ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ ----- Ουκρανία vs Ρωσία

Ουκρανία vs Ρωσία ( Συλλογή άρθρων - Ανανεώνεται)

Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2014

ΚΑΤΕΥΝΑΣΜΟΣ: ΚΑΛΕΣΜΑ ΠΟΛΕΜΟΥ Ή ΉΤΤΑΣ ΧΩΡΙΣ ΠΌΛΕΜΟ


 Του Π.Ήφαιστου

Πασίδηλα οι νεοέλληνες εισήλθαν σε μεγάλο κατήφορο. Όχι γιατί δεν διαθέτουν ισχύ γιατί εξ αντικειμένου οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις είναι ακόμη αποτρεπτικά πανίσχυρες. Το πρόβλημα είναι διττό:
α) Το soft power των ιδιοτελών που κηρύττουν πολλοί εγχώριοι τιτλούχοι επιστημονικών τίτλων για ποικίλους λόγους εδώ και δύο τρεις δεκαετίες έχει μαλακώσει την πολιτική σκέψη. Δημιούργησε πνευματικές ασθένειες και αποδυνάμωσε το σθένος και την θέληση των νεοελλήνων για να αντισταθούν όταν βάλλεται η Δημοκρατία τους και η Ελευθερία τους. Ακόμη και τα σχολικά βιβλία, όπως ξέρουμε, ροκανίστηκαν από τον μεταμοντερνισμό με συνέπειες για την νέα γενιά που ακόμη δεν φάνηκαν.
β) Η οικονομική κρίση δεν είναι παρά μόνο η αφορμή για να διολισθαίνουν τα ηττημένα μυαλά ολοένα και περισσότερο στο βούρκο του κατευνασμού της εξαναγκαστικής διπλωματίας της Τουρκίας και σύντομα όχι μόνο. Κανένας απολύτως λόγος δεν υπάρχει να υιοθετείται μια κατευναστική τακτική και μια εκμηδενιστική απάθεια που μας θέτει εκτός στρατηγικών εξελίξεων και που μας καθιστά υποψήφιο θύμα στρατηγικών παζαριών άλλων.
Η στρατηγική θεωρία, ακριβώς, έχει από καιρό σταθεροποιήσει την θέση ότι ο κατευνασμός είναι σημαντικό αίτιο πολέμου. Καταλήγει στον πόλεμο με τον κράτος που κατευνάζει σε θέση αδυναμίας ή οδηγεί σε ήττα του τελευταίου χωρίς πόλεμο που τελικά βέβαια καταλήγει σε άσκηση συντριπτικής βίας εναντίον του η οποία τον εκμηδενίζει.
Μόνο μια αποτρεπτική στρατηγική διασφαλίζει την σταθερότητα και η σταδιακή αποδυνάμωσή της Ελληνικής αποτρεπτικής στρατηγικής αρχής γενομένης την δεκαετία του 1990 ακυρώνει τα αμυντικά αντανακλαστικά των Ελλήνων κατά των αναθεωρητικών απειλών. Ο κατευνασμός των αναθεωρητικών απειλών είναι κύριο αίτιο πολέμου και όποιος δεν το γνωρίζει είναι επικίνδυνος για την κοινωνία του και υπεύθυνος για την βεβαία αστάθεια.
Είναι γι’ αυτούς τους λόγους που νέες μαρτυρίες επιβεβαιώνουν τον κατήφορο των νεοελλήνων. Στην παρούσα συγκυρία τέσσερα κυρίως πράγματα πρέπει να τύχουν της προσοχής μας.
Α) Ακυρώνεται δραστικά η αποτρεπτική στρατηγική της Ελλάδας ενόψει της εξαναγκαστικής διπλωματίας της Άγκυρας στην Ανατολική Μεσόγειο και όχι μόνο. Η Ελλάδα είναι κυριολεκτικά ουδέτερος παρατηρητής. Υπονοούμενα του είδους «γνωρίζουν οι φύλακες» είναι περίπου αστεία καθότι η αποτρεπτική στρατηγική είναι πολλά πράγματα μεταξύ των οποίων κύριο και σημαντικό οι «παραστάσεις» (perceptions) που δημιουργούνται στον επιτιθέμενο, στους τρίτους και στην κοινωνία του κράτους που καθίσταται παθητικός δέκτης μιας εξαναγκαστικής διπλωματίας όπως αυτής της Τουρκίας.
Μεταξύ πολέμου και ενδιάμεσων αποτρεπτικών στάσεων υπάρχουν μύριες και κλιμακωτές αποχρώσεις και καμιά δεν φαίνεται να υιοθετείται. Το αποτέλεσμα είναι ότι αρχής γενομένης με κατευναστικές παραχωρήσεις, την ανεξήγητη επίσκεψη του Νταβούτογλου στην Αθήνα και οι παραστάσεις που δημιουργούνται στους τρίτους μας φέρνουν ολοένα και πιο κοντά στον πόλεμο.
Β) Εάν υπήρχε κάποια τελευταία αμφιβολία για την παρατήρηση που μόλις έγινε υπενθυμίζω ότι στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και παρά την εξαναγκαστική διπλωματία της Άγκυρας υπάρχει το ανανικό «κοινό ανακοινωθέν» στην βάση του οποίου –αντί πρόταξης της διεθνούς και ευρωπαϊκής νομιμότητας– άμυαλα και αλόγιστα δεχθήκαμε πέρυσι να αποτελέσει την βάση των λεγόμενων ενδοκυπριακών συνομιλιών.
Ακόμη πιο ανησυχητικό, όταν άρχισαν οι στρατιωτικές προκλήσεις, απειλές και εξαναγκαστική διπλωματία της Άγκυρας, αντί επιτέλους να αποσυρθούν όλες οι αρνητικές προτάσεις και να προταχθεί η διεθνής και ευρωπαϊκή νομιμότητα και οι αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας για την διεθνή τάξη (μετά την εισβολή και το 1983), η κατηφορική μας διολίσθηση επιταχύνεται. Ο πρώην πρόεδρος της Κύπρου Χριστόφιας που δεν έμαθε τίποτα για το τι σημαίνει κράτος στα σταλινικά πανεπιστήμια της πρώην ΕΣΣΔ και ο αποδεδειγμένα φανατικός ανανιστής νυν πρόεδρος Ανασταδιάδης που εξέλεξαν οι κομματικές νοοτροπίες των νεοελλήνων, ανταγωνίζονται αλλήλους σε κατευναστικές στάσεις.
«Πάρε γενναίες (κατευναστικές) αποφάσεις», συνιστά ο πρώτος στον Πρόεδρο της Κύπρου, ενώ οι υπηρεσίες του δεύτερου και πρωτοκλασάτα στελέχη του μιλούν για ενσωμάτωση των αξιώσεων της Άγκυρας εάν … φύγουν τα πλοία από την κυπριακή ΑΟΖ.
Μπράβο μας. Εάν γίνουν τέτοια πράγματα Κύπρος και «η εγγυήτρια» Ελλάδα δεν έχουν μέλλον ως αξιόπιστα, βιώσιμα και ευημερούντα κράτη. Μιλάμε για μια νέα αρχή του τέλους μπροστά στην οποία το Νταβός και άλλες κατευναστικές στάσεις θα ωχριούν.
Γ) Οι παραστάσεις που δημιουργούνται προκαλούν αποφάσεις τρίτων κρατών και ιδιαίτερα των μεγάλων και του Ισραήλ που θεωρούν την Ελλάδα και την Κύπρο αδύναμα και αναλώσιμα κράτη υποψήφια για σφαγή πάνω στην κλίνη του Προκρούστη των στρατηγικών παιγνίων.
Δ) Εάν η πιο πάνω ανάλυση επιβεβαιωθεί σημαίνει ότι οι νεοέλληνες καθίστανται παθητικοί δέκτες των συνεπειών των στρατηγικών παιγνίων στην περιφέρειά μας. Ακόμη και νήπια βλέπουν ότι τα στρατηγικά παίγνια είναι καταιγιστικά και οι στρατηγικές ανακατανομές ιστορικής σημασίας και τέτοιες που αλλάζουν τον ιστορικό χάρτη της περιφέρειας στην οποία ανήκουμε.
Ακολουθεί απόσπασμα από το πρώτο δικό μου κεφάλαιο του βιβλίου «Ευρωατλαντικές Σχέσεις» (https://www.facebook.com/eurwatlantikes.sxeseis) όπου και γίνεται σύντομη αναφορά στον κατευνασμό του Μονάχου και τις συνέπειές του, περίπτωση που θεωρείται κλασική στην στρατηγική θεωρία για να υπογραμμιστούν οι συνέπειες των κατευναστικών στάσεων ενός κράτους.
[…] Ακόμη πιο σημαντικές συνέπειες για το διεθνές σύστημα είχαν οι επιλογές των Δυτικών δυνάμεων απέναντι στον Χίτλερ όταν η ναζιστική Γερμανία όξυνε τις επιθετικές τις συμπεριφορές. Πρoς τo τέλoς της δεκαετίας τoυ 1930, η πρoαvαφερθείσα απειλή κατά της Τσεχoσλoβακίας στo Sudeterland, έθεσε τα δυτικά καθεστώτα αvτιμετώπα με τo κλασσικό δίλημμα μεταξύ απoτρoπής και κατευvασμoύ τωv εξωτερικώv απειλώv πoυ πρoέρχovται απo αvαθεωρητικές δυvάμεις. Η απόφαση – παράγωγο των ιδεαλιστικών ιδεολογιών οι οποίες τείνουν να ταλαντεύονται μεταξύ κατευνασμού και επιθετικότητας–, με ισχυρή υπoκίvηση τωv Αμερικαvώv, ήταv vα ακoλoυθήσoυv τηv πoλιτική κατευvασμoύ τωv φασιστικώv καθεστώτωv της Ευρώπης, με τηv περίφημη συμφωvία τoυ Μovάχoυ, τo 1938. Oι Τσέχoι, εvόψει της Γερμαvικής απειλής κατά τoυ Suderterland, oργάvωσαv τov στρατό τoυς απoφασισμέvoι vα αvτισταθoύv, ελπίζωvτας στηv Γαλλική και Ρωσική βoήθεια. Πoλλά έχoυv γραφτεί για τov απoτελεσματικότερo τρόπo αvτίδρασης στα επεκτατικά σχέδια τoυ Χίτλερ, καθώς και για τo κατά πόσo ήταv ήδη πoλύ αργά vα απoτραπεί o δεύτερoς παγκόσμιoς πόλεμoς. Πάvτως, αvαμφίβoλα, η γραμμή πoυ ακoλoύθησαv oι Δυτικές δυvάμεις και η Σoβιετική Εvωση, εvεθαρρυvαv αvτί vα απoτρέψoυv τov Γερμαvικό επεκτατισμό με αποτέλεσμα να οδηγηθούμε στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.
Ο πρόεδρoς Φραγκλίvoς Ρoύσβελτ, φoβoύμεvoς ότι μια γεvική αvάφλεξη θα έφερvε τις ΗΠΑ εvώπιov δύσκoλωv διλημμάτωv, απέστειλε μηvύματα στov Χίτλερ και στov Μoυσoλίvι, κάvovτας ύστατες εκκλήσεις απoφυγής της σύρραξης. Οσo για τις Ευρωπαϊκές δυvάμεις, εκτιμώvτας, λαvθασμέvα, τις πραγματικές πρoθέσεις τoυ Χίτλερ και τoυ Μoυσoλίvι, και τρoμoκρατημέvoι απo τηv Ναζιστική πρoπαγάvδα για τις δυvατότητες της Γερμαvικής αερoπoρίας vα πλήξει τις πόλεις τoυς, εισήλθαv στηv λoγική τoυ κατευvασμoύ αvτί της απoτρoπής. Ο Roosevelt, o Chamberlain, και o Daladier, αγωvιωδώς ζητoύσαv απo τov Μoυσoλίvι vα μεσoλαβήσει για μια ειρηvική διευθέτηση, με όρoυς πoυ oυσιαστικά ικαvoπoιoύσαv πλήρως τις διεκδικήσεις τoυ Χίτλερ. Ο τελευταίoς δέχθηκε, με τov όρo vα γίvει συvάvτηση με τoυς Μoυσoλίvι, Chamberlain και Daladier στo Μόvαχo.
Η συvάvτηση στo Μόvαχo στις 29 – 30 Σεπτεμβρίoυ 1938, έγιvε έκτoτε συvώvυμη της πoλιτικης τoυ κατευvασμoύ εvός αvτιπάλoυ και των ολέθριων συνεπειών μιας τέτοιας συμπεριφοράς απέναντι σε μια αναθεωρητική δύναμη.
Με τηv ψευδαίσθηση ότι η επεκτατική πoρεία τoυ Χίτλερ θα αvακoπεί και o πόλεμoς θα απoφευχθεί, oυσιαστικά θυσιάστηκε η Τσεχoσλoβακία, παραχoρώvτας ταυτόχρovα στov Χίτλερ τηv πoλεμική βιoμηχαvία της χώρας αυτής. Επιπρόσθετα, με τov απoκλεισμό της ΕΣΣΔ απo τηv συvάvτηση, σπρώχθηκε η Μόσχα πρoς μovoμερή πρoσέγγιση τoυ Βερoλίvoυ, λίγo αργότερα.
Ο Στάλιv, θεώρησε ότι τo Μόvαχo ήταv μια Δυτική πρoσπάθεια vα στραφεί o Χίτλερ πρoς Αvατoλάς, σε μια περίoδo πoυ η ΕΣΣΔ αδυvατoύσε vα τov αvτιμετωπίσει. Δηλαδή, ο κατευνασμός, δεν προκάλεσε μόνο ενθάρρυνση της αναθεωρητικής δύναμης αλλά εισήγαγε ανορθολογισμό στους υπολογισμούς των μεγάλων δυνάμεων ως προς τις αναγκαίες εξισορροπητικές κινήσεις οι οποίες θα μπορούσαν να σταθεροποιήσουν το σύστημα.
Ο βαθμός λαθoυς στηv εκτίμηση της κατάστασης απo τoυς δυτικoύς φάvηκε στηv περίφημη δήλωση τoυ Chamberlain, o oπoίoς επιστρέφωvτας στo Λovδίvo είπε ότι, «έφερε πίσω μαζί τoυ τηv ειρήvη για τηv επoχή μας». Οσov αφoρά τov Χίτλερ, δήλωσε ότι έκαvε τηv τελευταία εδαφική διεκδίκηση στηv Ευρώπη. Όπως είvαι γvωστό, σύvτoμα ακoλoύθησαv oι επιθέσεις κατά της Πoλωvίας, της Δαvίας, της Νoρβηγίας, τoυ Βελγίoυ, της Ολλαvδίας, τoυ Λoυξεμβoύργoυ, της Γαλλίας, και της Αλβαvίας (απo τηv Iταλία). Ταυτόχρovα, η σύρραξη μεταξύ τωv συμμάχωv και τωv χωρώv τoυ άξovα επεκτάθηκε σε όλη τη υδρόγειo. Όσον αφορά τις ΗΠΑ, παρά τις συχvές – αλλά πρoσεκτικά διατυπωμένες – δηλώσεις υπoστήριξης τoυ Αμερικαvoύ πρoέδρoυ πρoς τoυς συμμάχoυς, δεv εισήλθε στov πόλεμo παρά μόvo τov Δεκέμβριo τoυ 1941, μετά τηv επίθεση στo Πέρλ Χάρπoρ. Εξάλλoυ, η τέταρτη απόφαση τoυ Κoγκρέσoυ για τηv Αμερικαvική oυδετερότητα τov Νoέμβριo 1939, δέσμευε τηv Αμερικαvική κυβέρvηση σε στάση μη-παρέμβασης. [….]

Δευτέρα 21 Ιουλίου 2014

Η διάλεξη του Άλκη Αλκαίου για τον Κώστα Καρυωτάκη με τίτλο «Κώστας Καρυωτάκης: Ο Ποιητής που αγαπήθηκε και μισήθηκε» πραγματοποιήθηκε τον Ιανουάριο του 1967 στην Πάργα Πρεβέζης

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Αισθάνομαι ιδιαίτερη χαρά όταν συναντώ μια προσπάθεια — όποια προσπάθεια, — που βρίσκεται στα πρώτα της βήματα κι ακόμη μια ιδιαίτερη αδυναμία και εσωτερική επιταγή να την υποβοηθώ. Πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για ένα πνευματικό ξεκίνημα, τόσο ελπιδοφόρο και πολλά υποσχόμενο, όπως αυτό του κ. Ευάγγ. Λιάρου.
Την διάλεξί του: «Κώστας Καρυωτάκης, ο ποιητής που αγαπήθηκε και μισήθηκε», έθεσα, υπό την προστασία μου — και επραγματοποιήθηκε εδώ στις 22 - 1 - 1967 — και για τον λόγο ότι με τον άτυχο Κώστα Καρυωτάκη, καθώς και με την Μαρία Πολυδούρη με συνέδεσαν προσωπικοί φιλικοί δεσμοί, αλλά και για ένα σπουδαιότερο λόγο, που συμφωνεί με τα πιο πάνω. Γιατί πρόκειται για μια εξαίρετη πνευματική εργασία, θεμελιωμένη γερά πάνω στη ζωή, το έργο και τα αγχώδη ψυχικά συναισθήματα του αλησμόνητου ποιητή.
Το ότι η διάλεξι αυτή θα αποτελέση το πρώτο αυτοτελές έργο του κ. Λιάρου, είναι αφορμή χαράς και προσδοκιών ότι η κατοπινή πνευματική πορεία του θα είναι όπως την προβλέπω και την εύχομαι: σύντομα ανοδική και απέραντα πλατειά και μεγάλη.
Πάργα 3 - 2 - 1967
Αλέξ. Δ. Μπάγκας
Δήμαρχος Πάργας



