ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ ----- Ουκρανία vs Ρωσία

Ουκρανία vs Ρωσία ( Συλλογή άρθρων - Ανανεώνεται)

Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2013

Γνωστική ασυμφωνία και αγιοποίηση πολιτικών ηγετών

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ
Το 1956 ο αμερικανός καθηγητής ψυχολογίας Λέον Φέστινγκερ ανέπτυξε στο περίφημο πλέον βιβλίο του When Prophecy Fails (Όταν η Προφητεία Διαψεύδεται), τη θεωρία της «γνωστικής ασυμφωνίας» (cognitive dissonance), στην οποία επικεντρώθηκε στο πως οι άνθρωποι πασχίζουν να διατηρήσουν την εσωτερική τους συνοχή.
Όταν η διαταραχή αυτής της εσωτερικής συνοχής, την οποία ο Φέστινγκερ ονομάζει «ασυμφωνία» (dissonance) γίνεται εμπειρία, η άνθρωποι στην πλειοψηφία τους δυσφορούν, θλίβονται, ταλανίζονται. Στην ουσία ο Φέστινγκερ απέδειξε ότι οι άνθρωποι όταν έρχονται αντιμέτωποι με στοιχεία που διαψεύδουν τις πεποιθήσεις τους, αντί να προσαρμόζουν τη συμπεριφορά και την αντίληψη τους σύμφωνα με τα νέα δεδομένα προσπαθούν να προσαρμόσουν τις πεποιθήσεις τους έτσι ώστε να ταιριάζουν με τη δική τους συμπεριφορά και τη δική τους ερμηνεία της πραγματικότητας, έστω και αν αυτό γίνεται με προκρούστεια λογική, δηλαδή ενάντια στην ορθολογική αντίληψη των πραγμάτων.
Πολλές φορές συναντούμε ανθρώπους, οι οποίοι θεωρούν ότι η βασική τους πεποίθηση για ένα πολιτικό ηγέτη είναι τόσο ισχυρή που μετατρέπεται σε απόλυτη γνώση και κρίση γι’ αυτόν. Όταν τους παρουσιάζονται στοιχεία τα οποία λειτουργούν ανατρεπτικώς προς αυτήν την πεποίθηση, τα νέα αυτά στοιχεία τούς προκαλούν ιδιαίτερα δυσάρεστη αίσθηση, όσο ισχυρά όμως και να είναι δεν τα κάνουν αποδεκτά, είναι εκ προοιμίου απορριπτέα. Είναι πάντοτε άνθρωποι, οι οποίοι ταυτίζουν την ιδεολογία τους ή την αντίληψη που έχουν για τις πολιτικές εξελίξεις, όχι με ορθολογικές πολιτικές θέσεις αλλά με πολιτικά πρόσωπα, με αποτέλεσμα στη σκέψη τους και στις πολιτικές τους επιλογές, ο πολιτικός ηγέτης να προτεραιοποιείται και να ταυτίζεται απολύτως με την ιστορική εποχή του, γινόμενος η βάση επί της οποίας αντιλαμβάνονται την ιστορία.
Εκεί που οι πεποιθήσεις τους θα έπρεπε να ήταν το βασικό στήριγμα για την ανεξαρτησία τους, μετατρέπονται σε βασικό στήριγμα της εξάρτησής και του αυτοεγκλωβισμού της σκέψης τους, με συνέπεια να διακατέχονται από ένα μονίμως υπολανθάνοντα φόβο έναντι της ορθολογικής αλήθειας, διότι η αλήθεια ανατρέπει τις ψευδαισθήσεις τους. Έτσι βιώνουν μία κατάσταση σύμφωνα με την οποία η πραγματικότητα αντιφάσκει με τις βασικές πεποιθήσεις μέσω των οποίων κατανοούν το πολιτικό τους περιβάλλον αλλά και την πολιτική εν γένει.
Δεν είναι λίγες οι φορές που σε απλές συζητήσεις πολιτικού περιεχομένου με ανθρώπους που είναι έντονα τοποθετημένοι υπέρ κάποιου πολιτικού προσώπου, το οποίο δεν χάνουν την ευκαιρία να το αγιολογούν, τούς παρουσιάζεις γεγονότα που αποδεικνύουν, έστω και εμμέσως, ότι ο «πολιτικός τους άγιος» έκανε ένα πολύ μικρό λάθος. Τότε βλέπεις τη γνωστική ασυμφωνία να εκδηλώνεται ως άμυνα. Όταν το αντιληφθούν αρχίζουν να βιώνουν μία δυσάρεστη κατάσταση την οποία προσπαθούν απεγνωσμένα να αλλάξουν, εισάγοντας νέα γνωστικά στοιχεία ή στρεβλώνοντας την αφήγηση των γεγονότων, με τα οποία πριν από λίγο συμφωνούσαν, ούτως ώστε να επανέλθουν στην πρότερη ισορροπία.
«Ξέρεις…τον ηγέτη τον πίεσαν άλλοι για να πάρει την απόφαση επομένως δεν φέρει ευθύνη ή ότι την απόφαση την καθόρισαν με επιλογές τους οι προηγούμενοι», οι οποίοι στη σκέψη του είναι μονίμως μειοδότες έως προδότες…λες και οι μεγάλοι ηγέτες είναι μόνο για τις μικρές αποφάσεις ή οι μεγάλοι ηγέτες φέρουν ευθύνη μόνο για τις θετικές αποφάσεις.
Άλλοι πάλι καταφεύγουν στη γνωστή επωδό των πολιτικών συζητήσεων: «Ο ηγέτης είχε κακούς συμβούλους, οι οποίοι τον παρέσυραν»…λες τις τελικές αποφάσεις των μεγάλων ηγετών τις λαμβάνουν οι σύμβουλοί τους. Το ίδιο βεβαίως ισχύει και γι’ αυτούς που προσπαθούν να ερμηνεύσουν την ιστορία και την πολιτική δαιμονοποιώντας μονίμως κάποιο πολιτικό. Αν νομίζουν αυτοί ότι εξαιρούνται από την ερμηνεία της γνωστικής ασυμφωνίας, πλανώνται πλάνην οικτράν.
Η γνωστική ασυμφωνία λειτουργεί ως άλλοθι για να επιτρέπει στους ανθρώπους να πείθουν εαυτούς ότι δεν υπάρχει κανένα λάθος με τις πεποιθήσεις τους και ότι αυτό που πιστεύουν είναι δόγμα, αφού μόνο η σκέψη για την προοπτική αλλαγής είναι ανησυχητική έως καταστροφική. Η αλλαγή πολιτικών πεποιθήσεων και πιο ειδικά η αλλαγή της αντίληψης για ένα πολιτικό ηγέτη, είναι πάντοτε δύσκολη καθώς οι άνθρωποι από τη φύση τους αντιστέκονται στην αλλαγή. Η αποφυγή του διανοητικού και ψυχολογικού πόνου και η συντήρηση της πνευματικής ενέργειας επί των εδραίων αντιλήψεων αποτελούν μέρη του μηχανισμού της πολιτικής και διανοητικής τους επιβίωσης.
Γι΄αυτό και οι άνθρωποι αναστατώνονται, θεωρώντας ότι χάνεται το έδαφος κάτω από τα πόδια τους όταν αμφισβητείς αυτά που πιστεύουν, όταν, με άλλα λόγια, τους αναιρείς τα ερείσματα που τους δικαιώνουν στα ίδιά τους τα μάτια, και ειδικά αν αυτά τα ερείσματα είναι αγιοποιημένα στη σκέψη τους πολιτικά πρόσωπα. Γι’ αυτό και συντηρούνται οι πολιτικοί μύθοι στη πολιτική κονίστρα. Γι’ αυτό πολλοί μετατρέπουν την ερμηνεία της ιστορίας και της τρέχουσας πολιτικής, με πρωταγωνιστές πάντοτε τους ηγέτες που λατρεύουν, σε δικαστήριο που δικαιώνει τις πεποιθήσεις, τις εμμονές και τις ψυχώσεις τους.
Αλήθεια, πόσους ανθρώπους, και ειδικά νέους, δεν είδα να στρατολογούνται και να σύρονται σαν λέοντες επιβρομούντες στην υπηρεσία τυχοδιωκτών πολιτικών, μόνο και μόνο γιατί τους γέμισαν τον εγκέφαλο με κούφια συνθήματα. Νέοι, ο οποίοι επεστρατεύθησαν με την ηθική της εθελούσιας αυτοπροσφοράς, αφιερωμένοι σε «υψηλά ιδανικά» και έχοντας πάντοτε συνοδοιπόρο την ελπίδα ότι ο πολιτικός στον οποίο εκχώρησαν οικειοθελώς την προσωπικότητά τους θα τους δημιουργήσει το μέλλον. Όταν όμως, λίγοι εξ αυτών, αντελήφθησαν τη φενάκη, ότι δηλαδή αφιέρωσαν ένα μέρος της ζωής τους σε ένα πουκάμισο αδειανό, προσπαθούν ακόμη να λυτρωθούν από το παρελθόν τους. 
Η αλήθεια στην πολιτική σκέψη είναι σύνθετη και μπορείς να αποδεχτείς τον όρο αλήθεια μόνο αν θέσεις τον εαυτό σου πέρα από αυτό που τα κόμματα υποκειμενικώς θεωρούν καλό και κακό, και ακόμη περισσότερο πέρα από την όποια ταύτιση της αλήθειας με υποτιθέμενους μεγάλους πολιτικούς. Μεγάλοι πολιτικοί υπάρχουν μόνο στις πολιτικές αγιογραφίες και στα ιστορικά παραμύθια. Αυτό που υπάρχει στην ορθολογική πολιτική σκέψη είναι μεγάλες και μικρές στιγμές για ένα πολιτικό ηγέτη και συνεπώς κανείς πολιτικός ηγέτης δεν ξεφεύγει του βεληνεκούς της ανθρώπινης κριτικής.
Ο Χρήστος Ιακώβου είναι Διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Μελετώ

Read more: http://mignatiou.com/?p=18285#ixzz2oHcAkv7K

Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013

Ο ΣΥΡΙΖΑ και οι αριστεροί σοσιαλιστές

Του καθ. Ρούσσου Σ.

Τα συνέδρια των κομμάτων συνήθως δεν βρίσκονται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος της κοινωνίας. Το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ αποτέλεσε εξαίρεση. Εκείνο που είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον ήταν κατά πόσο το κόμμα μέσω του ιδρυτικού συνεδρίου του θα ανοιγόταν στην κοινωνία, ενσωματώνοντας όλο και μεγαλύτερο μέρος της στον προγραμματικό του λόγο και την οργανωτική του συγκρότηση. Με άλλα λόγια, ήταν καίριο διακύβευμα κατά πόσο ο ΣΥΡΙΖΑ θα κατάφερνε να αναφερθεί οργανωτικά στο 27% και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις υπέρβασής του. Σε άλλα σημεία το πέτυχε, σε άλλα όχι. Η ανάδειξη, για παράδειγμα, της αδιαφιλονίκητης ηγεσίας του προέδρου και η κοινή απόφαση για πρακτική διάλυση των συνιστωσών είναι θετικά στοιχεία, αφού δίνουν σε μεγάλο μέρος αυτού του κόσμου σταθερό σημείο αναφοράς. Από την άλλη πλευρά, ενώ το συνέδριο στόχευε στην ενσωμάτωση ενός κόσμου που στην πλειονότητά του έχει πολιτικές αναφορές στην ελληνική σοσιαλιστική εμπειρία, έδωσε την εντύπωση ότι περιθωριοποιεί την εκπροσώπηση της σοσιαλιστικής τάσης, η οποία είχε κάνει, ήδη πριν από το Μνημόνιο, τη ρήξη με το νεοφιλελεύθερο ΠΑΣΟΚ.

Η περιθωριοποίηση αυτή οφείλεται σε δύο βασικούς λόγους. Πρώτον, στην προτεραιότητα του ιστορικού στελεχικού δυναμικού του ΣΥΡΙΖΑ να ξεκαθαριστούν οι μεταξύ τους διαφορές και να αποκρυσταλλωθούν σε συσχετισμούς εσωκομματικής ισχύος. Αυτό δεν είναι κατ” αρχήν κακό, αν συνοδεύεται από ιδεολογική και πολιτική αποσαφήνιση. Στην περίπτωσή μας όμως έγινε εν πολλοίς με όρους οργανωτίστικους, που ουσιαστικά εξοβέλισαν τις οργανωτικά αδύναμες και ασύντακτες σοσιαλιστικές δυνάμεις. Δεύτερον, στην επιλογή των σοσιαλιστικών ομάδων να διεκδικήσουν και να «διαπραγματευτούν» τη θέση τους στον ΣΥΡΙΖΑ με όρους προσωποπαγείς, χωρίς ξεκάθαρη πολιτική πλατφόρμα που θα είχε γίνει μέρος του προσυνεδριακού και συνεδριακού διαλόγου και της διαπάλης των ιδεών. Οι προσωπικές στρατηγικές και οι προσωποπαγείς «διεκδικήσεις» ήταν επόμενο να διασώσουν προβεβλημένα πρόσωπα αλλά να «χαντακώσουν» την πραγματική ιδεολογική και πολιτική έκφραση της σοσιαλιστικής τάσης μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ. Και βέβαια η σοσιαλιστική τάση εντός του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να αναπληρωθεί με «επαφές» παραγοντισμού και διαβουλεύσεις με απομεινάρια του μνημονιακού ΠΑΣΟΚ που περιφέρονται τώρα ως «μωραί παρθέναι» πέριξ του ΣΥΡΙΖΑ.

Η σοσιαλιστική τάση θα πρέπει να συγκροτηθεί εντός του ΣΥΡΙΖΑ βασισμένη σε τέσσερις πυλώνες. Πρώτον, τον πατριωτικό, μιας και η σημερινή μάχη εναντίον της μνημονιακής καταστροφής είναι κατεξοχήν μάχη για την εθνική ανεξαρτησία. Ενα πατριωτικό αφήγημα που στέκεται στο 1821, στο Κιλελέρ και στους αγώνες για την εθνική ολοκλήρωση, στα μαθήματα της μικρασιατικής τραγωδίας, στο έπος του 1940 και της Εθνικής Αντίστασης, των αγώνων για την απελευθέρωση της Κύπρου. Η πρόσφατη καταστροφή στην Κύπρο δείχνει πόσο σημαντικός είναι ένας πατριωτικός πυλώνας που θα περιλαμβάνει και θα νοιάζεται για το σύνολο του ελληνισμού απέναντι σε μετα-νεοαποικιακές λογικές, τις ραγδαίες ανακατάξεις στην περιοχή της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής και τον συνεχή τουρκικό αναθεωρητισμό, φανερό ή υφέρποντα. Ενα πατριωτικό αφήγημα που θα συγκρούεται με τον φασισμό και τον ρατσισμό σε όλα τα επίπεδα.

Δεύτερον, ο κοινωνικός/ταξικός πυλώνας, γιατί η μάχη αυτή θα πρέπει να προσδιοριστεί από την προσπάθεια για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, με κύριους αντιπάλους τις μεταπρατικές και κρατικοδίαιτες διευθυντικές ελίτ τού κατ” ευφημισμόν ιδιωτικού τομέα, το τοκογλυφικό και κερδοσκοπικό χρηματοπιστωτικό σύστημα, καθώς και τα ΜΜΕ και τις πολιτικές ελίτ που τους στηρίζουν. Ο πυλώνας αυτός σημαίνει επίσης ένα γενναίο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα για τον δημόσιο τομέα, ώστε να πάψει να κατατρύχεται από τη γραφειοκρατική παράνοια και τα λογής πελατειακά και συντεχνιακά δίκτυα. Ο πυλώνας αυτός δεν μπορεί, τέλος, παρά να περιλαμβάνει τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα για όλους και ιδιαίτερα τους πλέον αδύναμους, τους απόκληρους, τους μετανάστες και τις μειονότητες.

Ο τρίτος πυλώνας είναι ο διεθνιστικός/ευρωπαϊκός. Τα σημερινά προβλήματα στην οικονομία και την κοινωνία δεν μπορούν να λυθούν μόνο σε μία χώρα και μόνο από μία χώρα. Είναι απολύτως αναγκαίος ο συντονισμός της δράσης με τα κινήματα της Ευρώπης και της Μεσογείου, που σήμερα βρίσκονται στην αιχμή των διεκδικήσεων για κοινωνική δικαιοσύνη. Την ίδια στιγμή, ο πυλώνας αυτός προϋποθέτει μια ψύχραιμη ανάλυση των συσχετισμών στην Ευρωπαϊκή Ενωση, η οποία αποτελεί πεδίο ηγεμονικών επιδιώξεων και συνεχούς διεκδίκησης και συγκρότησης συμμαχιών και όχι χώρο υπερεθνικής «αρμονίας».

Τέλος, ο ουμανιστικός πυλώνας οφείλει να ανατρέξει στη μεγάλη κοινή ευρωπαϊκή πολιτισμική κληρονομιά, στον Διαφωτισμό, στον λόγο του Ρήγα, στη γενιά των μεγάλων της γλώσσας μας, Σολωμό, Παλαμά και Παπαδιαμάντη, στη γενιά του ’30 και στη μεταπολεμική πολιτιστική ανηφόρα. Την ίδια στιγμή ο ουμανισμός αυτός θα πρέπει να είναι ριζοσπαστικός και ρηξικέλευθος, να περιλαμβάνει όλα τα νέα ρεύματα, ανοικτός στην παγκόσμια πολιτιστική παραγωγή, στον λόγο που εκπέμπουν οι νέοι δημιουργοί και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Αυτή θα μπορούσε, με κάθε ταπεινότητα, να είναι μια πρόταση για την έκφραση της σοσιαλιστικής τάσης στον ΣΥΡΙΖΑ. Δεν υπήρξε ούτε αυτή ούτε άλλη. Και είναι ευθύνη των αριστερών σοσιαλιστών και μόνο. Καθώς φαίνεται, οι μεγαλύτερες μάχες είναι μπροστά και η ανάληψη αυτής της ευθύνης γίνεται επείγουσα.

