ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ ----- Ουκρανία vs Ρωσία

Ουκρανία vs Ρωσία ( Συλλογή άρθρων - Ανανεώνεται)

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012

Για την εξέγερση της 17ης Νοέμβρη 1973

του Γ.Χατζόπουλου


Η προτεραιότητα των γεγονότων
H ε­πι­και­ρό­τη­τα ή το α­νε­πί­και­ρο της λο­γι­κής δια­δι­κα­σί­ας που σκο­πεύ­ει στην κα­τα­νό­η­ση της ση­μα­σί­ας των γε­γο­νό­των του πε­ρα­σμέ­νου Νο­έμ­βρη και στην ε­πι­σή­μαν­ση των δυ­να­το­τή­των ή των α­διε­ξό­δων, τα ο­ποί­α α­πο­κα­λύ­φτη­καν, κρί­νε­ται α­πό την ι­δε­ο­λο­γι­κή και ψυ­χι­κή κα­τά­στα­ση του κα­θε­νός. Υ­πάρ­χουν πράγ­μα­τι δια­θέ­σεις και άλ­λα συμ­φέ­ρο­ντα που υ­πο­χρε­ώ­νουν ά­το­μα ή σύ­νο­λα σε δια­φο­ρε­τι­κή στά­ση. Άλ­λοι αι­σθά­νο­νται την α­νά­γκη για μια γρή­γο­ρη και ε­ξαι­ρε­τι­κά βια­στι­κή ερ­μη­νεί­α των γε­γο­νό­των, προ­κει­μέ­νου να τα ευ­θυ­γραμ­μί­σουν προς τις προ­κα­τα­σκευα­σμέ­νες πο­λι­τι­κές τους α­πό­ψεις κι έ­τσι να δια­τη­ρή­σουν ά­θι­κτη την προ­σω­πι­κή τους ψυ­χι­κή ι­σορ­ρο­πί­α ή α­νέ­πα­φη την συ­νο­χή της ορ­γά­νω­σης-μη­χα­νι­σμού, την ο­ποί­α διευ­θύ­νουν ή στην ο­ποί­α υ­πο­τάσ­σο­νται: εί­ναι η πε­ρί­πτω­ση των κρα­τι­κών ορ­γά­νων (που πιέ­ζο­νται για να πλη­ρο­φο­ρή­σουν), ό­πως κι ε­κεί­νη των πο­λι­τι­κών σχη­μα­τι­σμών που αιφ­νι­διά­στη­καν τό­σο, που μό­νο με την α­πό­κρυ­ψη και την ε­θε­λο­τυ­φλί­α πα­ρη­γο­ρού­νται κι ελ­πί­ζουν. Α­ντί­θε­τα, άλ­λοι δεν βλέ­πουν την α­νά­γκη για έ­ξαρ­ση και ι­διαί­τε­ρη α­πα­σχό­λη­ση με τα ί­δια γε­γο­νό­τα, τα ο­ποί­α ό­σο απο­μα­κρύ­νο­νται α­πό το κέ­ντρο της πα­ρα­τή­ρη­σης τό­σο το κα­λύ­τε­ρο – υ­πάρ­χει έ­τσι η ελ­πί­δα ό­τι τα πράγ­μα­τα θ’ α­κο­λου­θή­σουν τον δρό­μο τους ό­πως και πριν και ότι πα­ρο­δι­κή ή­ταν η α­να­κα­το­σού­ρα: εί­ναι η πε­ρί­πτω­ση των και­ρο­σκό­πων κά­θε α­πό­χρω­σης κι ό­σων εί­τε δεν τολ­μούν να α­να­συ­ντά­ξουν τον ε­αυ­τό τους εί­τε πα­ρα­δί­δο­νται και πα­θη­τι­κά ε­ναρ­μο­νί­ζο­νται με το κά­θε αύ­ριο. Και οι, χο­ντρι­κά, δυο και α­ντί­θε­τες πα­ρα­πά­νω συ­μπε­ρι­φο­ρές (βια­στι­κή τα­κτο­ποί­η­ση- πα­ρα­μέ­λη­ση) έ­χουν τού­το το κοι­νό: υ­πο­τάσ­σουν το α­ντι­κει­με­νι­κό στο υ­πο­κει­με­νι­κό με την ελ­πί­δα πως θα γλυ­τώ­σουν α­πό τις συ­νέ­πειες. Α­νε­ξάρ­τη­τα ό­μως α­πό τις προσ­δο­κί­ες και τις αυ­τα­πά­τες των υ­πο­κει­μέ­νων τού­των των στά­σε­ων, εί­ναι βέ­βαιο ό­τι η α­να­στο­λή της δια­δι­κα­σί­ας για εμ­βά­θυν­ση στα γε­γο­νό­τα ή η με­μο­νω­μέ­νη και α­το­μι­κή ε­να­σχό­λη­ση συ­νε­πά­γε­ται, με την πά­ρο­δο του χρό­νου, το λι­γό­στε­μα ή και την ε­ξα­φά­νι­ση ο­ρι­σμέ­νων δυ­να­το­τή­των. Δη­λα­δή, η κα­τα­νό­η­ση των γε­γο­νό­των και η πο­λι­τι­κή, η­θι­κή και ι­δε­ο­λο­γι­κή α­πό­στα­ξή τους εί­ναι έρ­γο των συ­νει­δή­σε­ων ε­κεί­νων, που, χω­ρίς να ξε­περ­νούν τους κα­θο­ρι­σμούς της ε­πο­χής, μπο­ρούν, μέ­σα α­πό γε­γο­νό­τα που χω­ρο­ποιούν τον χρό­νο, να κα­τα­λά­βουν το χτες και να υ­πο­ψια­στούν το αύ­ριο. Γε­νι­κή προ­ϋ­πό­θε­ση γι αυ­τό εί­ναι η α­να­γνώ­ρι­ση της προ­τε­ραιό­τη­τας των γε­γο­νό­των, η πα­ρα­δο­χή της συ­μπυ­κνω­μέ­νης κι ε­ξαι­ρε­τι­κής υ­φής τους, η έ­ντο­νη προ­σπά­θεια ν’ α­πο­φύ­γου­με τον ε­μπει­ρι­σμό χω­ρίς να βου­λιά­ξου­με στις γε­νι­κές και α­φη­ρη­μέ­νες α­λή­θειες. Η ε­ξα­σφά­λι­ση της προ­ϋ­πό­θε­σης αυ­τής εί­ναι μπο­ρε­τή μό­νο εφ’ ό­σον η συ­γκυ­ρί­α το ’φε­ρε έ­τσι, ώ­στε να μη μπο­ρού­με να η­συ­χά­σου­με πα­ρά με την α­να­κά­λυ­ψη και με την ε­ναρ­μό­νι­ση προς τον ρυθ­μό, δηλ. τον νέ­ο ρυθ­μό που α­πο­τύ­πω­σαν στις συ­νει­δή­σεις τα γε­γο­νό­τα.
Ο Νοέμβρης, εστιακός μήνας
Ο πε­ρα­σμέ­νος Νο­έμ­βρης έ­γι­νε ε­στια­κός πο­λι­τι­κός μή­νας. Κα­τά τη διάρ­κειά του συ­νέ­πε­σαν α­ντι­κει­με­νι­κές δια­δι­κα­σί­ες και δια­σταυ­ρώ­θη­καν ρεύ­μα­τα που μέ­χρι τό­τε κι­νού­νταν σε δια­φο­ρε­τι­κά και σχε­τι­κά α­νε­ξάρ­τη­τα ε­πί­πε­δα. Τον ί­διο και­ρό α­να­πτύ­χθη­καν πρω­το­βου­λί­ες και προ­κλή­θη­καν διερ­γα­σί­ες που εί­ναι α­δύ­να­τη η ε­κτί­μη­σή τους. Ο κοι­νω­νι­κά πιο με­στός α­πό την ε­πο­χή της α­πε­λευ­θέ­ρω­σης τού­τος μή­νας α­πό­κτη­σε τη φυ­σιο­γνω­μί­α του στο Πο­λυ­τε­χνεί­ο, για­τί ε­κεί συ­ντε­λέ­στη­κε η δια­σταύ­ρω­ση και το ξε­πέ­ρα­σμα των ε­πι­μέ­ρους, των ποσο­τι­κών με­γε­θών. Αυ­τό εί­ναι τό­σο α­ναμ­φι­σβή­τη­το ό­σο προ­βλη­μα­τι­κή εί­ναι η φυ­σιο­γνω­μί­α της νέ­ας ποιό­τη­τας. Η κο­ρύ­φω­ση-Πο­λυ­τε­χνεί­ο α­πο­τε­λεί στρό­βι­λο στο ξέ­σπα­σμα του ο­ποί­ου συμ­βά­λα­νε πολ­λά ρεύ­μα­τα, εί­ναι το ε­πι­στέ­γα­σμα μιας ο­λό­τη­τας πολ­λών α­ντι­θε­τι­κών, νέ­ων και πα­λαιών, γνη­σί­ων και πλα­στών πα­ρα­γό­ντων και κα­τα­στά­σε­ων. Αν εί­ναι έ­τσι, τό­τε χρειά­ζε­ται προ­σε­κτι­κή με­λέ­τη των σχέ­σε­ων και των δια­δι­κα­σιών και τολ­μη­ρή σύν­δε­ση των ε­ξω­τε­ρι­κά ά­σχε­των φαι­νο­μέ­νων, για να κα­τα­νο­ή­σου­με το συ­ντε­λε­σμέ­νο ό­λο και να ση­μειώ­σου­με τις τά­σεις και τις ρο­πές που πε­ριέ­χει. Α­σφα­λώς δεν θα’ ναι χρή­σι­μη η α­ντί­λη­ψη που υ­πο­τι­μά­ει τον κα­θο­ρι­στι­κό ρό­λο των γε­νι­κών κοι­νω­νι­κών σχέ­σε­ων και αλ­λη­λου­χιών, για­τί μο­νά­χα έ­τσι μπο­ρεί να δώ­σει υ­πό­στα­ση και να α­παι­τή­σει α­να­γνώ­ρι­ση για τη δρα­στη­ριό­τη­τα α­τό­μων ή κύ­κλων. Πα­ρό­μοια, κά­θε α­πο­λο­γη­τι­κή, δηλ. ο­ποια­δή­πο­τε προ­σέγ­γι­ση με έ­τοι­μα και «α­ντι­κει­με­νι­κά» γε­νι­κά συ­μπε­ρά­σμα­τα, δεν α­πο­κλεί­ε­ται να κά­νει χρή­σι­μες πα­ρα­τη­ρή­σεις, αλ­λά δεν έ­χει κα­μιά πι­θα­νό­τη­τα να συλ­λά­βει τον ρυθ­μό και την ι­διο­μορ­φί­α του συ­νό­λου. Ο Νο­έμ­βριος συ­γκε­φα­λαιώ­νει, υ­πό ε­ξαι­ρε­τι­κές συν­θή­κες, τις βα­σι­κές α­ντι­θέ­σεις του ε­θνι­κού χώ­ρου, ε­νώ το Πο­λυ­τε­χνεί­ο με­τα­σχη­μα­τί­ζει σε συ­νεί­δη­ση και πρω­το­βου­λί­α, δηλ. με­τα­στοι­χειώ­νει πο­λι­τι­κά κι αν­θρώ­πι­να τα τυ­φλά κοι­νω­νι­κά με­γέ­θη. Το Πο­λυ­τε­χνεί­ο, έ­νας τό­πος που έ­γι­νε ο­ρό­ση­μο του χρό­νου, αρ­μέ­γει και σπέρ­νει ταυ­τό­χρο­να, εί­ναι τέρ­μα και ξε­κί­νη­μα. Αν θε­λή­σου­με να ο­νο­μα­τί­σου­με το πε­ριε­χό­με­νο του Νο­έμ­βρη, που α­πο­τε­λεί η­με­ρο­μη­νια­κά το φό­ντο και την ά­με­ση προ­έ­κτα­ση της λα­ϊ­κής ε­ξέ­γερ­σης της 17ης, θα βρού­με: α) την ε­πί­ση­μη α­να­γνώ­ρι­ση του α­κα­τά­σχε­του πλη­θω­ρι­σμού με την α­νοι­χτή α­να­κοί­νω­ση για αύ­ξη­ση της τι­μής των υ­γρών καυ­σί­μων, β) τα ε­πει­σό­δια κα­τά το μνη­μό­συ­νο του Γ. Πα­παν­δρέ­ου και την δί­κη που α­κο­λού­θη­σε, γ) το α­διέ­ξο­δο στο πρώ­το στά­διο του πο­λι­τι­κού πα­ζα­ριού και την α­να­κοί­νω­ση για το ά­νοιγ­μα της δεύ­τε­ρης φά­σης – συ­νέ­ντευ­ξη Μαρ­κε­ζί­νη, δ) την κα­τά­λη­ψη του Πο­λυ­τε­χνεί­ου α­πό φοι­τη­τές, στους ο­ποί­ους προ­σχώ­ρη­σαν μα­θη­τές και νέ­οι ερ­γά­τες, και το κά­λε­σμα του λα­ού σ’ ε­ξέ­γερ­ση, ε) την κυ­ριάρ­χη­ση των λα­ϊ­κών μα­ζών για 24 πε­ρί­που ώ­ρες σε με­γά­λο τμή­μα της Α­θή­νας, στ) την κή­ρυ­ξη και πά­λι του στρα­τιω­τι­κού νό­μου και το α­νη­λε­ές έ­νο­πλο κα­τα­σταλ­τι­κό χτύ­πη­μα των δια­δη­λω­τών, ζ) το πρα­ξι­κό­πη­μα της 25ης και την α­να­τρο­πή των Πα­πα­δό­που­λου-Μαρ­κε­ζί­νη με τη δια­τή­ρη­ση του στρα­τιω­τι­κού νό­μου.
Οι μεγάλες αντιθέσεις της περιόδου
Και η α­πλή α­πα­ρίθ­μη­ση των γε­γο­νό­των υ­πο­ψιά­ζει για το ξέ­σπα­σμα την πε­ρί­ο­δο αυ­τή πολ­λών α­ντι­θέ­σε­ων της δη­μό­σιας ζω­ής. Πρώ­το: εί­ναι η α­ντί­θε­ση του συ­νό­λου των λα­ϊ­κών και μι­κρο­α­στι­κών στρω­μά­των, ι­δί­ως των πό­λε­ων, προς τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα και τους φο­ρείς της κυ­βερ­νη­τι­κής οι­κο­νο­μι­κής πο­λι­τι­κής. Ο λα­ός αι­σθά­νε­ται, α­πό την αρ­χή του 1973 ή­δη, την α­ό­ρα­τη α­πει­λή του πλη­θω­ρι­σμού και α­νη­συ­χεί φο­βού­με­νος ό­τι θα πλη­ρώ­σει ο ί­διος τα μα­ζε­μέ­να α­διέ­ξο­δα, χά­νο­ντας τις ως τα χτες στα­θε­ρές κα­τα­να­λω­τι­κές α­νέ­σεις του. Η α­νη­συ­χί­α τού­τη τον ευαι­σθη­το­ποιεί και πο­λι­τι­κά. Δεύ­τε­ρο: εί­ναι η ε­νερ­γή α­ντί­θε­ση της νε­ο­λαί­ας ε­νά­ντια στις δια­δι­κα­σί­ες κοι­νο­βου­λευ­τι­κού μα­σκα­ρέ­μα­τος του πο­λι­τι­κού ε­ξαν­δρα­πο­δι­σμού που την χει­ρα­φε­τεί α­πό ά­νι­σες ε­πιρ­ρο­ές εν­δια­μέ­σων και­ρο­σκο­πι­κών πο­λι­τι­κών τέ­ως κομ­μά­των. Τρί­το: εί­ναι η α­ντί­θε­ση των φοι­τη­τών προς το κρα­τούν σύ­στη­μα σχέ­σε­ων στα πα­νε­πι­στή­μια και στην ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νί­α γε­νι­κό­τε­ρα και η τα­χύ­τα­τη ε­πα­να­στα­τι­κο­ποί­η­ση του φοι­τη­τι­κού κι­νή­μα­τος. Τέ­ταρ­το: εί­ναι οι α­ντι­θέ­σεις α­νά­με­σα στον Πα­πα­δό­που­λο και το Μη­χα­νι­σμό του και στις α­ντι­στα­σια­ζό­με­νες (κοι­νο­βου­λευ­τι­κώς και φι­λο­συμ­μα­χι­κώς) προ­σω­πι­κό­τη­τες και ορ­γα­νώ­σεις. Η πα­ρα­τε­τα­μέ­νη α­κι­νη­σί­α των «χρο­νο­δια­γραμ­μά­των» κο­κά­λω­σε την ο­ξύ­τη­τα των α­ντι­θέ­σε­ων τού­των με α­πο­τέ­λε­σμα την έλ­λει­ψη της α­να­γκαί­ας ευ­λυ­γι­σί­ας και ε­τοι­μό­τη­τας. Πέ­μπτο: εί­ναι η α­ντί­θε­ση ο­μο­γε­νών και α­ντα­γω­νι­ζο­μέ­νων ο­μά­δων στρα­τιω­τι­κών προς την προ­σω­πι­κή πο­λι­τι­κή προ­ο­πτι­κή που οι­κο­δο­μεί ο Πα­πα­δό­που­λος με τα «πο­λι­τι­κά» και «δη­μο­κρα­τι­κά» α­νοίγ­μα­τα με­τά το δη­μο­ψή­φι­σμα. Αυ­τές εί­ναι οι βα­σι­κές α­ντι­θέ­σεις πρώ­του ε­πι­πέ­δου της πε­ριό­δου. Ού­τε λό­γος ό­τι αυ­τές συ­μπλη­ρώ­νο­νται α­πό α­πει­ρά­ριθ­μες άλ­λες μι­κρό­τε­ρες (π.