********
Ε Ι Σ Α Γ Ω Γ Η

ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΦΑΤΗ Λογοτεχνική μας παράδοση και την ίδια τη σύγχρονη, δημιουργήθηκαν και δημιουργούνται μορφές του ποιητικού λόγου, που κάθε μια, με το δικό της τρόπο, επιτηδευμένο κι ανεπιτήδευτο, βάζει το λιθάρι της Νεοελληνικής ποιητικής ανοικοδόμησης. Κι όσο πλησιάζουμε προς τις μέρες μας, αν ρίξουμε έστω και μια φευγάτη ματιά στη σειρά των ποιητών και τη χρονολογική τοποθέτησή τους στη γραμματεία μας, θα σταματήσουμε, σχεδόν χωρίς καθόλου να το επιθυμούμε, στην πιο απελπισμένη ποιητική ψυχή του 20ου αιώνα, μέσα στον Ελλαδικό χώρο, που καθιερώθηκε πια, και θα μείνει άσβεστη, πικρά ειλικρινής κι αληθινά παραδεδεγμένη, απ’ όλους εκείνους, που όταν κρίνουν τους ποιητές, δεν παύουν να σκέφτονται σαν ποιητές. Ο Κώστας Καρυωτάκης — τι κι αν καταφρονήθηκε — έγινε η πραγματική βάση, πάνω στην οποία ερείδεται, απ’ άκρη σχεδόν σ’ άκρη, η σύγχρονη ποίηση και η σύγχρονη ιδέα. Όχι γιατί το λέμε εμείς. Όχι γιατί το λέει ο κριτικός ή μια μερίδα απ’ τους ειδήμονες. Αλλά για τον απλούστατο λόγο, ότι μονάχο το έργο του μιλάει. Κι ο Ουγκώ μάς πληροφορεί, πως μονάχα η φωνή των ειλικρινών και των μεγάλων, είναι καθάρια και πειστική. Και πρόθεσή μας δεν είναι να στολίσουμε τη φωνή του, αφού αυτόχρημα έχει πια διαμορφωθεί. Μόνο που, από ευγενικά αισθήματα και νεανική επιθυμία, και το σπουδαιότερο από προθέσεις πνευματικής και ανθρώπινης κατανόησης, φτιαγμένες μαζί, θελήσαμε, αύτη τη φωνή, στο πέρασμα του χρόνου, να την ξαναδυναμώσουμε, κινώντας την προσοχή των ανήσυχων και αφυπνίζοντας αποδειχτικά τούς αδιάφορους. Απλή κατανόηση και προσαρμογή στις απαιτήσεις μιας ομιλίας, αρκεί για να μπορέσουμε και σήμερα ακόμα, σαράντα περίπου χρόνια ύστερα απ’ το θάνατό του και λίγες εβδομάδες μετά τα αποκαλυπτήρια μιας αναμνηστικής πλάκας, να φτάσουμε στα συμπεράσματά μας. Παράκλησή μας δεν είναι η αλλαγή ιδεών, αφού και πάλι, σχεδόν δεν έχουμε τη δύναμη και τα μέσα για να επανδρώσουμε τα όνειρά μας. Ύστατη ευγενική παράκλησή μας στο εκλεκτό κοινό, είναι: Η α ν ο χ ή σ’ όσα θα πούμε. Κι η ηλικία του ομιλούντος είναι τέτοια, που τα λάθη σε μια ποιητική ιδεολογική στάση νάναι αναπόφευκτη, αναγκαία θα λέγαμε.
Υποστηρίξαμε πως ο Καρυωτάκης με τη μορφή της ζωής και της ποίησής του επέσυρε δυο ειδών αισθήματα γι’ αυτόν: Την αγάπη και το μίσος. Τα δύο αυτά αντιθετικά ρεύματα, ο αυθορμητισμός κι η ψυχρότητα, έχουν πολύ απέχουσες τις πηγές τους. Την πρώτη αναβλύζει η διάθεση της καρδιάς. Τη δεύτερη ο επικριτικός νους κι ο ασυνείδητος υπερτροφισμός.
Η αγάπη, η αγάπη μας, πρώτα. Το μάτι και το αίσθημα. Η κατανόηση μ’ όσο ανώμαλο χαρακτήρα κι αν μπλεχτούμε. Κι ο ποιητής είναι ένας Κόσμος Φυσικός. Φτάνεις σε μια ψηλή κορφή και γύρω αγναντεύεις την ψυχή του, την υπόστασή του, τη «θεωρία» του. Τον αγκαλιάζεις με τη ματιά του· τον ζωγραφίζεις μ’ αδρές πινελιές, τον παρασταίνεις με μυστικά υπερκόσμια λόγια». Σύμφωνα με τη δική σου ψυχοσύνθεση, τη δική σου ψυχική κατάσταση κι ωριμότητα, το δικό σου νόμο. Μα οι θάλασσες κι οι ουρανοί, τα δάση κι οι ουρανοξύστες δεν γνωρίζονται μόνο με την αποκάλυψη των νόμων που τους διέπουν. Ο κόσμος αυτός, που επιδρά αναπόφευκτα και μοιραία στο πλάσιμο του κόσμου του ποιητή, παίρνει κι ενός άλλου τρόπου ξάνοιγμα· περισσότερο γοητευτικό και ελκυστικό, περισσότερο αγαπητό και σημαντικό. Κι οι φυσικές εκφάνσεις κυριεύονται με τη συνθετική φαντασία και τη μαντική δύναμη. Την ταπεινή ενατένιση των περιστάσεων, το ήσυχο φροντισμένο ψάξιμο, το μυστικό εσωτερικό μόχθο. «Για να ξεδιαλυθεί το σε πολλά σκοτισμένο ακόμα ζήτημα της ψυχής», έγραψε χαρακτηριστικά ο Παλαμάς «ανάγκη να δουλέψει παραπλήσια, στο φιλόσοφο, ο φιλόλογος μαζί με τον ψυχρό εξεταστή των παραμικρών ο αισθηματικός θαυμαστής, μαζί, τέλος, με τον πεζό αποθησαυριστή λεξιλογίων, ο αιθερόλαμνος ιδεαλιστής». Το πρώτο είναι δύσκολο, σπάνιο κι επικίνδυνο. Το δεύτερο έχει μιαν τέλεια σιγουριά, γιατί δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας καθαρός καθρέφτης προσωπικών συναισθηματικών αληθειών. Κι είναι μεγάλη ανάγκη, περισσότερο από κάθε φορά σήμερα, να λείψουν οι διακυμάνσεις. Για μάς η ακέραια εικόνα του ποιητή θα βγει από το ζωντανό, πηγαία λυρικό αντίκρυσμά του. Μ’ αυτόν τον τρόπο, κι αυτές ακόμα τις απορίες, που γεννάν ατέλειωτες συζητήσεις και γίνονται αφορμές γι’ ασύμβατες και φλύαρες αντιλογίες, είμαστε σε θέση να τις σβήσουμε, συμβάλλοντας ταυτόχρονα στον πλήρη διαφωτισμό μας. Αντίθετα, φτάνοντας ως τα τελευταία ψιλολογήματα της ζωής και της ρίμας, ο κίνδυνος ν’ αποκλίνουμε απ’ τον αρχικό σκοπό μας θάναι άμεσος. Το απαθέστατο κρύο ψάξιμο που αναζωπυρώνει το θορυβώδες δημιουργημένο άλλοθι, για τον ποιητή που μας απασχολεί, αβίαστα μπορεί να φανεί ανόητα σχολαστικό και μικρόχαρο.
Ερχόμαστε όμως στη δεύτερη περίπτωση: Ο Καρυωτάκης — αλοίμονο — δεν είχε μόνον ανθρώπους πού τον αγάπησαν και τον πίστεψαν, φτάνοντας έμμεσα στην δική του τραγική θέση. Είχε κι ανθρώπους που τον επέκριναν. Κι ήταν — κι είναι — πολλοί εκείνοι που μέχρι χτες ακόμα, διασύρουν και αποφεύγουν σαν μαύρη, σατανική κι ανήλιαγη σκιά τη μνήμη του. Και δεν είναι μονάχα εκνευριστική και αφορμή καταγανάκτησης, μα και αφάνταστα λυπηρό το γεγονός ότι αυτές οι τόσο προσβλητικές και μικροπρεπείς ενέργειες, γίνονται από υποτιθέμενους ανθρώπους του π ν ε ύ μ α τ ο ς!.. Σκοπός μας δεν είναι να διασύρωμε τους διασύροντες. Ούτε τόλμημα καν. Ξαναϋπογραμμίζουμε μόνο τούτο: πως στη σκέψη απλώς, πως ο Κώστας Καρυωτάκης λειτούργησε, σαν ποιητής — φιλόσοφος, το πνεύμα, έχει όλο το δικαίωμα να τύχει όχι αντανθρώπινης άλλα ανεπιφύλαχτα ευγενικής συμπάθειας, όπως στη συνέχεια θα δούμε. Γιατί, αν καλοεξετάσουμε στο βάθος τους τις γνώμες των επικριτών, θα δούμε πως χαρακτηρίζονται από μια ωμή ηθικοφροσύνη και μετανοημένη πίστη. Στην ουσία, δηλαδή, το θέμα περιορίζεται ασφυχτικά στον εγκλωβισμένο και αυστηρά συγκροτημένο πυρήνα της άρνησης της ζωής, ποιητικά και πραχτικά. Εσφαλμένη αντίληψη της ζωής, κατήφορος, ανανδρία, απαισιοδοξία, θάνατος. Εδώ, σταματήσανε. Ούτε βήμα πιώ πέρα, ωσάν ν’ ακολουθούσε γκρεμός και διαφθορά, όλεθρος και παρόμοιος θάνατος. Ο άνθρωπος που απ’ την αρχή κατάλαβε σαν πεπρωμένο το αδύνατο κάποιου προσανατολισμού και δεν μπορεί να διευθετηθεί στα λιμνάζοντα κοινωνικά πράγματα, δεν έπεται ότι είναι στερημένος ιχνών ανθρώπινης δίψας. Γιατί κι ο πόνος είναι μια δίψα, που, είτε η αδιάκοπη συρροή ατυχιών, είτε το ενστιχτώδες του ρίγους και της φρίκης που μας κυριεύει με πανουργία, ο πόνος λοιπόν μας αφήνει ερμητικά κλεισμένους στον εαυτό μας, με θολό βλέμμα, πικραμένους. Αν είμαστε απλοί και συνηθισμένοι θα ξεδιψάσουμε με τον καιρό. Αν είμαστε μύστες και δημιουργοί μόνο στο ξέσπασμα το γραφικό θα βρούμε την άκρη και την ανακούφιση και τη ζωή. Γι’ αυτό αν θέλουμε να κρίνουμε αντικειμενικά, τότε, θα ιδούμε πως δεν πρέπει πρώτα - πρώτα να μεταλλάξουμε τα αντικειμενικά, τα ιστορικά, ας πούμε, δεδομένα. Να προσπαθήσουμε να διασώσουμε και διαλευκάνουμε ολάκερο και ατόφιο τον αποχρωστικό κόσμο της ψυχής του προσώπου που καταγινόμαστε, και, καλοζυγίζοντας τη ζωή με τη φύση, την επάρκεια και την ανεπάρκεια — και πάλι — σε αντικειμενικού κύρους ηθικά, ταξικά και κοινωνικά εφόδια, να δώσουμε μια σχετική λύση, έναν κάποιο ορισμό του ατόμου. Το ίδιο και στην περίπτωση — την τόσο κλασσική του Καρυωτάκη. Ας μη φανεί παράξενο, πως δεν είναι λίγοι εκείνοι από τους τυφλά κανοναρχημένους, που τολμούν και άφοβα μηδενίζουν τη διπλή υπόσταση του ποιητή μας — ποιητής και άνθρωπος —, ενώ ακόμα δεν έχουν κατανοήσει παρά μόνο τη ζωή του, κι αυτήν ίσως — ποιος τ’ αποκλείει; — όχι ολοκληρωμένα.
Έχει πολύ δίκιο ένας σύγχρονος Γάλλος σοφός που υποστηρίζει πως τόσο στην πεζογραφία και το θέατρο, όσο περισσότερο, στην ποιητική τέχνη είναι κανόνας το περιβάλλον να επιδρά στον καλλιτέχνη, είναι καλό, πρώτα να τον κρίνουμε από το έργο που μας αφήνει κι ύστερα να ενδιαφερθούμε για τον κύκλο της ζωής του. Πριν από λίγες μέρες ο Β. Βαρίκας έγραφε στο «ΒΗΜΑ» τα εξής: «Ο άνθρωπος και το έργο είναι δυο πράγματα εντελώς διάφορα. Κι η γνώμη μας για το ένα δεν θα πρέπει σε καμμιά περίπτωση να θολώνει την κρίση μας για το άλλο. Η συνέπεια ιδεών και ανθρώπου, που τις εκφράζεται, απαραίτητη ίσως στον θρησκευτικό ή τον πολιτικό ηγέτη, δεν έχει έννοια προκειμένου για τον ποιητή ή τον λογοτέχνη. Ή, όπου εμφανίζεται, αποτελεί κάτι το συμπτωματικό. Κάτι περισσότερο μάλιστα. Όταν κανένας γεύεται τον ώριμο καρπό του δέντρου, θα ήταν κωμικό να προσφεύγει στην ανάλυση εδάφους, που το διέθρεψε. Το ίδιο άχρηστη και περιττή είναι και η γνώμη της ιδιωτικής ζωής του συγγραφέα, προκειμένου να χαρούμε και να εκτιμήσουμε την προσφορά του».




Για τους συμβατικώτερους όμως, δεν μπορεί, νομίζω, να συμβαίνει το ίδιο. Πολλές φορές η προσωπική περιπέτεια αναβιβάζεται στην περιωπή της ανθρώπινης περιπέτειας, της καθολικής υψιπέτειας, είτε γιατί αποτελεί πηγή διδάγματος δύσκολα καταφρονητού, είτε επειδή γεννάει προβλήματα που υπερβαίνουν τον μικρόστενο ατομικό χώρο και φτάνουν στη σφαίρα του πανανθρώπινου. Προσωπική μας γνώμη είναι, πως αυτός ό προβληματισμός, στον οποίο πολλές φορές δίνεται μια βεβιασμένη και σκοτεινή λύση, ναι μεν δεν είναι τόσο άρτιος και συγκρατημένος, ενέχει όμως, μαζί με την αλγεινή διάθεση, συμπύκνωμα γνώσης και πείρας, μαζί με το φόβο τη διαπίστωση. Άρα, όσο ζοφερότατη κι αν είναι η περίσταση, η αποστροφή που δείχτηκε και εξακολουθεί παράδοξα να δείχνεται απόνα μεγάλο πλήθος «μικρών και μεγάλων» είναι οπωσδήποτε α λ ό γ ι σ τ η και α β ά σ ι μ η.
Το πάθος κι ο υποτονισμός, η ρέμβη κι η μελαγχολία ο καυσίγελως κι η αποσιωπημένη θέληση, είναι και καλλιέργεια εκτός από κατάσταση. Κι’ η φιλολογική καλλιέργεια και συνέπεια του ποιητή Κώστα Καρυωτάκη, είναι, νομίζω, αρκετή και ικανή, για να τον κρατήσει τόσο ψηλά, κι ακόμα πιο ψηλά, απ’ όσο μέχρι σήμερα τον ανέβασε.



ΠΡΙΝ ΜΠΟΥΜΕ στο έργο του Καρυωτάκη και την αποστολή του, ανάγκη να ξαναθυμηθούμε τη ζωή του.
Η ζωή ενός ποιητή έχει κάτι το προσωπικό, το ιδιόμορφο και το δικό της. Το πέρασμα των στιγμών κρύβει μια υποβλητική μαγεία, μια πνοή ζωής, ένα παρακίνημα στην ονειροπόληση, ένα βήμα στην τελετουργική πράξη. Το εξωτερικό αισθηματικό ερέθισμα, η θεά Μούσα, άλλοτε ασπροντυμένη και ανοιξιάτικη κι αισιόδοξη, άλλοτε πνιγμένη στο μαύρο, που κι’ αυτό, λες κι έχει υπόσταση, απαιτεί να θεωρηθεί σαν μια ανέκλητη προσταγή, που ταιριάζει στο κλίμα του ιδεατή.
Όλες εκείνες οι λεπτές περισυλλογές, ποτισμένες με το αόριστο και το βαθύ, άλλοτε χάνονται ή μεταμορφώνονται κ’ άλλοτε με μια ριζική αναγέννηση του νου και της ψυχής, τείνουν, πάνω στις ίδιες βάσεις ανανεωμένες, να προσαρμοσθούν στους τύπους μιας ωριμότερης τεχνικής επιμέλειας και αρμοδιότητας. Κι’ ή αρμοδιότητα αυτή είναι το μέσο που θα φανερώσει τις πτυχές, την αξία, την προσωπικότητα, το ύφος.
Ο Καρυωτάκης ανήκει στη χορεία εκείνων των θολωμένων ποιητών, που θύματα της πικρόχολης αναγκαιότητας, ποτέ δεν ξέφυγαν και δεν δυνήθηκαν να ξεκολλήσουν από την αρχική τους ιδεολογική και ποιητική θέση.
Το μαύρο εκείνο σύγνεφο που απ’ τα παιδιά μας χρόνια βαραίνει τη φαντασία και την ψυχή, εξακολουθεί αδήριτο κι ανεξάχνωτο να αμαυρώνει το ποιητικό κλίμα ενός δημιουργού μέχρι τις ύστερες στιγμές του. Γιατί οι πρώτες αγκαθερές ρίζες προχωρούν τόσο βαθιά μέσα μας πού, όσο κι αν προσπαθούμε να τις εξαλείψουμε, αντί να πάμε στο Καλύτερο έχουμε επιδεινώσει την κατάσταση, με αποτέλεσμα να καταφύγουμε αναγκαία σε μιαν άλλη ανύπαρκτη ελπίδα και καθαρή ουτοπία. Ο πεσσιμισμός που συνήθως ακολουθεί ακάθεκτος, είναι το προηγούμενο στάδιο πριν από τον ολοκληρωτικό, απρόσκοφτο εκτροχιασμό. Γίνεται μια καλοδεχούμενη θεότητα κι’ απλησίαστη να πολεμηθεί, όπως παλιά συνέβαινε με τη φωτιά.
Κι η αναγκαία τύχη τούτο επιβάλλει: να μην της φέρουμε καμμιά αντίσταση. Να τη δεχτούμε σαν κάτι το φυσικό και το ανεύθυνο πούρχεται από άλλον καθοδηγό και διακανονιστή. Οι πολλοί υποχωρούν συμβατικά κι ησυχάζουν. Οι λίγοι και διαλεκτοί, που τους καίει η φωτιά του αυθαίρετου, αγωνιστές και ήρωες, εραστές του απόλυτου και πολέμιοι στο αίτημα της αλλαγής. Αναστέλλουν με καρτερία κι αν ακόμη είναι ταμένοι στο βωμό ενός ολοκαυτώματος. Κι άλλοι υποκύπτουν, άλλοι ανακύπτουν προσωρινά ή τελικά. Θα χρειάζονταν νομίζω διαφορετική περίσταση, για να τονιστεί αυτός ο τραγικός αγώνας, και πλατύτερος χρόνος. Γιατί ο πόλεμος αυτός, με τις συνθήκες και τα πρόσωπα, είναι ατελείωτα ακατάληπτος και θα χρειάζονταν απαρχής ένας άλλος, διαφορετικός πολύμορφος, σκεπτικός και εμπειρικός αγώνας, για να φτάσουμε έστω και ψευδαίσθητα στην εκπλήρωση του μεγάλου πόθου.

Η συνάρτηση του καιρού προς τη σπουδή του ανθρώπου ή του έργου του, σε παρασύρει σαν χείμαρρος μανιασμένος να μεροληπτήσεις, άρα και να χαθείς και να αχρηστευθεί η προσπάθεια κι ο κόπος όπου υποβλήθηκες. Οι ποιητές των καιρών θα βρουν καθένας μόνος του μέσα στην εσωτερική συμφωνία και μία νέα ανάγκη αναζήτησης (μέσ’ τη γαλήνη ή τη θύελλα) . Κοινό τους γνώρισμα είναι ο οίστρος που πυργώνει τη θέση στο αχανές. Το γνώριμο και το ξένο εξαρτά τη μορφή που θα λάβει από την κράση καθενός απ’ τους αγωνιζομένους. Σε δεύτερο πλάνο, οι απαιτήσεις των ανθρώπων, παραμορφωμένες φαίνονται και ανισοζύγιστες με την πολιτιστική ανέλιξη ή κοινωνική εξαθλίωση. Στο δεύτερο τούτο μονοπάτι έταξε σαν ποιητή τον Καρυωτάκη το αίτημα του καιρού του και η αδημονία στην επιφάνεια και η ενυπάρχουσα τάση γίγνεσθαι, να καθιερωθεί στην συνείδηση όσων τον άκουσαν, σαν ποιητής περισσότερο και σαν άνθρωπος λιγότερο. Εμείς ίσα και στα δύο θα τον εξετάσουμε. Κι’ απ’ αυτή τη σύνθετη σκοπιά θα τον κρίνουμε.






Ο Κώστας Καρυωτάκης γεννήθηκε στην Τρίπολη. Η χρονολογία της γέννησής του μαθαίνουμε πως είναι: 30 Οχτώβρη 1896. Ο πατέρας του, μ’ επάγγελμα πολιτικού μηχανικού, ήταν διαρκώς σε κίνηση περιοδεύοντας στις περισσότερες Ελληνικές πόλεις, όπου αναγκαστικά τον ακολουθούσε ο μικρός Κώστας: Κεφαλληνιά, Λευκάδα, Πάτρα, Καλαμάτα, Αθήνα, Τρίπολη, Χανιά, ήταν οι κύριοι σταθμοί του. Μάλιστα τα Χανιά ήταν ο τόπος όπου περισσότερο από κάθε άλλον παρέμεινε, ζώντας εκεί το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής του ηλικίας. Τελειώνοντας τις σπουδές του στο Γυμνάσιο, έρχεται στην Αθήνα στις αρχές του Σεπτέμβρη 1913 και γράφεται στη Νομική Σχολή, με μελλοντική πρόθεση ν’ ακολουθήσει το διπλωματικό στάδιο. Στην Ιόνιο Σχολή μένει ένα χρόνο, γεμάτο κατάθλιψη και μοναξιά και περιορισμούς στη μελέτη. Λίγο αργότερα, μη αντέχοντας την αποξενωτική ατμόσφαιρα της Σχολής, αποφασίζει και νοικιάζει δωμάτιο στη Νεάπολη. Έτσι έχει όλες τις ευχέρειες και ελευθερίες να επιδοθεί σ’ εκδηλώσεις φάρσας, αμείλικτου σαρκασμού και τρελλών επινοημάτων.
Στα 1917 παίρνει το πτυχίο από τη Νομική και αναχωρεί για τη Μακεδονική, πρωτεύουσα, όπου είχαν προ πολλού εγκατασταθεί οι γονείς του.
Για να πετύχει αναστολή στράτευσης έρχεται ξανά στην Αθήνα και γράφεται στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου. Στα 1919 περίπου κατόρθωσε να πάρει την άδεια για να ασκήσει το δικηγορικό επάγγελμα, χωρίς όμως αύτη τη φορά να αποφύγει και πάλι τη στράτευση. Έτσι, ως το τέλος του 1920 ζει ως στρατιώτης ενώ στις 31 Οχτώβρη 1920 διορίζεται υπάλληλος στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης. Με συνεχείς μεταθέσεις έρχεται στη συνέχεια στις αντίστοιχες Νομαρχίες της Σύρας, της Άρτας και της Αθήνας, οπού θα υπηρετήσει υπό την ηγεσία του Νομάρχη και ποιητή Ν. Πετιμεζά — Λαύρα και με συναδέλφους τον Πάνο Ταγκόπουλο και τη Μαρία Πολυδούρη.
Το έτος 1923 μετατίθεται στο Υπουργείο Κοινωνικής Προνοίας και καταφέρνει έτσι ν’ αποφύγει τις ταλαιπωρίες στην Επαρχία. Παράλληλα οι περιοδικές του άδειες, του δίνουν την ευκαιρία να ταξιδέψει στο εξωτερικό: στα 1924 στη Γερμανία και την Ιταλία, δύο χρόνια, αργότερα στη Ρουμανία και τέλος στα 1928 στο Παρίσι. Το τελευταίο ταξίδι του είχε δυσάρεστο απροσδόκητο, τη μετάθεσή του στην Πάτρα, και πριν καλά - καλά επιστρέφει βρίσκεται ήδη εξορισμένος στην Πρέβεζα τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου δηλ. στα 1928. Ένα μήνα αργότερα, στις 21 Ιουλίου κάνει την οριστική του αποδημία με τη θορυβημένη αυτοκτονία του.