Πηγή


Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013

«Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ: Μεσοπρόθεσμες Ευκαιρίες και Απειλές για την Ελληνική Εξωτερική Πολιτική»

Κέντρο Ευρωατλαντικών Μελετών (Κ.Ε.Α.Μ.)

Το ΚΕΑΜ είναι ένα επιστημονικό ερευνητικό κέντρο το οποίο ασχολείται με τη μελέτη και ανάλυση των εξελίξεων της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στον ευρωατλαντικό χώρο.

Ιδρύθηκε το Σεπτέμβριο του 2009, με απόφαση του Δ.Σ. του ΙΔΙΣ. Συντονιστής του κέντρου είναι ο Καθηγητής Χαράλαμπος Παπασωτηρίου του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου. Στη δραστηριότητα του κέντρου συμμετέχουν προπτυχιακοί, μεταπτυχιακοί και διδακτορικοί φοιτητές, ως δόκιμοι ερευνητές.

Το Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων έχει την χαρά να σας ενημερώσει ότι είναι διαθέσιμα τα αποτελέσματα της ετήσιας ερευνητικής προσπάθειας της Ομάδας Ειδικών Θεμάτων του Τομέα Ευρώ-Ατλαντικών Μελετών με τίτλο:
«Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ: Μεσοπρόθεσμες Ευκαιρίες και Απειλές για την Ελληνική Εξωτερική Πολιτική»