χ. α­ντι­θέ­σεις α­νά­με­σα τους πα­πα­δο­που­λι­κούς: Μα­κα­ρέ­ζος, ή α­νά­με­σα στις διά­φο­ρες πτέ­ρυ­γες της εκ­κλη­σια­στι­κής ιε­ραρ­χί­ας κ.λ.π).H ε­πι­λο­γή γί­νε­ται ε­πει­δή α­να­γνω­ρί­ζε­ται ό­τι οι α­ντι­θέ­σεις τού­τες λει­τουρ­γούν ά­με­σα και εί­ναι α­πο­τυ­πω­μέ­νες στα γε­γο­νό­τα του Νο­εμ­βρί­ου. Ε­πί­σης χρειά­ζε­ται να υ­πο­μνη­σθεί ό­τι οι πα­ρα­πά­νω α­ντι­θέ­σεις εκ­δη­λώ­νο­νται σ’ έ­να σύ­στη­μα κοι­νω­νι­κών σχέ­σε­ων, το ο­ποί­ο αυ­λα­κώ­νε­ται α­πό άλ­λες βα­θύ­τε­ρες και χο­ντρύ­τε­ρες α­ντι­θέ­σεις, ό­τι δη­λα­δή υ­φαί­νουν πά­νω στον καμ­βά άλ­λων α­ντι­θέ­σε­ων, ό­τι α­ντα­να­κλούν άλ­λες και πε­ριέ­χο­νται σε άλ­λες. Η ε­ξι­στό­ρη­ση της δια­μόρ­φω­σης και των στα­δί­ων της κά­θε μιας α­πό τις ο­νο­μα­σθεί­σες α­ντι­θέ­σεις ού­τε δυ­να­τή εί­ναι προς το πα­ρόν ού­τε ε­ντε­λώς α­πα­ραί­τη­τη για τη κα­τα­νό­η­ση του ρυθ­μού των γε­γο­νό­των τού­των και των συ­νε­πειών τους. Αρ­κεί να ση­μειώ­σου­με σο­βα­ρά την κύ­ρια α­ντί­θε­ση, που δεν μπο­ρεί να’ ναι άλ­λη α­πό κεί­νη που α) έ­χει δρα­στι­κό­τε­ρο χα­ρα­κτή­ρα, β)έ­χει τη με­γα­λύ­τε­ρη διάρ­κεια, γ) δεν χά­νει τα στα­θε­ρά της γνω­ρί­σμα­τα, δ) δεν α­φο­μοιώ­νε­ται μέ­σα σ’ άλ­λες- το α­ντί­στρο­φο, ε) λει­τουρ­γεί δια­πλα­στι­κά και στ) πρώ­τη τρο­φο­δο­τεί την πρω­το­βου­λί­α. Εί­ναι φα­νε­ρό πως α­πό τις πέ­ντε α­ντι­θέ­σεις της πε­ριό­δου, η α­ντί­θε­ση α­νά­με­σα στον φοι­τη­τι­κό ρι­ζο­σπα­στι­σμό α­πό τη μια και στις σχέ­σεις, τους θε­σμούς και τους εκ­προ­σώ­πους του κα­θε­στώ­τος της ε­πτα­ε­τί­ας α­πό την άλ­λη, εί­ναι η θερ­μό­τε­ρη και πάνω της κα­θρε­φτί­ζο­νται διά­φο­ρες άλ­λες. Ε­πει­δή α­κρι­βώς αυ­τή η α­ντί­θε­ση ή­ταν η κυ­ρί­αρ­χη, γι’ αυ­τό έ­νας τό­πος σπου­δα­στι­κός με­τα­τρά­πη­κε σε συ­μπυ­κνω­τή και σύμ­βο­λο του γε­νι­κό­τε­ρου α­γώ­να, και με τις δια­δι­κα­σί­ες που συ­ντε­λέ­στη­καν ε­κεί και τις ζυ­μώ­σεις που α­κο­λού­θη­σαν, κα­θό­ρι­σε ο φοι­τη­τι­κός πα­ρά­γο­ντας το πε­ριε­χό­με­νο των ε­ξε­λί­ξε­ων και την κα­τεύ­θυν­ση των α­να­ζη­τή­σε­ων.
Οι διαδικασίες και το αυθόρμητο
Το Πο­λυ­τε­χνεί­ο και οι μέ­ρες που το α­κο­λού­θη­σαν άλ­λα­ξαν ο­λο­σχε­ρώς το πο­λι­τι­κό κλί­μα και έ­θε­σαν σε κί­νη­ση μη­χα­νι­σμούς και δια­δι­κα­σί­ες α­πρό­βλε­πτες. Η πρώ­τη α­να­γκαί­α πα­ρα­δο­χή εί­ναι η α­να­γνώ­ρι­ση του αυ­θόρ­μη­του χα­ρα­κτή­ρα των γε­γο­νό­των. Πράγ­μα­τι, το σύ­νο­λο των πρω­το­βου­λιών που εκ­δη­λώ­θη­καν κα­τά την διάρ­κεια των γε­γο­νό­των λο­γο­δο­τού­σε α­πο­κλει­στι­κά στις δια­θέ­σεις των πρω­τα­γω­νι­στών και στις κα­τα­στά­σεις που α­ντι­με­τώ­πι­ζαν. Δηλ. το α­νοι­χτό ξέ­σπα­σμα της α­ντί­θε­σης των φοι­τη­τών με το κα­θε­στώς δεν βρέ­θη­κε σε υ­πη­ρε­τι­κή σχέση προς άλ­λους α­ντι­πά­λους του Πα­πα­δό­που­λου, εί­τε δε­ξιούς εί­τε α­ρι­στε­ρούς. Η α­να­γνώ­ρι­ση του αυθόρμητου της ε­ξέ­γερ­σης δεν ση­μαί­νει κα­τα­λο­γι­σμό α­δυ­να­μί­ας ού­τε άρ­νη­ση της ύ­παρ­ξης πο­λι­τι­κής συ­νεί­δη­σης στα ά­το­μα που έ­δω­σαν τη δρα­στη­ριό­τη­τα, την υ­γεί­α ή και τη ζω­ή τους υ­πη­ρε­τώ­ντας τα ι­δα­νι­κά τους. Α­πλά ση­μαί­νει πως πρέ­πει να ση­μειώ­σου­με το γε­γο­νός, ό­τι και οι πρω­τα­γω­νι­στές α­κό­μα των πιο συ­νει­δη­τών πρω­το­βου­λιών δεν μπό­ρε­σαν να κα­τα­λά­βουν εκ των προ­τέ­ρων την κρι­σι­μό­τη­τά τους ού­τε πρό­βλε­ψαν τις α­λυ­σι­δω­τές συ­νέ­πειες τους. Δια­τυ­πώ­νο­ντας δια­φο­ρε­τι­κά τη σκέ­ψη, θα λέ­γα­με ό­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο η διαί­σθη­ση, δη­λα­δή ο αυ­τό­μα­τος συ­ντο­νι­σμός των αι­σθη­μά­των α­πό ποι­κί­λους ε­ρε­θι­σμούς, πα­ρά η λο­γι­κή και ο πο­λι­τι­κός υ­πο­λο­γι­σμός κί­νη­σαν το πλή­θος. Η άρ­νη­ση του στοι­χεί­ου τού­του α­πο­τε­λεί τον ό­ρο για το ξε­στρά­τι­σμα της προ­σπά­θειας να συλ­λη­φθεί το βά­θος της πρω­το­βου­λί­ας και να φτά­σου­με στα σχε­τι­κά συ­μπε­ρά­σμα­τα. Οι πιο δια­φο­ρε­τι­κές, και ε­χθρι­κές α­κό­μα με­τα­ξύ τους, πο­λι­τι­κές σκο­πι­μό­τη­τες συ­μπί­πτουν στο ση­μεί­ο τού­το. Άλ­λοι για να τρο­μά­ξουν με τη μυ­θο­λο­γί­α των υ­πο­κι­νη­τών (προ­βο­κά­το­ρες των μυ­στι­κών υ­πη­ρε­σιών, πρά­κτο­ρες των πα­ρα­νό­μων διε­θνών α­ναρ­χι­κών ο­μά­δων κ.α) κι άλ­λοι για να θρέ­ψουν τον αυ­τά­ρε­σκο υ­πο­κει­με­νι­σμό τους και να αι­σθαν­θούν ως ι­στο­ρι­κοί μο­χλοί, αρ­νού­νται ά­με­σα ή πα­ρα­με­ρί­ζουν στη σκιά το πρω­ταρ­χι­κό τού­το γνώ­ρι­σμα. Για­τί, πραγ­μα­τι­κά, αν δεν νο­θευ­τεί με τη δαι­μο­νο­λο­γί­α ή αν δεν ε­κτρα­πεί στην πε­πα­τη­μέ­νη, ο στο­χα­σμός για τα γε­γο­νό­τα ο­δη­γεί στην αυ­θε­ντι­κή σύλ­λη­ψη των στοι­χεί­ων που ε­γκυ­μο­νούν μια νέ­α, δια­φο­ρε­τι­κή α­πό τις κρα­τού­σες και τις πα­ρα­δο­σια­κές, πο­λι­τι­κή συ­νεί­δη­ση. Ε­πει­δή η αυ­τό­μα­τη κί­νη­ση κά­νει φα­νε­ρή την αυ­θε­ντι­κή, ώ­ρι­μη ό­σο και α­σα­φή πο­λιτι­κή τά­ση που ξε­πη­δά­ει στοι­χεια­κά μέ­σα α­πό τα γε­γο­νό­τα.
Η πρωτοβουλία σε άλλα χέρια
Η ση­μα­σί­α των η­με­ρών του Πο­λυ­τε­χνεί­ου εί­ναι σει­σμι­κή για τις κα­τε­στη­μέ­νες με­τα­πο­λε­μι­κά στην Ελ­λά­δα πο­λι­τι­κές σχέ­σεις και ση­μειώ­νει την αρ­χή για το νέ­ο ξε­κί­νη­μα του α­γώ­να για την ε­λευ­θε­ρί­α, την α­νε­ξαρ­τη­σί­α και το δί­κιο. Για πρώ­τη φο­ρά με­τά την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση ο ί­διος ο λα­ός α­φαι­ρεί την πρω­το­βου­λί­α α­πό τα όρ­γα­να του συ­στή­μα­τος και πρω­τα­γω­νί­ζε­ται για τον κα­θο­ρι­σμό της τύ­χης του. Για πρώ­τη φο­ρά και σε τέ­τοια έ­κτα­ση αρ­νεί­ται να γί­νει όρ­γα­νο για την προ­α­γω­γή ε­πι­διώ­ξε­ων των δια­φό­ρων ο­μά­δων της πο­λι­τι­κής μη­χα­νής. Για πρώ­τη φο­ρά α­ντι­στρέ­φε­ται η σχέ­ση λα­ού α­πό τη μια και κρα­τι­κών ορ­γά­νων ή πο­λι­τι­κών ε­λίτ α­πό την άλ­λη, με α­πο­τέ­λε­σμα να πέ­σουν στην α­βου­λί­α και στη σύγ­χυ­ση και να υ­πο­χρε­ω­θούν στη συμ­μόρ­φω­ση με την γε­νι­κή κα­τεύ­θυν­ση της πρω­το­βου­λί­ας. Έ­τσι βλέ­που­με τους «πο­λι­τι­κούς» να τί­θε­νται αλ­λη­λέγ­γυοι με τους έ­γκλει­στους και να μην α­πο­δο­κι­μά­ζουν γε­γο­νό­τα που δεν ε­γκρί­νουν και τους α­ξιω­μα­τι­κούς να πα­ρα­με­ρί­ζουν τον Πα­πα­δό­που­λο, τα­γό και σύμ­βο­λο των πο­λι­τι­κών κι ε­παγ­γελ­μα­τι­κών ε­πι­διώ­ξε­ών τους. Για τον ί­διο λό­γο οι πρω­τα­γω­νι­στές των γε­γο­νό­των φοι­τη­τές συ­γκε­ντρώ­νουν τη γε­νι­κή ε­μπι­στο­σύ­νη και τις λα­ϊ­κές προσ­δο­κί­ες. Πρό­κει­ται δη­λα­δή για αλ­λα­γή ποιο­τι­κής τά­ξης που βρί­σκει α­προ­ε­τοί­μα­στους και συ­νε­πώς αιφ­νι­διά­ζει τό­σο τους μη­χα­νι­σμούς του κοι­νο­βου­λευ­τι­κού παι­χνι­διού ό­σο και το σύ­στη­μα προ­στα­σί­ας του κα­θε­στώ­τος της ε­πτα­ε­τί­ας.
Συγκριτική σημασιολόγηση
Η α­πή­χη­ση των γε­γο­νό­των εί­ναι τέ­τοια που τα το­πο­θε­τεί στην κο­ρυ­φή των με­τα­πο­λε­μι­κών λα­ϊ­κών α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κών α­πο­πει­ρών στην Ευ­ρώ­πη. Έ­τσι κα­τα­στρέ­φε­ται ο­λο­κλη­ρω­τι­κά η α­ντί­λη­ψη πως οι αλ­λα­γές των τε­λευ­ταί­ων δε­κα­ε­τιών (με­τα­νά­στευ­ση, του­ρι­σμός) άλ­λα­ξαν τά­χα τον φι­λε­λεύ­θε­ρο και α­νυ­πό­τα­κτο χα­ρα­κτή­ρα του σύγ­χρο­νου Έλ­λη­να (σε α­ντί­θε­ση με κεί­νον της Α­ντί­στα­σης) και τον με­τέ­τρε­ψαν σε βο­λι­κό χει­ρα­γω­γού­με­νο κι εύ­πλα­στο βο­λε­ψί­α. Τα γε­γο­νό­τα υ­πο­χρε­ώ­νουν πράγ­μα­τι στην α­πο­κα­τά­στα­ση συ­νει­δη­τής σχέ­σης με την ι­στο­ρί­α των ε­θνι­κών και λα­ϊ­κών α­γώ­νων και στον πα­ρα­με­ρι­σμό ό­λων των ε­πι­φα­νεια­κών και βια­στι­κών γε­νι­κεύ­σε­ων, τις ο­ποί­ες έ­θρε­ψε για με­γά­λο διά­στη­μα ο και­ρο­σκο­πι­σμός των δια­νο­ου­μέ­νων και η άμ­βλυν­ση των συ­νει­δή­σε­ων. Το κυ­ριό­τε­ρο εί­ναι ό­τι η νε­ο­λαί­α σή­με­ρα συν­δέ­ε­ται προ­σω­πι­κά και ά­με­σα με τα μύ­χια της ε­θνι­κής και λα­ϊ­κής ψυ­χής πα­ρα­με­ρί­ζο­ντας ταυ­τό­χρο­να τα αι­σθή­μα­τα α­να­ξιό­τη­τας κι ε­νο­χής ή ε­κεί­να της ήτ­τας και του πα­νι­κού τα ο­ποί­α κου­βα­λά­νε οι με­γα­λύ­τε­ρες η­λι­κί­ες: ιε­ρό ο­λο­καύ­τω­μα.
Η καταλυτική επενέργεια