Από τους βιογράφους του μαθαίνουμε, πως ο Καρυωτάκης από μικρός ήταν ένα παιδί δειλό κι’ ασθενικό, συνεσταλμένο και φοβισμένο — εύκολη λεία των ομηλίκων του. Ένα παιδί σιωπηλό μ’ ονειροπόλα μάτια που τ’ άρεσε να μένει μόνος, να οπτασιάζεται και ν’ αφαιρείται. Προ πάντων αυτό. Παράλληλα με τη μελέτη και τα όνειρα για μια μελλούμενη αυτοδημιουργία, η ζωγραφική ήταν το μέσο που τον οιστρηλατούσε και παρηγορούσε μέσα στη μοναξιά του. Κι’ ενώ αυτός εμπνέεται, όσο προχωράει, νοιώθει αυτό το κοινωνικό κενό γύρω του να τον κυκλώνει πιο παγερά με την πλήξη και την εγκατάλειψη. Και δεν έφτανε αυτό. Στα Χανιά, στα δεκαεφτά του μόλις χρόνια, γνωρίζει την πρώτη αισθηματική αποκαρδίωση, που εβάρυνε και τυραννούσε περισσότερο την ελαττωματική και μειονεκτική του φύση, όταν τα καλοκαίρια ερχόταν απ’ την Πρωτεύουσα στην Κρήτη για διακοπές. Κι αυτό το πρώιμο τραύμα τον έκανε πιο έγκλειστο κι απόκοσμο, «ένα παράξενο παιδάκι γερασμένο» όπως συνήθιζε ο ίδιος ν’ αποκαλείται. Η κατάσταση τότε χειροτέρεψε, όταν, φοιτητής όντας, μαθαίνει το γάμο της κόρης των ονείρων του και δεν θέλει να το πιστέψει. Ήτανε τόση η ευθιξία του και τόσο αχαλίνωτη η Φαντασία του, ώστε σχημάτισε μόνος του τη δραματική εντύπωση για ένα ανύπαρκτο δράμα, όπου ο ίδιος δικιολογούσε, πως ο γάμος ήταν απόρροια σκληρής βίας και όχι αυτοπροαίρετη πράξη. Βέβαια, η επαναφορά σε μια τόσο σκληρή πραγματικότητα είχε σαν οδυνηρή συνέπεια την όξυνση του ολοφυρμού του, που χειροτέρεψε τον ακραιφνή παροξυσμό σε μια τόσο πονεμένη, άρρωστη ψυχή και οδήγησε σε πεισιθάνατη ροπή, πιο δυνατή από την Καβαφική νιχιλιστική έφεση, πιο δυνατή κι’ ισχυρή απ’ την αντίστοιχη του Κοτζιούλα, πιο τελειοποιημένη και γινόμενη από του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη.
Μα αυτό ήταν το πρώτο ακόμα στάδιο.
Ένα δεύτερο στάδιο είναι η συνάντηση δυο απελπισμένων στην Νομαρχία της Αθήνας. Είναι αλήθεια πως — αν και πολλοί μένουν μονάχα στα όρια μιας απλής φιλίας — ο έρωτας της Πολυδούρη αποτέλεσε για τον Καρυωτάκη την απαρχή μιας νέας δραματικής εποχής. Εκείνη μια απεγνωσμένη μ’ ευαίσθητη ποιητική προδιάθεση. Εκείνος ένας άρρωστος κι’ ανήσυχος πού ενέκλεισε απεγνωσμένα μέσα στις κοχλιώσεις της ψυχής του τό μεγάλο αίσθημα, που τόσο επέδρασε στην κοινή γνώμη, κ’ εξύψωσε ταυτόχρονα τον ποιητή και το έργο του.
Οι σχέσεις, από την ελαφρή φιλολογία πήραν διαστάσεις απρόσμενες. Μια εφημερίδα κείνης της εποχής κάνει μιθυστόρημα το δεσμό του και το δημοσιεύει με τίτλο:
«ΤΟ ΤΡΑΓΙΚΟ ΕΙΔΥΛΛΙΟ ΔΥΟ ΜΕΛΛΟΘΑΝΑΤΩΝ»



Αργότερα, όταν ο Καρυωτάκης μετατέθηκε, ή, όπως είπαν εξορίστηκε στην απόμερη Πρέβεζα, ο ψυχικός του κόσμος δεν μπορεί πια να χωρέσει την ομορφιά της φύσης και τα κάλλη που τον περιζώνουν. Η αλληλογραφία με την Μαρία Πολυδούρη όχι μονάχα δεν απετέλεσε πηγήν ελπίδας, αλλά αντίθετα συνεδαύλιζε πιο πολύ την πένθιμη δίψα του, εξουθένωνε τις δυνάμεις του. Γινόταν η στυγνή τυράγνια, ένα όνειρο ανεκπλήρωτο και σκοτεινό και καταδικασμένο. Κι’ η εξοχική πόλη της Πρέβεζας, ο τόπος της ξεγνιασιάς για τον κουρασμένο, έγινε γι’ αυτόν ο τόπος της απελπισίας. Η έπαρχιακότητα ήταν μηχάνημα που αδιάκοπα τον βελόνιαζε. Και τ’ αποτέλεσμα δεν άργησε να φτάσει:
Κάτω από ένα ευκάλυπτο, ο ποιητής των Νηπενθών κάνει το τραγικό του εγχείρημα κι αποδημεί, λυτρωμένος, από τ’ ανίκητο άγχος, μ’ αιμόφυρτο το σαρκίο του, κάτω απ’ τον λαμπρό πρωινό καλοκαιριάτικο ήλιο. Διηγείται με πόνον ο προσωπικός του φίλος και βιογράφος Χαρίλαος Σακελλαριάδης: «Αποφασισμένος αμετάκλητα να πετάξει από πάνω του το φορτίο που τον βάραινε καταθλιπτικά, έφυγε το βράδυ στις 20 Ιουλίου έξω από τον κόλπο της Πρέβεζας προς την παραλία του Ιονίου, άφησε τα ρούχα του στην αμμουδιά κι ανοίχτηκε στο πέλαγος. Δέκα ολόκληρες ώρες, μας λέει το σημείωμα πού άφησε, πάλευε να πνιγεί· άδικα όμως, γιατί κάθε φορά που το κουρασμένο του σώμα βυθίζονταν στο κύμα, η κλωστή, που τον κρατούσε ακόμα στη ζωή τον ξανάφερνε στην επιφάνεια. Αποφασισμένος οπωσδήποτε να τελειώσει και μη μπορώντας να βρει το θάνατο στο κύμα, βγήκε το πρωινό της άλλης μέρας μακρυά από το μέρος πούχε πέσει, κι αφού ζήτησε τα ρούχα του, που κάποια παιδιά, παίζοντας στην αμμουδιά, είχαν βρει, τράβηξε για την πόλη. Γυρίζει στο σπίτι του, πίνει ένα γάλα και φεύγει· αγοράζει ένα περίστροφο, ξεμακραίνει από την πολιτεία προς τ’ αντίθετο μέρος κάθεται σ’ ένα καφενεδάκι ώρες ολόκληρες, καπνίζει απανωτά τσιγάρα, γράφει το στερνό του σημείωμα· πηγαίνοντας κατόπι μακρύτερα, ξαπλώνει κάτου από έναν ευκάλυπτο και φυτεύει μια σφαίρα στην καρδιά του».
Μετά απ’ αυτά, αξίζει νομίζω να μεταφέρουμε εδώ το σημείωμα —το τελευταίο πού άφησε πριν πάρει τη στερνή του θαρραλέα απόφαση: «Είναι αυτό: να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερο μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περσότερες να μπορώ να τις αιστανθώ. Κάθε πραγματικότης μού είναι αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο σαν ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους κι εθεώρησαν την ύπαρξή τους χωρίς ουσία».
Τι ιπποτική φιλοφροσύνη! Τι τραγικός ανθρωπισμός! Τι διαυγής καταδίκη!
Και συνεχίζει το σημείωμα: «Τους βλέπω να έρχωνται ολοένα περισσότεροι μαζί με τούς αιώνες. Σ’ αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές, είμαι έτοιμος τώρα για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τούς δύστυχους γονείς μου, λυπούμαι τ’ αδέρφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά… Και για να αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουν ποτέ να αυτοκτονήσουν διά θαλάσσης. Όλη τη νύχτα απόψε επί δέκα ώρες εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το σώμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια…».
Λίγο αργότερα, με την αγγελία του θανάτου του, η Μαρία ΙΙολυδούρη θα γράψει μέσα απ’ τη «Σωτηρία», όπου κλείστηκε για να γιατρέψει την ανίατη αρρώστεια της, με κραυγαλέα καλεστικά λόγια:

«Είμαι τρελλή να σ’ αγαπώ
αφού έχεις πια πεθάνει»

(Ηχώ στο Χάος).

Ο ποιητής της «Πρέβεζας» δεν υπήρχε πια. Ή καλύτερα, ο άνθρωπος. Γιατί ζει και θα ζει ακόμα, άπειρα, στη μνήμη και τη συνείδηση των ανθρώπων ο ποιητής. Των ανθρώπων θέλω να πω που τον πρόσεξαν πρώτα, και τον πίστεψαν δεύτερα. Πολύς ο θόρυβος που ακολούθησε γύρω απ’ την αυτοχτονία του. Γνώμες ειπώθηκαν πολλές. Άλλες μ’ αυστηρότητα κι άλλες με συγκατάβαση. Άλλες μόνιμες κι άλλες αμφισβητητές, έγκυρες κι άκυρες. Ο I. Μ. Παναγιωτόπουλος γράφει στα «Πρόσωπα και τα κείμενα» πως «οι αυτοκτόνοι δεν είναι σπάνιοι σ’ αυτή τη φυλή των ανθρώπων, που πλάθει με τη δύναμή της και με τη θλίψη της το αμάραντο λουλούδι της έκφρασης. Μα η αυτοκτονία του Καρυωτάκη, συμπληρώνει, ήταν για μένα ένα περιστατικό βαρυσήμαντο, σα να μου έδειχνε, πώς ένας ποιητής της γενιάς μου, μπορεί ο καλύτερος, έφτυνε την αηδία του καταπρόσωπο του περίγυρου, γιατί δεν του στάθηκε άλλο βολετό ν’ ανθέξει στην εναντίωση και το περιγέλασμα της καθημερινής χαμοζωής». Όπως είδαμε, τα ίδια γράφει κι ο ποιητής στο σημείωμά του. Κι αλήθεια, με την αυτοχτονία ο Καρυωτάκης ξέφυγε τις πλεχτάνες μιας μεγάλης παγίδας, που σ’ όλα, τα λίγα χρόνια της ζωής του τού παρέστεκε ύπουλα, έτοιμη να δαμάσει τον ανίσχυρο ρεαλισμό του. Κι η παγίδα αυτή, ήταν: το πνεύμα του Κινδύνου και της αγωνίας, που τον σκέπαζε.






Β΄

ΜΕΡΙΚΟΙ από τους ποιητές μας, μα και πολλοί ξένοι, συνήθισαν — ή καλύτερα έδειξαν έφεση σε τούτο: Να μιλήσουν από νωρίς. Ο κόσμος στο πρώτο του αντίκρυσμα έχει για την ευαίσθητη ποιητική φύση προδιαγράψει τα χαρακτηριστικά του. Οι πρώτες όμως ιδέες δε μένουν άθικτες κι απέλαστες. Ζυμώνονται, πλάθονται, ζωηρεύονται. Πλατύνονται τα όρια της φαντασίας. Σιγά - σιγά, σε στενή συνάφεια με τα ατομικά και καθολικά γεγονότα, αρχίζει ένας κόσμος να προβάλλεται στη συνείδηση. Ο κόσμος με τη μυθική ύλη που θα συντροφεύσει το δημιουργό του στα πρώτα πατήματα στο χώρο της προσπάθειας για μια έγκυρη και θαυμαστή υλοποίηση. Αρχικά, τα ποιητικά προϊόντα σπάνια μπορούν να διαφύγουν το περιπότισμα από τ’ ασυνάρτητο, το ατελές ή το ασταθές. Θεωρητικά, πρόκειται γι’ απλά δονίσματα που καθόλου δεν πρέπει να καταπατηθούν, αφού σπάνια ο ρυθμός τους στα κατοπινά χρόνια μπορεί ν’ αλλάξει εντελώς χρόνο και λυρική ουσία. Τα παραπροϊόντα συνθέτουν μια δεύτερης αξίας εικόνα, που τα ορατά χαρακτηριστικά της — με το μάτι του νου — απέχουν πολύ από τα οριστικά τελειότυπα. Στην περίπτωση γενικά της νεανικής επίδοσης οι γνώμες των μελετητών διχάζονται. Άλλοι θα μας πουν πως δεν πρέπει καθόλου να φροντίζουμε ν’ αναζητήσουμε το πνεύμα των ποιητών στις σκόρπιες παλιές πηγές, όταν εύκολα μπορούμε από τα παρόντα ολοκληρωμένα στοιχεία ν’ αποκρυσταλλώσουμε γνώμην γι’ αυτούς. Άλλοι πάλι υποστηρίζουν πως η ενσωματωμένη — γιατί τέτοια είναι η πρώτη που αναφέραμε — ποιητική έρευνα αποκλείει τον παράγοντα: ακρίβεια ή λεπτομέρεια. Χωρίς να μονομεριάσουμε το ζυγό, λέμε ξεκάθαρα και ρητά, πως στη δεύτερη μονάχα γνώμη θα σιγουρεύαμε την καλή έκβαση της έρευνας, στο συγκεκριμένο τούτο θέμα της ποίησης του Κώστα Καρυωτάκη. Σ’ αυτόν, το ξετύλιγμα της λυρικής ενέργειας αρχίζει από τα δεκάξη μόλις χρόνια, ενώ, κατά όλως παράξενο τρόπο, ο Καρυωτάκης ως τα δεκαπέντε του χρόνια δεν είχε δείξει το ελάχιστο ενδιαφέρον για τον ποιητικό μας λόγο. Η πληροφορία ταύτη είναι αναμφισβήτητη, αφού προέρχεται από το βιογράφο του, που μας παρουσιάζει ξεσκονισμένη και εγγυημένη κάθε λεπτομέρεια της ζωής του. Ωστόσο το πρόβλημα έχει και την ερμηνία του: η επαγγελματική ιδιότητα και τάση του πατέρα του ήταν τέτοια, που σχεδόν αποκλείεται η υπόνοια να του δόθηκε η ευκαιρία παραμικρής διατριβής πάνω στην ποίηση. Μόνον όταν άρχισε να ωριμάζει η προσωπική ανεξαρτησία, δημιουργήθηκαν κι οι προϋποθέσεις να εκδηλωθεί η οπωσδήποτε ενυπάρχουσα σχετική τροπή. Προσθέτουμε πώς εξ άλλου δεν ήταν καθόλου αναγκαίο να γίνει αυτό που λεν «ποιητική προκατήχηση» σ’ έναν αυτοσχεδιαστή και ηγετικό στοχαστή σαν κι αυτόν. Υπεισήλθε μονάχα ο παράγων—ώθηση. Κατά τ’ άλλα, ο ψυχικός ερμηνευτής έμεινε από την πρώτη στιγμή ο ίδιος, με ζωηρότερη παραλλαγή και πρωτοτυπία πολύ αργά φανερωμένη.
Το πρώτο ποίημα του Καρυωτάκη γράφεται στα 1912 μ’ αφορμή το ναυάγιο του «Τιτανικού». Το τραγικό τούτο περιστατικό είχε ριζική απήχηση στην ψυχή του νέου ακόμα παιδιού κι απετέλεσε το σκληρό όνειρο ως τα τελευταία του, με αθόλωτες τις δαχτυλιές. Από δω και μπρος δεν παύει να στέλνει στίχους κατά καιρούς σε περιοδικά, την «Ελλάδα», τον «Παιδικό Αστέρα», για ν’ αρκεστούμε στα αντιπροσωπευτικώτερα της εποχής του. Κι ακριβώς στα 1919 τυπώνεται η πρώτη του ποιητική συλλογή «Ο πόνος του ανθρώπου και των πραγμάτων». Ο βιογράφος του μάς πληροφορεί πως: «βγήκε σ’ εκατό μόνο αντίτυπα κ’ είκοσι σ’ έκδοση πολυτελή. Άδικα όμως περίμεναν στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων· δεν πουλήθηκε σχεδόν κανένα». Θόρυβο προκάλεσε η διένεξη Καρυωτάκη—Νουμά. Ο συγγραφέας έστειλε τρία αντίτυπα στον Νουμά, με την ελπίδα να αγγελθή η έκδοση μέσω του περιοδικού. Μάταια όμως περίμενε, γιατί ο Νουμάς αγνόησε το βιβλίο. Ο Καρυωτάκης καταφεύγει… στη δικαιοσύνη. Σύμφωνα με υποσχέσεις του Νουμά έπρεπε κάθε βιβλίο που λάβαιναν να κάνουν κοινοποίηση. Τ’ αποτέλεσμα ήταν η συμφιλίωση που απόφερε μια εξώδικη πρόσκληση. Το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου δημοσιεύει στην «Εστία» την εξής αγγελία: «Λόγοι εσπευσμένης αναχωρήσεως ενοικιάζεται εντός τριών ήμερων πολυτελής οικία αντί 100 μόνον δραχμών και πωλούνται έπιπλα… Style Louis XIV και πιάνο εις το 1/100 της σημερινής των αξίας. Πληροφορίαι παρά τω κυρίω… Ώραι επισκέψεως 2—4 μ.μ. Η φράση ετούτη, που την εντάσσουμε στα… γραφόμενά του, όσο κι αν φαίνεται από την πρώτη της όψη χαριτολογική και απαλλαγμένη σοβαρότητας και λογικής, έγινε εν τούτοις αίτια να συρρεύσουν στο σπίτι του οι συνηθισμένοι «απόστολοι εκ περάτων» που κυνηγούνε την ευκαιρία, κι’ η φασαρία να λάβει ακανόνιστες διαστάσεις. Η δικαιολογία του όμως μάς τη διέσωσε ο βιογράφος του είναι: «θέλοντας να γελάσει σε βάρος ενός γνωστού του ανύπαρκτου συμπληρώνουμε εμείς. Στα 1921 βγαίνουν τα «Νηπενθή» που βραβεύτηκαν στον Β΄ Φιλαδέλφειο Διαγωνισμό με βραβείο δεύτερο. Γράφει σχετικά ο Τέλλος Άγρας: «Στα 1919 από τις εφημερίδες μάθαμε οι άλλοι πως η ποιητική συλλογή η δεύτερη, τα Νηπενθή, του Κώστα Καρυωτάκη βραβεύτηκε στο Φιλαδέλφειο Διαγωνισμό—σ’ εκείνον άλλως τε πάλι, που ου συνομίληκοί του «très respecteux de leurs vers…», όπως θάλεγε ο Βερλαίν, αλλά και συγχρόνως μεστοί από την έπαρση των μελετών τους και της ηλικίας τους, τον αγνοούσαν, δηλαδή τον περιφρονούσαν». Γύρω στα 1923, ο «Κακοήθης φαρσέρ» όπως τον έλεγε ο Νιρβάνας σοφίζεται την δεύτερη αγγελία, που δημοσιεύτηκε και πάλι από την «Εστία»: «Νέος στην ηλικίαν, διοικητικός υπάλληλος, τοποθετηθείς εις Σύρον, ζητεί επίσης νεαράν σύντροφον του βίου του, όπως ποικίλλη την εν τη επαρχία μονότονον ζωήν του. Απευθυνθήτε: Κον Κωστάκην, Φαβιέρου 54». Αφήνεται να εννοηθεί πόσα δυστυχισμένα πλάσματα έτρεξαν να πληροφορηθούν περί του κ. Κωστάκη που, όπως είπεν, «Κατέστη σπανίζων». Τον ίδιον καιρό υποβοηθούμενος από φανατικούς του φίλους βγάζει το λιγόζωο περιοδικό «Η γ ά μ π α» που ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων και απειλητικών εκδηλώσεων της αυστηρής μερίδας. Στα 1925 περίπου γράφει την τιτλοφορούμενη επιθεώρηση «Πέλ—Μέλ» που δυστυχώς δε βρέθηκαν θιασάρχες πρόθυμοι να την ανεβάσουν σε σκηνή. Το τελευταίο του έργο η περίφημη συλλογή «Ε λ ε γ ε ί α κ α ι Σ ά τ ι ρ ε ς» τυπώνεται στα 1927. Η συλλογή αυτή αποτελεί την τελειότερη και ωριμότερη από τις δύο προηγούμενες. Γράφει ο βιογράφος του: «Στη Δημητσάνα που ήμουν το καλοκαίρι του 1927 κι όπου είχεν έρθει κι αυτός και ταξινομούσε το υλικό, θυμάμαι πως πολλά (ενν. ποιήματα) —και ανέκδοτα και δημοσιευμένα σε περιοδικά— δεν τα έκρινε άξια να συμπεριληφθούν στην έκδοση· τα έσβηνε με σταυρωτές γραμμές και έγραφε τη λέξη «ανάξιο». Αυτά ίσως έχουν χαθεί διά πάντα». Μερικά άλλα δημοσιεύτηκαν κι έτσι διασώθηκαν απ’ την αφάνεια. Λίγα πεζά και στίχοι συναπαρτίζουν τα «Άπαντά» του, που εξεδόθηκαν από το βιογράφο του X. Σακελλαριάδη, στα 1938. Ανάμεσα στα ποιήματα της τελευταίας κατηγορίας ξεχωρίζουν η «Αισιοδοξία» η «Κυριακή» το «Όταν κατέβουμε τη σκάλα» και η «Πρέβεζα» μαζί μ’ ένα άτιτλο που είναι και τα τελευταία του ποιήματα, πριν απ’ το θάνατό του. Από τις μεταφράσεις του ξεχωρίζουν το «Ultima» του Emile Despax, οι «Σκιές της κόμησσας Ντέ Νοάϊγ» και ο «επιτάφιος» του Mathurin Régnier. Η έκδοση των απάντων απετέλεσε αντικείμενο εκδηλώσεων, μελετών, σχολίων, συζητήσεων, πούχαν σαν αποτέλεσμα να καταστεί ξανά επίκαιρο και ζωντανό και απαραίτητο στα πινάκλ το πρόσωπο με την πικρή ζωή και τον κακό μα δοξοποιό θάνατο.