http://www.idis.gr/wp-content/uploads/Briefing-Book.pdf 

Τετάρτη 14 Αυγούστου 2013

Ελλάδα-Τουρκία-Δύση

ΤΟΥ Γ. ΦΟΙΝΙΚΑ


 Aν υπάρχει μια ευχή που ο κάθε θεωρητικός των ανθρωπιστικών επιστημών, σεβόμενος την επιστημονική του ταυτότητα, θα επιθυμούσε διακαώς να πραγματοποιηθεί, θα ήταν να του δοθεί η ευκαιρία τα όσα θεωρητικά υποστηρίζει να τα εφαρμόσει στην πραγματικότητα, χωρίς περιορισμούς και χωρίς αλλοιώσεις του ιδεολογικού του πλαισίου. Χωρίς αμφιβολία, ο καθηγητής Διεθνών Σχέσεων Αχμέτ Νταβούτογλου θα πρέπει, τουλάχιστον υπό αυτήν την οπτική, να θεωρεί τον εαυτό του ως προνομιούχο μεταξύ των συναδέλφων του Τα όσα υποστήριξε και ανέλυσε κυρίως στο βιβλίο του «Stratejik Derinlik:» (Στρατηγικό Βάθος) που εκδόθηκε το 2001, είχε την ευκαιρία να τα δει να εφαρμόζονται σταδιακά, με την μορφή μιας στιβαρής εθνικής εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας υπό την διακυβέρνηση του Ταγίπ Ερντογάν. Μια πολιτική, που ακολούθησε την οραματική του επιστημονική θεώρηση της επαύξησης της εθνικής ισχύος της Τουρκίας με άξονα το νεοοθωμανικό πρόταγμα, διαμορφούμενη είτε κατά την περίοδο 2002-2009, καθ’ όσον ο ίδιος διετέλεσε σύμβουλος του ίδιου του Ερντογάν επί θεμάτων εξωτερικής πολιτικής, είτε ακόμη περισσότερο από τον Μάιο του 2009 και εξής, αφ’ότου κατέλαβε τη θέση του υπουργού επί των Εξωτερικών.
Υπό το ανωτέρω πλαίσιο, είναι δυνατή η ρεαλιστική θέαση πρόσφατων δηλώσεών1 του, που δημοσιεύθηκαν στην ιστοσελίδα «Deniz Haber». Απαντώντας σε προκλητικώτατη επερώτηση του βουλευτή του κόμματος ΜΗΡ από το Κοτσάελι, Lütfü Türkkan, βρίθουσα από ανυπόστατους ισχυρισμούς περί καταλήψεων(!) νησιών του Αιγαίου από τους Έλληνες, ο Τούρκος ΥΠΕΞ έκανε υπαινικτική αναφορά στην υποκειμενικότητα –τάχα- της ερμηνείας των συμβατικών προβλέψεων των διεθνών Συνθηκών της Λωζάννης (1923) και των Παρισίων (1947), οι οποίες προβλέπουν μεταξύ άλλων την οριοθέτηση της τουρκικής επικράτειας (και δη προς δυσμάς, προς το Αιγαίο) και τον καθορισμό του εδαφικού καθεστώτος των Δωδεκανήσων, κατά την ενσωμάτωσή τους στην ελληνική επικράτεια, αντιστοίχως. Επίσης, επανήλθε σε γνωστές, αλλά νομικά πλήρως ανυπόστατες, θέσεις της Τουρκίας περί τάχα υφισταμένου διαρκούντος καθεστώτος αποστρατικοποίησης (και δη «πλήρους αποστρατικοποίησης») νήσων του Ανατολικού Αιγαίου, που απορρέει ως απολύτως ρητή συμβατική δέσμευση της Ελλάδος από τις δύο προαναφερθείσες Συνθήκες.
Είναι σαφές ότι η κρατούσα νομική ερμηνεία της σχετικής πρόβλεψης του άρθρου 122 της Λωζάννης καθιστά σαφές ότι η οποιαδήποτε αναθεωρητική βλέψη ή επιβουλή της Τουρκίας πέραν των ορίων που σήμερα αναγνωρίζονται διεθνώς και καταγράφονται συμβατικά ακόμη και σε διεθνές πλαίσιο ως «δυτικά όρια της Τουρκίας», είναι μια πράξη καθ’όλα εκτός διεθνούς νομιμότητας, καθώς παραβιάζει την αρχή του σεβασμού της κυριαρχίας των κρατών και του απαραβίαστου των συνόρων τους. Αν δε εκδηλωθεί και με την μορφή στρατιωτική επιθετικής ενέργειας, αυτή θα συνιστά πράξη που αντίκειται σε θεμελιώδεις κανόνες του Διεθνούς Δικαίου, καθώς θα στοιχειοθετεί το διεθνές έγκλημα της «επίθεσης», εγείροντας έτσι αναμφισβήτητα θέμα διεθνούς ευθύνη της χώρας έναντι του διεθνούς δικαίου, καθιστώντας την αυτοδίκαια υπόλογο έναντι της διεθνούς κοινότητας. Επιπρόσθετα όμως είναι δυνατόν να εγείρει θέμα ενδεχόμενης ατομικής διεθνούς ποινικής ευθύνης όσων κρατικών οργάνων, πολιτικών ή στρατιωτικών αξιωματούχων, συμμετάσχουν πρωταγωνιστικά και ενεργά σε έκνομες κατά το διεθνές δίκαιο πράξεις.
Χωρίς αμφιβολία, το νομικό, αλλά κυρίως γεωπολιτικό όριο των τριών (3) μιλίων της Λωζάννης, σε συνδυασμό με την υφιστάμενη πρακτική, δηλωτική του ασκούμενου ελέγχου επί των νησιών αυτών (βλέπε π.χ. τη μακρόχρονη κτηνοτροφική δραστηριότητα επί των νησιών Ίμια από Έλληνες Καλύμνιους κτηνοτρόφους), αλλά και η άσκηση θεμιτών κυριαρχικών δικαιωμάτων και δικαιοδοτικών αρμοδιοτήτων σε περιοχές ελληνικής κυριαρχίας, καθώς και άλλων επιπρόσθετων αρμοδιοτήτων εκ μέρους της Ελλάδος σε περιοχές πέραν αυτής, στην ευρύτερη περιοχή του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου εν γένει, που όμως της έχουν ανατεθεί από τη διεθνή κοινότητα (βλέπε περιοχή FIR ή περιοχή Έρευνας-Διάσωσης), θέτει νομικά ανυπέρβλητους περιορισμούς στην επεκτατική διεκδίκησή τους από την Τουρκία. Προκαλεί δε εμφανή γεωστρατηγική ασφυξία στον νεοοθωμανικής εμπνεύσεως τουρκικό μεγαλοϊδεατισμό, ο οποίος κληρονόμησε τις «αμαρτωλές» του καταβολές από αντίστοιχες αναθεωρητικές βλέψεις που συντηρούσε το προϋφιστάμενο κεμαλικό καθεστώς, έναντι όλων των όμορων της Τουρκίας κρατών, αλλά και ευρύτερα. Ειδικά δε προς την πλευρά του Αιγαίου και τις περιοχές ελληνικής και τουρκικής κυριαρχίας ή δικαιοδοσίας, λόγω της φυσικής θαλάσσιας ιδιομορφίας τους, στερούνταν (τουλάχιστον μέχρι πρότινος, ώσπου η σύγχρονη γεωτοπογραφική τεχνογνωσία να παρέξει τις απαιτούμενες τεχνικές δυνατότητες) της τοπογραφικής δυνατότητας ακριβούς συνοριακής οριοθέτησης (σε αντιστοιχία με μια χερσαία περιοχή). Έτσι, φαίνεται ότι τόσο για τεχνικούς όσο και γιά νομικούς, αλλά προφανώς και για ευρύτερους γεωπολιτικούς λόγους, οι θαλάσσιες περιοχές πέραν της προς δυσμάς παραμεθορίου της Τουρκίας, οι οποίες βρίσκονται στο Αιγαίο, εκλαμβάνονται ως ευκολότερα επιτεύξιμοι αναθεωρητικοί στόχοι έναντι ενδεχόμενων άλλων παρακείμενων στα ανατολικά ή τα νότιά της σύνορα, τουλάχιστον κατά την παρούσα συγκυρία.
Αυτό το τοπογραφικά απαιτητικό, νομικά σύνθετο και διπλωματικά ιδιόμορφο υφιστάμενο πλαίσιο οριοθέτησης στο Αιγαίο φαίνεται ότι επιδιώκεται να ανατραπεί προς όφελος της Τουρκίας μέσω συστηματικών γεωστρατηγικών μεθοδεύσεων εκ μέρους της, σε διπλωματικό, πολιτικό, αλλά και επιχειρησιακό πεδίο. Ειδικώτερα τελευταία που το γεγονός της ύπαρξης ενεργειακών αποθεμάτων υγρών, αέριων, αλλά και στερεών (υπόγειων, υποθαλάσσιων, ή επιφανειακών του θαλάσσιου βυθού) υδρογονανθράκων έχει ανακύψει πλέον όχι ως υπολανθάνον ή αποκρυπτόμενο δεδομένο, αλλά ως πρωτεύων παράγων στην γεωπολιτική ατζέντα των όμορων, αλλά και τρίτων χωρών με ισχυρά, στρατηγικά, μείζονα έως και ζωτικά συμφέροντα στην περιοχή και/ή στο εν λόγω ενεργειακό αντικείμενο. Συμφέροντα που εκδηλώνονται αυτοτελώς-μονομερώς στην περιοχή, αλλά, δεδομένης της τερατώδους κλίμακας του ενεργειακού διακυβεύματος, εκδηλώνονται ως αλληλοεπιδρώντα και διεθνώς-πολυμερώς, υπό μια ευρύτερη ενεργειακή και σαφώς χρηματο-νομισματο-οικονομική συσχέτιση σε επίπεδο πολυμερούς-παγκοσμιοποιημένης θεώρησης.
Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος που η Τουρκία προσπαθεί επί χρόνια, ειδικά μετά το 1974, να θίξει νομικά το ισχύον πλαίσιο κυριαρχικής οριοθέτησης μέσω των αδιάλλειπτων παραβάσεων και παραβιάσεων στον εναέριο χώρο της Ελλάδος στο Αιγαίο, διά της de facto αμφισβήτησης των ορίων δικαιοδοσίας της ελληνικής αρμόδιας αρχής (της ΥΠΑ) στην περιοχή του ΑΤΗΙΝΑΙ FIR που περιλαμβάνει όχι μόνον εθνικό, αλλά και διεθνή εναέριο χώρο. Σημειωθήτω ότι τα όρια της περιοχής ΑΤΗΙΝΑΙ FIR οριοθετήθηκαν και συμφωνήθηκαν μεταξύ όλων των εμπλεκομένων κρατών (της Τουρκίας συμπεριλαμβανομένης) στο πλαίσιο περιοχικών συνδιασκέψεων του ICAO από το 1952 και 1958, με βάση αφ’ενός το δηλωθέν και συμφωνηθέν εκατέρωθεν εύρος του ελληνικού και τουρκικού εναέριου χώρου, και αφ’ετέρου τον προσδιορισμό των ορίων της τουρκικής επικράτειας προς δυσμάς (και της ελληνικής προς ανατολάς), με βάση κυρίως τις (περιοριστικές) προβλέψεις της Λωζάννης.
Υπό την ανωτέρω οπτική, οι πρόσφατες δηλώσεις του Τούρκου ΥΠΕΞ δεν θα πρέπει να ξενίζουν, να πανικοβάλλουν ή να τους αποδίδεται προστιθέμενη γεωπολιτική αξία, πέραν αυτής που σχετίζεται με μια συστηματική προσπάθεια καλλιέργειας ενός κλίματος -ευκαιριακού και ανέξοδουευνοϊκού για μια επεκτατική τουρκική διείσδυση σε περιοχές και κράτη της πρώην Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Στο ίδιο ευκαιριακά αναθεωρητικό νεοθωμανικό πλαίσιο εντάσσονται και θα πρέπει να ερμηνεύονται και άλλες αντίστοιχες Νταβουτογλιανής εμπνεύσεως δηλώσεις του παρελθόντος, όπως ενδεικτικά οι σχετικές κατά την ομιλία του ιδίου με θέμα «Από τους Βαλκανικούς Πολέμους στην Βαλκανική ειρήνη: Τουρκική Εξωτερική Πολιτική στην 100η Χρονιά» στο πλαίσιο της ετήσιας Συνόδου των τούρκων πρέσβεων στην Αδριανούπολη στις 28 Δεκ 2011. Εκεί, μεταξύ άλλων ο Τούρκος ΥΠΕΞ κάλεσε για την γεωπολιτική, και αν είναι δυνατή, και την ουσιαστική ενοποίηση των περιοχών της Βαλκανικής υπό μια «φυσική»(sic), κατά τον ίδιο, τουρκική επιρροή, και/ή -γιατί όχικυριαρχία (sic). Μάλιστα δε υπαινίχθηκε και ότι το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο είναι αρκούντως ώριμο ώστε αυτή η συνένωση να γίνει με όρους αυτόβουλης επιλογής των αντίστοιχων πληθυσμών τους(!), αφού υποστήριξε ότι το αποτέλεσμα των πολέμων δεν ευθυγραμμίστηκε τάχα με τη θέλησή τους («Οι πόλεμοι που έζησαν τα Βαλκάνια στον 20ο αιώνα δεν ήταν πόλεμοι στους οποίους βγήκαν με ίδια θέληση, είναι ανάγκη αυτή η περίοδος να αφεθεί πίσω, ενώ η Αδριανούπολη και οι άλλες Βαλκανικές πόλεις πρέπει να συναντήσουν την φυσική τους ενδοχώρα»).
Ο παρατηρούμενος φρενήρης γεωπολιτικός οίστρος της διακυβέρνησης Ερντογάν–Νταβούτογλου, συνέχεια της νεο-οθωμανικής πολιτικής παρακαταθήκης του Οζάλ, συμπεριλαμβάνει έργα και ημέρες που εκτός των άλλων λειτουργούν κυρίως συμβολικά στην δόμηση της νέας τουρκικής υπερεικόνας, αντάξιας υψιπετών μεγαλοοραματισμών, που επιδιώκουν να ανυψώσουν την Τουρκία σε υψηλή θέση μεταξύ των πραγματικά παγκόσμιων νέων ισχυρών δυνάμεων του 21ου αιώνα. ‘Ένα ομολογουμένως φιλόδοξο εγχείρημα, με καθόλα αμφισβητούμενη όμως έκβαση. Σε αυτό το πλαίσιο συγκαταλέγονται οι εξαγγελίες της κατασκευής μέχρι το 2023 της τεχνητής «Διώρυγας της Κωνσταντινούπολης», μήκους 40 ως 50 χιλιομέτρων, βάθους 25 μέτρων και πλάτους 150 μέτρων, η οποία θα συνδέει τη Μαύρη Θάλασσα με αυτή του Μαρμαρά, προκειμένου να αποσυμφορήσει την αυξημένη ροή ναυσιπλοΐας στον Βόσπορο. Εξαγγελίες που προβλημάτισαν εξαιρετικά, μεταξύ άλλων, και την Μόσχα. Συνοδευτικά αυτού του έργου προβλέπονται επίσης η κατασκευή ενός ακόμη αεροδρομίου (του τρίτου) στην Κωνσταντινούπολη και του μεγαλύτερου της Τουρκίας και ενός λιμανιού κοντά στην διώρυγα.
Στην όλη γεωπολιτική εικόνα θα πρέπει σαφώς να συμπεριληφθούν οι εξελίξεις περί το κουρδικό, και η συμφωνία με το ΡΚΚ για υπό όρους αποχώρηση μαχητών του από το τουρκικό έδαφος, με αφετηρία ορόσημο την 8η Μαΐου. Η εν λόγω πολιτική διευθέτηση ασφαλώς θα δώσει νέα δυναμική και στις συναφείς εξελίξεις στην ευρύτερη τουρκική νοτιοανατολική μεθόριο, που ήδη είναι τεταμένη, όχι μόνον με τα επισυμβαίνοντα στο πλαίσιο της Συριακής σύρραξης, αλλά κυρίως με τις πολιτικές, διπλωματικές και επιχειρησιακές εγγυήσεις που τέθηκαν ως προϋποθέσεις εκ μέρους της κουρδικής πλευράς.
Σε αυτό το πεδίο, είναι σημαντική για την Τουρκία η ενίσχυση του ισλαμικού της προφίλ (εντός και εκτός της χώρας), προκειμένου να είναι σε θέση να συνδιαλλαγεί προνομιακά ή έστω ισότιμα με χώρες αραβικές μεν αλλά και με έντονη την μουσουλμανική/ισλαμική τους ταυτότητα (βλέπε το Ιράν, το Ιράκ, αλλά και την Σαουδική Αρα βία ή το Κατάρ), καθώς και με μη-Άραβες ή μημουσουλμάνους μείζονες δρώντες στην περιοχή, όπως το Ισραήλ, οι ΗΠΑ, η Ρωσσία και η Κίνα, προκειμένου για τις επερχόμενες γεωπολιτικές διευθετήσεις κατά την μετά Άσαντ εποχή (βλέπε σχετικές πρόσφατες δηλώσεις του Μέιρ Ντάγκαν, τέως επικεφαλής των υπηρεσιών κατασκοπείας του Ισραήλ, που τόνιζε ότι το Ισραήλ πρέπει να κάνει «ό,τι είναι δυνατόν για να απομακρύνει τον Άσαντ από την εξουσία στη Συρία», καθώς «η απομάκρυνσή του … θα λύσει πολλά προβλήματα για το Ισραήλ», θεωρώντας ότι από στρατηγική άποψη θα είναι επωφελής για το Ισραήλ, αφού αναμένεται να εξασθενίσει σημαντικά τις βασικές απειλές ασφαλείας στην εγγύς περιοχή του, την ισλαμιστική οργάνωση Χεζμπολάχ και το Ιράν3). Με δεδομένο λοιπόν το ενδιαφέρον του Ισραήλ για τις ευρύτερες εξελίξεις στην Συρία και πέριξ αυτής, η Τουρκία των Ερντογάν–Νταβούτογλου επιδιώκει να καλλιεργήσει την επαφή της με το μουσουλμανικό στοιχείο της Μέσης Ανατολής, διατηρώντας έναν μοχλό αντισταθμιστικής πίεσης στην άδηλη αλλά σαφώς υφέρπουσα (παρά τις πρόσφατες ανταλλαγές διπλωματικών φιλοφρονήσεων και δηλώσεων θεωρούμενης «συγγνώμης») και μοιραία μακροπρόθεσμα κλιμακούμενα ανταγωνιστική σχέση της με τον έτερο πυλώνα προβολής των συμφερόντων της Ουάσιγκτων στην περιοχή, το Ισραήλ. Εξ ου και η διπλωματική παραφιλολογία του επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας Τζων Κέρυ με την τουρκική ηγεσία, εν όψει των ενδοιασμών Ουάσιγκτων και Τέλ-Αβίβ για την ανακοινωθείσα επίσκεψη Ερντογκάν στην παλαιστινιακή περιοχή της Λωρίδας της Γάζας. Μια εξέλιξη που σίγουρα θα τεθεί -σε κάποιον βαθμό- και στην επικείμενη επίσκεψη Κέρυ στη Μόσχα στις 6-7 Μαΐου, ειδικά δε κατόπιν της πρόσφατης (θετικής κατά τις σχετικές ανακοινώσεις του State Department της 30ης Απριλίου) εξέλιξης στο πλαίσιο του Αραβικού Συνδέσμου, όπου έγινε αποδεκτή η αρχή μιας ανταλλαγής εδαφών μεταξύ του Ισραήλ και των Παλαιστινίων.
Στο ευρύτερο πλαίσιο ανακατατάξεων των συσχετισμών ισχύος θα πρέπει να ερμηνευθεί, χωρίς όμως να υπερτιμάται, και η πρόσφατη αναβάθμιση της Τουρκίας σε «Εταίρο σε Διάλογο» στον Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης (The Shanghai Cooperation Organization SCO), που ιδρύθηκε το 2001 με μέλη του την Κίνα, τη Ρωσσία, το Καζακστάν, το Κιργιζστάν, το Τατζικιστάν και το Ουζμπεκιστάν, ενώ περιλαμβάνει και άλλες χώρες με καθεστώς Παρατηρητή (Ινδία, Ιράν, Πακιστάν, Αφγανιστάν, και Μογγολία), ή Εταίρου σε Διάλογο (Σρι Λάνκα και Λευκορωσία).  Σε κάθε περίπτωση, η εκτίμηση της τουρκικής δυναμικής, ειδικά σε ό,τι αφορά τους ενδεικτικούς δείκτες αναφοράς της εθνικής της οικονομίας, δείχνει να είναι υπερεκτιμημένη, καθώς πρόσφατα πληροφοριακά στοιχεία που προήλθαν από το Turkish Statistical Institute δίνουν μια μάλλον δυσανάλογη των μεγαλεπήβολων οικουμενικών οραματισμών πραγματική εικόνα της.
Συγκεκριμένα, με το τουρκικό ΑΕΠ να συρρικνώνεται σε κάτι περισσότερο από το 2% για το 2012, έναντι του επιβλητικού 8,8% για το 2011 και του ακόμη περισσότερο αξιοθαύμαστου 9,2% για το 2010, η ρεαλιστική εικόνα της εθνικής οικονομίας της Τουρκίας και δη των διαφαινόμενων προοπτικών που μπορεί να υποστηρίξει, πρέπει να προσδιορίζεται σε ανάλογα επίπεδα που απαιτούν ταπεινότητα και σύνεση, ενώ η αποτίμησή τους θα πρέπει να ανακόπτει τις όποιες μεγαλοϊδεατικές ονειρώξεις που καλλιεργήθηκαν συστηματικά εν όψει της τελευταίας προεκλογικής περιόδου από την κυβερνώσα παράταξη του Ερντογκάν.
Σε κάθε περίπτωση, το πραγματικό πρόβλημα για την Τουρκία είναι ποιό θα είναι το γεωπολιτικό οδυνηρό αντίτιμο που θα χρειαστεί να καταβάλει (και γεωγραφικά πού ακριβώς θα το εξοφλήσει) σε αντιστάθμισμα της διεθνούς και δη της υπερατλαντικής υποστήριξης που αποζητά για την διεκδίκηση με αξιώσεις ενός προσαυξημένου μεριδίου στα ενεργειακά αποθέματα της Ανατολικής Μεσογείου και του Αιγαίου. Ήδη, σε ό,τι αφορά την εξελισσόμενη διευθέτηση ενεργειακής εκμετάλλευσης πέριξ της Κύπρου, ήγειρε κάποιου είδους ρητορικές κυρίως αξιώσεις έναντι των οικοπέδων 1, 4, 5, 6 και 7, προβάλλοντας την γνωστή νομική επιχειρηματολογία ότι τα νησιά, και κατ’ επέκταση οι νησιωτικές ακτογραμμές, δεν μπορούν να διεκδικούν πλήρη εποπτεία στις συναφείς τους θαλάσσιες ζώνες, όταν αλληλεπιδρούν με παρακείμενες ηπειρωτικές ακτογραμμές. Ως εκ τούτου, η διευθέτηση των ορίων των ζωνών εκμετάλλευσης που θα καθοριστούν στην περιοχή δεν μπορεί να καθορίζεται (αποκλειστικά) με βάση την αρχή της μέσης γραμμής και/ή τις νησιωτικές ακτογραμμές.
Η πραγματική πρόκληση για την Τουρκία δεν είναι κατά πόσον θα επιτύχει ή όχι μέρος των μεγαλεπήβολων στόχων που η παρούσα ηγετική ελίτ της έχει διακοινώσει έναντι φίλων, συμμάχων, γειτόνων και ανταγωνιστών διεθνώς. Αλλά το πώς θα διαχειριστεί με ρεαλισμό και αποτελεσματικότητα το στοιχείο του γεωπολιτικού ετεροπροσδιορισμού που χαρακτηρίζει το γεωπολιτικό της στίγμα. Το στίγμα αυτό αποτελεί μοιραίο εγγενές και κληρονομικό στοιχείο της γεωπολιτικής της ταυτότητας από τον καιρό του οθωμανικού της παρελθόντος (ως Μεγάλου Ασθενή) έως την μετακεμαλική της μετεξέλιξη και την σύγχρονή της μεγαλοϊδεατική εκδοχή στη σημερινή Τουρκία, διεπόμενη από την μακροπρόθεσμα βλαβερή για την ίδια «νεοοθωμανική ιδεοληψία». Είναι το προφίλ της εικόνας που ή ίδια θα επιλέξει να ενδυθεί και να υποστηρίξει στις συνδιαλλαγές της με τους εταίρους και κυρίως αντιπάλους της, οι οποίοι, τεθέντων των υψιπετών μεγαλοϊδεατικών νεοοθωμανικών και άλλων στόχων για τη νέα Τουρκία του 21ου αιώνα, δεν είναι και λίγοι, ούτε και λιγώτεροι από το παρελθόν. Ιστορικό ζωτικό στοίχημα για την Τουρκία των Ερντογκάν-Γκιούλ-Νταβούτογλου θα καταστεί και κατά πόσον αυτό το προφίλ θα συνιστά ανεκτή ή μη απειλή για τα μείζονα ή ζωτικά τους συμφέροντα στην ευρύτερη περιοχή, ή ακόμη και σε περιοχές που αποτελούν κοινό τόπο γεωπολιτικής εκμετάλλευσης/επιρροής για τους ίδιους και την Τουρκία, κατά το άμεσο ή μεσοπρόθεσμο μέλλον.
Φαίνεται ότι η Τουρκία επιδιώκει να ενισχύσει διαφορετικές και πολλές φορές αλληλοσυγκρουόμενες ταυτότητες, όπως ο ισχυρός περιφερειακός δρών, ο ενεργειακός «παίκτης», η ανερχόμενη οικονομικά δύναμη, σε επίπεδο μάλιστα όχι απλά τοπικό ή περιφερειακό, αλλά υπερπεριφερειακό, ο διαμεσολαβητής της Δύσης στον Αραβικό κόσμο, ο εκπρόσωπος του Ισλάμ στην Δύση, το «δυτικάαποδεκτό» πρότυπο εφαρμοσμένου πολιτικού Ισλάμ με στοιχεία «light-Ισλάμ»,4 ο αναβιωτής του νεοοθωμανικού μεγαλοϊδεατικού προτάγματος, ο σημαντικός ΝΑΤΟϊκός σύμμαχος, ο στρατηγικός σύμμαχος των ΗΠΑ, ο «wannabe εταίρος» στην ΕΕ, ο εκπρόσωπος των Οθωμανών (ως μόνη οθωμανική χώρα) στην Ευρωπαϊκή ήπειρο, ο αντικαταστάτης πλέον της Αιγύπτου στην εκπροσώπηση του Ισλάμ, αλλά και του Αραβικού κόσμου (αν και μη-αραβική χώρα) στην Δύση, η ισχυρότερη χώρα στη Μέση Ανατολή, στον Καύκασο και στα Βαλκάνια. Επίσης και άλλες επιδιωκόμενες ιδιότητες για την Τουρκία, που προσκρούουν εμφανώς στην πραγματικότητα και προκαλούν την λογική, όπως (η Τουρκία ως) υπερασπιστής των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, της Δημοκρατίας, των μειονοτήτων και των Μειονοτικών Δικαιωμάτων, διεθνώς, αλλά και ευρύτερα, ως προασπιστής της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας (αν και κατ’ εξοχήν αναθεωρητικό κράτος, εκπέμποντας casus belli έναντι όμορων κρατών, και –κυρίωςως εκκωφαντικός διαρκής παραβάτης της διεθνούς νομιμότητας, αφού τελεί ακόμη διαπράττων το (διαρκές) διεθνές έγκλημα της επίθεσης («act of aggression»), δια της επίθεσης και στρατιωτικής κατοχής τμημάτων επικράτειας άλλου κράτους, εν προκειμένω της Κυπριακής Δημοκρατίας, της οποίας μάλιστα μοιράζεται, ως μια εκ των τριών Εγγυητριών Δυνάμεων, και διεθνή συμβατική υποχρέωση εγγύησης της πολιτικής και πολιτειακής του ανεξαρτησίας και αυθυπαρξίας.
Καθ’όσον λοιπόν τα επιμέρους συμφέροντα, που συνδιαμορφώνουν κατά κύριο λόγο τις βασικές μεταβλητές του διεθνούς συστήματος στην περιοχή, δεν είναι απολύτως ξεκάθαρα στη συναρμογή τους, πολλώ δε μάλλον σταθερά και αμετάβλητα, είναι εξαιρετικά πιθανόν να σημειωθούν χαρακτηριστικές στροφές και ανατροπές των υφιστάμενων γεωπολιτικών ισορροπιών μεταξύ της Τουρκίας και των γεωπολιτικών δρώντων δυνάμεων που είτε ως εταίροι είτε ως αντίπαλοι είτε
ως ανταγωνιστές αλληλεπιδρούν συγχρόνως στο κοινό γεωπολιτικό σύστημα που συναπαρτίζουν. Τότε, η αύρα διεθνούς υποστήριξης που φαίνεται να απολαμβάνει επί του παρόντος το Νταβουτογλιανό νεοοθωμανικό γεωπολιτικό εγχείρημα είναι πιθανόν να αλλάξει άρδην κατεύθυνση και να οδηγήσει το Νταβουτογλιανό πλεούμενο στα βράχια και τον/ τους καπετάνιους του σε όχι ασυνήθιστα, για την πολιτική ιστορία, χρονοντούλαπα λήθης ή τιμωρίας. Μπορεί τα κράτη να μην έχουν φίλους, ή κατά το Βενιζελικό / Μακιαβελικό δόγμα η ιστορία να εξελίσσεται με βάση τα τρέχοντα εθνικά συμφέροντα (και όχι ίσως ενδεχόμενα «εθνικά δίκαια»), αλλά είναι επίσης ιστορικά αποδεδειγμένη η διεθνής κοινωνική νομοτέλεια ότι οι λαοί δεν λησμονούν (ίσως απλά καμμιά φορά ενδεχομένως να …ξεχνούν).
Θα ήταν σκόπιμο να επισημάνουμε ότι δεν θα πρέπει να συνεχίσει να εκλαμβάνεται εκ μέρους μας το ενδεχόμενο μιας ένοπλης σημειακής ή τοπικής ή έστω περιορισμένης διμερούς ελληνοτουρκικής κρίσης, πολλώ δε μάλλον μιας περαιτέρω «θερμής» εξέλιξής της, ως το χειρότερο δυνατό σενάριο μεταξύ των ελληνοτουρκικών σχέσεων, επί του οποίου συσσωρεύονται απολύτως φοβικά και αυτοκαταστροφικά αντανακλαστικά. Αλλά ως το …δεύτερο χειρότερο δυνατό σενάριο, δεδομένου ότι ως το απολύτως χειρότερο δυνατό θα πρέπει να θεωρείται η βαθμιαία, ήπια η μη, έκπτωση του εθνικού ελληνικού οργανισμού (κράτους και κοινωνίας), που με μαθηματική ακρίβεια οδηγεί σε δημογραφική, κοινωνική, οικονομική, και εν γένει γεω-πολιτική συρρίκνωση μέχρις εσχάτων. Υπό αυτήν την εσχατολογική, αλλά δυστυχώς απολύτως ρεαλιστική θεώρηση, το ενδεχόμενο μιας ενδεχόμενης «θερμής» ή έστω «χλιαρής» κρίσης στον ευρύτερο γεωστρατηγικό χώρο του Αιγαίου θα πρέπει να οράται ως μια δυσμενής μεν εξέλιξη, όχι όμως απολύτως απαλλαγμένη από κάποιες θετικές ή ωφέλιμες για την περίπτωση της -σε μείζονα κρίση αξιών- Ελλάδας, επιπτώσεις. Καθ’όσον είναι δυνατόν να επανενεργοποιήσει σωτήριες αλληλουχίες αντανακλαστικών επιβίωσης, αλλά και ανάταξης, όπως η ενεργοποίηση της συλλογικής συνείδησης και η αποκατάσταση της κοινωνικής συνοχής, που όπως φαίνεται παραμένουν έως τούδε επιμόνως αδρανείς και αναπόδραστα εν υπνώσει. Και υπό αυτήν την ειδική, με όρους κόστους-οφέλους, θεώρηση, μια ενδεχόμενη διμερής «θερμή» κρίση μπορεί να συνιστά, λόγω αυτών των υπό όρους «ωφέλιμων» επιπτώσεων στην Ελλάδα, το αδιαμφισβήτητα απολύτως χειρότερο ενδεχόμενο για την «φίλη» και σύμμαχο Τουρκία, το οποίο και να προκαλεί μεγαλύτερες φοβικές γεωπολιτικές ανησυχίες για την πέραν του Αιγαίου γείτονα.
Δεν είναι αργά να εξεταστεί, και υπό το φως των τρεχουσών εξελίξεων, κατά πόσον η αναθεώρηση του εφαρμοζόμενου εδώ και καιρό Δόγματος του «εξευμενισμού του θηρίου», μέσω του συνεχούς διπλωματικού και επιχειρησιακού κατευνασμού της τουρκικής προκλητικότητας, κατόπιν μιας γενναίας, αποφασιστικής και εμπεριστατωμένης αξιολογικής επισκόπησης της μέχρι τούδε εξέλιξης, αλλά και των προοπτικών των ελληνοτουρκικών σε διμερές ή και ευρύτερο πολυμερές πλαίσιο, να είναι περισσότερο απαραίτητη από ποτέ. Δεδομένου ότι η θεώρηση της κλιμακούμενης κρίσης, παρά την επικοινωνιακά καλλιεργούμενη αλλά μη αντικειμενικά/επιστημονικά τεκμηριωμένη περί του αντιθέτου αντίληψη, φαίνεται να είναι -προς το παρόνπερισσότερο ανεπιθύμητη και απευκταία για την Άγκυρα παρά για την Αθήνα. Κάθε ώρα όμως που περνά, αυτή η ισορροπία ανατρέπεται εις βάρος της Αθήνας, δεδομένου ότι, προκειμένου να τη συντηρήσει, καταναλώνει υπερπολύτιμο διπλωματικό, γεωπολιτικό και κυρίως εθνικής ισχύος κεφάλαιο, που είχε αιματηρά και με προσπάθειες αποταμιεύσει κατά το πρόσφατο ή απώτερο παρελθόν. Αν δεν αναστραφεί άμεσα η κατάσταση, ώστε να πιστώνονται και κάποιες επιμέρους θετικές εγγραφές στο διμερές ισοζύγιο ισχύος, η τελική κατάσταση μοιραία θα καταστεί απολύτως μη αναστρέψιμη εις βάρος της Ελλάδας. Και μάλιστα πολύ πριν το νεο-οθωμανικό μεγαλοϊδεατικό σχέδιο, υπαγόμενο στην αδυσώπητη ιστορική νομοτέλεια του αρρύθμιστου Ανατολικού Ζητήματος που ποσώς έχει διευθετηθεί οριστικά, «ξεφουσκώσει» από ενδογενείς αλλά κυρίως από εξωγενείς γεωπολιτικούς παράγοντες, καθιστάμενο πλέον γεωπολιτικά ακίνδυνο για τα ελληνικά συμφέροντα ή έστω αντιμετωπίσιμο από την τότε διαθέσιμη (ελληνική) εθνική ισχύ.
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
1. Πηγή: Ιστότοπος Ινφογνώμων Πολιτικά, στη δνση http:// infognomonpolitics.blogspot.gr/2013/04/blog-post_4348.html
2. «…αι νήσοι, αι κείμεναι εις μικροτέραν απόστασιν των τριών μιλλίων της ασιατικής ακτής, παραμένουσιν υπό την τουρκι-
κήν κυριαρχίαν.»
3. Πηγή: Ιστότοπος «Η Φωνή της Ρωσσίας», στη δνση http://
greek.ruvr.ru/2013_04_29/112080431/.
4. Αν και ο όρος, πολιτικά μπορεί να έχει κάποια ευρέως αποδεκτή
κοινή αντίληψη, με όρους ισλαμικής/στικής ανάγνωσης, είναι ενδεχομένως καινοφανής και παραπλανητικός, καθ’όσον το Ισλάμ ουσιαστικά δεν συνιστά απλά μια μεταφυσική θρησκειολογική πρόταση, αλλά μια εφαρμοσμένη και πραγματιστικά ολοκληρωμένη πολιτικοθρησκευτική θεώρηση, με άρρηκτα διασυνδεδεμένο το μεταφυσικό σε σχέση με το πολιτικό του σκέλος, μέσω κυρίως του ισλαμικού νόμου. Ενός συστήματος δικαίου που επεκτείνεται όχι μόνον διέποντας την σχέση του πιστού με τον Θεό του, αλλά δικαιοδοτώντας στην καθημερινή σχέση μεταξύ των πιστών μεταξύ τους, αλλά και με αλλόπιστους («άπιστους»), παρέχοντας ένα αυστηρό σύστημα αξιών, κανόνων συμπεριφοράς και δράσης, αλλά και επιμέρους προβλέψεων αυστηρής εγκόσμιας τιμωρίας για τις ενδεχόμενες παραβιάσεις του.