Η ε­ξέ­γερ­ση της νε­ο­λαί­ας δο­κί­μα­σε ό­λες τις κα­τε­στη­μέ­νες ε­νό­τη­τες συμ­φε­ρό­ντων, ό­λα τα συ­στή­μα­τα των κυ­ρί­αρ­χων σχέ­σε­ων, ό­λες τις ο­μά­δες προ­σώ­πων με κοι­νω­νι­κό χα­ρα­κτή­ρα. Ο παλ­μός της πρω­το­βου­λί­ας έ­τρω­σε και δια­τά­ρα­ξε αρ­κε­τές ι­σορ­ρο­πί­ες του ε­θνι­κού και πο­λι­τι­κού status quo. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: α) οι νε­ο­πα­γείς πο­λι­τι­κές σχέ­σεις της « με­τα­πο­λί­τευ­σης» και των α­ντι­πο­λι­τευο­μέ­νων κα­τα­στρά­φη­καν ο­λο­κλη­ρω­τι­κά με συ­νέ­πεια οι μεν να α­πο­μα­κρυν­θούν ο­ρι­στι­κά α­πό την κα­το­χή της ε­ξου­σί­ας οι δε άλ­λοι να χά­σουν κά­θε πι­θα­νό­τη­τα πο­λι­τι­κής πρω­το­βου­λί­ας και να πέ­σουν σε φο­βε­ρή ε­σω­τε­ρι­κή κρί­ση, β) η κρα­τι­κή ε­νό­τη­τα θρυμ­μα­τί­στη­κε με τη συ­νε­χή κα­τά­λυ­ση και τον α­να­σχη­μα­τι­σμό της νο­μι­μό­τη­τας, με την α­που­σί­α συ­ντο­νι­σμού και την πα­ρά­λυ­ση στη λει­τουρ­γί­α των βα­σι­κών ορ­γά­νων, με την ε­πι­κρά­τη­ση της νο­ο­τρο­πί­ας του α­νε­ξέ­λε­γκτου, γ) η ε­νό­τη­τα των στε­λε­χών του στρα­τεύ­μα­τος α­πο­τε­λεί α­νά­μνη­ση, ε­πει­δή ναι μεν οι α­ξιω­μα­τι­κοί α­νέ­λα­βαν πο­λι­τι­κή πρω­το­βου­λί­α αλ­λά σε τού­το υ­πο­χρε­ώ­θη­καν α­πό τα γε­γο­νό­τα χω­ρίς φυ­σι­κά να εί­ναι έ­τοι­μοι- κι έ­τσι ο­δη­γή­θη­καν στην α­τέρ­μο­νη δια­δι­κα­σί­α των δια­σπά­σε­ων και ε­πα­να­δια­σπά­σε­ων, δ) η ε­νό­τη­τα των σχέ­σε­ων της ε­ξου­σί­ας με τους Ευ­ρω­παί­ους και τους Α­με­ρι­κα­νούς κη­δε­μό­νες γνω­ρί­ζουν ε­πί­σης τις συ­νέ­πειες, ε) τέ­λος, α­κό­μη και οι «προ­σω­πι­κές» σχέ­σεις των αν­θρώ­πων υ­φί­στα­νται τη δο­κι­μα­σί­α, ε­ξαι­τί­ας των ποι­κί­λων η­θι­κών και ψυ­χο­λο­γι­κών προ­βλη­μά­των στα ο­ποί­α με­τα­στοι­χειώ­θη­κε το γε­γο­νός.
Η εξέγερση και ο περίγυρος
Το Πο­λυ­τε­χνεί­ο και οι μέ­ρες που το α­κο­λού­θη­σαν δη­μιούρ­γη­σε γε­γο­νό­τα και πραγ­μα­τι­κές κα­τα­στά­σεις που ε­πι­βά­λα­νε δια­φο­ρε­τι­κούς ρυθ­μούς ζω­ής στο κέ­ντρο της Α­θή­νας και α­να­στά­τω­σαν τις συ­νή­θειες και την πα­ντο­δυ­να­μί­α της ρου­τί­νας. Η ο­λο­έ­να και πιο ε­νερ­γή συ­μπα­ρά­στα­ση των πο­λι­τών τις πρώ­τες η­μέ­ρες της φοι­τη­τι­κής πρω­το­βου­λί­ας και η πρό­θυ­μη και ά­με­ση συμ­με­το­χή στις εκ­δη­λώ­σεις του Πο­λυ­τε­χνεί­ου μα­θη­τών και νέ­ων ερ­γα­ζο­μέ­νων εν­σαρ­κώ­νουν τις λα­ϊ­κές δια­θέ­σεις και υ­λο­ποιούν τον ε­πα­να­στα­τι­κό ρι­ζο­σπα­στι­σμό της νε­ο­λαί­ας. Η έ­νο­πλη ε­πέμ­βα­ση ε­να­ντί­ον των ε­γκλεί­στων με­τέ­τρε­ψε τις εκ­δη­λώ­σεις σε κα­θα­ρά ε­πα­να­στα­τι­κά γε­γο­νό­τα και προ­κά­λε­σε σει­ρά πρω­το­γε­νών α­ντι­δρά­σε­ων. Μέ­σα στις εκ­δη­λώ­σεις του Πο­λυ­τε­χνεί­ου και των η­με­ρών που το α­κο­λού­θη­σαν υ­πάρ­χουν συ­μπυ­κνω­μέ­νες οι δυ­να­τό­τη­τες και τα κε­νά της πρω­το­βου­λί­ας των νέ­ων κα­θώς και τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της αυ­θόρ­μη­της λα­ϊ­κής ε­ξέ­γερ­σης. Τα ί­δια γε­γο­νό­τα α­πο­δει­κνύ­ουν την α­στά­θεια των μη­χα­νι­σμών της ε­ξου­σί­ας και το α­διέ­ξο­δο της ί­διας. Οι πα­ρα­στά­σεις που κου­βα­λά­ει μα­ζί του το πλή­θος που πρω­τα­γω­νί­στη­σε σ’ αυ­τά, κι α­κό­μα οι συ­σχε­τι­σμοί στους ο­ποί­ους υ­πο­χρε­ώ­νει το μυα­λό η φο­ρά των πραγ­μά­των, πλά­θουν τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του α­γω­νι­στή της αύ­ριον.
Η ιδιοτυπία της μορφής
Το Πο­λυ­τε­χνεί­ο ως μορ­φή α­νή­κει στις εκ­δη­λώ­σεις ε­κεί­νες της α­νοι­κτής ε­ξέ­γερ­σης κα­τά της ε­ξου­σί­ας, που ε­πι­διώ­κουν εί­τε την υ­πο­γράμ­μι­ση κά­ποιου αι­τή­μα­τος, εί­τε την ε­πί­δει­ξη δύ­να­μης, εί­τε την κή­ρυ­ξη της γε­νι­κής α­νυ­πα­κο­ής και την α­να­τρο­πή της ε­ξου­σί­ας. Οι κα­τα­λή­ψεις των δη­μο­σί­ων κτη­ρί­ων ή των πα­ρα­γω­γι­κών μο­νά­δων α­πο­τε­λούν τον πιο δρα­στι­κό τρό­πο δια­μαρ­τυ­ρί­ας και θε­ω­ρού­νται α­μι­γή ε­πα­να­στα­τι­κά φαι­νό­με­να. Στη με­τα­πο­λε­μι­κή Ελ­λά­δα, η μορ­φή αυ­τή πά­λης εί­ναι σχε­τι­κά ά­γνω­στη και τού­το ο­φεί­λε­ται κα­τά κύ­ριο λό­γο στην α­πή­χη­ση και τη γνω­στή α­πο­δο­χή των κα­νό­νων του κοι­νο­βου­λευ­τι­κού παι­χνι­διού α­πό κόμ­μα­τα και ορ­γα­νώ­σεις. (Μπο­ρού­με ν’ α­να­φέ­ρου­με μια μο­νά­χα ε­ξαί­ρε­ση: την κα­τά­λη­ψη του νο­μαρ­χια­κού με­γά­ρου στο Η­ρά­κλειο της Κρή­της α­πό τους ε­ξε­γερ­μέ­νους στα­φι­δο­πα­ρα­γω­γούς το 1962). Η α­περ­γί­α πεί­νας ή­ταν για ο­λό­κλη­ρη ι­στο­ρι­κή πε­ρί­ο­δο το α­κρό­τα­το ση­μεί­ο της δια­μαρ­τυ­ρί­ας. Διε­θνώς, η κα­τά­λη­ψη χρη­σι­μο­ποιεί­ται κα­τά κύ­ριο λό­γο α­πό το φοι­τη­τι­κό κί­νη­μα και τη νε­ο­λαί­α της αμ­φι­σβή­τη­σης κι ε­πι­διώ­κει τη με­τα­τρο­πή των πα­νε­πι­στη­μια­κών χώ­ρων σε τό­πους κοι­νής κι ε­λεύ­θε­ρης συμ­βί­ω­σης και σε βή­μα προ­βο­λής ει­κο­νο­κλα­στι­κών κι ε­πα­να­στα­τι­κών ι­δα­νι­κών. Τώρα, για πρώ­τη φο­ρά στη χώ­ρα η φοι­τη­τι­κή νε­ο­λαί­α ει­ση­γεί­ται, α­μέ­σως μό­λις της δί­νε­ται η ευ­και­ρί­α, την κα­τά­λη­ψη σαν το μέ­σο για την α­να­τρο­πή της δι­κτα­το­ρί­ας. Εί­ναι εν­δει­κτι­κό ό­τι στην κα­τά­λη­ψη δεν φτά­νει ύ­στε­ρα α­πό τη δια­δι­κα­σί­α που θα ε­ξα­ντλού­σε πρώ­τα γνω­στές μορ­φές πά­λης – α­πο­χή, α­περ­γί­ες, δια­δη­λώ­σεις, ε­κλο­γι­κές α­να­με­τρή­σεις. Τού­το δεί­χνει πως οι κοι­νω­νι­κές πιέ­σεις έ­χουν πά­ρει ε­κρη­κτι­κό χα­ρα­κτή­ρα και δεν τι­θα­σεύ­ο­νται με τις συ­νη­θι­σμέ­νες τε­χνι­κές. Η με­τά­πτω­ση α­πό την ή­ρε­μη α­δια­φο­ρί­α (για τη δια­μά­χη για τον έ­λεγ­χο των α­νυ­πό­λη­πτων φοι­τη­τι­κών συλ­λό­γων) στην ε­νερ­γή πρω­το­βου­λί­α της κα­τά­λη­ψης φα­νε­ρώ­νει την τα­χύ­τη­τα των συ­νει­δη­το­ποι­ή­σε­ων, που με­τα­τρέ­πει σε φιά­σκο τις α­πό­πει­ρες χει­ρα­γώ­γη­σης. Και ε­νώ η πρώ­τη κα­τά­λη­ψη- της Νο­μι­κής – για συ­γκε­κρι­μέ­νους λό­γους έ­χει το γνώ­ρι­σμα της προ­κλη­τι­κής δια­μαρ­τυ­ρί­ας (με γε­νι­κά συν­θή­μα­τα- αι­τή­μα­τα), η δεύ­τε­ρη ε­ξε­λίσ­σε­ται σε α­νυ­πα­κο­ή, σε έ­παλ­ξη και κι­νη­τή­ρα της λα­ϊ­κής ε­ξέ­γερ­σης (με προ­στα­κτι­κή και λα­ϊ­κο­ρι­ζο­σπα­στι­κή συν­θη­μα­το­λο­γί­α).
Η περιφρούρηση απ’ έξω
Η πά­λη για την προ­στα­σί­α του Πο­λυ­τε­χνεί­ου ο­δή­γη­σε σ’ έ­να πε­ρί­πλο­κο σχη­μα­τι­σμό, σε μια πε­ρί­ερ­γη διά­τα­ξη των α­ντι­πά­λων δυ­νά­με­ων στους χώ­ρους γύ­ρω και πέ­ρα α­πό το Πο­λυ­τε­χνεί­ο και σ’ εκ­δή­λω­ση πρω­το­βου­λιών α­ξιο­πα­ρα­τή­ρη­των. Η ε­φευ­ρε­τι­κό­τη­τα του ε­ξε­γερ­μέ­νου πλή­θους α­πό τη μια προ­κά­λε­σε α­ντι­πε­ρι­σπα­σμό στις α­στυ­νο­μι­κές δυ­νά­μεις με τις α­πό­πει­ρες κα­τά­λη­ψης άλ­λων δη­μο­σί­ων κτη­ρί­ων και α­πό την άλ­λη δη­μιούρ­γη­σε τον με­γά­λο προ­στα­τευ­τι­κό κλοιό γύ­ρω α­πό τις δυ­νά­μεις ε­πέμ­βα­σης. Δεν πρέ­πει να δια­φύ­γει της προ­σο­χής ο ρό­λος που έ­παι­ξε η διά­τα­ξη τού­τη στην προ­στα­σί­α των έ­γκλει­στων και στην α­πο­τρο­πή γε­νι­κής σφα­γής τους.
Η δημοκρατία από τα κάτω
Γε­νι­κό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της ε­σω­τε­ρι­κής ζω­ής κα­τά την κα­τά­λη­ψη εί­ναι η πλή­ρης ε­πι­βο­λή της δη­μο­κρα­τί­ας των ε­γκλεί­στων μα­ζών. Το γε­γο­νός αυ­τό εί­χε τις ε­ξής συ­νέ­πειες: α) την ε­λεύ­θε­ρη και α­πρό­σκο­πτη έκ­φρα­ση του φρο­νή­μα­τος της νε­ο­λαί­ας: για πρώ­τη φο­ρά με­τά την κα­το­χή συ­μπί­πτουν στο ί­διο πρό­σω­πο οι ι­διό­τη­τες του συγ­γρα­φέ­α και του δια­νο­μέ­α των συν­θη­μά­των, του ε­μπνευ­στή και του ε­κτε­λε­στή, β) την κυ­ριαρ­χί­α της δι­κτα­το­ρί­ας των μα­ζών πά­νω σε εκ­προ­σώ­πους κι άλ­λα όρ­γα­να ε­ξου­σί­ας, με τη μορ­φή των διαρ­κών συ­ζη­τή­σε­ων και την α­ξιο­ποί­η­ση των συ­νε­λεύ­σε­ων. Οι α­πο­φά­σεις των συ­νε­λεύσ­ε­ων εί­ναι η πραγ­μα­τι­κή φω­νή των μα­ζών. Η πα­ρου­σί­α και λει­τουρ­γί­α των συ­νε­λεύ­σε­ων πα­ρα­λύ­ει τη τά­ση της κα­πη­λεί­ας και τη διά­θε­ση του πρα­ξι­κο­πη­μα­τι­σμού, γ) την ε­πι­κρά­τη­ση σχέ­σε­ων α­δελ­φι­κής αλ­λη­λεγ­γύ­ης και α­γω­νι­στι­κής συ­να­δέλ­φω­σης με βα­θύ­τα­τη α­πή­χη­ση στην ψυ­χο­λο­γί­α των ε­γκλεί­στων και στη δια­μόρ­φω­ση α­τμό­σφαι­ρας ψυ­χι­κής έ­νω­σης, δ) την ε­φέλ­κυ­ση και α­ντί­στρο­φη χρη­σι­μο­ποί­η­ση των ορ­γα­νω­μέ­νων και ψη­φο­θη­ρού­ντων πο­λι­τι­κών δυ­νά­με­ων, ε) τη γνω­ρι­μί­α α­νά­με­σα σε φοι­τη­τές, μα­θη­τές και νέ­ους ερ­γά­τες και το σβή­σι­μο των δια­φο­ρών α­πό την κοι­νή ι­διό­τη­τα του μα­χό­με­νου, στ) την καλ­λιέρ­γεια πνεύ­μα­τος πρω­το­βου­λί­ας και αι­σθή­μα­τος ευ­θύ­νης σε κά­θε ά­το­μο με α­πο­τέ­λε­σμα τη ζω­η­ρή κι εύ­τα­κτη δρα­στη­ριό­τη­τα, ζ) την ά­με­ση ε­πι­κοι­νω­νί­α με τους διερ­χό­με­νους πο­λί­τες και με τους α­κρο­α­τές του ρα­διο­φω­νι­κού σταθ­μού. με συ­νέ­πεια την ε­ξέ­λι­ξη της πο­λι­τι­κής προ­βλη­μα­τι­κής των νέ­ων.
Ο εσωτερικός συσχετισμός των δυνάμεων