—«Κ υ ρ ί α ρ χ η φιλοδοξία του Καρυωτάκη ήταν να γίνει καλός ποιητής» τονίζει ο Σακελλαριάδης. Και την προσπάθεια αυτή αν και δυσδιάκριτα, βλέπουμε ανάμεσα στις τρεις συλλογές του. Η καλλιέργεια μορφής και περιεχομένου, η έφεση για τη διαμόρφωση του ύψους, η αδιόρατη ανάλωση πνευματικών και ψυχικών αποθεμάτων, γίνονται φανερά και αισθητά, στην προσπάθειά του να συμπυκνώει σε απέριττο φραστικό πλαίσιο τις ακρότητες της φαντασίας και του υποθαλπόμενου απελπισμού «Ο πόνος του ανθρώπου και των πραγμάτων», γραμμένο στην πρώτη χρονιά του μεσοπολέμου, είναι καταδίκη. Ατομική. Αυτοκαταδίκη. Αμετάκλητη καταδίκη, που δεν περιορίζει τη σκέψη στη δική της ειρκτή, αλλά αντίθετα για αντιπερισπασμό θα λέγαμε, εξοστρακίζει τελείως τα μαύρα σύνορα που την περιβάλλουν. Κι ή σκέψη είναι ελεύθερη να δεσμεύσει τους αντιπάλους της καρδιάς, να επισημάνει το άγχος και τα πάθη της ψυχής και να διοχετεύσει σε λίγους στίχους το μεγάλο πόθο:

«Μάτια, χεράκια, στόματα, ιστορήστε μου
τον πόνο κάποιας ώρας κάποιου τόπου
μάτια, χεράκια, στόμα ιστορήστε μου
τον πόνο των πραγμάτων και τ’ ανθρώπου»

(Πρόλογος συλλογής…)

Τόσο στον «πόνο του ανθρώπου» (Α΄ μέρος) όσο και στον αντίστοιχο των πραγμάτων (Β΄ μέρος), κυριαρχεί το πνεύμα του καταδικασμένου. Το πεπρωμένο και ο ανίατος πόνος, η θλίψη και το παράπονο…
…Το μεγάλο παράπονο, που ποτέ δε θα βρει απάντηση κι ούτε καν θα δεχθεί την απάντηση που ζητάει, απλώς και μόνον γιατί είναι ανυπόστατη. Υπογραμμίζουμε εδώ την εμφάνιση, το ξέσπασμα μιας προδιάθεσης που, μη ζητώντας θέση μέσα στις απαιτήσεις των αισθηματικών κανόνων, γίνεται πεζό υπότιτλο, απελεύθερο, σκιά ή ήλιος που φωτίζει και αποκαλύπτει ή κάνει ακόμα πιο αβυσσαλέο το νόημα των κυρίων στίχων με τον επιγραμματικό της στόμφο. Αναφέρουμε τέτοιες χαρακτηριστικές φράσεις: «Χωρίς να το μάθει ποτέ, εδάκρυσε, ίσως γιατί έπρεπε να δακρύσει, ίσως γιατί οι συφορές Έ ρ χ ο ν τ α ι» «Είναι αξημέρωτη νύχτα η ζωή» «Κι έτσι πάνε και σβήνουν όπως πάνε» «Θα γλεντήσω κι εγώ μια νύχτα» «Μες απ’ το βάθος των καιρών οι αγάπες μας πικρά μάς χαιρετάνε» «Κι ήμουν σκοτάδι κι ήμουν σκοτάδι, και με είδε μια αχτίδα» «Όμως τα στήθια που τα ταράζει κάποιο θανάσιμο βάρος ποτέ δε θα γαληνέψουν» και τέλος το πεζό υπότιτλο της «Αμυγδαλιάς»: «Κι ακόμα δεν μπόρεσα να καταλάβω πώς μπορεί να πεθάνει μια γυναίκα που αγαπιέται».
Από τα χρόνια του Άγρα και δώθε, η πρώτη συλλογή ενός ποιητή κατάντησε κανόνας ν’ αποτελεί θεωρία του κόσμου, να βιοθεωρεί. Αλλιώς δεν αποτελεί ποίηση, αφού δεν προσφέρει κάτι καινούργιο στο φιλοσοφικό, στοχασμό, από τήν ποιητική σκοπιά. Ο ποιητής δηλαδή, είτε για τη γη μιλάει είτε για τον ουρανό, πρέπει αυτά τα δύο να τα συσχετίσει και να βγάλει την πίστη του. Τα τεκμήρια από την πρώτη έρευνα που κάνει ο Καρυωτάκης, είναι γεννήματα μιας κλειστής, συνεσταλμένης βιοθεωρίας. Η θεώρηση εξ άλλου γίνεται περιπτωσιακή. Ο πόνος είναι που κυριαρχεί Το βραδυνό με το σκοτάδι πρώτα, ναι μεν γεννάει το φόβο, φέρνει όμως και μιαν απόβαθη αντιδιαστολή:

Καθημερινών χαμώνε κοιμητήρι
το πάρκον ανατρίχιασε
την ώρα που νεκρός κάποιος εκίνησε
να πάει στη χλόη να γείρει.

(Νύχτα).

Κι άλλου γράφει:

Είναι το βράδυ απόψε θλιβερό
κι εμείς θαν το γλεντήσουμε το βράδυ
όσοι έχουμε το μάτι μας ογρό
και μέσα μας τον Άδη

 (Gala)

Κι αυτή η συνείδηση της ματαιότητας, ο «Εφιάλτης», το τρυφερό πένθος άγουν τις χορδές της ψυχής του ποιητή, ακόμα και μέσα στην καρδιά της άνοιξης:

«Και πάνε πένθιμη πομπή λες, της δεντροστοιχίας
οι πιπεριές και σέρνονται τα πράσινα μαλλιά τους.
Οι δυο λιτάνιες ύψωσαν μες την απελπισιά τους
τα χέρια. Κ’ είναι ο κήπος μας κήπος μελαγχολίας.»



Αυτή η αδιάκοπη, αδιόρατη ροή θλίψης, σε λίγα ποιήματα βρίσκεται αποδιωγμένη. Ανάμεσα όμως στην πάλη του σκότους με το φως παρεμβάλλεται ένας άλλος γυάλινος θεός: Ο Έρωτας, που είναι για τον Καρυωτάκη γεμάτο χαμόγελο —ένας κρίκος που δένει αναπόσπαστα τον πόθο και τη μελαγχολία με μια μυστική τρυφερότητα, την έκσταση του φιλιού με τα μάτια της Κίρκης:

Σα δυο κεράσια χώρισαν τα χείλη·
κι έτσι βαθιά, γιομάτα ως ανασταίνει
στο στήθος της ανεβοκατεβαίνει
το πλέον αδρό τριαντάφυλλο τ’ Απρίλη. (Χαμόγελο).
Τη βλέπω—στα μαλλιά σου πνέει—την αύρα
Είναι βαθιά τα μάτια σου όπως νά ’βρα
το δρόμο της ζωής μου, τον Απρίλη.

(Χαρά).

Η ψυχική κατεύθυνση μέσα στον «Πόνο του ανθρώπου και των πραγμάτων» έχει βέβαια διακυμαντικές δίνες, που για να θεμελιωθούν οι σταθερές μας γνώμες πάνω τους, προαπαιτείται μια σχετική προσοικείωση κι ευελιξία ανάμεσά τους. Ο Καρυωτάκης δεν ξέρει μονάχα να γράφει απλά. Είναι ο μοναδικός ειδήμονας της γενιάς του που μπορεί και συλλαμβάνει τα και τα αιθέρινα, τα βατά και τ’ άφραστα, τα ενδόμυχα και τα μακρινά. Γιατί παντού αναζητώντας κάτι το βαρυσήμαντο και πολυπρόσωπο και θλιβερό, ψάχνει να βρει τον στοιχειοκομμένο εαυτό, που χάνεται στην παλίρροια των καιρών. Και γράφοντας στίχους, σαν άνθρωπος και σα λυρικός, απλά και σύνθετα, τούτο ζητά να πετύχει: Να βρει— συντεθειμένο κι αληθινό — τον εαυτό του.