Σάββατο 18 Μαΐου 2013

Αναχώρησε από τα εγκόσμια ο Kenneth Waltz, Μεγάλος Δάσκαλος της διεθνούς πολιτικής

του καθ. Π. 'Ηφαιστου

 Χιλιάδες αναρτήσεις σχολιάζουν αυτές τις μέρες την αναχώρηση από τα εγκόσμια του Kenneth Waltz. O Kenneth Waltz είναι χωρίς καμιά αμφιβολία –ακόμη και για τους αντιπάλους του στο πεδίο της επιστήμης– είναι ο Μεγάλος Δάσκαλος της Πολιτικής Θεωρίας του Διεθνούς Συστήματος.
Πέρυσι εκδόθηκαν στα Ελληνικά τα δύο σημαντικότερα βιβλία του: Το εμβληματικό Ο Άνθρωπος, το Κράτος και ο Πόλεμος και το Θεωρία Διεθνούς Πολιτικής. Αμφότερα εκδόθηκαν από τις Εκδόσεις Ποιότητα και περιεχόμενα, σχόλια και συνεντεύξεις του βρίσκονται στην διεύθυνση http://www.ifestosedu.gr/54waltzduo.htm. Το πρώτο το προλογίζει ο συνάδελφος καθηγητής Ηλίας Κουσκουβέλης και το δεύτερο ο συνάδελφος καθηγητής Αθανάσιος Πλατιάς.   
Τα Πανεπιστήμια Πειραιώς και Μακεδονίας κάλεσαν πέρυσι τον Waltz στην Ελλάδα. Παρά το ότι διένυε την 8η δεκαετία της ζωής του τα κατάφερε μια χαρά και οι επιστημονικές συναντήσεις μαζί του αποτέλεσαν κυριολεκτικά στοχαστική μυσταγωγία για τους περισσότερους έλληνες διεθνολόγους που παρευρέθηκαν στις διαλέξεις ή συζήτησαν μαζί του.

Το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας τον ανακήρυξε και επίτιμο διδάκτορα. Οι συζητήσεις μαζί του ήταν πολύτιμες. Σε αμφότερα τα πανεπιστήμια αισθανόταν γοητευμένος και το έλεγε για το γεγονός ότι επισκέφτηκε την γενέτειρα του Θουκυδίδη.

Μεθοδολογικά και επιστημολογικά ανελέητος, αταλάντευτος και ακλόνητος στις αναλύσεις του, αρνήθηκε να μιλήσει φλύαρα. Έγραψε μερικά μόνο βιβλία και τα άρθρα που ακολούθησαν αποτελούσαν βασικά απαντήσεις στα σχόλια άλλων. Βασικά, έγραψε λίγα, βαρβάτα και επαληθευμένα κάθε μέρα. Προσδιόρισε την διεθνή κατανομή ισχύος ως το κύριο αίτιο σταθερότητας ή αστάθειας. Ως ο συνεπέστερος αντιπρόσωπος της Θουκυδίδειας παράδοσης θεωρεί την σταθερότητα ή αστάθεια στην διεθνή πολιτική ως συναρτημένη με την ισορροπία ή ανισορροπία.

Μίλησε, βασικά, μόνο για το διεθνές σύστημα, τις δομές του και τον ρόλο των κατανομών και ανακατανομών ισχύος. Όσα έγραψε είναι σχεδόν «νομοτελειακά». Ακόμη και ένα εκατοστό να ήξεραν οι πολιτικοί ηγέτες και η κοινωνία της Ελλάδας δεν θα καταντούσαμε εδώ που καταντήσαμε σήμερα. Για το κράτος αρνήθηκε να μιλήσει γιατί θεωρούσε ότι οι μεταβλητές της πολιτικής, των πολιτισμών και των ιστορικών διαδρομών είναι δύσκολο να σταθμιστούν για να συναχθούν ασφαλή συμπεράσματα. Δεν υπάρχει θεωρία εξωτερικής πολιτικής, υποστήριζε, αλλά μόνο θεωρία διεθνούς πολιτικής. Υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι προϋπόθεση βιωσιμότητας των κρατών στην διεθνή πολιτική εν μέσω διαρκών ανακατανομών ισχύος είναι να ενεργούν με τέτοιο τρόπο ούτως ώστε να μεριμνούν για την ασφάλειά τους.

Το πρώτο του βιβλίο Ο Άνθρωπος, το Κράτος και ο Πόλεμος είναι αναμφίβολα σημείο αναφοράς όλων και δεκάδων εκατομμυρίων παραπομπών. Διδάσκεται στα περισσότερα Τμήματα Διεθνών Σπουδών των πανεπιστημίων σε όλο τον κόσμο, κυρίως στους πρωτοετείς. «Τα λέει όλα»: Τις αναρίθμητες θέσεις για την φύση του ανθρώπου, τα αναρίθμητα θεωρήματα για τα καθεστώτα των κρατών και τον πόλεμο και για τις θεωρήσεις του διεθνούς συστήματος. Απλά, κατανοητά και γλαφυρά. Οι περισσότεροι το διαβάσαμε σαν φοιτητές στο εξωτερικό και μας χάραξε την επιστημονική μας πορεία. Το δεύτερο προαναφερθέν βιβλίο του είναι ο άξονας των συζητήσεων της διεθνούς πολιτικής μετά την πρώτη κυκλοφορία του.

Όπως κάθε συνεπής διεθνολόγος της Θουκυδίδειας παράδοσης ήταν μετριόφρων, αντί-ηγεμονιστής και ασφαλώς ρητά ταγμένος κατά περιπετειών όπως στο Βιετνάμ και στο Ιράκ το 2003. Η αμφισβήτηση της συμβατικής σοφίας περί πυρηνικών όπλων στις ΗΠΑ, εξάλλου –πάντοτε βέβαια στηριγμένος στην θεωρία του– ενόχλησε και συνεχίζει να ενοχλεί πολλούς.

Αναλύσεις όπως αυτές του Kenneth Waltz προσφέρονται όλως ιδιαιτέρως την περίοδο που διανύουμε. Κάθε νοήμων και καλόπιστος αναγνώστης θα κατανοήσει πόσο αφελής ήταν η Ελληνική διπλωματία τις δύο τελευταίες δεκαετίες, ποια είναι τα αίτια της συμφοράς μας και τι δέον γενέσθαι.

Όλως συμπτωματικά τον προηγούμενο μήνα ολοκλήρωσα ένα εκτενές δοκίμιο το οποίο χωρίς να αμφισβητήσω ούτε μια λέξη της θεωρίας του Waltz για τον ρόλο της διεθνούς κατανομής ισχύος, στάθηκα στο δεύτερο επίπεδο, δηλαδή το κράτος και υπέστην την βάσανο εκτιμήσεων για τις προϋποθέσεις της κρατικής ισχύος. Το δοκίμιο θα δημοσιευτεί σύντομα: Π. Ήφαιστος, «Στρατηγική αντιπαράθεση στην μεταψυχροπολεμική εποχή και αστάθμητοι ανθρωπολογικοί παράγοντες της μετά-αποικιακής εποχής»* στο Μάζης Ι. (επιμ.) Εξεγέρσεις στον Αραβομουσουλμανικό Κόσμο: Ζητήματα Ειρήνης και Σταθερότητας στη Μεσόγειο (Εκδόσεις Ηρόδοτος 2013). Παραθέτω εδώ την περίληψη στην αρχή του δοκιμίου.

Περίληψη. Ποιες είναι οι επιπτώσεις εκ του γεγονότος της χειραφέτησης πολλών εθνοκρατών τα οποία διαθέτουν πνευματικά μεστές πολιτικές ανθρωπολογίες; Πως συμπλέκονται τα τρία επίπεδα ανάλυσης –άνθρωπος, κράτος, διεθνές σύστημα– εκ του γεγονότος ότι μέσα στην μέχρι τούδε υλιστική δημόσια σφαίρα εισρέει πλέον δραστικά και διαμορφωτικά ο πνευματικός κόσμος των πολιτών; Επηρεάζεται η εξωτερική πολιτική των κρατών;

Το Υπόδειγμα των διεθνών σχέσεων, υποστηρίζεται, ορίζεται από τις εγγενείς ιδιότητες της εθνοκρατοκεντρικής οντολογίας. Από το Υπόδειγμα απορρέουν οι αξιωματικές θέσεις όπως διατυπώθηκαν από τον Θουκυδίδη σε αναφορά με το πανομοιότυπο κλασικό σύστημα των Πόλεων. Το Υπόδειγμα και οι αξιωματικές διατυπώσεις του Θουκυδίδη οριοθετούν το θεωρητικό πεδίο ανάπτυξης της διεθνούς πολιτικής και δεσμεύουν δεοντολογικά την πολιτική επιστήμη των διεθνών σχέσεων.

Τα ιδεολογικά συναρτημένα θεωρήματα του μοντερνισμού και του μεταμοντερνισμού, υποστηρίζεται πιο κάτω, δεν εμπίπτουν σε αυτό το πεδίο και γι’ αυτό θεωρούνται επιστημονικά έωλα. Συγκρατώντας πολλά αξιόπιστα πορίσματα του κλασικού ρεαλισμού, υποστηρίζεται, η μόνη βάσιμα συγκροτημένη θεωρία διεθνούς πολιτικής είναι, εξ αντικειμένου, η δομική θεωρία του Kenneth Waltz. Συμβατά με το Υπόδειγμα θεμελιώνει με ακλόνητο τρόπο την σχέση αιτίων-αιτιατών και σταθερότητας-αστάθειας και αλλαγής ανάλογα με την διεθνή κατανομή ισχύος. Η ανάλυση που ακολουθεί συνδέει και συμπλέκει τα εξής:

1.
Στο ενδοκρατικό πολιτικό γίγνεσθαι η απροσμέτρητη ποικιλομορφία και η μεγάλη κύμανση των τιμών των ενδοκρατικών μεταβλητών –πολιτισμοί, θρησκείες, κτλ, και σύμμειξη και μέθεξη πνεύματος και αισθητών στην πολιτειακή συγκρότηση– δεν επιτρέπουν μια επιστημονικών προδιαγραφών στάθμιση και εκτίμηση αιτίων και αποτελεσμάτων. Ως εκ τούτου και με δεδομένης της ανομοιότητας των κρατικών δρώντων, γενική θεωρία εξωτερικής δεν μπορεί να υπάρξει. Καλούτσικες περιγραφές κάθε κράτους, ενδεχομένως.

2. Στο ενδοκρατικό επίπεδο όσον αφορά την διεθνή πολιτική το μόνο επιτρεπτό είναι η στάθμιση και εκτίμηση των διαμορφωτικών μεταβλητών της κρατικής ισχύος. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο σε αναφορά με τις υποστασιοποιημένες πολιτειακές συγκροτήσεις και θεσμίσεις που αφορούν την κρατική ισχύ. Αυτές οι διαμορφωτικές μεταβλητές, επιπλέον, ανάλογα με την κατά περίπτωση κύμανση των τιμών τους διαβαθμίζονται ως εκτιμήσεις υψηλότερου και χαμηλότερου ρίσκου.

3. Έτσι εκτιμούμενη η κρατική ισχύς ανάγεται στο διεθνές επίπεδο και μαζί με την ισχύ των άλλων κρατών προσδιορίζεται η διεθνής κατανομή ισχύος. Η αναγωγή αυτή γίνεται αφού προηγουμένως “αφαιρεθούν όλα τα άλλα πλην των δυνατοτήτων (δηλαδή πλην της ισχύος)" των κρατών.

4. Στην τρίτη ενότητα του παρόντος δοκιμίου και με όρους πολιτικής φιλοσοφίας αναλύονται οι προεκτάσεις για το δεύτερο και τρίτο επίπεδο εκ του γεγονότος ότι το ολοένα και πιο πνευματικά μεστό Βεστφαλιανό κράτος συγκροτεί τα εθνοκρατικά συστήματα διανεμητικής δικαιοσύνης με μοναδικό, ιδιαίτερο και ιδιόμορφο τρόπο: α) Βαθαίνει ολοένα και περισσότερο η ετερότητα της κατά κράτος πολιτικής ανθρωπολογίας. β) Συνεπαγόμενα αυξάνεται η εθνοκρατοκεντρική διαφοροποίηση. γ) Οι κρατοκεντρικές σχέσεις πρωτίστως εάν όχι αποκλειστικά διεξάγονται σε υλιστική βάση.

5. Ο υλιστικός χαρακτήρας των κρατοκεντρικών σχέσεων δεν αφήνει πολιτικά άξια λόγου περιθώρια διεθνικών πολιτικών συγκροτήσεων. Αυτή η θεώρηση συμπληρώνει την θεωρητική θέση του Waltz ότι μόνο οι δυνατότητες μπορούν να αναχθούν στο διεθνές επίπεδο.

6. Υπό το πρίσμα των προαναφερθέντων, έστω και εάν κανείς έχει κάποιες επιφυλάξεις για την προαναφερθείσα διαβάθμιση των ενδοκρατικών μεταβλητών, μπορούμε να διακρίνουμε απολύτως το δεύτερο από το τρίτο επίπεδο.

7. Διακρίνοντας απόλυτα το δεύτερο από το τρίτο επίπεδο αφήνονται μεγάλα περιθώρια σταθμίσεων και εκτιμήσεων για τις εθνοκρατικές υποστασιοποιήσεις και την κρατική ισχύ. Σταθμίζοντας, εκτιμώντας και ανάγοντας την κρατική ισχύ στο τρίτο επίπεδο η ανά πάσα στιγμή προκύπτουσα διεθνής κατανομή ισχύος προσδιορίζει την ανισορροπία και ισορροπία σε αναφορά με ερωτήματα για την σταθερότητα ή την αστάθεια του εγγενώς άναρχου και ανταγωνιστικού διεθνούς συστήματος.

