραετία; Δεν νομίζουμε, αλλά αυτή είναι μια άλλη συζήτηση.

*Δημοσιεύθηκε στο «Έθνος» την Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014.

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014

Η Αριστερά και η πρόοδος. Το ζήτημα της σχέσης μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής

του καθ. Γ. Κοντογιώργη


1. Η σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής αντιμετωπίσθηκε και εξακολουθεί να προσεγγίζεται στην εποχή μας υπό το πρίσμα της αυστηρής διχοτομίας ανάμεσα στο πολιτικό σύστημα που το ενσαρκώνει ταυτολογικά το κράτος και στην κοινωνία που καλείται να αρκεσθεί σε μια θέση ιδιώτη. Η συνάντηση επομένως της κοινωνίας των πολιτών με την πολιτική εγκαθίσταται σε ένα εξωθεσμικό περιβάλλον, η δε σχέση τους διαμεσολαβείται οριακά από τις ομάδες συμφερόντων και τις πολιτικές δυνάμεις. Κατά τούτο, οι πολιτικές του κράτους/συστήματος απόκεινται εξ ολοκλήρου στους συσχετισμούς δύναμης που αναδεικνύει το εσωτερικό και το διακρατικό κοινωνικο-οικονομικό γίγνεσθαι.
Στο πλαίσιο αυτό, σταθερά του νεοελληνικού κράτους από τη δεκαετία του 1830 υπήρξε η χαοτική απόσταση που διαστέλλει τη βούληση της κοινωνίας από τις πολιτικές του και το συμφέρον της κοινωνικής συλλογικότητας. Στον ευρωπαϊκό ορίζοντα η σχέση αυτή γνώρισε πολλές διακυμάνσεις. Από τη δεκαετία του 1980 η απόκλιση του πολιτικού από το κοινωνικό αρχίζει και εκεί να αποκτά μια ισχυρή θέση. Όμως για εντελώς διαφορετικούς λόγους.
Στην άλλη Δύση, η διάσταση της πολιτικής από την κοινωνική συλλογικότητα οφείλεται στη διάρρηξη της σχετικής ισορροπίας που είχε αποκατασταθεί επί μακρόν μεταξύ κοινωνίας, κράτους και αγοράς. Στην Ελλάδα θεμέλια βάση της διάστασης αυτής αποτέλεσε η μονοσήμαντη ηγεμονία της πολιτικής τάξης, που επήλθε λόγω της κατάργησης της θεσμημένης κοινωνικής συλλογικότητας και της συστηματικής απαγόρευσης εισόδου στο νεοελληνικό κράτος της ελληνικής οικουμενικής αστικής τάξης.
Πιο συγκεκριμένα, η βαυαροκρατία κατάργησε την θεσμημένη εντός της πολιτείας συλλογικότητα του Έλληνα ως ασύμβατη με την ευρωπαϊκή αντίληψη της προόδου που εξέφραζε η απολυταρχία. Κατ'αυτήν, η κοινωνία δεν είχε θέση στην πολιτεία, όφειλε να κινείται στο εξωθεσμικό πεδίο ως αγέλη και υπό την καθοδήγηση των ηγητόρων της. Οι συνελεύσεις του λαού, θα υποστηρίξει ο Κάρολος φον Άβελ, "αγγίζουν το επίπεδο των ταπεινών συναισθημάτων και της ιδιοτέλειας, και οι αποφάσεις που προκύπτουν από τις εκεί συζητήσεις είναι πολύ αδύναμες για να προωθήσουν το δημόσιο συμφέρον, επειδή οι συμμετέχοντες δεν έχουν τη δυνατότητα να αποκτήσουν την αναγκαία, ακριβή και εκ βάθρων γνώση για τα ζητήματα της πολιτικής που συζητούνται…".
Το γεγονός ότι αυτή ήταν εγκατεστημένη στο πεδίο των κοινών -της θεμέλιας κοινωνίας των Ελλήνων που διακίνησε την κοσμοσυστημική τους ιστορία πριν από το κράτος έθνος- έχει ελάχιστη σημασία. Αντί η θέσμιση της κοινωνικής συλλογικότητας εντός της πολιτείας του κοινού -της ομόλογης προς την κοινωνία του κράτους έθνους- να μεταστεγασθεί σ'αυτό, καταργήθηκε. Το αποτέλεσμα ήταν ακαριαίο: Η δημοκρατικού τύπου πολιτική ανάπτυξη του Έλληνα που ξέμεινε ως νοοτροπία/συμπεριφορά, οδηγήθηκε σε διαπραγμάτευση κατ'άτομον με τον πολιτικό που ενσάρκωσε στο πρόσωπό του την έννοια του δήμου. Η πελατειακή θέσμιση του κράτους/πολιτείας εδράζεται ακριβώς στην κοσμοϊστορική αυτή μεταβολή.  
Εφεξής, η πολιτική τάξη, που ανδρώθηκε με τις προδιαγραφές της εξάρτησης στο κλίμα του κράτους/προτεκτοράτου, εκαλείτο να αναλάβει την δεύτερη αποστολή. Να αποδομήσει τον μείζονα ελληνισμό, με προέχουσα την οικουμενική αστική τάξη. Αυτό έγινε στο όνομα της εθνικής ολοκλήρωσης, της ακατάσχετης δηλαδή ρητορικής για τη Μεγάλη Ιδέα, η οποία ουδέποτε εντούτοις τον 19ο αιώνα αποτέλεσε πραγματικό εθνικό στόχο. Επιπλέον, το νεοελληνικό κράτος απαγόρευσε ρητώς στην ελληνική αστική τάξη να εγκατασταθεί και να ευδοκιμήσει στο εσωτερικό του. Εκτός από τα στοιχεία εκείνα που ήσαν προδιατεθειμένα να παίξουν έναν συμπληρωματικό, παρασιτικό ρόλο στη νομή του.
Ώστε, το απολυταρχικό και στη συνέχεια πολιτικά κυρίαρχο έναντι της ιδιωτικής πια κοινωνίας κράτος είναι εξ ολοκλήρου υπεύθυνο για την πελατειακή του ανασυγκρότηση και τον προσανατολισμό των πολιτικών του από τον κοινωνικό/εθνικό σκοπό, στο αποκλειστικό συμφέρον της πολιτικής τάξης και των συγκατανευσιφάγων που το χρησιμοποιούσαν ως πρυτανείο σίτισης. Το κράτος αυτό, όντας δομικά αναστίστοιχο προς την κοινωνική συλλογικότητα, οδήγησε στην αποδόμηση του μείζονα ελληνισμού, στην εγκατάσταση ενός σταθερού καθεστώτος εξάρτησης από τον ξένο παράγοντα και σε πολιτικές αποδόμησης του δημοσίου συμφέροντος με πρόσημο την ιδιοποίηση και τη νομή του.  Η κρατική διανόηση απέμενε να τεκμηριώσει επιστημονικά την επιλογή αυτή, χρεώνοντας στην κοινωνία και στις κληρονομιές της τα αρνητικά πεπραγμένα του κράτους.