Σάββατο 28 Ιουνίου 2014

Παναγιώτης Κονδύλης: Εκπλήσσομαι αν κάποιος συμφωνεί μαζί μου

Συνέντευξη στον Σπύρο Τσακνιά  

 Περιοδικό ‘ΔΙΑΒΑΖΩ’, τ.384, Απρίλιος 1998 

Σπύρος Τσακνιάς: Ο αναγνώστης των βιβλίων και των άρθρων σας παρατηρεί τελευταία ένα είδος στροφής του στοχασμού σας προς την πολιτική ανάλυση. Πού αποδίδετε αυτή τη στροφή;
Παναγιώτης Κονδύλης: Το αόρατο χρονολόγιο της σκέψης δεν συμπίπτει αναγκαστικά με την ορατή χρονολογική σειρά των δημοσιεύσεων: Τα πρώτα μου βιβλία πραγματεύονταν, βέβαια, θέματα που σύμφωνα με τις συχνά παραπλανητικές τρέχουσες ταξινομήσεις θεωρούνται «φιλοσοφικά» ή πάντως «θεωρητικά». Όμως στην πραγμάτευση αυτών των θεμάτων δεν με ώθησε το αποκλειστικό ενδιαφέρον για τη «φιλοσοφία» και η ανυπαρξία πολιτικών ενδιαφερόντων, αλλά πολύ περισσότερο ένας προβληματισμός συνυφασμένος εξ αρχής με την πολιτική, τόσο υπό την ευρεία όσο και υπό την στενότερη έννοια του όρου. Η Γένεση της Διαλεκτικής, όπου ψιλοκοσκινίζονται οι πιο αφηρημένες φιλοσοφικές έννοιες του μετακαντιανού γερμανικού ιδεαλισμού, προέκυψε π.χ. από την επίμονη διερεύνηση των πνευματικών ριζών και προϋποθέσεων του μαρξισμού, η οποία εν πορεία έγινε διερεύνηση της προϊστορίας του εγελιανισμού ως μιας από τις μήτρες του μαρξισμού. Στο παράδειγμα αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές, νομίζω, πώς πολιτικά ενδιαφέροντα μετοχετεύονται φυσικότατα σε φιλοσοφικές αναζητήσεις ακόμα και με την πιο τεχνική έννοια του όρου – αν, εννοείται, η ανάγκη της εμβάθυνσης και της διεύρυνσης γίνεται επιτακτικά αισθητή. Μολονότι τα εξωτερικά ερεθίσματα δεν δρουν από μόνα τους όπου λείπουν οι προσωπικές προδιαθέσεις και κλίσεις, οφείλω να πω ότι η ενασχόληση με τη μαρξιστική θεωρία, εφ’ όσον δεν αποτελούσε απλώς τροφή για τον κορεσμό ιδεολογικών-εσχατολογικών αναγκών, παρείχε ένα περιεκτικό πνευματικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο η συνύπαρξη και η αλληλοσυμπλήρωση φιλοσοφικών και πολιτικών ενδιαφερόντων ήταν περίπου αυτονόητη.
Ωστόσο εικάζω ότι εσείς υπονοείτε κάτι πιο συγκεκριμένο, δηλαδή τις αναλύσεις της πλανητικής πολιτικής που δημοσίευσα μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Προτού φτάσω εκεί, επιβάλλεται και μιά δεύτερη εισαγωγική παρατήρηση. Τα παλαιότατα πολιτικά ενδιαφέροντα, για τα οποία μίλησα, δεν είχαν εξαντληθεί στην επισταμένη παρακολούθηση της τρέχουσας εγχώριας και διεθνούς πολιτικής, αλλά είχαν επεκταθεί σε μιαν ουσιαστική μελέτη της αρχαίας και νεώτερης πολιτικής θεωρίας, οι καρποί της οποίας συγκεντρώθηκαν σε μιαν εκτεταμένη μελέτη για τον Machiavelli και αργότερα στη μονογραφία μου για την συντηρητική ιδεολογία· στον ίδιο κύκλο ανήκει η εργασία μου για τον Montesquieu, η οποία είχε σχεδιασθεί πολύ πριν από τη συγγραφή και τη δημοσίευση της. Τη γέφυρα ανάμεσα στη μελέτη της πολιτικής θεωρίας και στην αδιάλειπτη παρακολούθηση των πολιτικοστρατιωτικών εξελίξεων την έριχνε η ενασχόληση με τους καλύτερους σύγχρονους μελετητές των διεθνών σχέσεων ανάμεσα τους αξίζει ιδιαίτερη μνεία ο Raymond Aron, όχι μόνο για τη νηφαλιότητα και το υψηλό πνευματικό του ήθος, αλλά και για την ευρύτερη κοινωνιολογική και φιλοσοφική του παιδεία. Σχεδόν αναπόδραστα και ανεπαίσθητα συντελέστηκε από δω και πέρα η αύξουσα εξοικείωσή μου με τα προβλήματα της στρατηγικής, της γεωπολιτικής και της στρατιωτικής ιστορίας. Το βιβλίο μου για τη Θεωρία του πολέμου (πρωτοδημοσιεύθηκε στη Γερμανία το 1988) δεν συνιστά απλώς μιά νέα ερμηνεία του Clausewitz και έναν επαναπροσδιορισμό των βασικών μορφών του νεώτερου πολέμου, αλλά και μιαν εφαρμογή της θεωρητικής συγκομιδής σε ουσιώδη στρατηγικά ζητήματα του Ψυχρού Πολέμου, όπως π.χ. τέθηκαν κατά τη διαμόρφωση του τότε ισχύοντος σοβιετικού στρατιωτικού δόγματος.
Ώστε η «στροφή» προς την πολιτική ανάλυση, όπως την ονομάζετε, δεν ήταν ποτέ στροφή με την έννοια της αιφνίδιας μετάβασης από έναν κύκλο ενδιαφερόντων σ’ ένα άλλον, λίγο ή πολύ ξένο προς τον πρώτο. Και επί πλέον είχε επιτελεσθεί, ακόμα και υπό μορφή δημοσιεύσεων, ήδη πριν από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Όμως η κατάρρευση του κομμουνισμού και η απαρχή της αμερικανικής ηγεμονίας δημιούργησε μια κατάσταση στο έπακρο ερεθιστική για τον στοχασμό – τουλάχιστον τον στοχασμό που ακουμπάει πάνω στην κατάλληλη προπαιδεία. Κάθε ανοιχτή κατάσταση σε βάζει στον πειρασμό να κάνεις προβλέψεις, αλλά οι προβλέψεις οφείλουν να απορρέουν από μια σοβαρή ανάλυση των κινητηρίων δυνάμεων, των μακροπρόθεσμων, τουλάχιστον, συντελεστών της εξέλιξης. Με τη σειρά τους, πάλι, τέτοιες αναλύσεις συμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα με γενικότερα θεωρητικά ζητήματα. Αναφέρω δύο παραδείγματα. Η κυρίαρχη μετά τον Ψυχρό Πόλεμο δυτική ιδεολογία διατείνεται ότι στο εξής το οικονομικό στοιχείο αποκτά απόλυτη προτεραιότητα και θα αμβλύνει τις κλασσικές μορφές των συγκρούσεων οδηγώντας σ’ έναν ενιαίο κόσμο. Η αποδοχή ή η απόρριψη της αντίληψης τούτης προϋποθέτει φυσικά ένα γενικότερο ξεκαθάρισμα των σχέσεων μεταξύ οικονομίας και πολιτικής σε μιαν ευρεία ιστορική και θεωρητική προοπτική. Δεύτερον, τα νέα στρατηγικά δεδομένα και η μετατόπιση από την ισορροπία του πυρηνικού τρόμου σε συγκρούσεις χαμηλότερης εντάσεως και μεγάλης ποικιλομορφίας απαιτούν την εξέταση του ζητήματος κατά πόσον η εννοιολογία της κλασσικής θεωρίας του πολέμου, όπως την υποτύπωσε ο Clausewitz, είναι σε θέση να συλλάβει επαρκώς τη διαγραφόμενη νέα κατάσταση. Σ’ αυτά τα παραδείγματα θα μπορούσα να προσθέσω και άλλα, όπως την αποτίμηση της νέας κοσμοϊστορικής εποχής στην οπτική ορισμένης φιλοσοφίας της ιστορίας ή τα «ανθρώπινα δικαιώματα» στη διπλή ιδεολογική και πολιτική τους λειτουργία Αλλά πέρα από τις θεωρητικές προεκτάσεις, που παίρνει θέλοντας και μη η ανατομία της πλανητικής συγκυρίας αν θέλει να ευσταθεί έχουμε να κάνουμε πρώτα-πρώτα με τη διακρίβωση και την ιεράρχηση των πραγματικών στοιχείων, του τι συμβαίνει στην οικονομία, στη διπλωματία, στους εξοπλισμούς. Στο βιβλίο μου Πλανητική Πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο επιχείρησα μιά πρώτη σύνθεση μεταξύ πραγματολογικής διάγνωσης και θεωρητικών προεκτάσεων. Σήμερα, εφτά χρόνια μετά τη συγγραφή του κειμένου, δεν μπορώ να μην αισθανθώ κάποιαν ικανοποίηση διαπιστώνοντας ότι δεν χρειάζεται να αλλάξω ούτε λέξη. Τούτο δεν στερείται σημασίας, αν αναλογισθούμε πόσες προβλέψεις άλλων αναλυτών διαψεύσθηκαν έκτοτε. Δεν αναφέρομαι απλώς στα όσα φαιδρά ειπώθηκαν για το «τέλος της Ιστορίας», αλλά και σε πολύ πιο χειροπιαστά ζητήματα. Στις συζητήσεις των διεθνολόγων δέσποζε π.χ. η άποψη ότι η νέα παγκόσμια τάξη θα κρυσταλλωνόταν γύρω από τρεις πόλους και τους αντίστοιχους μείζονες χώρους, ήτοι τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρώπη και την Ιαπωνία, η οποία στις αρχές της δεκαετίας μας φαινόταν ακόμα να βρίσκεται στον κολοφώνα της παραγωγικής, εξαγωγικής και χρηματοοικονομικής ακμής της. Από την πλευρά μου, τόνισα ότι η Ιαπωνία ποτέ δεν θα γίνει ηγεμονική Δύναμη στην Άπω Ανατολή όσο η Κίνα δεν έχει πει την τελευταία της λέξη, ότι η Ευρώπη δεν θ’ αποτελέσει στο προβλεπτό μέλλον πολιτική ενότητα με ενιαία και βαρύνουσα βούληση και ότι η αμερικανική ηγεμονία θα πάρει τη μορφή παροχής αστυνομικών και πυροσβεστικών υπηρεσιών στους συμμάχους, αυτή τη φορά όμως με ουσιώδη οικονομικά ανταλλάγματα. Προέβλεψα επίσης ότι το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα της νέας εποχής δεν θα είναι τόσο η διαμόρφωση κλειστών μειζόνων χώρων όσο η άνοδος μεσαίων Δυνάμεων ικανών να ενεργήσουν περιφερειακά, είτε αυτόβουλα είτε σε συνεργασία και ως τοποτηρητές μιας πλανητικής Δύναμης Τυπικό παράδειγμα τέτοιας μεσαίας Δύναμης είναι η Τουρκία, η οποία σε 50 χρόνια θα έχει 100 εκατομμύρια πληθυσμό και, στηριζόμενη στη ραγδαία εκβιομηχάνισή της, θα ανήκει στις πρώτες στρατιωτικές δυνάμεις του κόσμου.
Τη δημοσίευση του Πλανητική Πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο την ακολούθησε μιά σειρά άρθρων, γραμμένων κυρίως για την Frankfurter Allgemeine Zeitung, όπου επεξέτεινα τις βασικές μου σκέψεις και θέσεις σε θέματα επίκαιρα μεν, απλά και μονιμότερης σημασίας. Μιά ουσιώδης επιλογή από τα άρθρα αυτά βρίσκεται ήδη υπό έκδοση στα ελληνικά υπό τον τίτλο Από τον 20ό στον 21ο αιώνα. Επίσης, οι εκτιμήσεις για το μέλλον του πολέμου, οι οποίες αποτελούσαν ένα κεφάλαιο του Πλανητική Πολιτική, εμπλουτίσθηκαν σε πιο θεωρητική προοπτική σ’ ένα κείμενο που προστέθηκε ως κατακλείδα στην ελληνική έκδοση του Θεωρία του Πολέμου («Ο θερμός πόλεμος μετά τον Ψυχρό Πόλεμο»).
Πώς νομίζετε ότι συνδέεται η στροφή σας προς την πολιτική ανάλυση με παλαιοτέρους προβληματισμούς σας; Και, γενικότερα, πώς θα χαρτογραφούσατε ο ίδιος την πορεία της σκέψης σας από το ξεκίνημά σας ως σήμερα;
Απαντώντας στην πρώτη σας ερώτηση ανέφερα ήδη πού βρίσκεται η σχέση και η συνέχεια ανάμεσα σε παλαιότερους θεωρητικούς προβληματισμούς μου και στις πιο πρόσφατες πολιτικές αναλύσεις μου. Η πολιτική θεωρία απετέλεσε κατά κάποιον τρόπο τη γέφυρα ανάμεσα σε φιλοσοφικές ή ανθρωπολογικές γενικεύσεις και σε πολιτικές αναλύσεις με τη στενότερη έννοια. Η ενασχόληση με το αντικείμενο της πολιτικής θεωρίας ανέπτυξε από νωρίς μία δική της δυναμική και λογική, η οποία ήρθε, επίσης από νωρίς, σε γόνιμη σύγκρουση με το γενικό πλαίσιο της μαρξιστικής αντίληψης. Για να εκφρασθώ σχηματικότατα: ενώ η μαρξιστική αντίληψη της ιστορίας διέγραφε μιά λίγο-πολύ ευθύγραμμη πρόοδο με ηθικά φορτισμένη κατάληξη και με άμεσο φορέα το οικονομικό στοιχείο, η θεώρηση της ιστορίας από τη σκοπιά του πολιτικού στοιχείου έδειχνε μιαν ανακύκλωση παρόμοιων μηχανισμών (όχι αναγκαία συμβάντων) δίχως έσχατο ηθικό ή άλλο νόημα και δίχως επιστημονικά διακριβώσιμη μόνιμη προτεραιότητα του οικονομικού, του ιδεολογικού, του φυλετικού και εθνικού ή οποιουδήποτε άλλου παράγοντα. Η αποκοπή από την εσχατολογία, η οποία ψυχολογικά δεν με δυσκόλεψε πολύ, είχε ως λογική της συνέπεια την αναίρεση κάθε ευθύγραμμης σύλληψης του ιστορικού γίγνεσθαι· άλλωστε η σύλληψη αυτή διατυπωνόταν πάντοτε με σκοπό την κατοχύρωση κάποιας εσχατολογίας. Όμως και το πρωτείο της οικονομίας μέσα στο μαρξιστικό σχήμα κατέτεινε επίσης, όσο κι αν αυτό φαίνεται παράδοξο, στην κατοχύρωση της εσχατολογίας με επιστημονικά επιχειρήματα. Γιατί η αναγκαιότητα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και η αναγκαιότητα της προσαρμογής των παραγωγικών σχέσεων στις παραγωγικές δυνάμεις φαινόταν να κάνουν αναπόδραστο το happy end της Ιστορίας, δηλαδή την αταξική κοινωνία, ανεξάρτητα από τη βούληση, ανεξάρτητα ακόμα κι από την ατομική ηθική των ανθρώπων. Έτσι, η άρνηση της εσχατολογίας συνεπέφερε και την άρνηση του πρωτείου της οικονομίας, τουλάχιστον όπως το εννοούσε ο μαρξισμός. Η Ιστορία γίνεται τώρα ανοιχτή ως προς τις πιθανές εκβάσεις (όχι αναγκαστικά ως προς τους δρώντες μηχανισμούς), γιατί δεν δρα εντός της μία πάγια ιεραρχία παραγόντων, όπου ο ένας είναι πάντα πιο καθοριστικός από κάποιον άλλον, αλλά το βάρος και η σπουδαιότητά τους ποικίλλουν συνεχώς ανάλογα με τη συγκυρία. Τούτο δεν σημαίνει διόλου την άρνηση μιας επιστήμης της ιστορίας και των ανθρωπίνων πραγμάτων, δηλαδή δεν σημαίνει διόλου την άρνηση της αιτιότητας – όμως άλλο πράγμα είναι η αιτιότητα που ισχύει σε κάθε περίπτωση και άλλο πράγμα είναι η νομοτέλεια που πάει να υποτάξει όλες τις περιπτώσεις σε μιά και μόνη τελολογικά αρθρωμένη αλυσίδα. Η οικονομία δεν παύει φυσικά να έχει το ιδιαίτερο βάρος της μέσα στους διαμορφωτικούς παράγοντες τής κοινωνικής ζωής, όμως υποτάσσεται στη γενική λογική και στη γενική μορφολογία των κοινωνικών σχέσεων, των σχέσεων ανάμεσα σε ανθρώπινες υπάρξεις που ζουν κοινωνικά. Μιλώντας κανείς για ανθρώπους, για σχέσεις μεταξύ τους, για δυνάμεις που συγκροτούν και συγκρατούν κοινωνίες, εισέρχεται στο βαθύ και έσχατο επίπεδο της ανάλυσης, δηλαδή στο επίπεδο της κοινωνικής οντολογίας. Τούτο το επίπεδο προσπαθώ να εξιχνιάσω τώρα σε μιά τρίτομη εργασία, της οποίας ο πρώτος τόμος θα δημοσιευθεί προσεχώς στη Γερμανία.
Αποφασιστικούς ερεθισμούς στη σκέψη μου έδωσε όμως όχι μόνον η κριτική αντιπαράθεση με τη μαρξιστική θεωρία, αλλά και η κριτική βίωση και παρατήρηση του κομμουνιστικού κινήματος στη διεθνή και διαχρονική του διάσταση. Το καίριο σημείο εδώ ήταν το εξής. Δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπων, πλείστοι όσοι από τους οποίους είχαν ηθικότατες προθέσεις και επέδειξαν συχνότατα απαράμιλλη αυτοθυσία, μάχονταν για την εγκαθίδρυση τής Ουτοπίας, όμως από τη συλλογική τους δράση προέκυπταν αποτελέσματα απ’ ευθείας αντίθετα προς τους κεκηρυγμένους σκοπούς, αποτελέσματα που ανακύκλωναν ακριβώς εκείνα τα φαινόμενα που ήθελε και όφειλε να ξεπεράσει η Ουτοπία: την κατεξουσίαση ανθρώπου από άνθρωπο, τη λογική της ισχύος μέσα στην αναίμακτη ή αιματηρή εκδίπλωσή της. Πώς έπρεπε να ερμηνευθεί αυτό το παράδοξο; Πώς λειτουργεί η ετερογονία των σκοπών μέσα στην Ιστορία, ούτως ώστε, συνηθέστατα άλλωστε, και από τις απαρχές ακόμα της ιστορικής δραστηριότητας, η φορά της απρόσωπης συνισταμένης να αποκλίνει από την φορά των προσωπικών συνιστωσών παρμένων χωριστά; Γιατί, με άλλα λόγια, η συλλογική δράση να μας οδηγεί εκεί όπου δεν επιθυμούσε κανείς από τους ατομικούς φορείς της; Και ακόμα: πώς είναι δομημένη, εννοιολογικά και ψυχολογικά, η ουτοπική και γενικότερα η ιδεολογική σκέψη, ούτως ώστε να επιβιώνει κάθε πρακτικής διαψεύσεως ή πάντως να μεταμορφώνεται και να μετακινείται σ’ ένα νέο πεδίο μόλις τα πρακτικά αδιέξοδα στο προηγούμενο γίνουν κραυγαλέα και αφόρητα; Ποιοι ανθρωπολογικοί και πολιτισμικοί παράγοντες ευνοούν ή και επιβάλλουν αυτή τη δόμηση και αυτή την ανθεκτικότητα της ουτοπικής και της ιδεολογικής σκέψης; Είναι εύκολο να κατανοήσει κανείς τι είδους, και πόσο ευρείες, έρευνες θέτουν σε κίνηση αυτά τα ερωτήματα. Οι μηχανισμοί της ετερογονίας των σκοπών αναλύονται συγκεκριμένα μόνο με βάση μιαν εκτεταμένη γνώση της ιστορίας από πρώτο χέρι και μιαν κοινωνιολογική παιδεία ικανή να αξιολογήσει ιστορικό υλικό αντλημένο με τέτοιον τρόπο. Η γνώση της ιστορίας ως κοινωνικής ιστορίας τέμνεται πάλι με τη γνώση της ιστορίας των ιδεών, που με τη σειρά της δεν γίνεται κατανοητή χωρίς την παρακολούθηση της ιστορίας ορισμένων κεντρικών θεωρητικών προβλημάτων, οπότε μπαίνουμε στα πεδία της φιλοσοφίας, της θεολογίας ή και της τέχνης ως άκρως ευαίσθητου σεισμογράφου κοσμοθεωρητικών μετατοπίσεων. Από την άλλη πλευρά, η διαπίστωση της μόνιμης επήρειας ιδεολογικών και ουτοπικών δομών σκέψεως οδηγεί σε μιαν θεώρηση του ανθρώπου και του πολιτισμού από τη σκοπιά του ερωτήματος: γιατί παράγεται «νόημα» και «πνεύμα», γιατί οι άνθρωποι εντός της κοινωνίας και του πολιτισμού είναι υποχρεωμένοι να αυτοθεωρούνται ως όντα με «πνεύμα» (ή «λογικό»), ήτοι να συνδέουν αναγκαστικά τις πράξεις τους με «νόημα» και να διεξάγουν τους μεταξύ τους αγώνες στο όνομα αυτού του «νοήματος»; Ποιά ιδιαίτερη τροπή παίρνουν οι ανθρώπινες πράξεις και σχέσεις όταν το νόημα αυτό ονομάζεται «αξία» υπό την ηθική-κανονιστική έννοια του όρου; Πώς συνυφαίνεται η αξιολογική τοποθέτηση όχι μόνον με την πρακτική δραστηριότητα αλλά και με την ερμηνεία του κόσμου; Έτσι επανερχόμαστε στην ιστορία των ιδεών και των προβλημάτων, στην ανατομία των κοσμοθεωριών, όμως επανερχόμαστε σ’ αυτές σ’ ένα υψηλότερο επίπεδο, όπου απαιτούνται γενικευμένες αποφάνσεις     πάνω στον άνθρωπο και στον ανθρώπινο πολιτισμό, αποφάνσεις που εντάσσονται κι αυτές στο θεωρητικό σώμα της κοινωνικής οντολογίας. Και συνάμα απαιτούνται διευκρινίσεις πάνω σε ζητήματα μεθόδου, γιατί η διαπίστωση της συνύφανσης Είναι και Δέοντος στο πλαίσιο της τρέχουσας ιδεολογικής και ουτοπικής σκέψης θέτει το καθήκον της διαστολής τους, δηλαδή της αναγκαίας διαστολής μεταξύ επιθυμιών και διαγνώσεων στο πλαίσιο μιας νηφάλιας επιστημονικής σύλληψης των πραγμάτων. Ο αδιάφορος και θολός σκεπτικισμός, που θεωρεί αδύνατη τη γνώση και τις αξίες σχετικές, είναι κάτι πολύ διαφορετικό από την διαπίστωση της συγκεκριμένης λειτουργίας των αξιών μέσα σε συγκεκριμένες καταστάσεις και για σκοπούς συγκεκριμένων ανθρώπων· η διαπίστωση τής έτσι νοούμένης σχετικότητας των αξιών είναι αδύνατη χωρίς επαρκή γνώση των ανθρωπίνων πραγμάτων.