8. Υπό το πιο πάνω πρίσμα διανοίγονται μια σειρά ερευνητικών πεδίων. Για παράδειγμα, για τον τρόπο που η εκάστοτε διεθνής κατανομή καταναγκάζει και προσδιορίζει τις αποφάσεις υποστασιοποίησης πολιτικών συγκροτήσεων που αφορούν την κρατική ισχύ.

9. Η προκύπτουσα διάκριση του δευτέρου από το τρίτο επίπεδο ανατρέπει επιστημολογικά και μεθοδολογικά τα θεωρήματα και ιδεολογήματα περί διεθνικών, αισθητικών και άλλων σχέσεων. Εξ ορισμού δεν μπορούν να οδηγήσουν, υποστηρίζεται πιο κάτω, σε άξια λόγου πολιτική συγκρότηση: Οι διεθνικοί δρώντες είναι είτε ανεξάρτητες μεταβλητές βλαπτικές για όλους (τρομοκράτες, λαθρέμποροι κτλ) είτε εξαρτημένες μεταβλητές των κρατικών στρατηγικών. Οι διεθνείς θεσμοί, επίσης, ως εκ της φύσεώς τους είναι εξαρτημένες μεταβλητές των κρατών.

10. Στην αγνώστου διάρκειας Οδύσσεια των εθνοκρατών η ισορροπία ή ανισορροπία ανάλογα με την εκάστοτε διεθνή κατανομή ισχύος είναι ο προσδιοριστικός παράγοντας της σταθερότητας-αστάθειας και των διεθνών αλλαγών.
  
Τέλος συνοψίζω, δέκα αρχές απόρροια της ανάλυσης του Kenneth Waltz όπως τις συνόψισε ο συνάδελφος καθηγητής Αθανάσιος Πλατιάς στο έξοχο εισαγωγικό σημείωμά του στο Θεωρία Διεθνούς Πολιτικής.
1.
Η έλλειψη ρυθμιστικής εξουσίας στο διεθνές σύστημα παίζει καθοριστικό ρόλο στη συμπεριφορά των κρατών και στη σταθερότητα ή στην αστάθεια του διεθνούς συστήματος (άναρχο διεθνές σύστημα).

2.
Καθώς απουσιάζει η υπερκρατική εξουσία, η οποία θα μπορούσε να ρυθμίζει τον ανταγωνισμό, οι σχέσεις των κρατών είναι κατά βάση ανταγωνιστικές και πολλές φορές συγκρουσιακές (ανταγωνιστικό διεθνές σύστημα).

3. Τα κράτη σε ένα τέτοιο ανταγωνιστικό σύστημα πρέπει από μόνα τους να μεριμνήσουν για την ασφάλειά τους (αρχή της αυτοβοήθειας).

4. Τα κράτη στο άναρχο διεθνές σύστημα αναγκάζονται να λάβουν μέτρα, για να αυξήσουν την ασφάλειά τους. Τα μέτρα αυτά όμως μειώνουν την ασφάλεια των άλλων. Αυτό ανατροφοδοτεί την ανασφάλεια και τον ανταγωνισμό. Αυτό είναι το γνωστό «δίλημμα ασφάλειας».

5. Τα κράτη είναι οι βασικοί δρώντες στο διεθνές σύστημα άρα και η βασική μονάδα ανάλυσης των διεθνών σχέσεων (κρατικοκεντρικό διεθνές σύστημα). [οι διεθνικοί δρώντες είναι εγαλειακού χαρακτήρα μέσα στην στρατηγική των κρατών και οι διεθνείς θεσμοί εξ ορισμού και αναπόδραστα (λόγω υψηλών αρχών διεθνούς δικαίου, είναι εξαρτημένες μεταβλητές των κρατών και μάλιστα των ισχυρών]

6. Τα κράτη επειδή είναι «ευαίσθητα στο κόστος» έχουν κάθε λόγο να συμπεριφέρονται ορθολογικά. Τα λάθη τιμωρούνται (αρχή του ορθολογισμού).

7. Κυρίαρχος στόχος του κράτους είναι η κατοχύρωση της ασφάλειάς του, δηλαδή η επιβίωση, η διατήρηση της εδαφικής κυριαρχίας και της εθνικής ανεξαρτησίας/αυτονομίας (βασικό εθνικό συμφέρον).

8. Τα κράτη επιδιώκουν να αποκτήσουν «ισχύ», η οποία είναι το κύριο «νόμισμα» στη διεθνή πολιτική (επιδίωξη ισχύος).

9. Σε ένα ανταγωνιστικό διεθνές σύστημα τα κράτη έχουν κίνητρο να εξισορροπήσουν τους αντιπάλους τους (στρατηγική εξισορρόπησης), για να αυξήσουν την ασφάλειά τους.

10. Οι μεμονωμένες προσπάθειες που καταβάλλουν τα κράτη να εξισορροπήσουν τους αντιπάλους τους, συμβάλλουν στη δημιουργία ενός αυτορυθμιζόμενου συστήματος ισορροπίας δυνάμεων που με τη σειρά του δύναται να συμβάλλει στη διατήρηση της ειρήνης (αρχή της ισορροπίας ισχύος).


Παναγιώτης Ήφαιστος www.ifestosedu.gr
Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων – Στρατηγικών Σπουδών


Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Κύπρος-Ελλάδα: στο τραπέζι του Προκρούστη των στρατηγικών παιγνίων

Παναγιώτης Ήφαιστος – www.ifestosedu.gr, Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων - Στρατηγικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Πειραιώς


Περιεχόμενα: 1. Παρελθόντα και παρόντα κριτήρια που προσδιορίζουν τις στρατηγικές των άλλων για την Κυπριακή Δημοκρατία. 2. Η κινούμενη στρατηγική άμμος στο υπόβαθρο της Κυπριακής Δημοκρατίας. 3. Πάγιοι στρατηγικοί σκοποί και τακτικές επιλογές της τουρκικής στρατηγικής 4. Το στρατηγικό παίγνιο αρχές του 2013 και τα φρικτά ελλείμματα στρατηγικής της Ελλάδας και της Κύπρου.

1.     Παρελθόντα και παρόντα κριτήρια που προσδιορίζουν τις στρατηγικές των άλλων για την Κυπριακή Δημοκρατία

Μερικές μόνο εβδομάδες μετά την εκλογή νέου προέδρου στην Κύπρο η Κυπριακή Δημοκρατία (ΚΔ) στροβιλίζεται μέσα σε δίνη θανάτου. Την στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές και ανεξάρτητα του πως θα εξελιχθούν τα μνημόνια και τα «κουρέματα» ένα είναι σίγουρο: Τίποτα δεν θα είναι όπως πριν στην Κύπρο. Αντιστρέφει μια σταθερή πορεία οικονομικής ανάπτυξης και ευημερίας. Η ΚΔ παύει να είναι ένα ζηλευτό χρηματοοικονομικό κέντρο. Το γεγονός ότι αυτός, μεταξύ άλλων, ήταν ο στόχος των τεχνοκρατών, το δήλωναν απερίφραστα. Ως και να μην υπάρχουν χρηματοοικονομικά κέντρα στην Ευρώπη ή ως και να υπάρχει κάποιο σύστημα διανεμητικής δικαιοσύνης στην Ευρώπη που προσδιορίζει νομιμοποιημένα την κοινωνικοοικονομική δομή ενός κράτους-μέλους, τις ιεραρχίες της και την επιλογές της κοινωνίας.
Για να κατανοηθεί επαρκώς η συντρέχουσα κρίση στην Κύπρο, απαιτείται να γίνει αντιληπτό ότι μετά την Τουρκική εισβολή το 1974 με σχέδιο και μόχθο η Κύπρος κατόρθωσε να επιβιώσει γιατί στάθηκε όρθια λόγω οικονομικής ανάπτυξης. Κύριος σκοπός των σχεδιαστών της κυπριακής οικονομικής πολιτικής –του Γραφείου Προγραμματισμού της ΚΔ– μετά την τουρκική εισβολή, ήταν «να κρατήσουν, όπως λεγόταν, τους κύπριους στο νησί» με το να επιτύχουν μια ταχύρρυθμη οικονομική ανάπτυξη. Η προσπάθεια στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία. Επί δεκαετίες και παρά την εκκρεμότητα του κυπριακού ζητήματος οι κύπριοι ευημερούσαν όσο ποτέ άλλοτε στην ιστορία τους.
Δύο είναι οι πυλώνες αυτής της οικονομικής επιτυχίας. Πρώτον, τουρισμός υψηλής στάθμης. Δεύτερον, η ΚΔ έγινε ένα από τα σημαντικότερα χρηματοοικονομικά κέντρα της περιοχής. Αμφότεροι οι τομείς και ιδιαίτερα ο  δεύτερος πλήττονται θανάσιμα λόγω της κρίσης η οποία οφείλεται περισσότερο σε εξωτερικά αίτια και λιγότερο σε παραλείψεις των κυβερνήσεων μετά την ένταξη στην ΟΝΕ (η οποία ένταξη, στην Κύπρο, δικαιολογήθηκε ως τρόπος ενίσχυσης της κρατικής οντότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας). Τα αίτια της συντρέχουσας κρίσης είναι πολλά. Πριν εξετάσουμε μερικές πτυχές του γεωπολιτικού πεδίου θα αναφερθούμε σε μερικά από αυτά τα αίτια τα οποία σχετίζονται με μονιμότερους παράγοντες της κυπριακής και ελλαδικής ζωής.  
            Κατ’ αρχάς, η Κυπριακή οικονομία επηρεάστηκε από την ελληνική οικονομική κρίση αλλά και την ολιγωρία της κυβέρνησης Χριστόφια να υιοθετήσει επαρκή μέτρα αντιμετώπισής των συνεπειών. Τα λάθη της διακυβέρνησης Χριστόφια, όμως, συγκρινόμενα με «πολιτικοοικονομικά κακουργήματα» της διακυβέρνησης Αναστασιάδη σε μια διάρκεια λιγότερη από μήνα είναι «πταίσματα οικονομικής πολιτικής». Ιδιαίτερα, στην πρώτη του διαπραγμάτευση δέχθηκε εκβιασμό που δολοφονούσε, βασικά, την Κυπριακή Δημοκρατία.
Για να γίνουν κατανοητές οι στάσεις στο Eurogroup και η σπασμωδικότητα των συνομιλιών με την Μόσχα, όμως, απαιτείται να υπογραμμιστεί το «πολιτικό μητρώο» του κ Αναστασιάδη. Λάθη όλοι κάνουν. Όμως, ο νέος Πρόεδρος, υπήρξε από τους φανατικότερους υποστηρικτές του σχεδίου Αναν, το οποίο, όπως είναι γνωστό, καταργούσε την ΚΔ και δημιουργούσε ένα κράτος καθ’ όλα υποτελές στην Μεγάλη Βρετανία και στην Τουρκία.
Για την θεμελίωση αυτής της θέσης από άποψη νομικής και πολιτικής τάξης βλ. την έκθεση μια μεγάλης ομάδας ακαδημαϊκών από όλο τον κόσμο –«Πλαίσιο Αρχών για μια δίκαιη λύση και βιώσιμη λύση του Κυπριακού με γνώμονα το Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο", από το Διεθνές Συμβούλιο Εμπειρογμωμόνων». http://www.ifestosedu.gr/32RuleofLaw.htm– όπου θεμελιώνεται ότι αντίβαινε ολοκληρωτικά στην διεθνή και ευρωπαϊκή νομιμότητα.
Μετά το ΟΧΙ των κυπρίων το οποίο διασφάλισε ότι δεν παραβιάστηκε η διεθνής και ευρωπαϊκή νομιμότητα, ο κ Αναστασιάδης συνέχισε να την ίδια στάση. Όμως, πριν λίγους μήνες πριν τις προεδρικές εκλογές του Φεβρουαρίου 2013, συχνά έλεγε ότι «δέχεται την ετυμηγορία του ΟΧΙ». Δεν απέκλειε, όμως, εκτιμάται, μια συνηγορία σε ένα νέο παρόμοιο σχέδιο το οποίο πολλοί στο εξωτερικό θα ήθελαν να επαναφέρουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Οι θέσεις των πολιτικών προσώπων για το σχέδιο Αναν είναι καίριας σημασίας στην κυπριακή πολιτική ζωή αλλά και για την πορεία της Κυπριακής Δημοκρατίας στο μέλλον. Γι’ αυτό, μια σωστή αντίληψη των προβλημάτων της παρούσης συγκυρίας δεν είναι κατανοητή εάν δεν γίνει αντιληπτό ότι το ζήτημα μιας βιώσιμης λύσης του κυπριακού versus μια επάνοδο ενός σχεδίου που νομιμοποιεί τα τετελεσμένα της βίας ήταν κεντρικό και θα συνεχίσει να είναι καίριας σημασίας.
Εξάλλου, με δεδομένους πλέον τους γιγαντιαίους υποθαλάσσιους πλουτοπαραγωγικούς πόρους, το είδος της «λύσεις» οι θέσεις ενός πολιτικού προσώπου στην Κύπρο που θα καταλάμβανε το ύπατο αξίωμα της πολιτείας είναι λογικό ότι θα επηρέαζε τις στρατηγικές παραστάσεις των άλλων κυβερνήσεων για το πώς εξελίσσονται τα στρατηγικά ζητήματα της Ανατολικής Μεσογείου. Η ροπή προς το «ναι» στις αξιώσεις ξένων ήταν κατιτί που αναφέρθηκε κατά κόρον κατά την διάρκεια του προεκλογικού αγώνα για τις προεδρικές. Τους φόβους για την μελλοντική του στάση ο Νίκος Αναστασιάδης προσπάθησε να τους κατευνάσει καθησυχαστικά ενώ πολλοί ψηφοφόροι του κόμματός του (75% εκ των οποίων ψήφισε κατά του σχεδίου Αναν) τον ψήφισαν προσδοκώντας ότι στο ζήτημα αυτό «θα είναι ένας νέος Νίκος Αναστασιάδης».
Ο λόγος που υπογραμμίζεται αυτό το γεγονός είναι επειδή η εκλογή ενός προέδρου με «πολιτικό μητρώο» όπως του κ Αναστασιάδη, όπως πολλοί υπογράμμισαν κατά την διάρκεια του τελευταίου προεκλογικού αγώνα, σήμαινε ότι δόθηκε ένα πλανητικό μήνυμα σε όλους τους ενδιαφερομένους ως εξής: Εάν ο νέος Πρόεδρος λειτουργήσει κατευναστικά ενδέχεται να αλλάξει το καθεστώς της ΚΔ. Η Τουρκία, έτσι, μέσω ενός νέου σχεδίου Αναν, θα είχε αρχικά εν δυνάμει, και στην συνέχεια εμπράγματα, καταστεί επικυρίαρχη. Αυτό ήταν το διακύβευμα όταν απορρίφθηκε το σχέδιο Αναν και αυτό θα διακυβευτεί εάν υπάρξει ένα νέο σχέδιο Αναν. Ο φόβος πολλών είναι ότι εάν προκύψει ένα νέο σχέδιο Αναν ο νέος πρόεδρος θα πει ξανά «ναι».
Με κάθε κριτήριο ανάλυσης των στρατηγικών προσεγγίσεων των μεγάλων δυνάμεων αλλά και κάθε άλλου κράτους (και κυρίως της Τουρκίας) το οποίο διαθέτει στοιχειώδη στρατηγικό σχεδιασμό, είναι λογικό να ορίζουν τους σκοπούς και τις στρατηγικές εκπλήρωσής τους με εκτιμήσεις για το ποιος θα ελέγχει τα επόμενα χρόνια τον γεωπολιτικό χώρο της σημερινής Κυπριακής Δημοκρατίας. Εάν η ΚΔ καταλυθεί και δημιουργηθεί ένα κρατίδιο που θα είναι προτεκτοράτο είναι λογικό και ορθολογιστικό οι κυβερνήσεις να θεωρούν ότι τον γεωπολιγικό χώρο της Κύπρου θα τον ελέγχουν πλέον άλλοι και όχι οι ίδιοι οι κάτοικοι του νησιού. Με διαφορετικά λόγια το ποιος θα ελέγχει την κυριαρχία στον κυπριακό χώρο είναι το βασικό κριτήριο που προσδιορίζει και τις στρατηγικές αποφάσεις των άλλων για τον έλεγχο του υποθαλάσσιου πλούτου της Ανατολικής Μεσογείου. Λογικό είναι τα άλλα κράτη για να εκπληρώσουν τα συμφέροντά τους να θέλουν να συναλλάσσονται με τον στρατηγικό κυρίαρχο του κυπριακού χώρου.
Τέλος, στην αλυσίδα γεγονότων που επηρεάζουν τους στρατηγικούς προσανατολισμούς των άλλων κανείς θα πρέπει να λάβει υπόψη ότι αμέσως μετά την εκλογή του ως πρόεδρος ο Νίκος Αναστασιάδης επιβεβαίωσε τις εκτιμήσεις πολλών για την εμβέλειά του ως πολιτικός ηγέτης. Διέπραξε το ένα λάθος μετά το άλλο ακυρώνοντας κάθε δυνατότητα να ελεγχθούν τα προβλήματα που προκάλεσε η συστημική ευρωπαϊκή κρίση και κυρίως οι επιπτώσεις από τα ελληνικά κουρέματα και την ελληνική οικονομική ύφεση. Τα λάθη του Νίκου Αναστασιάδη μέχρι στιγμής σχετίζονται με τη διαπραγματευτική του στρατηγική στην ΕΕ, στις επαφές με την Ρωσία και το έλλειμμα συνεργασίας με την Ελλάδα.
Την στιγμή που γράφονται οι παρούσες γραμμές, στο πεδίο της οικονομίας, της διπλωματίας και της στρατηγικής, οι εξελίξεις είναι καταιγιστικές. Αυτό όμως δεν ενδιαφέρει γιατί οι παράγοντες που υπογραμμίζουμε εδώ είναι μονιμότερου χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, το στρατηγικό πλαίσιο των εξελίξεων προσδιορίζεται από τρία βασικά ζητήματα. Το πλαίσιο λύσης του κυπριακού ζητήματος που θα προσδιορίσει τον «κυρίαρχο» (αυτό που θα λαμβάνει τις αποφάσεις), το φυσικό αέριο και το πώς θα εξελιχθούν τα συμφέροντα και οι συμμαχίες.  
Το σχέδιο Αναν, για παράδειγμα –όπως ρητό τρόπο δηλωνόταν από Τούρκους και Βρετανούς πολιτικούς–, επιδίωκε να ελεγχθεί η Κύπρος στρατηγικά και πολιτικά από ξένες δυνάμεις, την πρώην αποικιοκρατική δύναμη και την Τουρκία η οποία θα νομιμοποιούσε τα παράνομα τετελεσμένα της βίας του 1974. Η νομιμοποίηση των εποίκων, επιπλέον, ήταν μια προσπάθεια πρωτόγνωρων ανθρωπολογικών αλλαγών οι οποίες θα οδηγούσαν σε αποδυνάμωση και εκμηδένιση του επί αιώνες αριθμητικά, πολιτισμικά και οικονομικά κυρίαρχου ελληνικού στοιχείου.
Δεν είναι αναγκαίο να υπεισέλθουμε σε εκτενείς ιστορικές αναφορές για να καταδείξουμε ότι το στρατηγικό «ποτέ» των Βρετανών όταν οι κύπριοι ζήτησαν αυτοδιάθεση την δεκαετία του 1950 και η παρεμβολή της Τουρκίας παρά την Συνθήκη της Λοζάνης την δεκαετία του 1950, αποτέλεσαν αφετηρίες προσπαθειών ελέγχου της Κύπρου στις οποίες οι κύπριοι παρά τα πολλά τους λάθη αντιστάθηκαν με θαυμαστή επιτυχία. Επιτυχία η οποία, υπογραμμίζουμε ξανά, οφείλεται εν πολλοίς και στην οικονομική ανάπτυξη μετά το 1974. Λογικό είναι υπό αυτές τις συνθήκες όποιος θέλει να πλήξει την Κύπρο πολιτικά να επιδιώκει σε πρώτη φάση να την πλήξει οικονομικά.
Στην ανάλυση που ακολουθεί θα γίνει εκτενής αναφορά στις θέσεις της Τουρκίας όπως τις περιγράφει ο υπουργός εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου στο Στρατηγικό Βάθος. Η διεθνής θέση της Τουρκίας (Εκδόσεις Ποιότητα). Θα μπορέσουμε, έτσι, να φωτίσουμε τα αλληλένδετα στρατηγικά ζητήματα που συζητούνται αυτή την στιγμή. Οι αναφορές και τα σχόλια θα καταδείξουν μια κραυγαλέα απουσία της Ελλάδας και της Κύπρου από τα στρατηγικά τεκταινόμενα. Το ελληνικό έλλειμμα στρατηγικής ενδέχεται να είναι, τελικά, αποφασιστικής σημασίας για την μεγαλύτερη ίσως συρρίκνωση των ελληνικών συμφερόντων μετά το 1922.
 