Η πά­λη για τον έ­λεγ­χο των σω­μά­των (Συμ­βού­λιο, Ε­πι­τρο­πές) και για την κα­το­χή των ορ­γά­νων (με­γά­φω­να, ρ.σ., πο­λύ­γρα­φοι κ.α), που υ­λο­ποιού­σαν την ε­ξου­σί­α μέ­σα στο Πο­λυ­τε­χνεί­ο, φαί­νε­ται πως υ­πο­χρε­ώ­θη­κε να διε­ξα­χθεί μέ­σα στους ό­ρους και τις συν­θή­κες που δη­μιούρ­γη­σε η γε­νι­κή μα­χη­τι­κή α­τμό­σφαι­ρα. Η διαρ­κής λει­τουρ­γί­α των ορ­γά­νων κυ­ριαρ­χί­ας των μα­ζών, δηλ. των γε­νι­κών συ­νε­λεύ­σε­ων, δεν ά­φη­νε ου­σια­στι­κά πε­ρι­θώ­ρια για τη δια­μόρ­φω­ση στε­γα­νών και α­πο­στά­σε­ων με­τα­ξύ των ε­πά­νω και των κά­τω και για τη δη­μιουρ­γί­α τε­τε­λε­σμέ­νων. Έ­τσι άλ­λω­στε α­ντι­με­τω­πί­στη­καν τα προ­βλή­μα­τα ε­τοι­μό­τη­τας και συ­ντο­νι­σμού που δη­μιούρ­γη­σε η κα­τά­στα­ση. Στη δια­πά­λη αυ­τή φαί­νε­ται να πή­ραν μέ­ρος ου­σια­στι­κά μό­νο ο­μά­δες της α­ρι­στε­ράς γε­νι­κώς. Α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό τις ι­δε­ο­λο­γι­κές κλί­σεις τους και τον ει­δι­κό­τε­ρο πο­λι­τι­κό προ­σα­να­το­λι­σμό, το στοι­χεί­ο που τις χω­ρί­ζει σε δυο ο­μά­δες εί­ναι η ορ­γά­νω­ση: δηλ. α­πό το έ­να μέ­ρος εί­ναι οι δυο πτέ­ρυ­γες του Κ.Κ.Ε. (Δω­δε­κα­τι­κοί-Ε­σω­τε­ρι­κού) με ορ­γα­νω­μέ­νες δυ­νά­μεις και νο­ο­τρο­πί­α κα­πά­τσου κου­μα­ντα­δό­ρου, που γεν­νή­θη­κε για να χει­ρα­γω­γεί και να κα­τευ­θύ­νει τις «μά­ζες», και α­πό το άλ­λο ποι­κί­λες, χα­λα­ρές και κατ’ α­νά­γκη πει­θαρ­χι­κές στα κε­λεύ­σμα­τα του πλή­θους α­ντι­κομ­μα­τι­κές (Α­ντι­πο­λί­τευ­ση) α­ρι­στε­ρές ο­μά­δες. Φαί­νε­ται πως οι α­νορ­γά­νω­τοι, στη­ριγ­μέ­νοι στις διαρ­κείς συ­νε­λεύ­σεις και α­ξιο­ποιώ­ντας τη δύ­να­μη του αυ­θόρ­μη­του ρι­ζο­σπα­στι­σμού, α­φαί­ρε­σαν α­πό την αρ­χή την πρω­το­βου­λί­α α­πό τους κομ­μα­τι­κούς μη­χα­νι­σμούς. Το γε­γο­νός τού­το ση­μειώ­νει την κα­τί­σχυ­ση της δι­κτα­το­ρί­ας των μα­ζών α­κό­μα και μέ­σα στα ο­λι­γο­με­λή όρ­γα­να και ε­πι­βε­βαιώ­νει ό­τι η ορ­γα­νω­τι­κή α­νά­πτυ­ξη δεν εί­ναι ι­κα­νή να κα­λύ­ψει το κε­νό που δη­μιουρ­γεί η α­που­σί­α πο­λι­τι­κών θέ­σε­ων α­ντί­στοι­χων με τις πραγ­μα­τι­κές κα­τα­στά­σεις, ι­διαί­τε­ρα σε πε­ρί­ο­δο ε­πα­να­στα­τι­κού α­να­βρα­σμού.
Τα εξαιρετικά γνωρίσματα
Οι θερ­μές σχέ­σεις που σχη­μα­τί­στη­καν με­τα­ξύ των ε­γκλεί­στων του Πο­λυ­τε­χνεί­ου και η κοι­νή μοί­ρα που τους έ­δε­σε μα­ζί σφι­χτά κλό­νι­σαν σο­βα­ρά στη συ­νεί­δη­σή τους, για τις η­μέ­ρες ε­κεί­νες του­λά­χι­στον, τον τρό­πο θε­ώ­ρη­σης του κό­σμου μέ­σα α­πό το α­το­μι­κό συμ­φέ­ρον και α­πό την προ­σω­πι­κή φι­λο­δο­ξί­α και έ­πλη­ξαν καί­ρια τη φι­λαυ­τί­α. Ι­σχυ­ρό­τα­τα συ­μπιέ­στη­κε το ά­νοιγ­μα α­νά­με­σα στο «ε­γώ» και στο «αυ­τοί», η ψυ­χο­λο­γι­κή α­πό­στα­ση α­νά­με­σα στον έ­να και στους άλ­λους- έ­σπα­σε δηλ. η α­πο­μό­νω­ση του α­τό­μου, που α­να­κά­λυ­ψε την ι­στο­ρι­κή και την κοι­νω­νι­κή του διά­στα­ση μέ­σα στην πυ­ρε­τι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα του συ­νό­λου, με το ο­ποί­ο δέ­θη­κε ά­με­σα και α­πό το ο­ποί­ο δεν μπο­ρού­σε να δια­χω­ρί­σει την τύ­χη του. Η λυ­τρω­τι­κή τού­τη ταύ­τι­ση του α­τό­μου με το σύ­νο­λο εί­ναι φαι­νό­με­νο των ε­πα­να­στα­τι­κών στιγ­μών, που ζω­ντα­νεύ­ει και με­τα­τρέ­πει σε υ­λι­κή χει­ρο­πια­στή δύ­να­μη τα γε­νι­κά ι­δα­νι­κά. Η νέ­α σχέ­ση που δη­μιουρ­γεί­ται έ­τσι, δηλ. η α­νύ­ψω­ση του α­τό­μου, η α­πο­μά­κρυν­σή του α­πό ό,τι σχε­τι­κά α­σή­μα­ντο, δευ­τε­ρεύ­ον και στε­νά προ­σω­πι­κό, πολ­λα­πλα­σιά­ζει τις ι­κα­νό­τη­τές του, ε­νώ οι α­ξιο­λο­γή­σεις του για πλείστα ζη­τή­μα­τα, α­κό­μα και για τη ση­μα­σί­α της προ­σω­πι­κής ζω­ής, αλ­λά­ζουν. Εί­ναι α­κρι­βώς αυ­τές οι αλ­λα­γές και οι νέ­ες ε­ξαρ­τή­σεις που ε­ξη­γούν τη συ­μπε­ρι­φο­ρά των α­τό­μων στις στιγ­μές αυ­τές: τη δρα­στη­ριό­τη­τα, το θάρ­ρος, την αυ­το­θυ­σί­α, τη με­τριο­φρο­σύ­νη.
Η προστακτική βούληση
Τα συν­θή­μα­τα που με­τα­δί­δο­νται α­κου­στι­κά και ο­πτι­κά χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται α­πό τον α­κραί­ο ρι­ζο­σπα­στι­σμό, α­πό τον προ­στα­κτι­κό τό­νο και α­πό τις α­πει­ρά­ριθ­μες φόρ­μες και τις ποι­κί­λες εκ­δο­χές που τους προσ­δί­δει η ε­φευ­ρε­τι­κό­τη­τα των στιγ­μών, που α­πο­φεύ­γει το μο­νό­το­νο και τη στε­ρε­ο­τυ­πί­α. Στα συν­θή­μα­τα α­πο­τυ­πώ­θη­κε η ψυ­χι­κή κα­τά­στα­ση και η πο­λι­τι­κή και ι­δε­ο­λο­γι­κή φυ­σιο­γνω­μί­α των συ­γκε­ντρω­μέ­νων. Τα συν­θή­μα­τα ε­πί­σης έ­παι­ξαν τον βα­σι­κό συ­νε­κτι­κό ρό­λο και συ­νέ­δε­σαν ά­το­μα κι ο­μά­δες στους ί­διους ρυθ­μούς. Τα συν­θή­μα­τα δεν ε­πι­λέ­γο­νται με­τα­ξύ ε­κεί­νων που χρη­σι­μο­ποιού­σε η α­ντι­πο­λί­τευ­ση στον α­γώ­να της κα­τά του Πα­πα­δό­που­λου ή στο παι­χνί­δι της με το Μαρ­κε­ζί­νη, π.χ. οι λέ­ξεις «Δη­μο­κρα­τί­α», «Ο­μα­λό­τη­τα» κ.ά., αλ­λά α­πο­τε­λούν ε­ξέ­λι­ξη και προ­έ­κτα­ση των πιο ρι­ζο­σπα­στι­κών α­πό ε­κεί­να που α­κού­στη­καν κα­τά την κα­τά­λη­ψη της Νο­μι­κής τον πε­ρα­σμέ­νο Φε­βρουά­ριο. Έ­τσι βλέ­που­με την ε­ξέ­λι­ξη των συν­θη­μά­των να βρί­σκε­ται σ’ α­ντι­στοι­χί­α με την α­νά­πτυ­ξη του κι­νή­μα­τος και να εί­ναι σχε­τι­κά α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό τον τρέ­χο­ντα πο­λι­τι­κό συ­να­γω­νι­σμό και τα α­διέ­ξο­δά του. Τα συν­θή­μα­τα και οι ο­μι­λί­ες α­πο­τε­λούν α­ξιό­λο­γη πο­λι­τι­κή υ­πο­θή­κη της νε­ο­λαί­ας στον γε­νι­κό­τε­ρο α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κό α­γώ­να. Α­ξο­νι­κή θέ­ση κα­τέ­χει η υ­πο­γράμ­μι­ση της α­παί­τη­σης για κα­τά­κτη­ση και κα­το­χύ­ρω­ση της ε­θνι­κής α­νε­ξαρ­τη­σί­ας. Η προ­βο­λή της γί­νε­ται θε­τι­κά αλ­λά και με την ο­νο­μα­στι­κή κα­ταγ­γε­λί­α των μη­χα­νι­σμών και των συμ­βό­λων της ε­ξάρ­τη­σης και της κη­δε­μο­νί­ας α­πό τους ξέ­νους (Ν.Α.Τ.Ο, Α­με­ρι­κα­νοί). Δεύ­τε­ρη στη σει­ρά έρ­χε­ται η λα­ϊ­κή κυ­ριαρ­χί­α με τη δια­πό­μπευ­ση των φο­ρέ­ων, των συμ­βό­λων και της κα­τα­γω­γής της ε­ξου­σί­ας του Πα­πα­δό­που­λου και με την έ­ξαρ­ση της πλη­βεια­κής α­ντί­λη­ψης της κυ­ριαρ­χί­ας, δηλ. της Λα­ο­κρα­τί­ας. Τα ό­ρια και το κύ­ριο σώ­μα της συν­θη­μα­το­λο­γί­ας α­πο­τε­λού­νται εί­τε α­πό κα­ταγ­γε­λί­ες συ­γκε­κρι­μέ­νων κα­τα­στά­σε­ων (Ε.Σ.Α.), εί­τε, συ­χνό­τε­ρα, α­πό διά­φο­ρους συν­δυα­σμούς α­να­γκών, ι­δα­νι­κών και αι­τη­μά­των (ψω­μί, παι­δεί­α, ε­λευ­θε­ρί­α). Α­ξιο­ση­μεί­ω­τη εί­ναι η ο­λο­κλη­ρω­τι­κή α­πόρ­ρι­ψη των δια­τυ­πώ­σε­ων που χρη­σι­μο­ποιούν τα κόμ­μα­τα (ο­μα­λό­τη­τα, δη­μο­κρα­τί­α, ε­κλο­γές), α­πόρ­ρι­ψη που α­να­τρέ­πει τον α­κρο­γω­νιαί­ο λί­θο της πο­λι­τι­κής τους φι­λο­σο­φί­ας, δηλ. την α­ντί­λη­ψη εκεί­νη που δια­κη­ρύσ­σει ό­τι προ­τε­ραιό­τη­τα έ­χει η α­πο­κα­τά­στα­ση της πο­λι­τι­κής δη­μο­κρα­τί­ας, δια της ο­ποί­ας θα κα­τα­κτη­θεί η α­νε­ξαρ­τη­σί­α της χώ­ρας και η κυ­ριαρ­χί­α του λα­ού. Α­ντί­θε­τα, έ­ντο­νη προ­βάλ­λει η τά­ση για συ­μπό­ρευ­ση με γνή­σια λα­ϊ­κά αι­τή­μα­τα (Μέ­γα­ρα) και η προ­τρο­πή για ε­νιαί­α συ­μπα­ρά­τα­ξη με το λα­ό (Ερ­γά­τες, Α­γρό­τες, Φοι­τη­τές). Εί­ναι φα­νε­ρό ό­τι ε­πι­βάλ­λε­ται ο συ­σχε­τι­σμός των γε­γο­νό­των με τις α­ντι­λή­ψεις που εκ­φρά­στη­καν, α­πό τα πλή­θη που πρω­τα­γω­νί­στη­σαν, κα­τά την διάρ­κειά τους, για­τί έ­τσι μο­νά­χα γί­νε­ται μπο­ρε­τή η α­να­μέ­τρη­ση της ση­μα­σί­ας τους και, το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο, η α­να­κά­λυ­ψη του νέ­ου στοι­χεί­ου που ε­να­πο­θέ­τουν στην πο­λι­τι­κή συ­νεί­δη­ση του λα­ού.
Η Αθήνα ξεμουδιάζει
Η πό­λη, οι δρό­μοι της, οι δια­βά­τες δέ­χο­νται ά­με­σα τον α­ντί­κτυ­πο του πο­λυ­τε­χνεια­κού πυ­ρε­τού. Οι πε­ριο­χές γύ­ρω α­πό το Πο­λυ­τε­χνεί­ο εί­ναι ο χώ­ρος ό­που παίρ­νουν υ­πό­στα­ση οι ε­ξής δια­δι­κα­σί­ες: α) ε­πα­φή και ά­με­ση γνω­ρι­μί­α πολ­λών Α­θη­ναί­ων με τη μα­χη­τι­κή φοι­τη­τι­κή νε­ο­λαί­α που την α­κο­λου­θούν οι μα­θη­τές, και το ιε­ρο­λο­χί­τι­κο πνεύ­μα της (τώ­ρα ή πο­τέ) με συ­νέ­πεια την η­θι­κή τό­νω­σή τους και α­φύ­πνι­ση της πο­λι­τι­κής τους συ­νεί­δη­σης, β) κα­τά­λη­ψη κι έ­λεγ­χος των δη­μο­σί­ων χώ­ρων για 24 ώ­ρες α­πό πο­λί­τες, που σπά­ζουν το αί­σθη­μα της α­νη­μπό­ριας και ζουν στους ρυθ­μούς του Πο­λυ­τε­χνεί­ου, γ) το σκο­τά­δι της φο­βί­ας και το φί­δι της δυ­σπι­στί­ας στον δι­πλα­νό, αρ­χί­ζουν να υ­πο­χω­ρούν α­πό τη δη­μό­σια ζω­ή και να τυ­λί­γουν τους μη­χα­νι­σμούς που τα χρη­σι­μο­ποιού­σαν: τα κολ­λη­μέ­να στις ε­ξω­τε­ρι­κές ε­πι­φά­νειες των ο­χη­μά­των συν­θή­μα­τα και οι με­τα­δό­σεις του ρ/σ αιφ­νι­διά­ζουν τις αι­σθή­σεις και τα­ρά­ζουν τα μυα­λά των Α­θη­ναί­ων, δ) ε­δώ πέ­φτει ο σπό­ρος της λα­ϊ­κής α­γω­νι­στι­κής ε­νό­τη­τας, η ο­ποί­α θα προ­α­χθεί αρ­γό­τε­ρα στις ο­δο­μα­χί­ες και στα κρα­τη­τή­ρια, ε) οι ι­διω­τι­κοί χώ­ροι (γρα­φεί­α, δια­με­ρί­σμα­τα) γί­νο­νται το κα­τα­φύ­γιο για τους έ­γκλει­στους και α­πο­δεί­χνο­νται με­γά­λο με­τό­πι­σθεν για τους μα­χό­με­νους.
Η ρωγμή στην αποξένωση