Χαρτογραφώντας με αυτόν τον τρόπο την πορεία της σκέψης μου θέλω να σας πω ότι αυτή κινήθηκε πάντα από κεντρικά ερωτήματα, τα οποία υπήρξαν, και είναι πάντοτε, οι άξονες των επί μέρους ερευνών μου. Από την ανασκόπηση μιας τέτοιας πορείας ο αναγνώστης περιμένει συνήθως αφηγήσεις προσωπικού και ψυχολογικού χαρακτήρα. Δεν μπορώ να ξέρω τι ρόλο έπαιξαν τέτοιοι παράγοντες στην διαμόρφωση της σκέψης άλλων διανοητών. Απλά γενικά δεν πιστεύω ότι μπορεί να τους εντοπίσει κανείς με ακρίβεια, και σ’ ό,τι αφορά εμένα προσωπικά, προσπάθησα πάντοτε να παραμείνω ανεπηρέαστος από εξωτερικές συντυχίες και εσωτερικές διακυμάνσεις, κρατώντας σφιχτά στο χέρι μου τον μίτο της λογικής των προβλημάτων και των εμπειρικών μαρτυριών. Η αποκοπή μου από τη μαρξιστική εσχατολογία δεν γέννησε μέσα μου την επιθετική ψυχολογία του αποστάτη, ο οποίος δαιμονολογεί γιατί δεν θέλει πια να εξηγήσει, αλλά να δικαιωθεί. Απεναντίας, αισθάνθηκα εξ αρχής ότι οι εμπειρίες μου, οι θεωρητικές και οι πρακτικές, ήσαν μιά θαυμάσια πρώτη ύλη για να στηρίξω σ’ αυτές μιά σοβαρή προσπάθεια κατανόησης του κοινωνικού κόσμου. Δεν υποκατέστησα, λοιπόν, την ηρωίνη του μαρξισμού με την ηρωίνη του φιλελευθερισμού, του ηθικισμού ή του χριστιανισμού, όπως έκαναν πλείστοι όσοι· όταν έκοψα τα ναρκωτικά, τα έκοψα ριζικά και τελειωτικά. Εννοείται, η μακρά άμεση και έμμεση αντιπαράθεση με τη σκέψη του Marx και των καλύτερων μαρξιστών διόλου δεν ήταν η μόνη πηγή και το μόνο έναυσμα των προβληματισμών μου. Η παιδεία μου ήταν, ευτυχώς, εξ αρχής πολύ ευρύτερη. Όμως στον περιορισμένο διαθέσιμο χώρο μας προτίμησα να παρουσιάσω τα πράγματα απ’ αυτήν την ιδιαίτερα προνομιακή και γόνιμη σκοπιά.
Έχει παρατηρηθεί πως όταν μεταφράζετε ένα βιβλίο σας από τα γερμανικά, στα οποία πρωτογράφτηκε, προσθέτετε συνήθως ένα επίμετρο αφιερωμένο στα ελληνικά πράγματα. Με άλλα λόγια, από ένα ζήτημα οικουμενικής εμβέλειας περνάτε στην εξέταση ενός θέματος τοπικού ενδιαφέροντος. Βρίσκετε πως σας χαρακτηρίζει μια εμμονή στα νεο-ελληνικά κοινωνικά προβλήματα;
Και αυτή σας η ερώτηση με επαναφέρει σε παλαιές αναζητήσεις που πρωτοδιαμορφώθηκαν μέσα σε μαρξιστικές συντεταγμένες, για να βγουν από το πλαίσιο τους στον βαθμό όπου μπορούσα να δω σφαιρικότερα τις ιστορικές εξελίξεις και καταστάσεις. Ως γνωστόν, τα κομμουνιστικά κινήματα σεμνύνονταν ότι χαράσσουν και ακολουθούν μιαν «επιστημονική» πολιτική, στηριζόμενη στην ακριβή και ιστορικά θεμελιωμένη ανάλυση των κοινωνικών δυνάμεων και των ταξικών συσχετισμών σε μία χώρα· ακόμα κι όταν συμμόρφωναν απλώς τη δράση τους με τις εντολές της Μόσχας, επέμεναν στο θεωρητικό αυτό περιτύλιγμα, αλλάζοντας το βέβαια κατά τις περιστάσεις. Όπως και να ‘χει, η σύζευξη πολιτικής καθηκοντολογίας και κοινωνιολογικής-ιστορικής ανάλυσης ήταν, έστω και ως ιεροτελεστία, υποχρεωτική, και αυτό ωθούσε αυτόματα τη φιλέρευνη σκέψη στη γενετική ανίχνευση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της νεοελληνικής πραγματικότητας. Εδώ σκόνταφτε κανείς a limine σε ένα σοβαρό θεωρητικό πρόσκομμα, το οποίο όμως συνιστούσε και ένα πρόσθετο πνευματικό δέλεαρ. Εννοώ την αναντιστοιχία ανάμεσα στον εννοιολογικό εξοπλισμό και στο αντικείμενο της έρευνας. Η εννοιολογία της νεώτερης κοινωνιολογίας (μαζί και της μαρξιστικής) διαμορφώθηκε κατά τον 19ο και τον 20ό αιώνα ως θεωρητική αποκρυστάλλωση εξελίξεων που διαδραματίσθηκαν στις δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες· ήταν, λοιπόν, εννοιολογία με συγκεκριμένη ιστορική φόρτιση, και έξω από το δεδομένο ιστορικό της πλαίσιο δεν μπορούσε ούτε να κατανοηθεί αλλά ούτε και να χρησιμοποιηθεί με επιτυχία ως αναλυτικό εργαλείο. Συνάμα όμως δεν υπάρχει καμμία άλλη εννοιολογία εκτός απ’ αυτήν και –επειδή κάθε ανάλυση προϋποθέτει ρητά ή άρρητα μιαν εννοιολογία– γι’ αυτό στη χρήση της αναγκάζονται να καταφύγουν ακόμα και κοινωνιολόγοι ή ιστορικοί ασχολούμενοι με κοινωνικούς σχηματισμούς λίγο-πολύ διαφορετικούς από τους δυτικοευρωπαϊκούς. Ακριβώς η άγνοια της ιστορικής φόρτισης της κοινωνιολογικής εννοιολογίας διευκόλυνε τη μεταφορά της στα καθ’ ημάς, η οποία βέβαια συχνότατα εμπνεόταν από μιαν «εκσυγχρονιστική» πρόθεση: η εφαρμογή της εννοιολογίας του προτύπου στην περίπτωση τού (ατελούς ακόμη) αντιγράφου φαινόταν θεμιτή, γιατί η εξομοίωση του δεύτερου με το πρώτο θεωρούνταν όχι απλώς ευκταία, αλλά και ιστορικά αναγκαία. Αντίστροφα, η προσπέλαση των ειδοποιών στοιχείων της νεοελληνικής περίπτωσης προϋπέθετε όχι μόνον την αποκοπή από ευθύγραμμες παραστάσεις των ιστορικών εξελίξεων και μιαν αίσθηση της ιστορικής μοναδικότητας, αλλά και ουσιώδη γνώση των δυτικοευρωπαϊκών ιστορικοκοινωνικών δεδομένων· γιατί μονάχα η συγκριτική ανάλυση σε πολλαπλά επίπεδα επιτρέπει την εκλέπτυνση και την αναπροσαρμογή μιας ξενόφερτης εννοιολογίας. Η μελέτη της ευρωπαϊκής ιστορίας, στην οποία αφιέρωσα μεγάλο μέρος των σπουδών μου στη Γερμανία κοντά σε σημαντικότατους ιστορικούς, όπως ο Werner Conze και ο Reinhant Koselleck, μου έδωσε εννοιολογικά και τυπολογικά ερείσματα για την εξ αντιδιαστολής κατανόηση της νεοελληνικής Έτσι βρήκα ορισμένες απαντήσεις σε παλαιά μου κεντρικά ερωτήματα για την κοινωνική και ιδεολογική φυσιογνωμία της χώρας μας. Και μολονότι δεν μου έμεινε ως τώρα –και πιθανότατα δεν θα μου μείνει ούτε και στο μέλλον– χρόνος για να τις εκθέσω στην έκταση και με την τεκμηρίωση που θα επιθυμούσα, ωστόσο άδραξα την ευκαιρία να τις συνοψίσω στην εισαγωγή που έγραψα για την ελληνική έκδοση του Η παρακμή του αστικού πολιτισμού, όπου εν μέρει χρησιμοποιήθηκαν σημειώματα και προσχέδια από την εποχή ακόμα των φοιτητικών μου χρόνων στην Αθήνα. Το θέμα του βιβλίου προσφερόταν εδώ σε μακροσκοπικές αναδρομές και τυπολογικές γενικεύσεις, που έφθαναν όμως ως την αποτίμηση των σημαντικών αλλαγών της νεοελληνικής κοινωνίας κατά τις τελευταίες δεκαετίες, παρέχοντας έτσι τη βάση για ορισμένες σκέψεις πάνω στις προοπτικές της μέσα στην συγκαιρινή ευρωπαϊκή και πλανητική συγκυρία. Τώρα τον πρώτο λόγο τον είχε φυσικά η γεωπολιτική, στρατηγική και οικονομική ανάλυση, σύμφωνα άλλωστε με τη θεματική των έργων, η ελληνική έκδοση των οποίων μου παρείχε την αφορμή να διατυπώσω σε συνεκτική μορφή τις απόψεις μου για τα τρέχοντα ελληνικά ζητήματα. Στα δύο επίμετρα που γράφτηκαν για το Πλανητική Πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο και το Θεωρία του Πολέμου προσπάθησα να τοποθετήσω τις διαγνώσεις μου μέσα σε ευρύτερα –πλανητικά, ευρωπαϊκά ή περιφερειακά– πλαίσια, να δείξω τις συναρτήσεις με τις βαθύτερες κινητήριες δυνάμεις του σημερινού κόσμου και να χαράξω έναν ψύχραιμο τρίτο δρόμο για τη σύλληψη μιας εθνικής στρατηγικής πέρα από τις δύο ιδεολογικές θέσεις που κυριαρχούν σήμερα λίγο-πολύ στην Ελλάδα, εκτρέφοντας εξ ίσου την παλαιόθεν προσφιλή ημίν τραπεζορρητορεία και την εξωραϊσμένη με θεωρητικά πασαλείμματα λογοκοπία. Εννοώ αφ’ ενός ελληνοκεντρικές εξάρσεις και διανοουμενίστικες παραδοσιολατρίες και βυζαντινολατρίες, οι οποίες βρίσκουν ευρύτερη απήχηση γιατί ένα έθνος που δέχεται συνεχείς εξευτελισμούς χρειάζεται και συνεχείς ψυχικές υπεραναπληρώσεις· και αφ’ ετέρου, στην αντίπερα όχθη, την πεποίθηση των διαφόρων «ευρωπαϊστών», «εκσυγχρονιστών» και «ορθολογιστών» ότι η «πολιτισμένη Δύση», μετουσιώνοντας στην πράξη την πνευματική της κληρονομιά και διαδίδοντάς την στον κόσμο ολόκληρο με την παγκοσμιοποίηση της οικονομίας και τα «ανθρώπινα δικαιώματα», θα πρωτοστατήσει σ’ έναν ανθρωπινό και ειρηνικό 21ο αιώνα. Οι μεν προτείνουν την εξαγωγή ελληνικού πνεύματος, οι δε αγωνίζονται για την εισαγωγή ευρωπαϊκού ήθους. Αλλά ούτε οι μεν ούτε οι δε φαίνεται να έχουν –και κατά τούτο ο επαρχιωτισμός παραμένει γνησίως ελληνικός– σαφή αντίληψη για το ποια είναι η φυσιογνωμία του σημερινού πλανητικού κόσμου και ποιες μακροπρόθεσμες δυνάμεις την απεργάζονται.
Ως τώρα μίλησα για την ενασχόληση μου με τα ελληνικά πράγματα όπως μιλά κανείς για την ενασχόληση με μιά περίπτωση θεωρητικά ενδιαφέρουσα λόγω της ιδιοτυπίας της. Και στ’ αλήθεια, καθώς το μυαλό μου δεν ησυχάζει αν δεν απαντήσει στα ίδια του τα ερωτήματα, όσος καιρός κι αν πέρασε αφ’ ότου τα πρωτοέθεσε κι όσες πνευματικές περιπλανήσεις κι αν μεσολάβησαν έκτοτε, το καθαρά θεωρητικό ενδιαφέρον ήταν και είναι ουσιώδες κίνητρο της «εμμονής» μου αυτής, καθώς ορθά την ονομάζετε. Ωστόσο δεν διανοούμαι καν να αμφισβητήσω προς τα έξω ή να αποκρύψω από τον εαυτό μου ότι με την Ελλάδα με συνδέουν οι υπαρξιακοί εκείνοι δεσμοί που γίνονται πρόδηλοι ακόμα και στον πιο ξεσκολισμένο κοσμοπολίτη όταν διαθέτει επαρκή αυτογνωσία και στοχαστεί σοβαρά πάνω στους παράγοντες που τον διαμόρφωσαν. Ο κοσμοπολιτισμός δεν μου είναι καθόλου ξένος, και είχα την ευκαιρία να τον ασκήσω πρακτικά πολύ περισσότερο από πλείστους όσους παρ’ ημίν, οι οποίοι τον κηρύσσουν θεωρητικά κατακεραυνώνοντας τον «εθνικισμό» κάθε είδους. Όμως ο αντικειμενικά υφιστάμενος δεσμός μου με την Ελλάδα παρέμεινε πάντοτε υποκειμενικά ενεργός υπό τη μορφή ενός υπαρξιακού και όχι μόνον θεωρητικού ενδιαφέροντος. Καθώς έφυγα σε σχετικά ώριμη ηλικία από την Ελλάδα, έχοντας πίσω μου αρκετά χρόνια συνειδητής ζωής και καίριες εμπειρίες, δεν χρειάστηκε ποτέ να με παρηγορήσουν «εις την ξένην» άτοποι εξωραϊσμοί ή να με λιγώσουν κούφιες νοσταλγίες – και μάλιστα για πράγματα που στη δεκαετία του 1950 και του 1960 τα ζούσε κανείς πιο ατόφυα και ανόθευτα. Έτσι, το υπαρξιακό μου ενδιαφέρον γι’ αυτόν τον τόπο δεν συνάπτεται με θετικές προκαταλήψεις· αποτελεί όμως διαρκή λόγο μιας επικέντρωσης της προσοχής με θετική και εποικοδομητική πρόθεση, ικανή να κρυσταλλωθεί σε συγκεκριμένες προτάσεις και πράξεις.
Διαβάζοντας τις εργασίες σας, διαπιστώνει κανείς ότι το ενδιαφέρον σας επικεντρώνεται στον ευρωπαϊκό μοντερνισμό, ότι πολιορκείτε συστηματικά την ευρωπαϊκή κουλτούρα των Νεωτέρων Χρόνων. Τί είναι για σας ο ευρωπαϊκός πολιτισμός και προς τα πού νομίζετε ότι βαδίζει;
Η περίφημη ρήση του Hegel, ότι η κουκουβάγια, το πουλί της γνώσης και της σοφίας, πετά το σούρουπο, έρχεται αναγκαία στον νου όποιου ζητά σήμερα να εποπτεύσει τους ευρωπαϊκούς Νέους Χρόνους. Η συνολική εποπτεία καθίσταται τώρα δυνατή ακριβώς επειδή οι ευρωπαϊκοί Νέοι Χρόνοι εισήλθαν στο ιστορικό τους λυκόφως και κλείνουν τον κύκλο τους απορροφώμενοι από την πλανητική εποχή, την οποία εγκαινίασαν οι ίδιοι με τις μεγάλες γεωγραφικές ανακαλύψεις του 15ου και του 16ου αιώνα. Καθώς έχουμε μπροστά στα μάτια μας ένα τετελεσμένο φαινόμενο και έναν απαρτισμένο κύκλο, βρισκόμαστε σε προνομιακή θέση προκειμένου να αποτιμήσουμε τα ειδοποιά γνωρίσματα αυτής της εποχής και αυτού του πολιτισμού, του οποίου η αντικειμενικά εξέχουσα σημασία έγκειται –πέρα από κάθε αξιολογία– στο ότι αποδέσμευσε τις δυνάμεις που ενοποίησαν τον πλανήτη σε βαθμό ασύλληπτο προτύτερα. Η πλανητική ιστορία καταπίνει τη γενεσιουργό της, την ευρωπαϊκή ιστορία. Είναι κι αυτό ένα από τα περιφανή παραδείγματα της ετερογονίας των σκοπών, για την οποία μιλήσαμε παραπάνω.
Σε τέσσερις εκτεταμένες εργασίες μου (Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, Συντηρητισμός, Κριτική της Μεταφυσικής, Παρακμή του Αστικού Πολιτισμού) επεχείρησα να εντοπίσω τους κοσμοθεωρητικούς άξονες που προσδίδουν στους ευρωπαϊκούς Νέους Χρόνους την ειδοποιό τους ενότητα, και το επεχείρησα έτσι, ώστε να γίνονται κατανοητές και οι σημερινές πλανητικές εξελίξεις. Και στις τέσσερις αυτές εργασίες αναπλάθεται ολόκληρη η εποχή, σε εκάστοτε διαφορετική προοπτική, ενώ η ιστορία των ιδεών, αλλά και η κοινωνική ιστορία, δομείται ως ιστορία προβλημάτων, πράγμα που επιτρέπει στην ανάλυση να κινείται ταυτόχρονα σε πολλαπλά επίπεδα αποκαθιστώντας την ενότητα τους. Βλέποντας ότι στα τέλη του 20ού αιώνα η ανθρώπινη κυριαρχία πάνω στη Φύση δεν σταματά ούτε μπροστά στη χειραγώγηση της βιολογικής ύλης των έμβιων όντων, είναι εύλογη η εντύπωση ότι οι ευρωπαϊκοί Νέοι Χρόνοι πρώτα απ’ όλα σημαίνουν μιά ριζική ανατοποθέτηση του ανθρώπου απέναντι στο φυσικό του περιβάλλον, μιά εξιστορίκευση του περιβάλλοντος αυτού υπό την έννοια της προϊούσας συνύφανσης του με την ιστορική δραστηριότητα του ανθρώπου. Όμως η γενική αυτή απόφανση δεν βγαίνει από τα όρια της αοριστίας ή και της κοινοτοπίας, όσο δεν εξιχνιάζονται οι ιδιαίτερες μορφές τής παραπάνω ανατοποθέτησης σε ποικίλα πεδία και όσο δεν κατανοείται η μορφολογική παραλληλότητα κι η εσωτερική συνάφεια των πεδίων αυτών. Η ανάλυση, όντας υποχρεωμένη να εργασθεί με αφαιρέσεις και ταξινομήσεις, εγκαθιδρύει συνήθως ιεραρχίες μεταξύ των πεδίων αυτών, στην πραγματικότητα όμως η ιστορική κίνηση έγινε ταυτόχρονα σε όλα τους και τα προωθητικά ερεθίσματα προήλθαν άλλοτε από το ένα και άλλοτε από το άλλο. Το πρωτείο της vita activa έναντι της vita speculativa, του πρακτικού έναντι του θεωρητικού βίου –το οποίο, μέσω της νέας πρωτοκαθεδρίας της πάλαι ποτέ βάναυσης εργασίας έναντι της πάλαι ποτέ ευγενούς σχόλης, συγκεκριμενοποίησε την ανατοποθέτηση απέναντι στη Φύση– εξακτινώθηκε τόσο στην κοσμολογία όσο και στην πολιτική, για να ανατρέψει εκ βάθρων τις αρχαίες και χριστιανικές αντιλήψεις· και η ανατροπή έγινε συνειδητά, με ρητή πολεμική πρόθεση. Στην κοσμολογία, λοιπόν, το παραπάνω πρωτείο σήμαινε την υπεροχή της κίνησης έναντι της στάσης, άρα την αντικατάσταση τού κλειστού ιεραρχημένου κόσμου με το ανοιχτό και επίπεδο σύμπαν· και στην πολιτική σήμαινε ότι οι άνθρωποι δεν είναι μοιραία δεμένοι σε μιά θεόδοτη ή φυσική ιεραρχική τάξη, αλλά μπορούν να κατασκευάσουν μιά κοινότητα εξ ίσου ανοιχτή και επίπεδη όσο το νέο σύμπαν. Το εργαλείο της κατασκευής αυτής ήταν αρχικά το σύγχρονο κυρίαρχο κράτος με τη γενική και ίση νομοθεσία του, αργότερα ήταν το μέγα σχέδιο της Ουτοπίας. Όμως κράτος, Ουτοπία, πρωτείο του ενεργού βίου και τεχνική αντίληψη των πραγμάτων συνδέονται στενά. Και στην πολιτική, όπως και στην κοινωνική εργασία, η τέχνη υπερέχει τώρα της φύσεως, ανατρέποντας και στο σημείο αυτό τις αρχαίες και χριστιανικές κατατάξεις.
Ωστόσο η εξέλιξη διόλου δεν στάθηκε τόσο ενιαία και ευθύγραμμη όσο θα μπορούσε να συνεπάγεται αυτό το σχήμα. Γιατί οι Νέοι Χρόνοι είχαν εξ αρχής και άλλες πλευρές, βαθύτατα αντιφατικές μάλιστα. Ενάντια στην αρχαία-χριστιανική αντίληψη για την οντολογική κατωτερότητα του αισθητού κόσμου απέναντι στη σφαίρα του υπερβατικού πνεύματος, ανατίμησαν οντολογικά την υλική Φύση προσδίδοντας της τα γνωρίσματα που στην αντίπαλη αντίληψη κατείχε το πνεύμα: λογική και έλλογα κατανοητή δόμηση, δηλαδή νομοτέλεια. Απέναντι στη νομοτελή Φύση ο Άνθρωπος μπορούσε να συμπεριφερθεί ως Θεός (και με αυτή την έννοια η ανθρωπολογία εκτοπίζει την θεολογία από την κορυφή των θεωρητικών ενδιαφερόντων), δηλαδή μπορούσε, χάρη στη γνώση των νόμων της, να την χειρισθεί ως τεχνικός, τεχνικός εμπνεόμενος από το πρωτείο του ενεργού βίου. Όμως από την άλλη πλευρά ο ίδιος αυτός Άνθρωπος, ως φυσικό ον, υπαγόταν στη φυσική νομοτέλεια και δεν μπορούσε να εξαιρεθεί απ’ αυτήν χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο ολόκληρη η οντολογική ανατίμηση της Φύσης, την οποία οι Νέοι Χρόνοι χρειάζονταν επειγόντως, τόσο κοσμοθεωρητικά όσο και πρακτικά-τεχνικά. Από έναν Άνθρωπο υπαγόμενο ολότελα στη φυσική νομοτέλεια δεν μπορεί όμως να αναμένεται ελεύθερη βούληση και ηθική πράξη stricto sensu. Οι Νέοι Χρόνοι αναπτύσσουν ποικίλα επιχειρηματολογικά στρατηγήματα για να ξεπεράσουν την αντίφαση μεταξύ αιτιώδους και κανονιστικής θεώρησης, που τους ταλανίσει από τον 16ο ακόμα αιώνα και παροξύνεται ακριβώς την εποχή του Διαφωτισμού με αποτέλεσμα την εμφάνιση ακραίων μηδενιστικών τάσεων. Η κρίση των αξιών επιτείνεται ακριβώς στον βαθμό όπου, με βάση τις παραπάνω κοσμοθεωρητικές μετατοπίσεις, διευρύνεται η κυριαρχία πάνω στη Φύση.