2.     Η κινούμενη στρατηγική άμμος στο υπόβαθρο της Κυπριακής Δημοκρατίας.

  Το στρατηγικό παίγνιο περί την Κύπρο μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: Ποιος ελέγχει στρατηγικά τον Κυπριακό χώρο, ποιος είναι ο «κυρίαρχος» και ποιανού οι αποφάσεις ενέχουν διανεμητικές συνέπειες όσον αφορά τον υποθαλάσσιο πλούτο και την γεωπολιτική σημασία του κυπριακού χώρου. Απαντώντας τέτοια ερωτήματα κανείς καλά κάνει να εστιάζει την προσοχή στην εξέταση της δομής συμφερόντων και στρατηγικών όπως γίνεται αντιληπτή στον τόπο και στον χρόνο. Εκτιμήσεις για το μέλλον μπορούν να γίνουν μόνο δοκιμαστικά και με δεδομένη την προβολή των τάσεων του παρελθόντος και του παρόντος. Τα αποτελέσματα της ιστορικής διαδρομής μπορούν, κάτω από κάποιες προϋποθέσεις, να σταθμιστούν και να εκτιμηθούν. Το μέλλον όμως δεν μπορεί να προβλεφτεί γιατί αφορά αστάθμητες δυναμικές και το μελλοντικό αποτέλεσμα την πολιτικής διάδρασης είναι πάντοτε εκτίμηση πολύ υψηλού προβλεπτικού ρίσκου.
Το ενεργειακό ζήτημα και με δεδομένη πλέον την μεγάλη στρατηγική σημασία του φυσικού αερίου για τις διεθνείς ιεραρχίες ισχύος, είναι ένας ακόμη παράγων που καθιστά την Κύπρο ένα από τα σημαντικότερα στρατηγικά σημεία του πλανήτη. Μια σειρά κριτηρίων και παραγόντων, επιπλέον, αποτελούν σταθερές παραμέτρους των στρατηγικών παιγνίων που αφορούν την Ανατολική Μεσόγειο. Θα μπορούσαμε να αναφερθούμε σε μερικές πτυχές διαχρονικής στρατηγικής σημασίας:
            Πρώτον, η στρατηγική εποπτεία της Μέσης και Μείζονος Ανατολής από τα δυτικά ηγεμονικά κράτη είναι πάγιο χαρακτηριστικό της στρατηγικής των ναυτικών δυνάμεων τους δύο τελευταίους αιώνες. Μετά το 1948 ιδρύθηκε το κράτος του Ισραήλ και εκ του γεγονότος ότι το εβραϊκό κράτος έγινε μια πανίσχυρη πολιτική, στρατιωτική και διπλωματική δύναμη, συνδέθηκε άρρηκτα με την στρατηγική των δυτικών δυνάμεων, ιδιαίτερα των ΗΠΑ. Παρεπόμενα, η διένεξη Ισραήλ – Αράβων συμπλέχθηκε με την στρατηγική των μεγάλων δυτικών δυνάμεων, τις άλλες μεγάλες δυνάμεις που επιδιώκουν να διεισδύσουν στην περιοχή και με πλήθος περιφερειακών διενέξεων. Η προαναφερθείσα στρατηγική εποπτεία, επιπλέον, αφορά μια σειρά σκοπούς που εκτείνονται από τους ενεργειακούς πόρους μέχρι την παρεμπόδιση κάποιας περιφερειακής δύναμης να καταστεί περιφερειακός ηγεμόνας. Το τελευταίο αποτέλεσε και το κύριο αίτιο των δυτικών υπερπόντιων εξισορροπήσεων μετά το 1945 στην ευρύτερη ζώνη που αρχίζει από την Ευρώπη και φτάνει στην Κίνα (στρατηγική της περιμέτρου της Ευρασίας στην οποία εμπίπτουν δόγματα όπως του Τρούμαν για την Ελλάδα και του Κάρτερ για το Αφγανιστάν και την πιθανή κάθοδο της τότε ΕΣΣΔ στα «θερμά νερά»).
            Δεύτερον, η στρατηγική αξία της Κύπρου γίνεται κατανοητή εάν γνωρίζουμε τις κατά καιρούς αιτιολογήσεις των Βρετανών και Αμερικανών. Όμως, έχουμε μια ακριβέστερη εικόνα για το πώς οι άλλοι και κυρίως οι Τούρκοι βλέπουν την στρατηγική σημασία της Κύπρου αφότου κυκλοφόρησε στα ελληνικά το βιβλίο του νυν τούρκου Υπουργού Εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου, Στρατηγικό βάθος Η διεθνής θέση της Τουρκίας (Εκδόσεις Ποιότητα). Για τους σκοπούς της παρούσης ανάλυσης και με δεδομένες τις καταιγιστικές εξελίξεις μετά την εκλογή του Νίκου Αναστασιάδη στην Προεδρία, κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν και σχολιαστούν εκτενή αποσπάσματα της ανάλυσης του Νταβούτογλου, τα οποία περιγράφουν με ακρίβεια τον σημερινό Τουρκικό σχεδιασμό. Για όποιον έχει ασχοληθεί με γεωπολιτική, εξάλλου, γνωρίζει ότι οι γεωπολιτικές παράμετροι στις οποίες αναφέρεται αφορούν όλους. Ασφαλώς, όλως ιδιαιτέρως αφορούν ζωτικά την Ελλάδα και την Κύπρο. Η ανάλυση του Νταβούτογλου δείχνει ότι η Τουρκία, σε αντίθεση με την Ελλάδα και παρά τα μεγάλα προβλήματα εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής, διαθέτει στρατηγική σκέψη, θέαση των ιστορικών εξελίξεων που συνδέει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον σύμφωνα με τα τουρκικά συμφέροντα και σκοπούς που αφορούν το τουρκικό εθνικό συμφέρον. Περιγράφει επίσης σε γενικές γραμμές τους στρατηγικούς προσανατολισμούς εκπλήρωσής της.
Τρίτον, καλό είναι να ειπωθεί προγραμματικά, επίσης, ότι η Τουρκία λειτουργεί με στρατηγικό ορθολογισμό συμβατό με τα συμφέροντά της ο οποίος δεν επηρεάζεται από συναισθηματισμούς ή αυταπάτες πως μπορεί η διπλωματία, δήθεν, να επηρεαστεί από αισθητικές ή διαπροσωπικές σχέσεις. Ολοφάνερα, η Τουρκία χρησιμοποιεί τον πολιτισμό, τον συναισθηματισμό των άλλων, τις αισθητικές σχέσεις και τον ψυχολογικό παράγοντα ως κύρια εργαλεία της στρατηγικής της. Μιας στρατηγικής η οποία με ανελέητο ορθολογισμό θεωρεί τα κρατικά συμφέροντα ως τον άξονα της διεθνούς πολιτικής. Έτσι αντιμετώπιζε την Ελληνική κατευναστική πολιτική των δύο τελευταίων δεκαετιών και έτσι την αντιμετωπίζει τώρα: Οι στρατηγικοί της σκοποί είναι σταθεροί και εξελίσσονται σύμφωνα με πάγια γεωπολιτικά κριτήρια. Στις σχέσεις με την Ελλάδα αδράχνει κάθε ευκαιρία κατευναστικών στάσεων της Αθήνας και της Λευκωσίας. Εκμεταλλεύεται επίσης κάθε στιγμή ελληνικής αδυναμίας. Τα παραδείγματα είναι καθημερινά. Κανείς μπορεί να ανατρέξει στις δηλώσεις και απειλές του Νταβούτογλου στις 24.3.2013 την στιγμή που ο πρόεδρος της Κύπρου συμπιεζόταν στο τραπέζι του Προκρούστη του Eurogroup το οποίο ουσιαστικά επέβαλε εξοντωτικά μέτρα κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας τα οποία κατεδαφίζουν την Κυπριακή Οικονομία.
Τέταρτον, η περίπτωση των σχέσεων Τουρκίας - Ισραήλ, επίσης, είναι χαρακτηριστική και επιβεβαιώνει ακόμη μια φορά ότι η στρατηγική των κρατών σχετίζεται μόνο με υλιστικά κριτήρια, με στρατηγικές σκοπιμότητες για την κατανομή συμφερόντων και με τους συσχετισμούς δυνατοτήτων μεταξύ των εμπλεκομένων. Όλα αυτά και πολλά άλλα, εξάλλου, κινούνται μέσα στην δίνη της διεθνούς πολιτικής και ένα κράτος το οποίο διαθέτει στρατηγική προσαρμόζει αναλόγως τις τακτικές κινήσεις. Μέσα σε αυτή την δίνη οι αφελείς νομίζουν ότι μπορούν να επηρεάσουν τους άλλους με χορούς, αισθητικές σχέσεις και προσωπικές σχέσεις ενώ η αλήθεια είναι ότι στον διεθνή ανταγωνισμό τα κράτη προσέρχονται με μόνο έρεισμα την ισχύ και τις δυνατότητες επηρεασμού των άλλων σύμφωνα με τα συμφέροντά τους. Για την Τουρκία, οι διακηρύξεις πολιτισμικής εγγύτητας, η επίδειξη συμπάθειας με ιστορικές ή θρησκευτικές αιτιολογήσεις και η εκφρασμένη «αντιπάθεια στον σιωνισμό» ήταν εργαλειακού χαρακτήρα στο πεδίο της χάραξης και εφαρμογής στρατηγικής. Έτσι, η εκλογή νέου Προέδρου στην Κύπρο, η οικονομική αδυναμία της Κύπρου και της Ελλάδας και η παντελής απουσία τους από την διπλωματική σκακιέρα που καθιστά άλλους επιδιαιτητές των ελληνικών και κυπριακών συμφερόντων, προκάλεσαν καταιγιστικές ανακατατάξεις οι οποίες ξαφνιάζουν ακόμη και τον πιο ευφάνταστο αναλυτή των στρατηγικών εξελίξεων.
 