Τα μέ­τρα κα­τα­στο­λής της ε­ξέ­γερ­σης και ι­διαί­τε­ρα η α­πα­γό­ρευ­ση της κυ­κλο­φο­ρί­ας των πο­λι­τών για διά­στη­μα μιας ε­βδο­μά­δας και πα­ρα­πά­νω εί­χα­νε ι­διό­μορ­φη ε­πί­δρα­ση στις σχέ­σεις με­τα­ξύ των κα­τοί­κων και ει­δι­κό­τε­ρα ό­σων δια­μέ­νουν στις πο­λυ­κα­τοι­κί­ες της πρω­τεύ­ου­σας. Α­πό τη μια με­ριά με­τα­τρέ­ψα­νε τους υ­πο­τι­θέ­με­νους τό­πους προ­σω­πι­κού και οι­κο­γε­νεια­κού α­σύ­λου σε χώ­ρους πε­ριο­ρι­σμού, με­τα­τρέ­ψα­νε τους Α­θη­ναί­ους σ’ έ­γκλει­στους μέ­σα στα ί­δια τους τα σπί­τια, και α­πό την άλ­λη τους υ­πο­χρέ­ω­σαν να μι­κρύ­νουν τη με­γά­λη α­πό­στα­ση που ψυ­χι­κά τους χώ­ρι­ζε, πα­ρό­τι πολ­λά χρό­νια μπαί­να­νε και βγαί­να­νε α­πό την ί­δια πόρ­τα. Η πο­λυ­κα­τοι­κί­α, χώ­ρος α­πο­μό­νω­σης και α­δια­φο­ρί­ας για τον δι­πλα­νό, σύγ­χρο­νο μο­να­στή­ρι και κι­βω­τός αλ­λο­τρί­ω­σης, σύμ­βο­λο της με­τα­πο­λε­μι­κής φυ­σιο­γνω­μί­ας της ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νί­ας, λει­τούρ­γη­σε για πρώ­τη φο­ρά αν­θρώ­πι­να. Ε­ξαι­τί­ας του ε­ξω­τε­ρι­κού πε­ριο­ρι­σμού, οι έ­νοι­κοι υ­πο­χρε­ώ­θη­καν να σπά­σουν τις α­γκυ­λώ­σεις και να κα­τα­φύ­γουν στην αλ­λη­λεγ­γύ­η και στην α­νά­πτυ­ξη των σχέ­σε­ών τους για την θε­ρα­πεί­α α­μέ­σων α­να­γκών (φάρ­μα­κα κ.λ.π). Έ­χει με­γά­λη ση­μα­σί­α που η προ­σέγ­γιση αυ­τή έ­γι­νε ό­χι ε­ξαι­τί­ας ε­νός φυ­σι­κού αλ­λά ε­νός κοι­νω­νι­κού γε­γο­νό­τος, ε­ξαι­τί­ας ε­νός κοι­νω­νι­κού σει­σμού. Πα­ρό­μοιες ε­πι­πτώ­σεις των γε­γο­νό­των, που συ­ντε­λούν στην αλ­λα­γή της ποιό­τη­τας των σχέ­σε­ων των αν­θρώ­πων, υ­πήρ­ξαν και άλ­λες. Γε­νι­κά δεν εί­ναι υ­περ­βο­λή ο ι­σχυ­ρι­σμός ό­τι τα γε­γο­νό­τα προ­σφέ­ρουν νέ­ο πε­ριε­χό­με­νο και και­νούρ­γιους παλ­μούς στην κα­θη­με­ρι­νή ζω­ή.
Η πολιτική πρωτοπορία του φοιτητή
Κύ­ριος συ­ντε­λε­στι­κός πα­ρά­γων στα γε­γο­νό­τα υ­πήρ­ξαν οι φοι­τη­τές. Πράγ­μα­τι, ε­νώ μέ­χρι το Μά­ιο του 1972 α­που­σιά­ζει ε­ντε­λώς α­πό τη δη­μό­σια ζω­ή (ο πα­ρά­γων «φοι­τη­τής»), τον Ο­κτώ­βριο του ί­διου χρό­νου τον βλέ­που­με να α­πο­κτά ί­δια φυ­σιο­γνω­μί­α και να παίρ­νει κοι­νω­νι­κή διά­στα­ση τέ­τοιας λο­γής και με τέ­τοια τα­χύ­τη­τα που να μη χω­ρά­ει ού­τε να προ­σαρ­μό­ζε­ται στα βα­φτι­στι­κά των δια­φό­ρων νο­νών του, δηλ. ε­κεί­νων που τον θέ­λουν ε­ξάρ­τη­μα του κρα­τι­κού μη­χα­νι­σμού τους ή των άλ­λων που τον προ­τι­μούν υ­πη­ρέ­τη των σκο­πι­μο­τή­των τους. Η ι­διαί­τε­ρη φυ­σιο­γνω­μί­α της φοι­τη­τι­κής πρω­το­βου­λί­ας (δηλ. τα κοι­νά γνω­ρί­σμα­τα των γε­γο­νό­των α­πό τα τέ­λη Ο­κτω­βρί­ου 1972 μέ­χρι τις 16 Νο­έμ­βρη) κα­θο­ρί­ζε­ται κα­τά πρώ­το λό­γο α­πό τη συ­γκυ­ρί­α των πο­λι­τι­κών σχέ­σε­ων της πε­ριό­δου αυ­τής και κα­τά δεύ­τε­ρο α­πό την εν­σάρ­κω­ση στα πρό­σω­πα των δρα­στή­ριων στοι­χεί­ων, γνω­ρι­σμά­των και στά­σε­ων που α­να­πτύ­χθη­καν την πε­ρί­ο­δο της δι­κτα­το­ρί­ας. Ό­λη αυ­τή την πε­ρί­ο­δο (’72-’73) κο­ρυ­φώ­νε­ται το α­διέ­ξο­δο των α­ντα­γω­νι­ζο­μέ­νων για την ε­ξου­σί­α δυ­νά­με­ων (δηλ. η α­ντί­στα­ση των δια­νο­ου­μέ­νων και των πο­λι­τευ­τών του χθες λή­γει χω­ρίς να συν­δε­θεί ού­τε καν πρό­σκαι­ρα με τις μά­ζες, ε­νώ, α­πό την άλ­λη, η χρε­ο­κο­πί­α της πο­λι­τι­κής των κυ­βερ­νού­ντων ε­πι­τα­χύ­νε­ται ε­ξαι­τί­ας και των διε­θνών ε­ξε­λί­ξε­ων) και αρ­χί­ζει η φά­ση των βια­στι­κών πει­ρα­μα­τι­σμών με τα δη­μο­ψη­φί­σμα­τα, την πο­λι­τι­κο­ποί­η­ση και το γνω­στό πα­ζά­ρι. Πράγ­μα­τι κα­μί­α α­πό τις πο­λι­τι­κές δυ­νά­μεις δεν ε­λέγ­χει τα φρο­νή­μα­τα ού­τε μπο­ρεί να προ­βλέ­ψει τις δια­θέ­σεις του κό­σμου και ό­λα γί­νο­νται χω­ρίς λα­ϊ­κό α­ντί­κρυ­σμα. Η ε­τσι­θε­λι­κή δια­χεί­ρι­ση ε­ξάλ­λου της ε­ξου­σί­ας α­πό τους ε­πι­βή­το­ρες της 21ης Α­πρι­λί­ου διέ­κο­ψε τη συ­νέ­χεια του ε­λέγ­χου της ε­θνι­κής και ι­διαί­τε­ρα της εκ­πο­λι­τι­στι­κής ζω­ής α­πό το ευ­ρύ φά­σμα των κοι­νο­βου­λευ­τι­κών δυ­νά­με­ων, χω­ρίς να μπο­ρεί να ε­μπνεύ­σει τί­πο­τα άλ­λο. Α­πο­τέ­λε­σμα αυ­τού ή­ταν η α­νά­πτυ­ξη πρω­το­βου­λιών που ο­δή­γη­σαν στο φαι­νό­με­νο της εκ­δο­τι­κής δη­μο­κρα­τί­ας, που, πα­ρά τις α­ντι­φά­σεις του, συ­νέ­βα­λε στην πο­λι­τι­κή φόρ­τι­ση της πνευ­μα­τι­κής ζω­ής και στην υ­πο­νό­μευ­ση των ι­δε­ο­λο­γι­κών και των πο­λι­τι­κών αυ­θε­ντιών των πα­ρα­δο­σια­κών μη­χα­νι­σμών μέ­σα στη συ­νεί­δη­ση και τα μυα­λά των νε­ό­τε­ρων. Η δη­μο­κρα­τί­α στην κί­νη­ση των ι­δε­ών που λει­τουρ­γεί πραγ­μα­τι­κά την πε­ρί­ο­δο ’68-’73, παρ’ ό­τι μπο­ρεί να θε­ω­ρη­θεί ως λύ­ση α­νά­γκης και να αμ­φι­σβη­τη­θεί ο συ­νει­δη­τός χα­ρα­κτή­ρας της, α­πο­τυ­πώ­νε­ται ο­πωσ­δή­πο­τε σ’ ε­κεί­νους που ως μό­νο αυ­θε­ντι­κά α­νε­ξάρ­τη­το το­μέ­α της δη­μό­σιας ζω­ής βρί­σκουν τον εκ­πο­λι­τι­στι­κό και ει­δι­κά τον εκ­δο­τι­κό – και αυ­τοί εί­ναι οι φοι­τη­τές. Σ’ αυ­τά πρέ­πει να προ­στε­θεί το γε­γο­νός ό­τι α­πό το ’68 έ­ως το ’72, α­να­νε­ώ­νε­ται ο­λο­κλη­ρω­τι­κά το έμ­ψυ­χο πε­ριε­χό­με­νο των Πα­νε­πι­στη­μί­ων (οι πα­λαιοί, με τις κοι­νο­βου­λευ­τι­κές α­να­μνή­σεις, φοι­τη­τές φεύ­γουν). Έ­τσι η α­που­σί­α δρα­στι­κής πο­λι­τι­κής κη­δε­μό­νευ­σης, α­πό τη με­ριά των κοι­νο­βου­λευ­τι­κών, η ορ­γα­νι­κή α­νι­κα­νό­τη­τα της δι­κτα­το­ρί­ας για ε­λα­στι­κή χει­ρα­γώ­γη­ση του μα­ζι­κού κι­νή­μα­τος (το ο­ποί­ο η ί­δια ε­πι­τά­χυ­νε με τη συ­χνή ε­πα­νά­λη­ψη του σο­βα­ρού πο­λι­τι­κού σφάλ­μα­τος της με­τά­πτω­σης α­πό την α­διαλ­λα­ξί­α στο μα­λα­κό) και οι γε­νι­κές ι­δε­ο­λο­γι­κές ε­πιρ­ρο­ές που α­σκού­νται πά­νω στους φοι­τη­τές προσ­διο­ρί­ζουν τις αρ­χι­κές συ­γκυ­ρί­ες που στα χνά­ρια τους πρω­το­εκ­δη­λώ­νε­ται η φοι­τη­τι­κή πρω­το­βου­λί­α.
Τα ψυχικά και πνευματικά χαρακτηριστικά
Οι συ­γκυ­ρί­ες αυ­τές ε­πέ­τρε­ψαν στη φοι­τη­τι­κή κί­νη­ση: α) να διέλ­θει πο­λύ γρή­γο­ρα, σχε­δόν σαν εν­δο­μή­τρια φά­ση, το στά­διο του εν­δια­φέ­ρο­ντος για τα στε­νά φοι­τη­τι­κά προ­βλή­μα­τα, β) να συν­δε­θεί με τα γε­νι­κό­τε­ρα, και ει­δι­κά με το πο­λι­τι­κό πρό­βλη­μα, με τρό­πο α­νε­ξάρ­τη­το και πρω­τό­τυ­πο, γ) να κά­νει κοι­νό κτή­μα συ­σχε­τι­σμούς και ν’ α­να­δεί­ξει α­λή­θειες που για με­γά­λη πε­ρί­ο­δο τις σκιά­ζα­νε ο βερ­μπα­λι­σμός και η πο­λι­τι­κή σο­φι­στεί­α, δ) να δώ­σει δείγ­μα­τα και μέ­τρα για το ή­θος του μα­χό­με­νου και την αυ­το­θυ­σί­α του α­γω­νι­στή, ε) να κα­τα­στεί η φοι­τη­τι­κή νε­ο­λαί­α εκ­φρα­στής της πο­λι­τι­κής συ­νεί­δη­σης του λα­ού κι ε­στί­α δια­φο­ρο­ποι­ή­σε­ων και α­να­κα­τα­τά­ξε­ων. Σαν γνω­ρί­σμα­τα της φοι­τη­τι­κής πρω­το­βου­λί­ας θα μπο­ρού­σαν ν’ α­να­φερ­θούν: α) ο πο­λι­τι­κός αυ­θορ­μη­τι­σμός – και μ’ αυ­τό πρέ­πει να εν­νο­ή­σου­με την αυ­τό­μα­τη σύν­δε­ση ο­ποιου­δή­πο­τε προ­βλή­μα­τος με το ζή­τη­μα της ε­ξου­σί­ας· ο αυ­θορ­μη­τι­σμός τού­τος εί­ναι κά­τι πο­λύ ου­σια­στι­κό­τε­ρο και πε­ρισ­σό­τε­ρο βα­θύ α­πό την ε­κά­στο­τε κομ­μα­τι­κή σκο­πι­μό­τη­τα, η ο­ποί­α σπα­νιό­τα­τα δεν στε­νεύ­ει και ου­δέ­πο­τε πα­ραι­τεί­ται α­πό τη νο­θεί­α του πε­ριε­χο­μέ­νου στην πο­λι­τι­κή συ­νεί­δη­ση των μα­ζών, β) η ι­δε­ο­λο­γι­κή ρευ­στό­τη­τα, σα να λέ­με η κα­τά­στα­ση ε­κεί­νη στην ο­ποί­α πε­ριέρ­χο­νται οι σκέ­ψεις των αν­θρώ­πων με­τά α­πό αιφ­νί­διες ε­ξε­λί­ξεις, για την κα­τα­νό­η­ση των ο­ποί­ων δεν αρ­κούν ού­τε οι α­γο­ραί­ες α­πλου­στεύ­σεις ού­τε οι δα­σκα­λί­στι­κες πα­νά­κειες, γ) το ακ­μαί­ο φρό­νη­μα, δη­λα­δή το η­θι­κό και ψυ­χο­λο­γι­κό α­πο­τέ­λε­σμα της στα­θε­ρά α­νο­δι­κής και τε­λι­κά νι­κη­φό­ρας πο­ρεί­ας των φοι­τη­τι­κών πρω­το­βου­λιών και η αί­σθη­ση της κα­θο­λι­κής συ­μπα­ρά­στα­σης, δ) η προ­σε­χής διά­σπα­σή του, ή­τοι η α­να­πό­φευ­κτη δια­δι­κα­σί­α για να υ­περ­βεί, και συ­νει­δη­τά, τον ε­αυ­τό του ή η ε­σω­τε­ρι­κή κρί­ση που θα του δη­μιουρ­γή­σει η ε­πα­φή με τη ζω­ή και το κί­νη­μα των μα­ζών, ε) η α­κτι­νο­βο­λί­α του ως προ­τύ­που, δηλ. η γε­νι­κή α­να­γνώ­ρι­ση κι ε­κτί­μη­ση για την ε­φευ­ρε­τι­κό­τη­τα, την τόλ­μη, την ω­ρι­μό­τη­τα και την ευ­στο­χί­α των εκ­δη­λώ­σε­ων.
Η καθυστερημένη λαϊκή αφύπνιση
Κι ε­νώ με την πρω­το­βου­λί­α των φοι­τη­τών της Α­θή­νας συ­ντο­νί­ζο­νται α­μέ­σως οι συ­νά­δελ­φοί τους των ε­παρ­χια­κών κέ­ντρων Θεσ­σα­λο­νί­κης και Πά­τρας και προ­βαί­νουν σε κα­τα­λή­ψεις πα­νε­πι­στη­μια­κών κτη­ρί­ων, με­τα­φέ­ρο­ντας τον πυ­ρε­τό της α­νυ­πα­κο­ής σ’ ό­λη τη χώ­ρα, δεν ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται το ί­διο με την ερ­γα­τι­κή τά­ξη της Α­θή­νας, πα­ρά μο­νά­χα συμ­βο­λι­κά, και οι λα­ϊ­κές συ­νοι­κί­ες μέ­νουν α­δρα­νείς πα­ρά τις συ­νε­χείς εκ­κλή­σεις των ε­γκλεί­στων του Πο­λυ­τε­χνεί­ου. Ό­σο για τους μι­κρο­α­στούς του κέ­ντρου, προ­τι­μούν τη θέ­ση του ψυ­χι­κά συ­μπά­σχο­ντος πα­ρα­τη­ρη­τού και α­ντα­πο­κρί­νο­νται αν­θρω­πι­στι­κά στις κλή­σεις για φάρ­μα­κα και για πε­ρί­θαλ­ψη. Ι­διαί­τε­ρη ευαι­σθη­σί­α έ­δει­ξε η νε­ο­λαί­α γε­νι­κά και ει­δι­κά οι μα­θη­τές των γυ­μνα­σί­ων, των φρο­ντι­στη­ρί­ων και των τε­χνι­κών σχο­λών, οι ο­ποί­οι και πρω­το­στά­τη­σαν στην α­νέ­γερ­ση των ο­δο­φραγ­μά­των την Πα­ρα­σκευ­ή το βρά­δυ και το πρω­ί του Σαβ­βά­του. Γε­νι­κά οι Α­θη­ναί­οι δεν υ­πο­ψιά­στη­καν (ό­πως και οι κρα­τού­ντες άλ­λω­στε) τη δύ­να­μη του αιφ­νι­δια­σμού, στον ο­ποί­ο ε­ξε­λί­χθη­κε η φοι­τη­τι­κή πρω­το­βου­λί­α, και έ­μει­ναν πα­θη­τι­κοί πα­ρα­τη­ρη­τές.

Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2012

Νεοκλής Σαρρής και ο ρόλος του πολιτικού στοχαστή

Του καθηγητή Π.Ήφαιστου

Σκοπός δεν είναι να περιγράψουμε πλήρως την επιστημονική και δημόσια παρουσία του Νεοκλή Σαρρή. Αυτό θα ήταν πολύ δύσκολο να γίνει σε μερικά λεπτά. Σκοπός είναι να δούμε που στεκόταν ο Νεοκλής Σαρρής ως επιστήμονας και ως δημόσιο πρόσωπο. Βέβαια, οι γενικεύσεις για την πολιτική σκέψη, τον ρόλο του πολιτικού στοχαστή και η προσπάθεια συσχετισμού των πορισμάτων με ένα επιστήμονα όπως ο Σαρρής ο οποίος είχε μια τόσο ιδιόμορφη διαδρομή, είναι σε κάθε περίπτωση ένα δύσκολο εγχείρημα.
Ο Σαρρής ήταν σπάνιο είδος χαλκένδερου και εξαιρετικά ανθεκτικού πολιτικού στοχαστή. Η διαδρομή του εξάλλου ήταν ζωντανή βιωματική ιστορία η οποία επειδή συνδυαζόταν με επιστημονική κατάρτιση κατόρθωνε μοναδικά αληθινές περιγραφές και ερμηνείες. Στην διαδρομή ενός πολιτικού στοχαστή κανείς δεν πρέπει να υποτιμά τις βιωματικές του εμπειρίες ιδιαίτερα όταν αναφερόμαστε σε ιστορικές καμπές και σε μεγάλα ιστορικοπολιτικά φαινόμενα. Δεν πρέπει να υποτιμάται το πόσο εμπλουτίζεται η επιστημονική γνώση όταν με αντικειμενικό τρόπο συνδυαστεί με την ζωντανές και αληθινές βιωματικές παραστάσεις. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι κύριος σκοπός της πολιτικής επιστήμης που αφορά το κράτος και την διεθνή πολιτική είναι να φωτιστεί η αλήθεια και η πραγματικότητα.
Στα αυτιά μου συχνά ηχούν τα λόγια ενός στοχαστή της εμβέλειας του Παναγιώτη Κονδύλη ο οποίος αφού κολύμπησε των ωκεανό της πολιτικής σκέψης από την μια άκρη στην άλλη δήλωσε ότι «γι’ αυτά τα πράγματα δεν υπάρχουν συνταγές και μεθοδολογικές οδηγίες ανεξάρτητες από την ατομική ποιότητα, δηλαδή την παιδεία, την εναισθητική ικανότητα και το πλούτο των συνειρμών του κάθε ερευνητή». Και συμπληρώνει ότι, «μέτρο της επιτυχίας είναι το αποτέλεσμα το οποίο μετριέται με την απάντηση στο ερώτημα πόσα και πόσο σημαντικά εμπειρικά φαινόμενα και πόση ζωντανή ιστορία κατάφερα να κάμω με αυτό τον τρόπο κατανοητή;».
Η πολιτική ζωή και ιδιαίτερα η διεθνής πολιτική ποτέ δεν ήταν ανθόσπαρτη και ποτέ δεν θα είναι. Πάντοτε ήταν και πάντοτε θα είναι εναλλακτικές άλλοτε συγκλίνουσες και άλλοτε συγκρουόμενες αξιώσεις και απαιτήσεις για το πώς πρέπει να είναι τα πράγματα και όχι κάπως αλλιώς.
Εξ αντικειμένου κανείς για να παρέμβει ουσιαστικά και ρηξικέλευθα μέσα στην βαθύτατων διανεμητικών προεκτάσεων θαυμαστή ζούγκλα της πολιτικής σκέψης, απαιτείται να είναι χαλκένδερος και σκληροτράχηλος. Αν δεν είναι ανθεκτικός ένας στοχαστής συχνά περιορίζεται σε καθωσπρέπει εξυπηρετικές συμβατικές σαπουνόφουσκες.
Είναι στην φύση των πραγμάτων όταν οι άνθρωποι παλεύουν για διαφορετικές πολιτικές επιλογές όποιος μιλά αντικειμενικά, αξιολογικά ελεύθερα, περιεκτικά και ουσιαστικά, να πυροβολείται από πολλές πλευρές. Είναι διαχρονικά επιβεβαιωμένο ότι η αγέλη των πυροβολητών είναι μεγάλη, συχνά επιστημονικά μεταμφιεσμένοι και παρασιτικά καλοβολεμένοι πανέτοιμοι για ευέλικτες εκδουλεύσεις στον εκάστοτε πολιτικό ή διεθνικό περίγυρο. Ημιμάθεια, τεμπελιά, νοσηρότητα, ιδεολογικός φανατισμός, ιδεολογική προκατάληψη και σύνδρομα ιδιοτέλειας και ιδιωτείας βράζουν όλα μαζί μέσα στο μεγάλο κοχλάζον καζάνι του πολιτικού στοχασμού. Εκεί μέσα σε αυτό το μεγάλο αλισβερίσι του πνεύματος η μοίρα κάποιων είναι να αντιστέκονται στην συμβατική σοφία και να μιλούν ορθολογιστικά.
Δική μου εκτίμηση για τον Σαρρή είναι ότι αφιέρωσε μια ζωή για να αντισταθεί σε αυτά τα γνωστά φαινόμενα, για να υπηρετήσει την γνώση και για να αναλύσει δημόσια την αλήθεια όσο πικρή και δυσάρεστη και αν ήταν για λίγους ή πολλούς.
Ενίοτε με πολεμικό τρόπο είναι αλήθεια. Όμως, υπάρχουν δύο ειδών πολεμικές σκέψεις, στάσεις και θέσεις. Εκείνες οι οποίες φιλότιμα αν όχι πηγαία όπως ο Σαρρής επιχειρεί να μιλήσει αληθινά και να πει αλήθειες και ο αντίποδάς της, ένα άλλο είδος από το οποίο απορρέουν ψεύδη, πλαστικές θέσεις, φτηνή προπαγάνδα και πολιτικός ανορθολογισμός.
Η αλήθεια ποτέ δεν βλάπτει και το καίριο ερώτημα είναι ποια είναι η πολιτικοστοχαστική φορά κίνησης που την υπηρετεί και ποια την ροκανίζει, την υπονομεύει και την ανατρέπει. Για να υπάρξουν προϋποθέσεις σταθερότητας με την Τουρκία, για παράδειγμα, πρέπει να ξέρουμε μέσα και έξω την αλήθεια για την κοινωνία αυτή, την διαδρομή της, τα προτερήματά της και τα ελαττώματά της και τους κινδύνους και τις ευκαιρίες.
Εδώ στην Ελλάδα μερικοί κινούνται με φάρο την αλήθεια και κάποιοι άλλοι για μυστήριους λόγους κινούνται μέσα σε υπόγειους λαβύρινθους που αποπροσανατολίζουν και προκαλούν αστάθεια. Ευχαριστούμε τον Νεοκλή Σαρρή ο οποίος στους τομείς γνώσης που υπηρετούσε έλεγε πάντα την αλήθεια. Το έργο του είναι παρακαταθήκη.
Πόσο ουδέτερος, αντικειμενικός και αξιολογικά ελεύθερος πρέπει ή μπορεί να είναι ένας πολιτικός στοχαστής; Ποια είναι τα όρια, οι περιορισμοί, τα δεοντολογικά ολισθήματα και η ευτελής ή αντίστροφα μεγαλοπρεπής στάση και συμπεριφορά.
Αναμφίβολα, όπως κάθε άτομο και ο πολιτικός στοχαστής, επειδή ως οντότητα χαρακτηρίζεται από ανθρωπολογική ετερότητα και από αναπόδραστη ιδία αντίληψη των πραγμάτων, όταν για συνειδησιακούς και δεοντολογικούς λόγους επιχειρεί να υπηρετήσει την αλήθεια, δηλαδή την αντικειμενική περιγραφή και ερμηνεία, αυτό που κάνει βασικά είναι να επιδίδεται σε ένα άθλημα αντίστασης στην ατομική και εθνική υποκειμενικότητά του. Λίγοι το επιτυγχάνουν και όταν αυτό συμβαίνει δεν κρύβεται.
Παρά το γεγονός ότι κανείς –για να θυμηθούμε και πάλι τον Παναγιώτη Κονδύλη και την βασανιστική επιμονή του για αξιολογική ελευθερία– δεν μπορεί να πηδήξει πάνω από τον ίσκιο του, απαιτείται εν τούτοις να είναι άγρυπνος για την υποκείμενη πραγματικότητα. Να είναι άγρυπνος για την ανάγκη περιγραφικής αντικειμενικότητας που λαμβάνει υπόψη τα λεπτά αλλά ουσιαστικά σύνορα μεταξύ της πραγματικής ζωής και του επιπέδου όπου γίνεται ανάλυση εννοιών και ιδεών. Να μπορεί πρωτίστως να αναλύει και να συνεκτιμά το γεγονός πως η προϊστορία όλων των καταστάσεων διέπεται από ηθικοκανονιστική φόρτιση σύμφωνα με την διαδρομή του φορέα και την συγκρότηση της τυπικής λογικής του.
Οι υψηλές επιδόσεις αυτού του αθλήματος περιγραφικής αντικειμενικότητας ούτως ώστε να μην στρεβλώνει κανείς την ανάλυσή του με προκαταλήψεις απαιτεί αρκετό σθένος υπέρβασης του υποκειμενισμού κάθε αναλυτή. Απαιτεί επίσης υψηλές δεξιότητες ευελιξίας μεταξύ περιγραφής και ερμηνειών που αφορούν στις σχέσεις των εκατέρωθεν κανονιστικά φορτισμένων φορέων. Αυτές οι δεξιότητες δεν αναγνωρίζονται με συμβατικό τρόπο.
Ο Σαρρής, για παράδειγμα, εκτιμώ ότι κατανοούσε και διέκρινε το γεγονός ότι μιλώντας με τους τούρκους η μιλώντας για τους τούρκους θα πρέπει να λαμβάνει πλήρως υπόψη την προϊστορία τους και την διαμόρφωσή τους. Μερικές φορές που βρέθηκα μαζί του με τούρκους συναδέλφους ήταν σαφές ότι γι’ αυτό τον λόγο αφενός μιλούσε μαζί τους ισότιμα και αφετέρου ότι μπορούσε να συνεννοηθεί σε ορθολογιστική βάση.
Η ανάλυση και η προσέγγιση ενός αντιπάλου δεν σημαίνει αγκαλιές και φιλιά, χοροπηδήματα όπως οι πίθηκοι ή άσκοπη εχθρότητα. Πρέπει να τον ξέρεις, να μιλάς ισότιμα, να σέβεσαι τα συμφέροντά του που είναι συμβατά με την διεθνή νομιμότητα και να τον αντικρούεις αποφασιστικά και ανένδοτα όταν παρανομεί και θίγει τα ζωτικά σου συμφέροντα.
Στην Ελλάδα, επειδή εδώ και καιρό υπάρχει απόφαση κατευνασμού και όχι αποτροπής της τουρκικής απειλής ουκ ολίγοι μιλούν με αστείους υποκειμενισμούς και με αναλύσεις τύπου σαπουνόφουσκας ή με προπαγάνδα που προδίδει τις θέσεις ποικίλων υποβολέων.
Ο Σαρρής λοιπόν είχε πλήρη γνώση και επίγνωση των ηθικοκανονιστικών δομών των Τούρκων και μιλούσε για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις ισόρροπα, δίκαια και αποτρεπτικά. Αυτό σε μερικούς δεν αρέσει.
Αυτών λεχθέντων, να δούμε τώρα πιο συγκεκριμένα πώς επηρεάζεται ο πολιτικός στοχαστής ως μέλος μιας εθνοκρατικής συλλογικότητας. Μπορεί να είναι αντικειμενικός; Ποια είναι τα όρια της εθνικής ταύτισης; Ποιες οι δεοντολογικές προϋποθέσεις περιγραφικής αντικειμενικότητας που υπερβαίνει την ατομική και εθνική ιδιοτέλεια; Μέχρι που μπορεί να σπρώξει την σκέψη και πως μπορεί να διατυπώσει τα επιχειρήματά του για να μην καταστεί προπαγανδιστής;