Με την μετάβαση από τον φιλελευθερισμό του 19ου αιώνα στη μαζική δημοκρατία του 20ού οι δυτικές κοινωνίες υπεκφεύγουν ως εξής από τούτη τη διελκυστίνδα. Η μαζική δημοκρατία στηρίζεται στη μαζική παραγωγή και στη μαζική κατανάλωση, ήτοι η κυριαρχία πάνω στη Φύση έφτασε πλέον σε σημείο, ώστε να διασφαλίζεται μιά πρωτόγνωρη στην ανθρώπινη ιστορία υπέρβαση της σπανής των αγαθών. Αυτή η υπέρβαση αμβλύνει το πρόβλημα της κατανομής με την παλαιά στοιχειακή του έννοια και αντίστοιχα επιτρέπει μια σημαντικότατη χαλάρωση στον τομέα των αξιών, όπου μάλιστα ο πλουραλισμός συνιστά στάση που επιβοηθεί άμεσα την καταναλωτική όρεξη των μαζών και αντιστοιχεί στο ιδεατό επίπεδο με την ποικιλομορφία της προσφοράς στο υλικό επίπεδο· η κατανάλωση γίνεται αξία και οι αξίες γίνονται καταναλωτικά αγαθά. Ωστόσο η τέτοια κατάληξη των ευρωπαϊκών Νέων Χρόνων διόλου δεν σημαίνει την εύρεση μιας τελειωτικής ισορροπίας. Καθώς η μαζική δημοκρατία γίνεται πλανητικός κοινωνικός σχηματισμός, ξερριζώνοντας και στον εξωδυτικό χώρο τις παραδοσιακές ιεραρχίες και μετατρέποντας δισεκατομμύρια ανθρώπων σε ανυπόμονους καταναλωτές, το πρόβλημα της κατανομής διευρύνεται και οξύνεται, και μάλιστα υπό συνθήκες σοβαρής δημογραφικής και οικολογικής επιβάρυνσης. Η πλανητική επέκταση της μαζικής δημοκρατίας σημαίνει βέβαια περαιτέρω επέκταση του πανθέου ή μάλλον του πανδαιμόνιου των αξιών, συνάμα όμως οι αγώνες κατανομής επιβάλλουν την προσφυγή σε συμβολικά όπλα, ήτοι τον περιορισμό του αξιολογικού πλουραλισμού. Τον παγκόσμιο πλουραλισμό τον εγγυάται μόνον η παγκόσμια ευδαιμονία (ο πλουραλισμός είναι η ιδεολογία της χορτάτης ευδαιμονίας: ο πεινασμένος δεν σέβεται τις αξίες του χορτασμένου), όμως αυτή είναι στο έπακρο απίθανη. Ο 21ος αιώνας θα είναι αιώνας συγκρούσεων μεταξύ πλανητικών Τιτάνων και Γιγάντων.
Έτσι, είτε οι ευρωπαϊκές αξίες απορροφηθούν από τον παγκόσμιο πλουραλισμό είτε μιά νέα σπανή των αγαθών αναιρέσει τον πλουραλισμό, οι ευρωπαϊκοί Νέοι Χρόνοι ανήκουν στο παρελθόν. Άλλο ήταν η φιλελεύθερη και ευρωπαϊκή και άλλο είναι η μαζικοδημοκρατική και πλανητική εποχή. Μερικοί πιστεύουν ότι η πλανητική διάδοση της δυτικής τεχνικής θα επιφέρει την επιβολή δυτικών αξιών και στάσεων ζωής. Όμως η σύγχρονη τεχνική είναι κοσμοθεωρητικά άχρωμη και, όταν θα έχει γίνει αυτονόητος κοινός παρονομαστής όπως κάποτε ήταν το αλέτρι, θα τη δούμε –τη βλέπουμε κιόλας– να συνδυάζεται με τις πιο διαφορετικές κοσμοθεωρητικές και αξιολογικές τοποθετήσεις. Άλλοι πάλι πιστεύουν ότι το αρχικό ανθρωπιστικό σχέδιο των ευρωπαϊκών Νέων Χρόνων είναι ακόμη ανολοκλήρωτο και μπορεί να ολοκληρωθεί σήμερα σε πλανητική κλίμακα αποκαθαρμένο από τα λάθη ή τις υπεροψίες του (αποικιακού) παρελθόντος. Αυτοί μου θυμίζουν τους μορφωμένους ειδωλολάτρες του 3ου και του 4ου αι. μ.Χ., οι οποίοι πίστευαν ότι, απαλλάσσοντας τον παγανισμό από τις παιδικές του ασθένειες και αφέλειες, θα τον καθιστούσαν βιώσιμη ιδεολογική βάση ενός κόσμου ριζικά διαφορετικού.
Η αφετηρία σας ήταν οι φιλολογικές σπουδές σας στην Ελλάδα. Αργότερα γράψατε ένα κείμενο με τίτλο (και θέμα) Ο Μαρξ και η αρχαία Ελλάδα. Ποιά είναι η σχέση σας με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό; Ή, για να το θέσω αλλιώς, πώς βλέπετε σήμερα την αρχαία Ελλάδα και τον πολιτισμό της;
Θεωρώ την εντρύφηση μου στα κλασσικά γράμματα ως ένα από τα μεγάλα ευτυχήματα και τα αναντικατάστατα ερείσματα της πνευματικής μου συγκρότησης. Η εντρύφηση αυτή άρχισε στα πρώτα εφηβικά μου χρόνια, παίρνοντας σχεδόν την μορφή μανίας, και διαρκεί, με διάφορες εντάσεις και διακοπές πλέον, έως σήμερα. Χαριτολογώντας εξομολογούμαι σε φίλους μου ότι, καθώς μ’ ευχαριστεί τόσο το διάβασμα, δεν θα έπρεπε ποτέ να κάνω επάγγελμα μου το γράψιμο, και αναθυμάμαι με φθόνο τον λόρδο Χένρυ, στο Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ, ο οποίος έλεγε ότι το διάβασμα του άρεσε τόσο, ώστε δεν του έκανε όρεξη να γράψει ο ίδιος βιβλία. Τώρα, όποτε φαντάζομαι ότι θα ξέμπλεκα με όλα τα βάσανα του γραψίματος και θα αφιέρωνα τον χρόνο μου στην απόλαυση του διαβάσματος, το πρώτο που μου έρχεται στο νου είναι η κλασσική γραμματεία, ελληνική και λατινική, σ’ όλη της την έκταση. Αν ο αναγνώστης τη γνωρίζει ο ίδιος, τότε περιττεύει να του εξηγήσω το γιατί· αν πάλι δεν τη γνωρίζει, τότε είναι άσκοπο. Ωστόσο επιθυμώ ν’ απαντήσω, έστω και μέσες-άκρες, στην ερώτηση σας εξαίροντας μερικά σημεία ιδιαίτερης προσωπικής σημασίας.
Πρώτα-πρώτα, η εξοικείωση με την αρχαιοελληνική και τη λατινική γλώσσα, ως συντακτικά και γραμματικά μορφώματα και ως αντίστοιχα ρυθμισμένες εκφραστικές δυνατότητες, σήμανε για μένα τη μεγάλη και πειθαρχημένη μύηση στο φαινόμενο «γλώσσα» εν γένει, και μάλιστα μέσα από μιαν άκρως προνομιακή πρόσβαση. Γλώσσες, όπου τα περιγράμματα των λέξεων και των φράσεων δεν τα θολώνουν τα –γόνιμα ή άγονα, αδιάφορο– νεφελώματα του νεώτερου υποκειμενισμού, μοιάζουν με κυκλώπεια τείχη χτισμένα με ξερολιθιά, με οφθαλμοφανείς τις αρμοδεσιές και χειροπιαστά τα ερείσματα, με αδρές τις αντιστοιχίες ανάμεσα στο σημαίνον και στο σημαινόμενο, στο πελέκημα του λόγου και στη λάξευση του στοχασμού. Η σαφήνεια και η απλότητα δεν είναι εδώ αιτήματα προβαλλόμενα εκ των έξω, αλλά απόρροια και κριτήριο εσωτερικού βάθους. Έχω αγαπήσει πολλούς νεώτερους συγγραφείς που υφολογικά στέκονται στους αντίποδες αυτού του ιδεώδους. Όταν όμως πρέπει να γράψω ο ίδιος, δεν μπορώ παρά να ακολουθήσω τις δικές μου υφολογικές κλίσεις, να βρω τους κατάλληλους αγωγούς για να διοχετεύσω τη δική μου σκέψη. Και ακριβώς η δόμηση της σκέψης μου με φέρνει κοντά στο διαυγές και κατά το δυνατόν απέριττο ύφος, πολύ περισσότερο γιατί πιστεύω, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για θεωρητικά κείμενα, ότι η πνευματική εντιμότητα απαγορεύει την επικάλυψη ατελειών της σκέψης με φιοριτούρες και λεκτικές ακροβασίες. Ειδικότερα, η γλώσσα, όπου πρωτογράφω τα βιβλία μου, προσφέρει εξαιρετικά πλεονεκτήματα στον γνώστη των κλασσικών γλωσσών: η γερμανική διατηρεί πολύ περισσότερο απ’ ό,τι άλλες γλώσσες τις συντακτικές δομές και τους λεκτικούς τρόπους της αρχαιοελληνικής και της λατινικής. Ιδιαίτερα οι απεριόριστες σχεδόν δυνατότητες διαπλοκής κυρίων και δευτερευουσών προτάσεων εντός μακρών περιόδων επιτρέπουν την ακριβή άρθρωση πολυεπίπεδων διανοημάτων, όπου στη συντακτική πλοκή αποτυπώνεται ανάγλυφα η πλοκή και η υφή των σχέσεων μεταξύ των διαφόρων διαστάσεων του νοήματος. Σε καμμιά άλλη απ’ όσες γλώσσες γνωρίζω δεν θα μπορούσε να αποδοθεί τόσο καλά το θουκυδίδειο ύφος λ.χ. Σε Γερμανούς αναγνώστες μου, οι οποίοι με ρωτούν πώς μπορώ να γράφω αβίαστα σε μιά ξένη γλώσσα, και μάλιστα με αξιώσεις προσωπικού ύφους, απαντώ ότι τούτο οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στην τριβή μου με τις κλασσικές γλώσσες. Όσοι τις κατέχουν καταλαβαίνουν εύκολα τι εννοώ.
Πέρα από τη γλώσσα, αλλά όχι άσχετα προς αυτήν, κλασσική είναι μιά σκέψη ή μιά εποχή της ιστορίας του πνεύματος όταν διατυπώνει με αναντικατάστατη εννοιολογία προβλήματα διηνεκώς επανερχόμενα, δηλαδή προβλήματα, στα οποία προσκρούει με εσωτερική αναγκαιότητα κάθε βαθύτερος στοχασμός – κοντολογής, έσχατα προβλήματα. Πώς είναι όμως δυνατό να έχει διαχρονική κλασσική αξία ό,τι νοήθηκε και εκφράσθηκε σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο; Όπως στην ανθρώπινη κατάσταση γενικότερα υπάρχουν ορισμένα μεγέθη συνεχώς ανακυκλούμενα, παρά την εκάστοτε διαφορετική κοινωνικοϊστορική τους επένδυση, έτσι και η ανθρώπινη σκέψη κινείται γύρω από ορισμένα θεμελιώδη μεγέθη, οι βασικοί συνδυασμοί των οποίων είναι αριθμητικά περιορισμένοι, όρα περιορισμένες είναι και οι έσχατες επιλογές. Στην αρχαία Ελλάδα έγινε κάτι πράγματι εκπληκτικό: σε σχετικό σύντομο χρονικό διάστημα, και μέσα από τις εσωτερικές αναγκαιότητες της κίνησης του στοχασμού, ανακαλύφθηκαν και συνοψίσθηκαν οι έσχατες αυτές επιλογές. Όποιος π.χ. μελετήσει προσεκτικά και σ’ όλες της τις πτυχές την αντιπαράθεση σοφιστικής και Πλάτωνος θα διαπιστώσει ότι εδώ συνοψίστηκε, κατά τρόπο κυριολεκτικά ανυπέρβλητο, ό,τι κατά βάθος ταλανίζει έκτοτε, γεννώντας παράλληλα ποικίλες ενδιάμεσες λύσεις, τη δυτική σκέψη και όχι μόνον αυτή: το δίλημμα «μεταφυσική ή μηδενισμός», όπου η ηθική διάσταση του προβληματισμού συνάπτεται συνειδητά με τη γνωσιοθεωρητική ή κοσμολογική. Αυτό ούτε άλλαξε, ούτε και θα μπορούσε ν’ αλλάξει, γιατί εδώ τον λόγο τον έχουν τα σταθερά μεγέθη, για τα οποία μιλήσαμε. Αλλά μήπως ο Θουκυδίδης δεν κατέστησε ορατές, κατά τρόπο εννοιολογικά επαρκή, ορισμένες σταθερές της πολιτικής συμπεριφοράς και των διεθνών σχέσεων, ούτως ώστε ν’ αποτελεί σήμερα (εκτός Ελλάδος, εννοείται) υποχρεωτικό ανάγνωσμα όσων ασχολούνται ουσιαστικά με τέτοια ζητήματα. Εδώ πρέπει ίσως να προλάβω μιά παρεξήγηση. Το κλασσικό δεν εξαντλείται στο αρχαιοελληνικό, όπως ήθελαν να πιστεύουν οι αρχαιολάτρες της παλαιάς ουμανιστικής σχολής. Η νεώτερη φιλοσοφία, κοινωνιολογία, ιστοριογραφία και λογοτεχνία έχουν κι αυτές τους κλασσικούς τους, με την έννοια που δώσαμε παραπάνω στον όρο. Η αναστροφή με τους αρχαίους κλασσικούς όχι μόνον δεν μπορεί να συνιστά κανενός είδους πρόσκομμα στην προσοικείωση των νεώτερων, αλλά έχει το αντίθετο αποτέλεσμα: εθίζει το πνεύμα στην απαρέσκεια έναντι των εκάστοτε συρμών και διδάσκει πώς να συγκροτεί κανείς την παιδεία του πάνω σε εδραία και μόνιμα θεμέλια. Πολλοί, έχοντας αφοσιωθεί περίπου υπαρξιακά σε μια πνευματική μόδα, χάνουν τον προσανατολισμό τους μόλις αυτή περάσει και τρέχοντας ξοπίσω της σ’ όλη τους τη ζωή στενεύουν αδιάκοπα τον ορίζοντά τους. Συνιστώ ένθερμα στους νεώτερους, που ενδιαφέρονται να συστηματοποιήσουν στα σοβαρά τα πνευματικά τους ενδιαφέροντα, να το κάμουν με αφετηρία τους αρχαίους και νεώτερους κλασσικούς, επιστρέφοντας αδιάκοπα σ’ αυτούς. Έτσι και χρόνο θα εξοικονομήσουν, μπαίνοντας απ’ ευθείας στην καρδιά των προβλημάτων, και θα αποφύγουν τον πνευματικό εκείνο εξευτελισμό που υφίσταται όποιος, αγνοώντας ευρύτερες συνάφειες και μακρές προϊστορίες, ατενίζει χάσκοντας τον εκάστοτε διερχόμενο διάττοντα αστέρα.
Στον βαθμό όπου κατανοούσα καλύτερα τους μηχανισμούς της ιδεολογικής και ουτοπικής σκέψης, την κλασική αρχαιότητα την έφερνε κοντύτερα μου ένα ακόμα γνώρισμα της: η απουσία εσχατολογίας και ευθύγραμμων αντιλήψεων για το ιστορικό γίγνεσθαι, οι οποίες ως γνωστόν έχουν ιουδαιοχριστιανική προέλευση και εκκοσμικεύθηκαν τόσο από τον σοσιαλιστικό μαρξισμό όσο και από τον καπιταλιστικό φιλελευθερισμό. Για να αποφευχθεί η υστερία μπροστά στον πλήρη και αμετάκλητο θάνατο, νομιμοποιήθηκε κοσμοθεωρητικά η υστερία της εσχατολογίας. Όποιος μαθαίνει να ζει χωρίς ρητές ή άρρητες εσχατολογίες και χωρίς ηθικισμούς ως υποκατάστατα τους, πρέπει και να μάθει να πεθαίνει, πλήρως και αμετάκλητα, με γαλήνη και φαιδρότητα ψυχής. Αν κάπου μπορεί να πάρει κανείς αυτό το ύψιστο μάθημα, είναι από την κλασσική αρχαιότητα, η οποία αγνόησε την ευθεία γραμμή με την αίσια απόληξη για να προσηλωθεί στην θέαση και βίωση του αΐδιου κύκλου.
Από τις εργασίες σας που γνωρίζω, θα σας χαρακτήριζα έναν ιστορικό τον ιδεών και έναν μελετητή της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Το ερώτημα μου είναι αν πίσω από τον ιστορικό κρύβεται ένας φιλόσοφος και, στην περίπτωση που η απάντηση είναι καταφατική, ποιός είναι ο πυρήνας της φιλοσοφίας σας;
Ας μου επιτραπεί κατ’ αρχήν να προσθέσω στον «ιστορικό των ιδεών» και τον κοινωνικό ιστορικό. Όχι διότι φοβούμαι μήπως χάσω κάποιον τίτλο, αλλά διότι η ιστορία των ιδεών μού φαίνεται ξεκρέμαστη –και επί πλέον συχνά ακατανόητη ως προς το περιεχόμενο και τις τροπές της– χωρίς μιαν ιστορικά και κοινωνιολογικά εναργή σύλληψη των συγκεκριμένων υποκειμενικών της φορέων μέσα στις συγκεκριμένες αντικειμενικές τους καταστάσεις· το τι εννοώ μ’ αυτό το έδειξα σε εργασίες όπως ο Συντηρητισμός και η Παρακμή του Αστικού Πολιτισμού. Αλλά, όπως ανέφερα απαντώντας σε προηγούμενη ερώτησή σας, ούτε η ιστορικά και κοινωνιολογικά θεμελιωμένη ιστορία των ιδεών είναι πλήρης, αν δεν υπεισέρχεται στην ιστορία των θεωρητικών προβλημάτων, αν δηλαδή δεν ανιχνεύει, εκ των ένδον πλέον, τη διαμόρφωση των ιδεών υπό την πίεση της εκάστοτε εσωτερικής λογικής τους. Ετερογονία των σκοπών υπάρχει όχι μόνον μέσα στην ιστορία εν γένει, αλλά και μέσα στην ιστορία των ιδεών. Σπανίως ένας στοχαστής, όταν διατυπώνει ένα διανόημα, είναι σε θέση να συλλάβει όλες του τις λογικές συνέπειες, οι οποίες Φανερώνονται βαθμηδόν, καθώς το διανόημα χρησιμοποιείται από άλλα υποκείμενα μέσα σε άλλες καταστάσεις. Η εξέταση της εσωτερικής λογικής των ιδεών, της συνοχής και των έσχατων προϋποθέσεων τους, μας φέρνει στον χώρο της θεωρίας και των θεωρητικών γενικεύσεων. Ώστε, για όποιον είναι σε θέση να επισκοπεί τα πράγματα σε πολλά επίπεδα ταυτόχρονα, δεν υπάρχει ούτε χάσμα ούτε αντίφαση ανάμεσα σε ιστορία των ιδεών και σε θεωρία. Τώρα, αν και γιατί η θεωρία πρέπει να ονομασθεί «φιλοσοφία» ή όχι, δεν το γνωρίζω και δεν με ενδιαφέρει να το μάθω. Οι ονομασίες μού είναι αδιάφορες εξ αιτίας της ασάφειας και της πολυσημίας τους, οι οποίες οφείλονται στο ότι πολλές πλευρές διεκδικούν ταυτόχρονα για τον εαυτό τους το μονοπώλιο της «γνήσιας» φιλοσοφίας κ.τ.λ. Μέλημα μου δεν είναι η συμμετοχή σε τέτοιες διαμάχες, οι οποίες παραμένουν άκαρπες εδώ και είκοσι πέντε αιώνες, αλλά η εντρύφηση σε ποικίλους επί μέρους τομείς με στόχο τη διατύπωση κοινωνιο-οντολογικών, κοινωνιολογικών και ιστορικών γενικεύσεων επιδεχόμενων εμπειρική επαλήθευση ή διάψευση. Ας θυμίσω ότι η φιλοσοφία των Νέων Χρόνων δεν δημιούργησε μόνη της την προβληματική της, αλλά την πήρε έξωθεν, παρακολουθώντας άμεσα ή έμμεσα, επαρκέστερα ή ανεπαρκέστερα, τις ραγδαίες εξελίξεις των επιστημών, αρχικά κυρίως των φυσικομαθηματικών και κατόπιν των κοινωνικών-ανθρωπολογικών. Η γνωσιοθεωρητικά προσανατολισμένη φιλοσοφία του υποκειμένου στον 17ο και 18ο αιώνα συγκροτήθηκε ως προσπάθεια ν’ απαντηθούν τα ερωτήματα που έθετε η τοτινή μαθηματική φυσική (διάκριση πρωτευουσών και δευτερευουσών ιδιοτήτων, αιτιότητα, ουσία). Οι κοινωνικές και ανθρωπολογικές επιστήμες, που άρχισαν να θεμελιώνονται στον 18ο αιώνα και ανδρώθηκαν στον 19ο, εξανάγκασαν τη φιλοσοφία να στραφεί όλο και περισσότερο στην προβληματική των διυποκειμενικών σχέσεων, ενώ συνάμα έτρωσαν θανάσιμα τον παμπάλαιο ζωτικό μύθο της: τον μύθο της αυτονομίας του πνεύματος. Δεν βλέπω πώς μπορεί να προχωρήσει κάποιος σήμερα σε αξιόλογες γενικεύσεις χωρίς ευρεία εμπειρική παιδεία, χωρίς μακρά τριβή με τις κοινωνικές επιστήμες. Η αποκοπή των εξ επαγγέλματος φιλοσόφων από την τέτοια παιδεία και τριβή τούς καθιστά συχνότατα, ως γνωστόν, γραφικά φαινόμενα.
Τώρα, υπάρχουν διαφορετικά επίπεδα γενίκευσης, και αν, ονομάζοντας με «φιλόσοφο», εννοείτε ότι ορισμένες μου αναλύσεις κινούνται στο ευρύτερο δυνατό γενικευτικό επίπεδο, τότε οφείλω να αποδεχθώ την ονομασία – μόνον κατά σύμβαση, βέβαια. Το ευρύτερο τούτο επίπεδο, όταν γίνεται λόγος για τα ανθρώπινα πράγματα, είναι το επίπεδο της κοινωνικής οντολογίας, το οποίο συναπαρτίζεται, όπως το βλέπω εγώ, πρώτον, από μιά θεωρία για το φάσμα και τον μηχανισμό των κοινωνικών σχέσεων μεταξύ ανθρώπων, δεύτερον, από μιά θεωρία για τις ιδιαίτερες εκείνες (πολιτικές) σχέσεις που συγκροτούν και συγκρατούν την κοινωνία ως υπερπροσωπική ολότητα και, τέλος, από μιαν ανθρωπολογία και μιά φιλοσοφία του πολιτισμού ως χαρακτηριστικής φύσεως του ανθρώπου. Προφανώς, το αντικείμενο της κοινωνικής οντολογίας δεν το αποτελούν πάγιες οντότητες, οι οποίες υπάρχουν κατά κάποιο τρόπο πίσω από τα ιστορικά ή κοινωνικά φαινόμενα καθοδηγώντας τα και υποτάσσοντάς τα σε οιασδήποτε μορφής νομοτέλεια· απεναντίας, το αποτελούν οι παράγοντες ή οι δυνάμεις εκείνες που κρατούν σε συνεχή κίνηση τη ζωή των κοινωνικά ζώντων ανθρώπων και ακριβώς γι’ αυτό κάνουν σχετική και παροδική μόνον την επικράτηση κάθε επί μέρους «νομοτέλειας» και κάθε επί μέρους αιτιότητας. Με άλλα λόγια, η κοινωνική οντολογία δεν παρέχει ένα ύψιστο πραγματολογικό ή κανονιστικό κριτήριο προς παρατήρηση της ανθρώπινης κοινωνίας και ιστορίας, αλλά παρέχει την θεμελιώδη εκείνη ανάλυση από την οποία προκύπτει γιατί είναι αδύνατη η εύρεση ενός τέτοιου κριτηρίου. Διαγράφει πεδία και πλαίσια μέσα στα οποία κινούνται όσα στοιχεία συναπαρτίζουν το αντικείμενό της, όμως δεν μπορεί να καθορίσει εκ των προτέρων σε ποια κατεύθυνση και με ποιον τρόπο θα κινηθούν. Ακριβώς αυτό της προσδίδει περισσότερη γενικότητα από τις κοινωνικές επιστήμες, οι οποίες αναζητούν τυπολογίες και αιτιότητες. Ας το εξηγήσω αυτό με ένα παράδειγμα, έστω και κάπως χοντροκομμένο. Η κοινωνική οντολογία διαπιστώνει ότι ο άνθρωπος μπορεί, ως φίλος, να θυσιαστεί για άλλους ανθρώπους, ή, ως εχθρός, να τους σκοτώσει, και δουλειά της είναι να κάνει κατανοητή μιά τέτοια πλαστικότητα που επιτρέπει την κίνηση ανάμεσα σε ριζικά αντίθετους πόλους. Δουλειά τής κοινωνιολογίας είναι να βρει υπό ποιες συνθήκες και ποιες τυπικές μορφές συμβαίνει μάλλον το ένα ή μάλλον το άλλο, πότε π.χ. πρέπει μάλλον να αναμένεται ειρήνη μεταξύ των ανθρώπων και πότε μάλλον πόλεμος, ενώ δουλειά της ιστορίας είναι να αναζητήσει τις αιτίες στις οποίες οφείλεται η α ή β συγκεκριμένη ειρήνη και ο α ή β συγκεκριμένος πόλεμος.