3.     Πάγιοι στρατηγικοί σκοποί και τακτικές επιλογές της τουρκικής στρατηγικής

Ακολουθούν αποσπάσματα από το Στρατηγικό βάθος και σχολιασμός τους για φωτιστούν τόσο κεντρικές πτυχές της τουρκικής στρατηγικής όσο και οι στρατηγικές δομές της μεταψυχροπολεμικής εποχής στην περιφέρειά μας. Γράφει, μεταξύ άλλων, ο Αχμέτ Νταβούτογλου, συνδέοντας τους κεντρικούς άξονες της τουρκικής στρατηγικής όπως γίνονται αντιληπτοί στην Άγκυρα: «Παραβλέποντας την κρίση της Κύπρου, δεν είναι δυνατόν να τοποθετηθούν σε ένα λογικό πλαίσιο ούτε οι γενικές κατευθυντήριες γραμμές της τουρκι­κής εξωτερικής πολιτικής ούτε και οι αλλαγές στη στρατηγική της θάλασσας … Τα ζητήματα, όπως του Αιγαίου και της Κύπρου, που περιλαμβάνονται στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, πέραν από τη σημασία που έχουν τα ίδια ενέχουν και μία ιδιαίτερη σημασία, που πηγάζει από τη διαπεριφερειακή αλληλεπίδραση. Γι’ αυτό τον λόγο είτε στα ζητή­ματα που σχετίζονται με τα πεδία διαπεριφερειακής αλληλεπίδρασης είτε στα δευτερεύοντα ζητήματα, όπως της Κύπρου και του Αιγαίου, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η Τουρκία δεν είναι μόνο μία χώρα του Αιγαίου αλλά και μία χώρα της Ανατολικής Μεσογείου, που εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, σε μία περιοχή που ξεκινά­ει από την Αδριατική και εκτείνεται ως τον κόλπο της Αλεξανδρέττας … Οι πολιτικές της Τουρκίας για την Κύπρο και το Αιγαίο πρέπει να επανεξεταστούν ακόμη στο πλαίσιο της συγκυρίας του Ψυχρού πολέμου. Μία Τουρκία που έχει αποκλειστεί από το Αιγαίο και έχει περικυκλωθεί στα νότια από τη «Ρωμαίικη Διοίκηση της νότιας Κύ­πρου» σημαίνει ότι τα περιθώριά της να κάνει ένα άνοιγμα στον κόσμο έχουν περιοριστεί σημαντικά … Το Αιγαίο αποτελεί το σημαντικότερο θαλάσσιο κομβικό σημείο της Ευρασιατικής παγκόσμιας ηπείρου στην κατεύθυνση Βορρά-Νότου. Σε αντίθεση με την περίπτωση της Ερυθράς θάλασσας και του Περσι­κού κόλπου, που κατέχουν παρόμοιες θέσεις, το Αιγαίο, που βρίσκε­ται σε μία κοντινή απόσταση και από τις τρεις ηπείρους και παρέχει τη δυνατότητα του ανοίγματος και στις τρεις χωρίς κάποιο χερσαίο εμπόδιο, έχει από αυτή την άποψη μία πρώτης τάξης στρατηγική ση­μασία όχι μόνο για την Ελλάδα και την Τουρκία, που διαθέτουν ακτές σε αυτή τη θάλασσα, αλλά κατ’ αρχάς για τις παρευξείνιες χώρες και έπειτα για όλες τις παγκόσμιες και περιφερειακές δυνάμεις που έχουν ανάγκη ενός μεταφορικού και εμπορικού κόμβου. Αυτή η παγκόσμιας κλίμακας σημασία έχει ενισχυθεί και με πάμπολλα περιφερειακά στοιχεία. Αυτή η θάλασσα-πέρασμα, που κατέχει μία προσδιοριστική θέση στη γεωπολιτική, γεωστρατηγική» (σ. 248 και 266-7).
            Αντίθετα με την Αθήνα η οποία ασταμάτητα μετά το 1974 αφήνει να σκουριάζουν οι κρίκοι της αλυσίδας των στρατηγικών της συμφερόντων που αρχίζουν από το Ισραήλ και διαμέσου της Κύπρου και του Αιγαίου φτάνουν στα Βαλκάνια και στην Ευρώπη, η Τουρκία βάση σχεδίου αποκτά ισχύ. Ασταμάτητα και μεθοδικά καλλιεργεί ερείσματα και ετοιμοπόλεμα την κατάλληλη στιγμή κινείται επιθετικά στο διπλωματικό και αν χρειαστεί στο πολεμικό πεδίο με απειλές, διπλωματικούς εξαναγκασμούς και πολεμικές πράξεις. Αλλάζει «φίλους» και «εχθρούς» «όπως τα πουκάμισά της» με αποκλειστικό κριτήριο τα εθνικά της συμφέρονται και την εξέλιξη των δυνατοτήτων και των στρατηγικών του κάθε δρώντα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα τόσο οι Κούρδοι στον περίγυρό της και εσωτερικά όσο και το Ισραήλ. Αυτά δεν είναι άνευ συνεπειών γιατί σχετίζονται με την στρατηγική της αξιοπιστία η οποία την κατάλληλη στιγμή, όπως ακριβώς συμβαίνει αρχές του 2013, την καθιστούν αξιόπιστο συνομιλητή των Ισραηλινών, των Αμερικανών, των Ευρωπαίων, των Ρώσων και όλων των άλλων.
Οι συνέπειες για την Ελλάδα και την Κύπρο είναι βαθύτατων προεκτάσεων και πολλών επιπέδων: Δύο τουλάχιστον επίπεδα ενδιαφέρουν ζωτικά τους Έλληνες. Πάγιος και αναλλοίωτος σκοπός της Άγκυρας είναι η κατάργηση της Κυπριακής Δημοκρατίας και συνεκμετάλλευσης του πλούτου και της γεωπολιτικής αξίας της Κύπρου με άλλες δυνάμεις της περιφέρειάς μας ή με μεγάλες ηγεμονικές δυνάμεις που δραστηριοποιούνται στην ζώνη από τα Βαλκάνια μέχρι την Μέση Ανατολή. Αυτό μπορεί να το επιτύχει μόνο εάν εξουδετερωθεί η κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας και νομιμοποιηθούν τα τετελεσμένα της εισβολής του 1974, κατιτί που επιδιώχθηκε το 2004 αλλά προσέκρουσε στο ΟΧΙ της κυπριακής κοινωνίας.
Η τουρκική διεισδυτικότητα στα στρατηγικά πεδία της περιφέρειάς μας είναι ευθέως ανάλογη της Κυπριακής και Ελλαδικής αδυναμίας. Όταν ο πρόεδρος Τάσσος Παπαδόπουλος συγκρότησε συμφέροντα πολλών δυνάμεων συμπεριλαμβανομένων και των Ισραηλινών γύρω από το φυσικό αέριο, η Τουρκία βρέθηκε σε αδυναμία περιορισμένη να καταγράφει διαμαρτυρίες. Όταν Ελλάδα και Κύπρος το 2013 βρέθηκαν σε μεγάλη αδυναμία λόγω οικονομικής κρίσης ξεδιπλώθηκε, ομαλοποίησε τις σχέσεις με το Ισραήλ με διαμεσολάβηση των ΗΠΑ και απείλησε την Κυπριακή Δημοκρατία να μην συνδέσει το φυσικό αέριο με μελλοντικά έσοδα και κατ’ αυτό τον τρόπο έξοδο από την κρίση. Έτσι, με εκπληκτική ταχύτητα εν μέσω λαθών του Κύπριου Προέδρου ο οποίος δέχθηκε τον εκβιασμό του Eurogroup στις 16 Μαρτίου 2013 και εν μέσω αβάστακτων οικονομικών καταστροφών της Κύπρου –ουσιαστικά γρήγορα μετά από αυτό η ΚΔ έπαυσε να είναι χρηματοοικονομικό κέντρο– είχαμε τέσσερεις τουλάχιστον ενδεικτικές στρατηγικές κινήσεις των οποίων χωρίς να προδικάζουμε το πώς θα εξελιχθούν άρχισαν να κινούνται ως εξής:
            Πρώτον, μετά από έντονη διπλωματική προσπάθεια των ΗΠΑ το Ισραήλ ζήτησε συγνώμη για το επεισόδιο του Μαβί Μαρμαρά και αυτό θεωρήθηκε ως μια νέα αφετηρία στις στρατηγικές σχέσεις Τουρκίας-Ισραήλ. Δεύτερον, ισραηλινοί σχολιαστές και ένας πρώην υπουργός εξωτερικών αμέσως μετά δήλωναν ότι «για το φυσικό αέριο (που αφορά και την Κύπρο) θα συνομιλήσουμε με την Τουρκία». Το πώς θα εξελιχθεί αυτό το ζήτημα είναι ίσως και το σημαντικότερο ερώτημα για τις μελλοντικές στρατηγικές σχέσεις στην Ανατολική Μεσόγειο. Τρίτον, σχεδόν ταυτόχρονα η Άγκυρα δήλωνε ότι η «Νότια Κύπρος δεν είναι από μόνης της κάτοχος των υποθαλάσσιων πόρων». Τέταρτον, η Ρωσία έδειξε μεγάλη απροθυμία να προχωρήσει σε συναλλαγές με την ΚΔ παρά τις επί μέρες προσπάθειες των κυπρίων ενώ ο Ρώσος πρωθυπουργός Μεντβέντεφ με δηλώσεις που μπορεί να θεωρηθεί ότι αλλάζουν στάσεις παγιωμένες επί δεκαετίες με δηλώσεις του (21.3.2013) κινήθηκε προς την ίδια κατεύθυνση: Σχολιάζοντας τις προτάσεις για εξασφάλιση μεριδίων στα κοιτάσματα του υποθαλάσσιου φυσικού αερίου της Κύπρου ή της ναυτικής βάσης, ως θέματα υπό συζήτηση, αλλά «περίπλοκα», ενώ δεν παρέλειψε να υπενθυμίσει τις τυχόν ενστάσεις της Τουρκίας. «Ήρθαν οι εταίροι μας, συνέχισε, και μας έφεραν ένα ολόκληρο πακέτο προτάσεων, συμπεριλαμβάνοντας όντως μια επιλογή από υλικά περιουσιακά στοιχεία, τα οποία θεωρούν ότι θα μπορούσαν να εξεταστούν προς απόκτηση από τη Ρωσική Ομοσπονδία. Αναφερόμενος στις προσφορές υποθαλάσσιων οικοπέδων φυσικού αερίου, ο κ. Μεντβέντεφ χαρακτήρισε το ζήτημα «όχι απλό» και πρόσθεσε ότι «κατά πρώτον, δεν καταλαβαίνω καλά την αξία τους και, κατά δεύτερον, γνωρίζουμε ότι υπάρχουν εκεί ιδιαίτερα προβλήματα με την Τουρκία. Γι' αυτό, το λέω άλλη μια φορά ότι είναι ένα πολύ δύσκολο ζήτημα για συζήτηση». 
            Αυτές οι ενδεικτικές τάσεις, εάν ανατρέξουμε στον τύπο των ημερών, διαπιστώνουμε ότι περιέργως προκάλεσαν αναστάτωση στην Ελληνική πλευρά. Αυτό οφείλεται, ακριβώς, στο γεγονός ότι, στην Ελλάδα και στην Κύπρο τις δύο τελευταίες δεκαετίες καλλιεργήθηκε και τελικά κυριάρχησε η αντίληψη ότι η ισχύς δεν διαδραματίζει πλέον τον παραμικρό ρόλο στην διεθνή πολιτική και ότι λειτουργικές συνεργασίες σε ωφελιμιστική βάση φέρνουν συνεργασία και ειρήνη. Επίσης πως οι αισθητικές σχέσεις επιλύουν διεθνείς διενέξεις, πως η ΕΕ είναι όχι ένα εθνοκρατοκεντρικό σύστημα αλλά ένα σύστημα γραμμικών και περίπου αλτρουιστικών συνεργασιών όπου το εθνικό συμφέρον πλέον δεν διαδραματίζει ρόλο (δεν υπάρχει τέτοιος όρος, έγραψε σημαίνων στέλεχος της διακυβέρνησης που μας έριξε στον λάκκο των λεόντων της ΟΝΕ), πως η πλανητικοποίηση (που με ιδεολογικούς όρους διαστρέφεται και αναφέρεται ως «παγκοσμιοποίηση» υπονοώντας ύπαρξη μιας παγκόσμιας κοινωνίας) ακυρώνει την σημασία των κρατών και της ισχύος και πως θα έχουμε πλέον ένα εύρυθμο, σταθερό και περίπου ενωμένο πλανήτη. Οποιαδήποτε αντίθετη άποψη πυροβολούνταν ως αιρετική, εθνικιστική και ακραία. Μια τέτοια αντίληψη της διεθνούς πολιτικής είναι, εν τούτοις, παντελώς ανορθολογική και βρίσκεται στον αντίποδα κάθε έννοιας ενδοκρατικού ή διακρατικού ορθολογισμού. Το τίμημα ήταν η χρεοκοπία της Ελλάδας και της Κύπρου.
            Σε αντιδιαστολή με μια τέτοια πολιτική και πνευματική παρακμή, τα υπόλοιπα κράτη που λειτουργούν ή προσπαθούν να λειτουργήσουν ορθολογιστικά. Δεν βλέπουν τα ζητήματα της διεθνούς πολιτικής με συναισθηματικούς ή άλλους στρεβλωτικούς φακούς. Μπορούν έτσι να εστιάσουν την προσοχή τους στην ανάπτυξη της κρατικής ισχύος, την βελτίωση της ανταγωνιστικότητας του κράτους και των επιχειρήσεων και την ενίσχυση της άμυνας και της ασφάλειας ως προϋπόθεση σταθερότητας και ισόρροπων σχέσεων.
Επανερχόμενοι στον Νταβούτογλου και το βιβλίο του Στρατηγικό βάθος, ήδη από την αρχή της δεκαετίας του 2000 με τα κείμενά του και ως σύμβουλος του Ερτογάν και στην συνέχεια ως υπουργός εξωτερικών βλέπει τα άλλα κράτη χωρίς στρεβλωτικούς φακούς. Προσδιορίζει με επάρκεια τις μεταψυχροπολεμικές δομές του διεθνούς συστήματος και προσανατολίζει την τουρκική στρατηγική με τρόπο που προδιαγράφει μια εξωτερική πολιτική στηριγμένη με αυστηρότητα στα εθνικά συμφέροντα. Σε αυτή ακριβώς την βάση, η Τουρκία αναπτύσσει ρευστές σχέσεις και συμφωνίες με κράτη όπως οι ΗΠΑ, η Ρωσία και το Ισραήλ.
Ο Νταβούτογλου, με τον οποίο η Ελλάδα και η Κύπρος θα πρέπει τώρα να αναμετρηθούν από θέση αδυναμίας, μπορεί να διατυπώνει υπερβολικούς στρατηγικούς στόχους αλλά τους εντάσσει σε μια ξεκάθαρη στρατηγική αντίληψη των διεθνών σχέσεων. Αυτό γίνεται αντιληπτό από τον ξεκάθαρο τρόπο που περιγράφει το στρατηγικό περιβάλλον και τις σχέσεις με την Ελλάδα και την Κύπρο: «Η γεωοικονομική και γεωπολιτισμική αλληλεπίδραση της Βαλκανικής χερσονήσου με τη χερσόνησο της Μικράς Ασίας και τη Μέση Ανα­τολή, παρουσιάζει μία πολύπλοκη δομή στο εσωτερικό της αποτε­λούμενη από χιλιάδες νησιά, νησίδες και βραχονήσια. Τα νησιά του Αιγαίου, που ταξινομούνται σε έξι βασικές ομάδες –νησιά του βόρει­ου Αιγαίου, των βόρειων Σποράδων, των Κυκλάδων, του ανατολικού Αιγαίου, των Δωδεκανήσων και του νότιου Αιγαίου– σχηματίζοντας μεταξύ τους στρατηγικά περάσματα δημιουργούν στρατηγικούς υπο­άξονες που αυξάνουν τη συνολική σημασία του Αιγαίου. Τα νησιά του Αιγαίου, που έχουν συνολικό εμβαδό περίπου 23.000 τετρ. χιλ., καλύπτουν σχεδόν το 10% του θαλάσσιου χώρου. Το γεγονός ότι η συντριπτική πλειονότητα των νησιών του Αιγαί­ου βρίσκεται υπό ελληνική κυριαρχία αποτελεί το σημαντικότερο αδιέξοδο της πολιτικής της εγγύς θαλάσσιας περιοχής της Τουρκίας. Η βασική πηγή προβλήματος στο Αιγαίο είναι η αγεφύρωτη αντί­φαση μεταξύ της γεωλογικής και γεωπολιτικής πραγματικότητας και του ισχύοντος καθεστώτος. Το γεγονός ότι τα νησιά του Αιγαίου είναι φυσική προέκταση της γεωλογικής δομής της χερσονήσου της Μικράς Ασίας και το ότι ο πολιτικός διαχωρισμός που έχει προκύ­ψει, σε αντίθεση με τις γεωπολιτικές αναγκαιότητες, με τις διεθνείς συνθήκες έχει προσκυρωθεί υπέρ της Ελλάδας παρέχουν το κατάλ­ληλο έδαφος, για να αναφύονται διάφορα ζητήματα … Η εγγύτητα ενός σημαντικού μέρους των ελληνικών νησιών στη μικρασιατική ακτή σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως επι­χειρησιακή βάση εναντίον της Μικράς Ασίας, και η περικύκλωση των υδάτινων διαδρόμων, που εξασφαλίζουν το πέρασμα από την Προποντίδα στη Μεσόγειο, από αυτά τα νησιά, αξιολογούνται από την Τουρκία ως ένα πολύ σοβαρό κενό ασφάλειας. … Στην περίπτωση που η ελληνική θέση αποκτήσει ισχύ, η Τουρ­κία θα βρεθεί αντιμέτωπη με μία στρατηγική πολιορκία, αλλά θα επηρεαστεί απευθείας και στις οικονομικές της δραστηριότητες (σ. 268,269»).
            Η Τουρκία στο πλαίσιο ενός τέτοιου προγραμματικά προσδιορισμένου στρατηγικού σκοπού σημαίνει ότι «για να γίνει μία πραγματική περιφερειακή δύναμη, είναι υποχρεωμένη να αυξήσει την πολιτική και οικονομική της επιρροή στις θαλάσσιες αρτηρίες που εκτείνονται από το Αιγαίο ως την Αδριατική και από το Σουέζ ως την Ερυθρά θάλασσα. Είναι αναπόφευκτο η Τουρκία να ακολουθήσει μία δραστήρια πολιτική σε κάθε σημείο που οδηγεί τον Εύξεινο Πόντο και το Αιγαίο στις ανοικτές θάλασσες» (σ. 270). Έτσι, για να μπορέσει η Τουρκία να ανέλθει τα σκαλοπάτια της περιφερειακής ηγεμονίας, συνεχίζει ο Νταβούτογλου, «είναι αναπόφευκτη η ανάπτυξη νέων κινήσεων στον άξονα αυτό της αλληλεπίδρασης που συνδέει τα Βαλκάνια με τη Μέση Ανατολή. Για να μην επηρεαστεί αρνητικά η Τουρκία από αυτή την αλλη­λεπίδραση, πρέπει να μελετηθούν με προσοχή τι είδους αποτελέ­σματα θα προκύψουν βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα από τις νέες στρατηγικές διευθέτησης διαφορών και κινήσεων στον άξονα Βαλκανίων-Μέσης Ανατολής και Αδριατικής-Ανατολικής Μεσογεί­ου-Περσικού κόλπου» (σ. 274).
            Μετά από σχεδόν δύο δεκαετίες κατευναστικές τακτικές απέναντι στην Τουρκία η Ελλάδα και η Κύπρος δεν θα μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τις δύσκολες προκλήσεις της δεκαετίας του 2010. Τονίζουμε λοιπόν περαιτέρω την τουρκική στρατηγική τόσο επειδή περιγράφει με ενδιαφέροντα τρόπο το στρατηγικό περιβάλλον όσο και επειδή (για ακόμη μια φορά) θα αποτελέσει τον κύριο ανταγωνιστή τα χρόνια που έρχονται.  Στο Στρατηγικό βάθος το οποίο ο ίδιος ο Νταβούτογλου δηλώνει ότι αποτελεί το εγχειρίδιο της τουρκικής διπλωματίας της διακυβέρνησης Ερτογάν, οι αναφορές στην Κύπρο φωτίζουν απολύτως το τι θα μπορούσε να συζητείται μεταξύ Τουρκίας, ΗΠΑ, Ρωσίας, Ισραήλ και ενδεχομένως άλλων δυνάμεων που εμπλέκονται εάν η Ελλάδα και η Κύπρος περιέλθουν σε θέση στρατηγικής και πολιτικής αδυναμίας που τους καθιστά αναξιόπιστους στρατηγικούς συνομιλητές.
Προσδιορίζοντας την τουρκική στρατηγική, γράφει ο Νταβούτογλου: «Η Κύπρος, που κατέχει μία κεντρική θέση παγκοσμίως από την άπο­ψη της ίσης σχεδόν απόστασης που απέχει από την Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική, βρίσκεται μαζί με την Κρήτη πάνω σε έναν άξονα όπου τέμνονται και οι υδάτινες αρτηρίες. Η Κύπρος που βρίσκεται μεταξύ των Στενών, που χωρίζουν την Ασία από την Ευρώπη, και της διώρυγας του Σουέζ, η οποία χωρίζει την Ασία από την Αφρική, επέ­χει επίσης τόπο μιας σταθερής βάσης και αεροπλανοφόρου που είναι σε θέση να ελέγχει τις περιοχές του Περσικού κόλπου και της Κα­σπίας και τις υδάτινες αρτηρίες του Άντεν και του Ορμούζ, οι οποίες αποτελούν τις σημαντικότερες υδάτινες περιοχές που συνδέουν Ευ­ρασία και Αφρική. Δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει τη στρατηγική θέση της Κύπρου λόγω της οποίας οι Άγγλοι, παρότι η μεγαλοπρεπής αποικιακή τους περίοδος έχει παρέλθει [ανεπιστρεπτί], αποφάσισαν και μέχρι σήμερα διατηρούν σ’ αυτήν στρατιωτική βάση, όπως δεν μπορεί να παραβλέψει ότι το νησί κατά τη διάρκεια του Ψυχρού πο­λέμου αποτέλεσε πεδίο θερμότατων κρίσεων. Μια χώρα που παραμελεί την Κύπρο δεν είναι δυνατόν να έχει έναν αποφασιστικό λόγο στις παγκόσμιες και περιφερειακές πολιτι­κές. Δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική στις παγκόσμιες πολιτικές, διότι αυτό το μικρό νησί κατέχει μία θέση που μπορεί να επηρεάσει άμεσα τους στρατηγικούς συνδέσμους μεταξύ Ασίας και Αφρικής, Ευρώπης και Αφρικής και Ευρώπης και Ασίας. Και δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική στις περιφερειακές πολιτικές, διότι η Κύπρος με την ανατολική της άκρη ομοιάζει με ένα βέλος στραμμένο προς τη Μέση Ανατολή και με τη δυτική της άκρη συγκροτεί τον θεμέλιο λίθο των στρατηγικών ισορροπιών της Ανατολικής Μεσογείου, των Βαλκανίων και της Βόρειας Αφρικής … Η στρατηγική αυτή θέση, που είναι εξαιρετικά σημαντική ανε­ξάρτητα από τις ιδιότητες στις προηγούμενες περιόδους, κατά τη με­ταψυχροπολεμική περίοδο απέκτησε νέα στοιχεία με την εμφάνιση νέων ισορροπιών. Η κατάρρευση της ΕΣΣΔ είχε ως αποτέλεσμα να αναδυθεί το θέμα των εναλλακτικών οδών στον ενεργειακό και εμπο­ρικό άξονα, που ξεκινάει από την Κεντρική Ασία και φτάνει στην Ευρώπη, όπως η Δυτική Ασία, η Ανατολική Μεσόγειος και η Νότια Ασία. Η Κύπρος βρίσκεται ως σταθερή παράμετρος πάνω σε αυτή τη διαδρομή είτε αυτοί οι νέοι άξονες ακολουθήσουν μία άμεση διαδρο­μή προς τον κόλπο της Αλεξανδρέττας και την Ανατολική Μεσόγειο είτε μία έμμεση διαδρομή μέσω της Νότιας Ασίας, του Άντεν και του Σουέζ ή εναλλακτικά μέσω του Εύξεινου Πόντου και των Στενών, για να καταλήξουν στη Μεσόγειο» (σ. 274,275).
            Τώρα, η μεγάλης σημασίας στρατηγική θεώρηση του Νταβούτογλου προχωρεί σε εκτιμήσεις για την Γερμανία που ενδεχομένως φωτίζουν κάποιες σημαντικές πτυχές των συμβάντων γύρω από την Γερμανική στάση στο Εurogroup τον Μάρτιο 2013. Επίσης, τις συζητήσεις της τελευταίας στιγμής με την Ρωσία και το Ισραήλ και την παρέμβαση των ΗΠΑ για εξομάλυνση των σχέσεων Ισραήλ – Τουρκίας, κατιτί που αφορά ζωτικά τον υποθαλάσσιο πλούτο της Κύπρου και της Ελλάδας. Γράφει, ο Νταβούτογλου: «Η Γερμανία, η οποία έχει συμφέροντα μαζί με τη Ρωσία στο να δι­έρχεται η σύνδεση Κεντρικής Ασίας-Ευρώπης βόρεια του Εύξεινου Πόντου, επέδειξε προθυμία στο θέμα της ένταξης της Κύπρου στην ΕΕ, η οποία κατά κάποιο βαθμό ερμηνεύεται ως προσπάθεια να απο­κτήσει ένα στρατηγικό προβάδισμα στον νότιο άξονα, όπου μειονεκτεί έναντι των ΗΠΑ. Η Ευρώπη, που με την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ θα αυξήσει τον έλεγχό της πάνω στον κόλπο της Αλεξανδρέττας και στην έξοδο της Ανατολικής Μεσογείου, ταυτόχρονα θα αποκτήσει  και μία θέση που θα της επιτρέπει να μετέχει στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. Αν αναλογιστεί κανείς και το γεγονός ότι τα πετρέλαια της Μοσούλης και της Σαουδικής Αραβίας κατευθύνονται επίσης στην Ανατολική Μεσόγειο, καθίσταται πασιφανές ότι η κεντρική θέση που κατέχει αυτή η περιοχή από την άποψη των ενεργειακών αξόνων της θα αποτελέσει στο μέλλον τη βασικότερη παράμετρο του παγκόσμιου ανταγωνισμού. ... Ένα άλλο σημαντικό πεδίο στο οποίο τέμνονται ο παγκόσμιος ανταγωνισμός και οι περιφερειακές πολιτικές είναι ο ανταγωνισμός άσκησης επιρροής στη Μέση Ανατολή και στα Βαλκάνια, των οποί­ων τα πεπρωμένα συνδέθηκαν μεταξύ τους περισσότερο στις συγκυ­ρίες της μεταψυχροπολεμικής περιόδου. Αναπτύσσεται έτσι σημα­ντική αλληλεπίδραση μεταξύ αυτών των δύο περιοχών, οι οποίες στο πλαίσιο της δομής του διπολικού συστήματος του Ψυχρού πολέμου φαίνονταν να είναι ασύνδετες… (σ. 277)».
Έτσι, λοιπόν, ενώ για την Αθήνα για χρόνια παρατηρείται ηχηρή σιωπή για τα στρατηγικά γινόμενα της Ανατολικής Μεσογείου ή ακούονται ανεύθυνες κραυγές όπως «η Κύπρος είναι μακριά». Σε αντίθεση με την Αθήνα, η Άγκυρα έχει ρητή και από καιρό χαραγμένη στρατηγική για την Κύπρο γύρω από την οποία το 2013 κατόρθωσε να κάνει τις άλλες ενδιαφερόμενες δυνάμεις να περιστρέφονται γύρω από αυτή. Επειδή δε συχνά πολλοί στις συζητήσεις παρεμβάλλονται διάφορες απόψεις για την «διένεξη τουρκοκυπρίων και ελληνοκυπρίων» (διένεξη η οποία όπως και τα ιστορικά νήπια γνωρίζουν εντάσσεται στην λογική της μετά-αποικιακής στρατηγικής διαίρει και βασίλευε της Μεγάλης Βρετανίας), ο νυν Υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας δεν έχει αναστολές να τονίσει ότι το γεωπολιτικό ενδιαφέρον της Άγκυρας με την Κύπρο διακρίνεται από την τουρκοκυπριακή κοινότητα στο νησί: «Στο πλαίσιο αυτό το Κυπριακό δεν είναι ούτε ένα συνηθισμένο τουρκοελληνικό εθνοτικό ζήτημα ούτε απλώς μία χρονίζουσα τουρ­κοελληνική ένταση. Η Τουρκία, η οποία κατέχει μία θέση που επη­ρεάζεται άμεσα από όλες αυτές τις ισορροπίες, είναι υποχρεωμένη να αξιολογήσει την επί του Κυπριακού πολιτική της έξω από το περιορι­σμένο πλαίσιο των τουρκοελληνικών σχέσεων. Το Κυπριακό μετα­τρέπεται με μία συνεχώς αυξανόμενη ταχύτητα σε ένα ζήτημα Ευρα­σίας και Μέσης Ανατολής-Βαλκανίων (Δυτικής Ασίας-Ανατολικής Ευρώπης). Η πολιτική επί του Κυπριακού πρέπει να τεθεί σε ένα νέο στρατηγικό πλαίσιο, σύμφωνο προς το ήδη διαμορφωμένο νέο [διε­θνές] στρατηγικό πλαίσιο. .. Ο δεύτερος σημαντικός άξονας του Κυπριακού ζητήματος είναι η σημασία της γεωγραφικής θέσης του νησιού από γεωστρατηγική άποψη. Ο άξονας αυτός καθεαυτός είναι ζωτικής σημασίας ανεξάρ­τητα από το ανθρώπινο στοιχείο που βρίσκεται εκεί. Ακόμη κι αν δεν υπήρχε ούτε ένας μουσουλμάνος Τούρκος εκεί, η Τουρκία όφειλε να διατηρεί ένα Κυπριακό ζήτημα. Καμία χώρα δεν μπορεί να μείνει αδι­άφορη σε ένα τέτοιο νησί που βρίσκεται στην καρδιά του ζωτικού της χώρου. Όπως τα Δωδεκάνησα, όπου δεν υπάρχει πλέον ένας επαρ­κής τουρκικός πληθυσμός, εξακολουθούν να διατηρούν τη σημασία τους για την Τουρκία και όπως οι ΗΠΑ, παρόλο που δεν έχουν καμία πληθυσμιακή προέκταση προς την Κούβα και τα υπόλοιπα νησιά της Καραϊβικής, ενδιαφέρονται άμεσα γι’ αυτά, έτσι και η Τουρκία είναι υποχρεωμένη από στρατηγική άποψη να ενδιαφέρεται για την Κύπρο πέραν του ανθρώπινου παράγοντα  (σ. 278, 279)».