Για να απαντήσουμε απαιτείται να λάβουμε υπόψη ότι οι κοινωνικές οντότητες και οι άνθρωποι ως μέλη τους ανυψώνονται όταν αποκτήσουν ισχύ και υποβαθμίζονται όταν χάσουν την ισχύ τους. Για τις μη ηγεμονικές κοινωνίες η ουσία δεν είναι μόνο η απόκτηση εθνικής ανεξαρτησίας αλλά και η δυνατότητά τους να παραμείνουν ανεξάρτητες, δηλαδή ελεύθερες. Διαθέτοντας την οικεία πολιτεία μπορούν να οργανωθούν, να διαπραγματεύονται με τους τρίτους και να υπερασπίζονται την ελευθερία τους. Όριο ουρανός για τέτοιες στάσεις των μελών των φιλειρηνικών κοινωνιών.
Υπάρχουν επιπλέον έσχατες λογικές που δεοντολογικά δεσμεύουν τον ακέραιο πολιτικό στοχαστή. Είναι το γεγονός της ατομικής και κοινωνικής ύπαρξης. Είναι επίσης η ανθρωπολογική ετερότητά τους και τα υπέρτατα αγαθά των ανθρώπων, δηλαδή της εθνικής ανεξαρτησίας και της πολιτικής αυτοδιάθεσης πού επιτρέπει τον αγώνα κατάκτησης της πολιτικής ελευθερίας.
Υπάρχει επίσης και κάτι άλλο: Η δυνατότητα του αναλυτή να κατανοεί την διάσταση του τραγικού στην διεθνή πολιτική και η ικανότητά του να κάνει ορθολογιστικές επιλογές. Χρειάζεται πολύ κουράγιο και αντικειμενικότητα να κατανοήσει κανείς τον τραγικό χαρακτήρα όταν διαφορετικές κοινωνικές οντότητες συγκρούονται για το ίδιο πράγμα και με μορφικά την ίδια τυπική λογική.
Ο Νεοκλής Σαρρής ήταν στοχαστής εκπληκτικά ψύχραιμος και σε βαθμό που του επέτρεπε να βλέπει τέτοιες ειδοποιούς διαφορές και αποχρώσεις.
Εν τέλει, όταν σωστά στέκεσαι για την δική σου πατρίδα δεν στρέφεσαι αναίτια κατά των άλλων. Αγαπάς αν όχι ποθείς την πολιτική ελευθερία και την εθνική ανεξαρτησία και σέβεσαι τις αντίστοιχες αξιώσεις των άλλων εθνών. Υποδειγματική είναι η στάση και τα λεγόμενα του γίγαντα της δημοκρατίας και της ελευθερίας, του Ρήγα Βελεστινλή. Διλήμματα δεν είχε για ότι έλεγε περί δημοκρατίας, ελευθερίας και άλλα έθνη και δεν σχοινοβατούσε ή μιλούσε αλλοπρόσαλλα και συμβατικά. Ούτε βέβαια δίσταζε τι στάση έπρεπε να τηρήσει όταν άλλα έθνη απειλούσαν αυτό που ανήκει στο δικό του έθνος.
Κάθε άτομο μέσα στις φλέβες του οποίου ρέει αίμα και όχι θολωμένο νερό, ο οποίος δηλαδή δεν είναι ανθρωπολογικά μηδενισμένος ατομιστής και φιλοτομαριστής, οι υπαρξιακές του ταυτίσεις σημαίνουν ταυτόχρονα και διατήρηση, συντήρηση και καλλιέργεια υπαρξιακών δεσμών με το πολιτικό και πολιτισμικό περιβάλλον που τον γέννησε, τον έθρεψε και τον διαμόρφωσε.
Ο φυσιολογικός μέσος άνθρωπος σε όλο τον πλανήτη, επιπλέον, λογικό και αναμενόμενο είναι να προσκολλάται στις έσχατες λογικές και στα κοσμοθεωρητικά θέσφατα όπως συγκροτήθηκαν και διαμορφώθηκαν στην διαδρομή του δικού του έθνους. Υπερασπίζεται αυτό που του ανήκει αν χρειαστεί επιδεικνύοντας αυτοθυσία.
Παλεύει ανένδοτα για την ευημερία και την ασφάλεια της δικής του πολιτείας, υπερασπίζεται τις ιστορικές ανθρωπολογικές προϋποθέσεις της δικής του κοινωνίας και την εσωτερική πολιτική της αυτοδιάθεση, και συνηγορεί με κάθε τι που συγκροτεί και συγκρατεί δημοκρατικά την εθνοκρατική ζωή. Αναμένει επιπλέον να κάνουν το ίδιο όλοι οι άλλοι για την δική τους πατρίδα. Αυτός είναι και ο μόνος τρόπος ορθολογιστικών στάσεων στην διεθνή πολιτική.
Είναι αυτά μεμπτά και εμπόδια στην αντικειμενικότητα ενός πολιτικού στοχαστή; Το αντίθετο. Είναι προϋπόθεση αντικειμενικότητας. Άνθρωπος που δεν αγαπά την πατρίδα του δεν αγαπά καμιά άλλη, και το αντίστροφο. Είναι δηλαδή πολιτικά ελλειμματικός και τρέφεται από σύνδρομα ιδιωτείας και καταχρηστικής ιδιοτέλειας. Είναι εξ ορισμού περιφερόμενος αλήτης με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου. Εξ αντικειμένου ρέπει προς φιλοτομαρισμό, ιδιωτεία, εγωπάθεια, ηδονιστικά σύνδρομα και φιλαυτία.
Είναι ελαττώματα που γεμίζουν τα ελλείμματα της ανθρωπολογικής του υπόστασης. Εύκολα οδηγούν στην «προδοσία» σε όλες της τις βαθμίδες και αποχρώσεις, οι οποίες είναι πολλές και συχνά δυσδιάκριτες. Μεταξύ Εφιάλτη που είναι στον ένα πόλο της πολιτικής ζωής και Ευαγόρα Παλληκαρίδη που είναι στον άλλο πόλο, οι ενδιάμεσες κυμάνεις του εκκρεμούς των ανθρωπίνων στάσεων είναι βασικά άπειρες. Η φιλοπατρία είναι προϋπόθεση φοράς κίνησης προς τον πόλο όπου υψώνεται ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης. Κάτι τέτοιο στην διεθνή πολιτική είναι προϋπόθεση ορθολογισμού, αντί-ηγεμονικών στάσεων και διεθνούς σταθερότητας.
Ο Νεοκλής Σαρρής ήταν φορέας οικογενειακών παραδόσεων των Ελληνικών κοινοτήτων της μεγάλης Ελλάδας της Ανατολής. Ήταν επίσης γνώστης της ανθρωποκεντρικής ελληνικής ορθόδοξης παράδοσης. Είχε πρωτογενή γνώση, επίγνωση και βιώματα της ελληνικότητας και της διαδρομής της. Τον γέννησε μια ελληνική γη που κατακτήθηκε και δεν ανακτήθηκε. Με σπάνιο τρόπο ήταν γέννημα και θρέμμα αυτής της ελληνικότητας την ύστερη διαδρομή της οποίας βίωσε με συγκλονιστικό τρόπο. Ιστορική γνώση, κοινωνιολογική σκέψη και πολιτική σκέψη εν γένει ολοκληρώνονταν αρμονικά.
Βίωσε Οθωμανικές και νεοτουρκικές στάσεις και συμπεριφορές και τις ζύμωσε με την ελληνικότητά του χωρίς η τελευταία να αλλοιωθεί η θιγεί. Βίωσε την βαναυσότητα του νεοτουρκικού κράτους και, δυστυχώς, και του νεοελληνικού κράτους, το οποίο με πικρία και θλίψη σταδιακά ανακάλυψε ότι μόνο κατ’ όνομα είναι ανεξάρτητο.
Παρά τις αναμενόμενες δολοφονίες χαρακτήρα κατά του προσώπου του, η αλήθεια είναι ότι έβλεπε τα πάντα ψύχραιμα και λογικά. Τα βίωνε ανθρώπινα, ζωντανά και με εντυπωσιακή υπαρξιακή ένταση που του επέτρεπε εν τούτοις να διατηρεί τον πολιτικό του ορθολογισμό άθικτο. Μερικές φορές ξάφνιαζε για το πώς από την γαλήνια ψυχραιμία ξαφνικά ξεσπούσε με ελεγχόμενο τρόπο δίνοντας χρώμα, ουσία, νόημα και ευστοχία στα επιχειρήματά του.
Όντας μια πανίσχυρη κράση ανθρώπου και μια γόνιμα εκρηκτική προσωπικότητα προικισμένη με αυτό το σπάνιο προτέρημα που ονομάζεται χιούμορ, κανείς συχνά απορούσε: Πως να είναι τόσο ήπιος και ισορροπημένος σε αυτά που λέει και πως μπορούσε όταν αναπόφευκτα ως άνθρωπος προικισμένος με ψυχόρμητα εκρήγνυται να καταφέρνει να είναι τόσο δίκαιος, να είναι τόσο αντικειμενικός και να έχει τόσο χιούμορ και ευστοχία στα επιχειρήματά του.
Ασφαλώς, σε μια κοινωνία που στο τέλος όλοι ανακαλύπτουμε ότι είναι βαθύτατα ροκανισμένη, ασφυκτικά ξενοκρατούμενη, ιππευμένη από κάκιστους καβαλάρηδες και της οποίας μερικά μέλη εν τέλει με τον ένα ή άλλο τρόπο προσχωρούν στην άλλη πλευρά, λογικότατο και φυσιολογικό αν όχι πρέπον είναι να θίγονταν πολλοί από τον οξυδερκή και διεισδυτικά εύστοχο Νεοκλή Σαρρή.
Πάντοτε θα μας συνοδεύει η ζωντανή σκέψη του Νεοκλή Σαρρή, η πάμπλουτη προσωπικότητά του και ο πολιτικός του ορθολογισμός.



Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2012

Η καθεστωτική διανόηση σήμερα του Γ.Κοντογιώργη

1. Η έννοια της καθεστωτικής διανόησης ορίζει την κατηγορία εκείνη των πνευματικών ανθρώπων, οι οποίοι τοποθετούνται, από την περιοχή της επιστήμης ή της πολιτικής τους στράτευσης, ως ερμηνευτικοί αναλυτές, λειτουργικοί θιασώτες ή νομιμοποιητικοί απολογητές του κατεστημένου πολιτικού συστήματος. Κατεστημένο, από την πλευρά του, δεν είναι το απλώς κρατούν πολιτικό σύστημα, αλλά εκείνο που έχει αποκτήσει βαθιά συντηρητικό χαρακτήρα, με την έννοια ότι έρχεται σε σύγκρουση με τον χρόνο της εξέλιξης και, μάλιστα, αντιστρατεύεται το κοινό συμφέρον, δηλαδή το γενικό αίσθημα της εποχής του για την ελευθερία της κοινωνίας.

          Στην κατηγορία αυτή, ταξινομείται, με έκδηλο ομολογουμένως, τρόπο τις τελευταίες δεκαετίες, το παράδειγμα του σύγχρονου κράτους. Εφεξής, όχι μόνο οι πολιτικές του βρίσκονται σε πλήρη σύγκρουση με το συμφέρον της κοινωνίας των πολιτών, αλλά και η ίδια η δομή και η λογική του ανάγεται σε ένα παρελθόν που έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Αναφέρομαι στη θεμέλια αρχή του, τη διαφοροποίησή του από την κοινωνία, με την οικειοποίηση, κατά τρόπο μονοσήμαντο, του πολιτικού συστήματος, έτσι ώστε η τελευταία να παραμένει αποκλεισμένη από αυτό, εγκιβωτισμένη στην ιδιωτική σφαίρα, σε καθεστώς ιδιωτείας. Το κράτος αυτό, πολιτικά κυρίαρχο επί της κοινωνίας, εννοεί να ερμηνεύει αυθεντικά την έννοια του κοινωνικού και εθνικού συμφέροντος και, μάλιστα, να αντιτείνει την υπεροχή της βούλησής του απέναντι στην κοινωνική βούληση.
          Καθεστωτική, επομένως, είναι η σημερινή διανόηση, επειδή συντάσσεται με ένα (καθόλα μοναρχικό ως προς τη δομή, ολιγαρχικό ως προς τη λογική και τη λειτουργία) κράτος, το οποίο εγκαθιδρύει μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής μια σχέση που αντιβαίνει στις εξελίξεις της εποχής μας, ενώ έχει επίσης καταφανώς εκτραπεί του σκοπού της πολιτικής για τον οποίο το προόριζαν οι θεμελιωτές του.
         