Δεν μπορώ να υπεισέλθω εδώ στα περίπλοκα επιστημολογικά προβλήματα της θεμελίωσης των διαφόρων αυτών γνωστικών κλάδων· το κάνω στον πρώτο τόμο τού έργου που γράφω τώρα. Ελπίζω ωστόσο να έγινε περίπου κατανοητή η εκ των πραγμάτων επιβαλλόμενη συνύφανση των θεωρητικών γενικεύσεων με την κοινωνιολογική και ιστορική ανάλυση – καθώς επίσης και η υφή των γενικεύσεων αυτών. Δεν θέλω να παραδοξολογήσω διατυπώνοντας τη θέση ότι η καλύτερη θεωρητική γενίκευση είναι εκείνη που με βάση τις ίδιες της τις προϋποθέσεις μας παραπέμπει στην εμπειρική έρευνα και στην ανάλυση συγκεκριμένων περιπτώσεων ως σε έσχατους κριτές. Από την άλλη πλευρά, η εσωτερική λογική της κατανόησης συγκεκριμένων περιπτώσεων, μέσα στην αυτόματη κι ακατάσχετη προέλαση της, απαιτεί την ένταξη των τελευταίων σε συνεχώς ευρύτερες συνάφειες, έως ότου φτάσουμε στο επίπεδο όλων των επιπέδων, δηλαδή σε ό,τι –ελλείψει καλυτέρου– ονομάζουμε τα «ανθρώπινα πράγματα». Όπως υπαινίχθηκα, η κοινωνική οντολογία όχι μόνον οφείλει να συνεργάζεται στενότατα με τις κοινωνικές επιστήμες, αλλά να είναι και η ίδια πολυδιάστατη. Η θεώρηση των ανθρωπίνων πραγμάτων είναι, πράγματι, υπόθεση πολυδιάστατη και πολυπρισματική. Αν, λοιπόν, υπέκυπτα στον δογματικό πειρασμό και στη μαγεία των επιγραμμάτων, επιχειρώντας να απαντήσω απ’ ευθείας στην ερώτησή σας και να συνοψίσω σε μια φράση τον «πυρήνα της φιλοσοφίας» μου, τότε αναγκαστικά θα χρησιμοποιούσα όρους ικανούς να αγκαλιάσουν αυτήν την πολυδιαστατικότητα και την πολυπρισματικότπτα όμως τέτοιοι όροι θα ήσαν πολυσήμαντοι μέσα στη γενικότητα τους. Αν ήταν δυνατή η απόλυτα πυκνή και συνάμα η απόλυτα σαφής σύνοψη, σας διαβεβαιώ ότι δεν θα είχα δημοσιεύσει μερικές χιλιάδες –όχι φλύαρες, θέλω να πιστεύω– σελίδες. Η σκέψη μου, όπως κάθε σκέψη, έχει μιαν πεμπτουσία, όμως αυτήν πρέπει να την αποστάξει ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης μέσα από το σύνολο του έργου μου· αλλιώς η οποιαδήποτε φόρμουλα όχι μόνον δεν θα κατανοηθεί, αλλά και σίγουρα θα παρανοηθεί. Θέλω, παρ’ όλα αυτά, να σας πω κάτι, που μου φαίνεται ουσιαστικό, ξεκινώντας από τη διατύπωση τού ερωτήματός σας. Ο φιλόσοφος που κρύβεται πίσω από τον ιστορικό λέει – και αυτή είναι η τελευταία του λέξη: σκέψου ιστορικά, οι απαντήσεις στα ιστορικά προβλήματα δεν βρίσκονται μέσα στην κατασκευασμένη θεωρία, αλλά αντίθετα οι απαντήσεις στα θεωρητικά προβλήματα βρίσκονται μέσα στην ιστορία. Όσοι επιλέγουν τη θεωρία έναντι της ιστορίας το κάνουν όχι γιατί κινούνται σε υψηλότερες σφαίρες, όπως συχνά πιστεύουν οι ίδιοι, απλά από πνευματική νωθρότητα· γιατί η οποιαδήποτε θεωρία είναι απείρως απλούστερη από οποιαδήποτε ιστορική κατάσταση.
Εκτός από το τεράστιο συγγραφικό σας έργο, είναι γνωστή η επίσης τεράστια μεταφραστική και εκδοτική σας δραστηριότητα – εκδοτική όχι με την επιχειρηματική έννοια, αλλά με την έννοια του διευθυντή ειδικών σειρών φιλοσοφίας, κοινωνιολογίας, ανθρωπολογίας, ιδεών εν γένει. Ποιά σημασία αποδίδετε σε αυτές τις δραστηριότητες;
Μίλησα πριν για τους υπαρξιακούς μου δεσμούς με την Ελλάδα και για ένα υπαρξιακό ενδιαφέρον ικανό να κρυσταλλωθεί σε πράξεις. Δεν εννοώ τις πράξεις του ερασιτέχνη και του πολυπράγμονος ούτε όσες συνάπτονται με το ούτως ή άλλως εννοούμενο ίδιον συμφέρον, αλλά πράξεις που συνιστούν προσφορά με βάση όσα είναι σε θέση να κάμει κάποιος σε τομείς που γνωρίζει. Είχα καταλήξει πολύ νωρίς στο συμπέρασμα ότι η πνευματική ζωή και η γενικότερη παιδεία στην Ελλάδα πάσχει από βασικές ελλείψεις στην υποδομή της κι ότι ο βαθύς επαρχιωτισμός της δεν πρόκειται να υπερβαθεί ποτέ χωρίς μία σοβαρή εργασία υποδομής. Βεβαίως, ουσιώδεις κοινωνικές προοπτικές θα έχει η εργασία αυτή μονάχα αν ανθήσουν τα φυσικά της λίκνα, και αυτά είναι προ παντός τα πανεπιστήμια. Αυτό δεν γίνεται, και δεν πιστεύω ότι θα γίνει και στο μέλλον. Όμως τούτο δεν αποτελεί λόγο για να μην κάμει καθένας, από τη δική του θέση, ό,τι μπορεί. Μόνον όποιος δεν θέλει να ζυμώσει κοσκινίζει ατελείωτα. Έτσι, μολονότι ο φόρτος της υπόλοιπης εργασίας μου λειτουργούσε περίπου απαγορευτικά, ανέλαβα, με την υποστήριξη αφιλοκερδών και αξιοπρεπών εκδοτών, τη διεύθυνση και την επίβλεψη δύο τέτοιων εγχειρημάτων. Το πρώτο, η «Φιλοσοφική και Πολιτική Βιβλιοθήκη» (εκδ. «Γνώση») άρχισε ήδη το 1983 και ολοκληρώνεται προσεχώς, όταν θα έχει συμπληρώσει ακριβώς εξήντα τόμους. Επί δεκαπέντε χρόνια εκδίδονταν ανελλιπώς τέσσερις τόμοι τον χρόνο. Παρουσιάσθηκαν κορυφαίοι συγγραφείς και κορυφαία έργα της φιλοσοφίας, της κοινωνιολογίας και της πολιτικής θεωρίας. Γιατί το πρόγραμμα φιλοδοξούσε να τονίσει την ιδέα της ενότητας φιλοσοφικού και κοινωνικοπολιτικού στοχασμού, σε μιαν εποχή όπου οι παραδοσιακοί συστηματικοί διαχωρισμοί κατάντησαν προβληματικοί και άγονοι, όπου η ιστορικότητα των φιλοσοφικών προβλημάτων έγινε τόσο πλατιά συνειδητή όσο και η φιλοσοφική σημασία της εμβάθυνσης στην ιστορική δραστηριότητα των ανθρώπων. Κατέβαλα κάθε προσπάθεια ώστε να μεταφρασθούν κλασσικά έργα, ανέκδοτα ως τότε στην Ελλάδα, και η συγκομιδή δεν ήταν μικρή: έχουμε πλέον στα ελληνικά τον Λεβιάθαν του Hobbes, τη Δεύτερη Πραγματεία του Locke και το Πνεύμα των Νόμων του Montesquieu. Παράλληλα δόθηκε βάρος στην καταγραφή της νεοελληνικής θεωρητικής παραγωγής, και πάλι με σημαντικά επιτεύγματα: δύο τόμοι κατέγραψαν τη νεοελληνική φιλοσοφία της Τουρκοκρατίας (1453-1822), άλλοι δύο τη συνέχεια της στο ελεύθερο ελληνικό κράτος (1822-1922), ενώ πέντε τόμοι αγκάλιασαν τη σοσιαλιστική σκέψη στη χώρα μας από το 1875 ως το 1974. Το δεύτερο εγχείρημα, υπό τον γενικό τίτλο «Ο Νεώτερος Ευρωπαϊκός Πολιτισμός», άρχισε το 1997 και θα ολοκληρωθεί το 2000, όταν θα έχουν εμφανισθεί δώδεκα τόμοι. Εδώ ο στόχος είναι μια συνθετική παρουσίαση του δυτικού πολιτισμού από την Αναγέννηση ίσαμε τις μέρες μας. Η τεχνική επανάσταση, οι αλλαγές των ηθών και των νοοτροπιών, οι μορφές κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης, οι σχέσεις του δυτικού πολιτισμού με τους υπόλοιπους, η τέχνη και η λογοτεχνία αποτελούν τις βασικές πλευρές αυτού του πανοράματος. Δεν χρειάζεται να εξηγήσω γιατί ακριβώς σήμερα χαίνει ακόμα ζοφερότερο απ’ ό,τι πριν το τεράστιο γνωστικό και βιβλιογραφικό κενό που υπάρχει στην Ελλάδα σε σχέση με τέτοια θέματα. Και εδώ η αισιοδοξία μου δεν είναι μεγάλη, ωστόσο το χρέος του πρέπει κανείς να το κάνει ανεξάρτητα από τις διαθέσεις του και τις προβλέψεις του. Ας μου επιτραπεί να προσθέσω ότι κατά την επιλογή όλων αυτών των τίτλων ποτέ δεν χρησιμοποίησα ως κριτήριο την δική μου συμφωνία ή ασυμφωνία, συμπάθεια ή αντιπάθεια για τους συγγραφείς· στις πλείστες περιπτώσεις επελέγησαν έργα διαρρήδην αντίθετα προς τις δικές μου αντιλήψεις πάνω στο προκείμενο· εκδόθηκαν ακόμα και συγγραφείς που προσωπικά θεωρώ μάλλον ελαφρούς, αρκεί να βρίσκονταν στο επίκεντρο γενικού ενδιαφέροντος και να επηρέασαν ουσιωδώς τις διεθνείς συζητήσεις. Έτσι αντιλαμβάνομαι την πολυφωνία και έτσι προσπαθώ να υπερνικήσω την δική μου υποκειμενικότητα. Πάντως δεν μου φαίνεται υποκειμενικό ή απλώς αυτάρεσκο αν πω ότι θεωρώ αυτούς τους εβδομήντα δύο τόμους, που μεταφραστικά και εκδοτικά βρίσκονται σε επίπεδα ασυνήθως υψηλά για την Ελλάδα, ως αξιόλογη συμβολή στην παιδεία του τόπου. Αν οι καθηγητές των ελληνικών πανεπιστημίων, αντί να παραφράζουν βιβλία και να τα δημοσιεύουν με το όνομα τους, μετέφραζαν δύο σημαντικά έργα του κλάδου τους ο καθένας, η βιβλιογραφία μας θα είχε κιόλας άλλη όψη. Όμως οι ίδιοι ξέρουν καλά γιατί παραφράζουν αντί να μεταφράζουν: ακόμα και η καλή παράφραση είναι ευκολότερη από την καλή μετάφραση.
Σ’ ό,τι με αφορά, έχω μεταφράσει πάνω από είκοσι τόμους, από τέσσερις ξένες γλώσσες και επιπλέον απέδωσα στα νεοελληνικά τον ξενοφώντειο Ιέρωνα. Με ικανοποιεί ιδιαίτερα το γεγονός ότι συνεισέφερα στην έκδοση κλασσικών έργων με μια δίτομη επιλογή από τον Montesquieu και με τη μετάφραση έργων του Marx αλλά μήπως εξ ίσου κλασσικοί, αν και σε άλλους χώρους, δεν είναι ο Schiller και ο Lichtenberg, ο Chamfort και ο Rivarol ή ο Pavese; Μιλώντας για τέτοιες ιδίως μεταφράσεις μου, η καρδιά μου χτυπάει εντονότερα, καθώς αναπλάθω την ήδη μακρά ιστορία ενός πολύ προσφιλούς κεφαλαίου της πνευματικής μου ζωής: εννοώ τη σχέση μου με την ελληνική γλώσσα. Είναι η μοναδική, ευρωπαϊκή τουλάχιστον, γλώσσα που έχει πίσω της μιαν αδιάκοπη ιστορία τριών περίπου χιλιάδων ετών και συνάμα πέρασε από ποικίλες μετεξελίξεις και μεταλλαγές. Όμως οι προγενέστερες μορφές της δεν εξανεμίστηκαν, αλλά ζουν ακόμα διαφοροτρόπως μέσα της, ως ιζήματα και στρώματα, που κάνουν τη διαχρονία συγχρονία. Ο Όμηρος και η κλασσική αττική, η κοινή και η λόγια βυζαντινή, η εκκλησιαστική γλώσσα και η γλώσσα του δημοτικού τραγουδιού και των κρητικών επών, η αρχαΐζουσα και η απλή καθαρεύουσα, η αστική τρέχουσα και τα ιδιωματικά κατάλοιπα – όλα αυτά αποτελούν ακόμα σήμερα πηγές απ’ όπου μπορεί ν’ αντλήσει η γλωσσική καλαισθησία, αλλά και η εκφραστική ανάγκη. Στη μοναδικότητα αυτής της γλώσσας οφείλεται, πιστεύω, το κατά τα άλλα παράδοξο γεγονός ότι η νεώτερη Ελλάδα, που τίποτε δεν πρόσφερε στη θεωρητική σκέψη ή στον τεχνικό πολιτισμό, έδωσε και δίνει υψηλή ποίηση· την ποίηση τη γεννά –την ξεβράζει, θα έλεγα– από μόνη της η δυναμική της ανεπανάληπτης αυτής γλώσσας. Εξ αρχής την αισθάνθηκα ως ενότητα και τη διάβασα αχόρταγα ως ενότητα, στα μνημεία όλων των εποχών της. Έχοντάς την προδώσει, κατά κάποιο τρόπο, αφού ο ίδιος γράφω σε μιά ξένη γλώσσα, μπόρεσα ωστόσο μέσα από την αναγκαστική απόσταση να την κατανοήσω, και μάλιστα να την αγαπήσω, περισσότερο. Ίσως αυτό να διακρίνεται κάπως στις μεταφράσεις μου – και σ’ αυτές συμπεριλαμβάνω και τις μεταφράσεις των δικών μου βιβλίων από τα γερμανικά, που ποτέ δεν μου πέρασε από τον νου να τις αναθέσω σε κάποιον άλλον. Η δικαιοσύνη θα επέβαλλε να μνημονεύσω εδώ και τα όσα οφείλουν οι όποιες γλωσσικές μου δεξιότητες στις ευρωπαϊκές λογοτεχνίες, που επίσης με συντροφεύουν παλαιόθεν. Αλλ’ αυτό είναι ένα ξεχωριστό, επίσης μεγάλο και επίσης προσφιλές, κεφάλαιο.
Και μια τελευταία ερώτηση: κ. Κονδύλη, είστε αριστερός ή δεξιός;
Όταν ανατέμνω τις ιδεολογικές ψευδαισθήσεις των «δεξιών», πλείστοι όσοι με θεωρούν «αριστερό»· όταν υποβάλλω σε βάσανο τις αντίστοιχες αυταπάτες των «αριστερών», πλείστοι όσοι με χαρακτηρίζουν «δεξιό». Η δική μου τοποθέτηση παραμένει, βέβαια, αμετάβλητη και στις δύο περιπτώσεις. Γιατί και στις δύο χρησιμοποιώ τα ίδια αναλυτικά εργαλεία, και στις δύο πρόθεση μου δεν είναι να προσφέρω πολεμικά επιχειρήματα στη μια πλευρά εναντίον της άλλης, αλλά να δω τα πράγματα σε μιαν ευρύτερη και υπέρτερη προοπτική – και μιά τέτοια προοπτική είναι, ως γνωστόν, άχρηστη σε όσους μάχονται για την παράταξη τους, μαχόμενοι ταυτόχρονα (ιδιοτελώς ή ανιδιοτελώς, αυτό δεν ενδιαφέρει εδώ) για τον εαυτό τους, ήτοι για την ταυτότητα που τους επιτρέπει να προσανατολίζονται και να επιβιώνουν κοινωνικά. Ακριβώς η συνύφανση της πολιτικής ιδεολογίας με τις εκάστοτε ανάγκες της προσωπικής ταυτότητας προσδίδει στις διαμάχες μεταξύ φορέων των διαφόρων ιδεολογιών οξύτητα ασυμβίβαστη με μιαν διαφορισμένη θεώρηση του άλλου· γιατί στον βαθμό όπου έχει κάποιο δίκιο ο ένας, παύει να έχει κάποιο δίκιο ο άλλος, ήτοι μειώνεται το δικαίωμα υπάρξεως του ως φορέα αυτής της ιδεολογίας. Έτσι, η ψυχική οικονομία επιβάλλει τις γρήγορες κατατάξεις και τις συνοπτικές κρίσεις, έστω και αν στον άλλον αποδίδονται τα ζοφερότερα κίνητρα και οι ελεεινότερες προθέσεις.
Μια από τις κρίσιμες ανακαλύψεις στην πνευματική μου ζωή, την οποία έκαμα –ευτυχώς όχι πολύ αργά– όταν ακόμα αισθανόμουν και ο ίδιος στρατευμένος, είναι ότι ο απέναντι σου, εκείνον που εσύ θεωρείς αντίπαλο ή εχθρό σου, εκείνος που ίσως είναι διώκτης σου, μπορεί να έχει εξ ίσου καθαρή συνείδηση και εξ ίσου αγνά κίνητρα όσο και εσύ, να διαπνέεται από την ίδια ακλόνητη πεποίθηση για το δίκαιο του. Τα πράγματα δεν είναι έτσι όπως παρουσιάζονται στα διδακτικά-προπαγανδιστικά έργα του Brecht, που άσκησαν τόση γοητεία ακριβώς επειδή ξεχωρίζουν με το μαχαίρι το άσπρο από το μαύρο. Εδώ ο εχθρός, δηλαδή ο «κακός», όχι μόνον είναι εξ αντικειμένου κακός, αλλά και το ξέρει επί πλέον ο ίδιος, και μάλιστα το απολαμβάνει· εννοείται, απέναντι σ’ ένα τέτοιο υποκείμενο είναι περιττό να έχουμε οιουσδήποτε διανοητικούς ή ψυχικούς ενδοιασμούς. Μπορώ να πω, όχι δίχως κάποιαν υπερηφάνεια, ότι αφ’ ότου κατανόησα ίσαμε τις έσχατες συνέπειες της τη διάκριση ανάμεσα σε ηθικό ποιόν και σε πολιτικοϊδεολογικές προτιμήσεις, ποτέ δεν αντιπάθησα κάποιον επειδή διαφωνούσε μαζί μου σε πολιτικά ζητήματα ούτε και συμπάθησα κάποιον άλλον μόνο και μόνο επειδή έτυχε να συμφωνεί. Προσωπικά δυσβάστακτη μου είναι μόνον η έλλειψη χιούμορ – και χιούμορ δεν σημαίνει την ικανότητα να γελάς εις βάρος των άλλων, αλλά την ικανότητα να γελάς μαζί με τους άλλους εις βάρος του εαυτού σου, την ικανότητα να σχετικεύεις τον εαυτό σου. Ωστόσο, ακόμα και η παντελής έλλειψη χιούμορ φαίνεται κατανοητή και συγχωρητέα, αν σκεφθούμε πόσο βαθειά είναι η ανάγκη να έχει κανείς μια ταυτότητα και πόσο άτεγκτη είναι η λογική της περιφρούρησής της. Υπό τις συνθήκες αυτές, η ιδεολογική πλάνη συνιστά τη φυσική κατάσταση, και είναι δευτερεύον, συχνά τυχαίο μάλιστα, αν η πλάνη θα έχει «δεξιά» ή «αριστερά» πρόσημα. Όλοι έχουν ίσα δικαιώματα στην ψευδαίσθηση, αφού δεν έχουν όλοι την ίδια ικανότητα ή το ίδιο θάρρος για γνώση. Μερικές φορές στενοχωρούμαι εκ των υστέρων γιατί σε κάποια συζήτηση επέμεινα στην υπεράσπιση «δυσάρεστων» διαγνώσεων ή απόψεων περισσότερο απ’ ό,τι το επέτρεπε η ψυχική αντοχή ή η αντιληπτικότητα του συνομιλητή μου. Θα ήταν ασφαλώς πολύ δύσκολο να του εξηγήσω ότι στην επιμονή αυτή δεν με οδηγεί η ισχυρογνωμοσύνη κι η διάθεση να τον «αλλάξω», αλλά μάλλον η απρόσωπη αγάπη μου για τη συνοχή και την πληρότητα μιας επιχειρηματολογίας. Όπως και να ‘χει, οι πλείστοι άνθρωποι θεωρούν περίπου αφύσικο να πρεσβεύουν οι άλλοι αντίθετες αντιλήψεις. Απεναντίας, εγώ εκπλήσσομαι αν κάποιος συμφωνεί μαζί μου.
Δεν εμερολήπτησα, πιστεύω, κατά την ανάλυση «δεξιών» και «αριστερών» ιδεολογικών πλανών. Δεν περιορίσθηκα στην ανατομία της κομμουνιστικής εσχατολογίας, αλλά προχώρησα σε μιαν επισταμένη εξέταση των ιδεολογημάτων του κλασσικού και του νεώτερου συντηρητισμού (στη μονογραφία μου Συντηρητισμός, ενώ στις πολιτικοστρατηγικές αναλύσεις μου μετά τον τερματισμό του Ψυχρού Πολέμου κεντρική θέση επέχει η κριτική του οικονομιστικού και οικουμενιστικού «νεοφιλελευθερισμού». Γενικότερα, διατύπωσα αιτιολογημένα την πεποίθηση ότι η τριχοτόμηση του πολιτικού φάσματος σε «συντηρητισμό», «φιλελευθερισμό» και «κοινωνική δημοκρατία (σοσιαλισμό)» απετέλεσε ειδοποιό συμπαρακολούθημα των ευρωπαϊκών Νέων Χρονών και χάνει τη σημασία της στον βαθμό όπου οι τελευταίοι διαλύονται μέσα στην μαζικοδημοκρατική πλανητική εποχή. Γιατί το πρόβλημα της κατανομής δεν τίθεται πλέον μεταξύ συγκροτημένων κοινωνικών τάξεων στο πλαίσιο χωριστών εθνών και άφθονων ακόμα φυσικών πόρων αλλά τίθεται μετά την απορρόφηση των κλασσικών κοινωνικών τάξεων από τη μαζικοδημοκρατική χοάνη και στο πλαίσιο ενός πλανήτη, όπου η δημογραφική και η οικολογική επιβάρυνση καθίσταται βαθμιαία αφόρητη. Τα γυμνά βιολογικά μεγέθη υποκαθιστούν σιγά-σιγά τα παραδοσιακά πολιτικά, με την εκάστοτε ιδεολογική συσκευασία τους. Καμιά «δεξιά» και καμιά «αριστερή» σοφία δεν θα βοηθούσε αν οχτώ ή δέκα δισεκατομμύρια άνθρωποι επιδιώκουν μανιωδώς να καταναλώσουν τόσες πρώτες ύλες τόση ενέργεια και τόσα αγαθά όσα οι Βορειοαμερικανοί και οι Ευρωπαίοι. Η πολιτική γίνεται βιολογική καθώς μετατρέπεται απλώς σε κατανομή αγαθών (αγαθών επίσης οικολογικών) πάνω σ’ έναν στενότατο πλέον πλανήτη. Όπως βλέπουμε, η αναγκαστική αποκοπή από τις πολιτικές ιδεολογίες των ευρωπαϊκών Νέων χρόνων δεν θα σημάνει το τέλος των αγώνων μεταξύ των ανθρώπων παρά θα σημάνει απλώς αγώνες χωρίς τέτοιες ιδεολογίες – στη χειρότερη περίπτωση θα σημάνει επιστροφή στις γυμνές υπαρξιακές αντιπαραθέσεις που δεν χρειάζονται καν ιδεολογικούς εξωραϊσμούς και ιδεολογικά περιτυλίγματα. Η υποκατάσταση των γνωστών μας πολιτικών ιδεολογιών με τα βιολογικά κριτήρια και μεγέθη δεν θα συνιστούσε, στη χειρότερη αυτή περίπτωση, μιαν ευπρόσδεκτη απελευθέρωση της ανθρώπινης ιστορίας από το περιττό φορτίο αρχέγονων ψευδαισθήσεων, αλλά το αντίθετο: θα σηματοδοτούσε μια κατάσταση τόσο βεβαρημένη, ώστε να μη μπορεί να σηκώσει επιπρόσθετα ούτε καν το μικρό βάρος μιας ιδεολογικής σαπουνόφουσκας.