4.     Το στρατηγικό παίγνιο αρχές του 2013 και τα φρικτά ελλείμματα στρατηγικής της Ελλάδας και της Κύπρου.

Οι αναφορές στις θέσεις του Τούρκου υπουργού εξωτερικών που παραθέσαμε και σχολιάσαμε πιο πάνω θεωρούμενες υπό το πρίσμα των στρατηγικών εξελίξεων γύρω από την Κύπρο τον Μάρτιο 2013 υπογραμμίζουν την απουσία Ελληνικής στρατηγικής (Ελλαδικής και Κυπριακής). Με δεδομένο αυτό το γεγονός επανεκκίνηση μιας Ελλαδικής και κυπριακής στρατηγικής ενόψει καταιγιστικών στρατηγικών ανακατατάξεων όπως ήδη προδιαγράφονται,  απαιτεί πρωτίστως μια ορθολογιστική κατανόηση τόσο των λειτουργιών και δυναμικών της διεθνούς πολιτικής εν γένει όσο και των στρατηγικών δομών της περιφέρειάς μας και ιδιαίτερα της τουρκικής στρατηγικής. Στρατηγική δεν υπάρχει όταν ένα κράτος έχει κακή θεωρία του διεθνούς συστήματος, άγνοια των στρατηγικών των άλλων κρατών και λανθασμένη εκτίμηση για τον ρόλο της ισχύος στις διεθνείς σχέσεις.
            Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ τον Μάρτιο 2013 καταιγιστικές στρατηγικές ανακατατάξεις έθεσαν την Κυπριακή οικονομία και το κυπριακό κράτος στο σύνολό του στο τραπέζι του Προκρούστη, όχι μόνο η Λευκωσία αλλά και η Αθήνα ήταν παντελώς απόντες. Στο κρίσιμο Eurogroup της 16ης Μαρτίου 2013 όπου ουσιαστικά οι στερούμενοι πολιτικής νομιμοποίησης τεχνοκράτες εκβίασαν τον Κύπριο Πρόεδρο –το δήλωσε ο ίδιος αλλά έγινε και ευρεία συζήτηση διεθνώς– και με το να εντάξουν τις καταθέσεις στο μνημόνιο δολοφόνησαν την ΚΔ ως χρηματοοικονομικό κέντρο της περιφέρειάς μας, ο Έλληνας αντιπρόσωπος μαζί με τους άλλους πίεζε τον υπό εκβιασμό Κύπριο (αντί να τον προστατεύσει με βέτο). Σε κάθε περίπτωση, δεν έθεσε θέμα αρνησικυρίας επί ενός ζητήματος που οι αποφάσεις ήταν ομόφωνες. Στην συνέχεια όταν η Κύπρος απεγνωσμένα, σπασμωδικά, απροετοίμαστα και γι’ αυτό ανορθολογικά έστειλε τον κύπριο Υπουργό οικονομικών στην Μόσχα για να διαπραγματευτεί βοήθεια και διέξοδο, η Ελλάδα (αλλά και ο κύπριος Υπουργός Εξωτερικών) ήταν απόντες.
            Το ίδιο ισχύει για το «διπλωματικό όργιο» κατά την διάρκεια της ίδιας περιόδου με πρωτοστάτη τις ΗΠΑ που οδήγησε σε επανεξέταση των σχέσεων Ισραήλ – Τουρκίας και στις στάσεις της Ρωσίας που αναφέραμε πιο πάνω. Χαρακτηριστικά τον εκβιασμό των τεχνοκρατών κατά του κύπριου προέδρου ακολούθησαν δεκάδες χιλιάδες δηλώσεις και αναλύσεις διεθνώς που στηλίτευαν τον εγκληματικό ανορθολογισμό των τεχνοκρατών των Βρυξελλών (όσον αφορά το ζήτημα των καταθέσεων) ενώ οι ίδιοι οι τεχνοκράτες δήλωναν δημόσια ότι έκαναν λάθος (επειδή ο φόβος για τις καταθέσεις στην Ευρώπη θα μπορούσε να οδηγήσει σε μείζονα κρίση). Μολαταύτα, μέσα στον γιγαντιαίο διαπραγματευτικό χώρο της ΕΕ όπου όριο είναι ο ουρανός γι αναπτυχθεί μια καλά οργανωμένη διπλωματία στηρίζοντας τα εθνικά της συμφέροντα. Και πάλιν, όμως, η Ελλάδα και η Κύπρος ήταν απούσες ενώ παρέλειψαν να εκμεταλλευτούν τους φόβους των τρίτων για να ακυρώσουν την δολοφονική επίθεση κατά της Κύπρου επιτυγχάνοντας έτσι να αντεπιτεθούν αξιώνοντας βιώσιμη διέξοδο.
            Ακόμη, επειδή στρατηγικές ανακατατάξεις όπως οι προαναφερθείσες δεν αποτελούν αστραπή εν αιθρία αλλά χρήζουν προετοιμασίας, ο Έλληνας πρωθυπουργός επισκεπτόμενος την Τουρκία δέκα περίπου μέρες προηγουμένως φαίνεται να μην είχε αντιληφτεί οτιδήποτε. Έτσι όταν πλέον η Ρωσία έκανε σαφή την στάση της και η Τουρκία να αναπτύσσει μια έντονη εκβιαστική διπλωματία, οι τεχνοκράτες της τρόικας συνέχιζαν να πιέζουν την Κύπρο. Αυτά τα γεγονότα συντελούνταν την στιγμή που η Κυπριακή οικονομία κατέρρεε. Οι κυπριακές τράπεζες ήταν κλειστές και οι φόβοι επέκτασης των συνεπειών στην Ελλάδα ήταν πολύ πιθανές, ενώ καμιά διπλωματική δραστηριότητα δεν παρατηρήθηκε. Εκτός από την νέα κατάσταση στις σχέσεις Τουρκίας – Ισραήλ την επομένη, στις 24.3.2013, ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών αξίωνε με διάβημα στον Αμερικανό ομόλογό του να μην προχωρήσουν οι Κύπριοι στην δημιουργία ταμείου απόκτησης πόρων από μελλοντική εκμετάλλευση του φυσικού αερίου. Πρότεινε ταχύρυθμες διαδικασίες «επίλυσης του κυπριακού», με απειλητικό τρόπο δήλωνε ότι η νόμιμη Κυπριακή Δημοκρατία δεν μπορεί να εκμεταλλευτεί τον υποθαλάσσιο πλούτο και υπέβαλλε προτάσεις για αγωγούς του ισραηλινού και κυπριακού φυσικού αερίου διαμέσου της Τουρκίας. Ως και όλα αυτά να μην αφορούν την Ελλάδα, δεν αντιληφθήκαμε να κινείται κατιτί στην Αθήνα ή στην Λευκωσία. Το αντίθετο: κυριαρχούσε ένας μαζοχιστικός λόγος όπου αποδιδόταν συλλογική ευθύνη στην Ελλαδική και Κυπριακή κοινωνία.
            Οι πιο πάνω ενδεικτικές αναφορές σε μερικές στρατηγικές πτυχές των διεθνών ανακατατάξεων στην περιφέρειάς μας και στο πασίδηλο έλλειμμα της ελλαδικής και κυπριακής στρατηγικής δεν μπορεί να είναι χωρίς συνέπειες για την θέση και τον ρόλο των δύο κρατών. Οι παραστάσεις αδυναμίας, το έλλειμμα κρατικής ισχύος και η διπλωματική απουσία καθιστούν ένα οποιοδήποτε κράτος αναξιόπιστο διπλωματικό δρώντα και αναξιόπιστο στρατηγικό συνομιλητή.
Για τις ανάγκες του παρόντος κειμένου και ανεξάρτητα του πώς θα εξελιχθούν τα πιο πάνω, οι αναφορές που προηγήθηκαν επαρκούν για να πούμε ότι Ελλάδα και Κύπρος επειδή θίγονται ζωτικά συμφέροντά τους αλλά και επειδή το διακύβευμα είναι η σταθερότητα τις επόμενες δεκαετίες επείγει με όποιες δυνάμεις και ερείσματα διαθέτουν να συγκροτήσουν μια ορθολογιστική εθνική στρατηγική. Οι ανταγωνιστές τους είναι παρόντες δραστηριοποιούμενοι ενεργά και επιφέροντας πλήγματα κατά των Ελληνικών εθνικών συμφερόντων. Μεταξύ άλλων, τα συμφέροντα που αφορούν τον υποθαλάσσιο πλούτο από το Αιγαίο μέχρι την Κύπρο αλλά και ζητήματα κρατικής επιβίωσης που αφορούν την Ελληνική Επικράτεια στην Θράκη και στο Αιγαίο και την επιβίωση της Κυπριακής Δημοκρατίας ως ανεξάρτητο κράτος.