          2. Έχει ενδιαφέρον να προσεχθεί ότι η καθεστωτική διανόηση για να επιτύχει τη νομιμοποίηση του "νεοτερικού" κράτους, επιστρατεύει δύο θεμελιώδη επιχειρήματα:  
          Πρώτον, ότι το σημερινό πολιτικό σύστημα, μολονότι το κατέχει εξολοκλήρου το κράτος και περιορίζει την (κατά τα άλλα, ιδιωτική) κοινωνία των πολιτών, σε έναν απλώς νομιμοποιητικό ρόλο, κατά την επιλογή του υπό στενή έννοια πολιτικού προσωπικού, είναι, παρόλ'αυτά, αντιπροσωπευτικό και δημοκρατικό. Εντούτοις, είναι απολύτως προφανές ότι δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο, διότι δεν συγκεντρώνει καμία από τις ιδιότητες της αντιπροσώπευσης ή της δημοκρατίας. Και, οπωσδήποτε, τα δύο αυτά συστήματα είναι ασύμβατα μεταξύ τους, δεν μπορεί να συνυπάρξουν στην ίδια πολιτεία.
          Και δεύτερον, ότι η κοινωνία των πολιτών αδυνατεί αντικειμενικά να αναλάβει κυβερνητικά καθήκοντα, να γίνει δηλαδή θεσμικός εταίρος της πολιτείας. Διότι, θα ισχυρισθεί, τα πολιτικά ζητήματα είναι εξαιρετικά πολύπλοκα για να τα διαχειρισθεί η άπειρη, αμαθής και εξόχως εγωιστική κοινωνία των πολιτών. Επιπλέον, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την μετατροπή της κοινωνίας σε δήμο, σε βουλευόμενο θεσμό της πολιτείας. Και τέλος, η δημοκρατία παραπέμπει στην "αθηναϊκή δημοκρατία", η οποία είναι σαφώς προ-νεοτερική και, κατ'επέκταση, κατώτερη από τη δημοκρατία της εποχής μας.
          Τι μας διδάσκει εντέλει η προσέγγιση αυτή του σημερινού κράτους εκ μέρους της καθεστωτικής διανόησης; Ότι είναι εξελικτικά ανώτερο ένα σύστημα (πολιτικά κυρίαρχης) εξουσίας από ένα σύστημα που αποδίδει την πολιτική αυτονομία στην κοινωνία. Ότι είναι ανθρωποκεντρικά πιο ολοκληρωμένο να αποφασίζει ένας τρίτος για την κοινωνία, αντί αυτή να διαφεντεύει τον εαυτό της. Εάν όντως ο ισχυρισμός αυτός είναι ορθός, γιατί δεν εφαρμόζεται άραγε και στην προσωπική ζωή ενός εκάστου; 
          Η διαρκής, από την εποχή του δυτικο-ευρωπαϊκού διαφωτισμού,  επανάληψη του πολυσήμαντου αυτού ψεύδους, δεν αποκαλύπτει απλώς την αδυναμία της σύγχρονης διανόησης να συλλάβει τις έννοιες. Συνομολογεί την πρόθεσή της να εμποδίσει την αφύπνιση της κοινωνίας, προκειμένου να μην διεκδικήσει την χειραφέτησή της. Διότι πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς την εμμονή της να διδάσκει ότι η μόνη ατομική ελευθερία κάνει τον άνθρωπο πιο ελεύθερο, από όσο σωρευτικά η ατομική, η κοινωνική και η πολιτική ελευθερία; Ή ότι το (ετερονομικό) δικαίωμα είναι ανώτερο από την αυτονομία που διασφαλίζει η ελευθερία; Να υποθέσουμε ότι η κοινωνία των πολιτών έχει να ωφεληθεί περισσότερο εάν διαδηλώνει στους δρόμους ή απεργεί (το δικαίωμα) από ότι εάν η ίδια αποφασίζει για τα του οίκου της;
         
          3. Χωρίς αμφιβολία, οι ισχυρισμοί αυτοί συνιστούν ισάριθμες πτυχές του βαθιά ολιγαρχικού επιχειρήματος της καθεστωτικής διανόησης σήμερα. Όμως, ενώ στη διάρκεια των προηγούμενων αιώνων -και μέχρι τη δεκαετία του 1980-, εμπεριείχαν ορισμένα ψήγματα προόδου, στο μέτρο που αντιτείνονταν στην απολυταρχική δεσποτεία ή στους ποικίλους όσους ολοκληρωτισμούς και στα αυταρχικά καθεστώτα, σήμερα έχουν αποκτήσει μια σαφώς αντιδραστική χροιά. Και τούτο διότι ο κόσμος έχει ήδη εισέλθει σε μια νέα φάση, η οποία προοιωνίζεται την ριζική ανατροπή των συσχετισμών σε βάρος της κοινωνίας. Ανατροπή που επήλθε επειδή το οικονομικό και το πολιτικό σύστημα παρέμειναν ερμητικά εγκιβωτισμένα στη λογική της ολιγαρχίας.
          Οι ανωτέρω επισημάνσεις δείχνουν ότι η καθεστωτική και, κατά τούτο, κρατική διανόηση έχει από μακρού διέλθει το κατώφλι της απλής κρατούσης ολιγαρχικής ιδεολογίας της εποχής και έχει μεταλλαχθεί σε ακραιφνώς αντιδραστική. Διότι αντιστρατεύεται την πρόοδο, δηλαδή την προσαρμογή του κοινωνικο-οικονομικού συστήματος στις νέες συνθήκες, έτσι ώστε να αποκατασταθεί η πολιτική ισορροπία μεταξύ κοινωνίας, κράτους και "αγοράς", για να εξοικονομηθεί στοιχειωδώς η ελευθερία και η ευημερία της κοινωνίας. Σε τελική ανάλυση, η καθεστωτική/κρατική διανόηση, προσποιείται ότι αγνοεί πως ο λόγος ύπαρξης του παντός (του κράτους, των αγορών κλπ) είναι η κοινωνία των πολιτών. 
          Από μια άλλη άποψη, η αντιδραστική μετάλλαξη της κρατικής διανόησης, αναδεικνύεται και από το γεγονός ότι επικαλείται ακόμη ως θεμέλιες αρχές της εποχής μας, εκείνες που ανέδειξε η μετα-φεουδαλική Ευρώπη. Σύμφωνα με αυτές, ο μεν άνθρωπος υποστασιοποιήθηκε ως ατομικότητα -ως ελεύθερη οντότητα-, όμως το κοινωνικο-οικονομικό και πολιτικό σύστημα έμελλε να συνεχίσει να του διαφεύγει, παραμένοντας αντικείμενο ιδιοκτησίας. Το διακύβευμα φιλελευθερισμός ή σοσιαλισμός εστιάσθηκε ακριβώς στο ερώτημα εάν την ιδιοκτησία της οικονομίας θα την έχει ο ιδιώτης ή το κράτος. Το οποίο, κράτος, με τη σειρά του, θεωρήθηκε αυτονόητο ότι θα εξακολουθούσε να κατακρατεί το πολιτικό σύστημα δίκην ιδιοκτήτη, δηλαδή ως το ταυτολογικό του ισοδύναμο.    Στην αντιπαράθεση αυτή, η κοινωνία των πολιτών εκκαλείτο να παραμείνει στον ιδιωτικό της χώρο, μακράν του οικονομικο-πολιτικού συστήματος, προορισμένη να προσφέρει την εργασία της και πολιτική νομιμοποίηση στους φορείς του.
     Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ακόμη και σήμερα ενοχοποιείται για την εκμετάλλευση το κεφάλαιο και όχι η ιδιοκτησία επί του συστήματος.
        
  4. Υπό την έννοια αυτή, αντιδραστικός είναι ο καθεστωτικός διανοούμενος που προσεγγίζει το ζήτημα του κράτους/συστήματος -όπως λ.χ. ο συνταγματολόγος ή ο πολιτικός επιστήμων, που διαπραγματεύονται το αντικείμενό τους, την πολιτεία-, υπό το πρίσμα της αντίληψης ότι τυπολογείται ως αντιπροσώπευση ή ως δημοκρατία. Είναι επίσης αδιάφορο εάν ο διανοούμενος αυτός λαμβάνει ως αφετηρία την αριστερά ή τη δεξιά, τη φιλελεύθερη ή τη σοσιαλιστική ιδεολογία. Συμβαίνει, μάλιστα, η αριστερή καθεστωτική διανόηση να είναι, ως προς πολλά, περισσότερο επιφυλακτική απέναντι στην προοπτική μιας (πολιτικής) απελευθέρωσης της κοινωνίας των πολιτών.
          Σε όλες τις περιπτώσεις, μέτρο της κατάταξης της διανόησης από την πλευρά της προόδου ή της συντήρησης/αντίδρασης αποτελεί η θέση της απέναντι στο ζήτημα της χειραφέτησης και, κατ'επέκταση, της ευημερίας της κοινωνίας των πολιτών. Όντως, τόσο η σύγχρονη κοινωνική επιστήμη όσο και οι κρατούσες ακόμη ιδεολογίες, παρακάμπτουν το πρόταγμα της  -πέραν της ατομικής-, κοινωνικής και πολιτικής ελευθερίας, με προσχηματικά επιχειρήματα, όπως ότι η "πλειοψηφία" είναι εχθρός των δικαιωμάτων ή ότι τα προβλήματα που έχει να αντιμετωπίσει η εποχή μας είναι εξαιρετικά πολύπλοκα ή της αποτελεσματικότητας της διακυβέρνησης που διασφαλίζουν οι δυνάμεις της διαμεσολάβησης κλπ.
          Όλοι μαζί αρνούνται τη λογική μιας μετεξέλιξης της πολιτείας, που θα υπερβαίνει την προ-αντιπροσωπευτική σημειολογία του σήμερα, ουσιαστικά διότι αντιμετωπίζουν με απέχθεια την ιδέα της μετάλλαξης της σχέσης μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής, που θα οδηγούσε στην ενσωμάτωση κοινωνίας των πολιτών στην πολιτεία. Απέχθεια, η οποία στοχοποιεί, επομένως, αρνητικά την αντιπροσώπευση και, μάλιστα, τη δημοκρατία.
          Κατά τούτο, η απλή κριτική προσέγγιση ή αμφισβήτηση των "δημόσιων" πολιτικών, που εκπορεύονται από το κρατούν οικονομικό ή πολιτικό σύστημα, αποτελεί μια απλώς ενδο-συστημική και, συνακόλουθα, διορθωτική πολιτική στάση, η οποία, επιπλέον, είναι φύσει αδιέξοδη. Οι ιδεολογίες της συντήρησης -η φιλελεύθερη και η σοσιαλιστική- είναι λειτουργικές συνιστώσες του κράτους, με έπαθλο την ηγεμονία του.
          Στο πλαίσιο αυτό, η σχέση του καθεστωτικού/κρατικού διανοούμενου με την πρόοδο μοιάζει απόμακρη, θα έλεγα προβληματική. Γι αυτό και επιστρατεύει τα διανοητικά απολιθώματα του διαφωτισμού και του 19ου αιώνα, προκειμένου να θεμελιώσει την συνηγορία του υπέρ του κράτους/συστήματος ή, με διαφορετική διατύπωση, την άρνησή του να αποδεχθεί την οικονομική και πολιτική χειραφέτηση της κοινωνίας. Η οποία, πια, είναι η μόνη ικανή να εξισορροπήσει τη δύναμη των αγορών και να αναγκάσει την πολιτική τάξη να εναρμονισθεί με το συμφέρον της κοινωνίας των πολιτών.
         
         5. Στην ελληνική περίπτωση, η έννοια του καθεστωτικού/κρατικού διανοούμενου επιβαρύνεται από το γεγονός ότι αναπαράγει μηρυκαστικά την απολογητική εκφορά του λόγου της πρωτο-ανθρωποκεντρικής (σοσιαλιστικής ή φιλελεύθερης) ιδεολογίας, που ανέδειξε η έξοδος της Εσπερίας από τη φεουδαρχία. Παρουσιάζει όμως την ενδιαφέρουσα ιδιαιτερότητα ότι καταγίνεται με την ενοχοποίηση της κοινωνίας και των κληρονομιών της, για τη στρεβλή λειτουργία του κράτους/συστήματος, προκειμένου να το νομιμοποιήσει.
          Υπό την έννοια αυτή, στην ελληνική περίπτωση, ο κρατικός διανοούμενος, αποβαίνει και παραδειγματικά αντιδραστικός, στο μέτρο που επιλέγει, επιπλέον, την απόρριψη των αρχών ενός θεμελιωδώς ολοκληρωμένου ανθρωποκεντρισμού, όπως εκείνου της ελληνικής οικουμένης, τον οποίον βίωσαν οι ελληνικές κοινωνίες πριν από τη μετάβασή τους στο κράτος έθνος, υπέρ ενός κόσμου απλώς μετα-φεουδαλικού και, κατά τούτο, πρωτο-ανθρωποκεντρικού, όπως ο ευρωπαϊκός.
          Ως προς αυτό, συναντάται με την ευρωπαϊκή νεοτερικότητα, η οποία ανέλαβε να "τεκμηριώσει" το εγχείρημα, υπό το πρίσμα μιας συνολικής αξιολογικής υποτίμησης του ελληνικού ανθρωποκεντρικού παραδείγματος, με γνώμονα την κοσμοσυστημική κλίμακα. Αφού, θα υποστηρίξει, η νεότερη εποχή εδράζεται στη μεγάλη κοσμοσυστημική κλίμακα, είναι καθολικά ανώτερη από τη μικρή ανθρωποκεντρική κλίμακα της πόλης, ανεξαρτήτως του απλώς πρωτο-ανθρωποκεντρικού σταδίου που αυτή διέρχεται. 

Παρασκευή 15 Ιουνίου 2012

Οι στρατηγικές σεισμικές πλάκες στα θεμέλια της ΕΕ, η Βρετανία και η παράκρουση της «κοινής» δημοσιονομικής πολιτικής

Π. Ήφαιστος www.ifestosedu.gr
Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων – Στρατηγικών Σπουδών
 
Οι διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις και η προεκλογική ένταση επισκίασαν το γεγονός ότι στο μέτωπο της Ευρωπαϊκής πολιτικής τίποτα πλέον δεν είναι δεδομένο, ενώ όλα είναι ρευστά. Τη στιγμή που οι στρατηγικές σεισμικές πλάκες κινούνται αστάθμητα στην Ευρώπη, στην Αθήνα εντούτοις κανείς δεν συνεκτιμά τις βαθύτατων προεκτάσεων συνέπειες για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα. Κανείς δεν φαίνεται να είναι σε θέση να αναλύσει το στρατηγικό περιβάλλον, να σχεδιάσει την ελληνική εθνική στρατηγική, να ορίσει σκοπούς και να οργανώσει τα μέσα και τις προσεγγίσεις εκπλήρωσής τους.
            Για να καταλάβουμε πως κινούνται οι μεγάλες δυνάμεις σήμερα χρειάζεται να συνοψίσουμε κάποιες κλασικές στρατηγικές παραμέτρους των πολυδαίδαλων σχέσεων Ουάσινγκτον/Λονδίνο – Βερολίνο – Παρίσι. Η επερχόμενη πιθανή στρατηγική αναδιάταξη και η σταθερότητα ή αστάθεια στην Ευρώπη εξαρτώνται από αυτές τις σχέσεις. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον ενέχει η έντονη δραστηριότητα της Βρετανικής διπλωματίας όσον αφορά την κρίση της ευρωζώνης. Αυτή η δραστηριοποίηση του Λονδίνου βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με μακραίωνες Βρετανικές εξισορροπητικές πρακτικές.
Το ύστερο Βρετανικό ενδιαφέρον για την ευρωζώνη οφείλεται, εκτιμάται, στον φόβο του Λονδίνου ότι η κατάσταση μπορεί να γίνει ανεξέλεγκτη. Να διαλυθεί δηλαδή το πλέγμα των μεταπολεμικών θεσμών συνεργασίας συμπεριλαμβανομένης και της ΕΕ. Κύριος διττός σκοπός της μακραίωνης Βρετανικής στρατηγικής ήταν αφενός η σταθερότητα στην ηπειρωτική Ευρώπη και αφετέρου να μην αφεθεί μια ηπειρωτική δύναμη ή μια συμμαχία δυνάμεων να ενοποιήσει την ηπειρωτική περιοχή Ανατολικά της Μάγχης. Γι’ αυτό, η Βρετανία ναι μεν έβλεπε εξαρχής θετικά την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, αλλά μόνο αν δεν οδηγούσε σε πολιτική ενοποίηση. Αυτό που βασικά θέλει το Λονδίνο είναι μια ζώνη ελευθέρων συναλλαγών υπό την υψηλή εποπτεία της Ατλαντικής Συμμαχίας.  
Η Μεγάλη Βρετανία, η οποία επί αιώνες ήταν η μεγάλη ναυτική δύναμη της Δύσης, αντικαταστάθηκε αρχές του 20ού αιώνα από τη νέα πλανητική ναυτική δύναμη, τις ΗΠΑ. Βέβαια, το Λονδίνο μερίμνησε έγκαιρα (ήδη από τη δεκαετία του 1930) να συγκροτήσει με τις ΗΠΑ μια από τις ισχυρότερες σύγχρονες συμμαχίες, γνωστή και ως «ειδική σχέση ΗΠΑ – Βρετανίας». Έκτοτε, η Βρετανική ισχύς είναι ετερόφωτη και ευθέως ανάλογη του βάθους των στρατηγικών σχέσεων του Λονδίνου με την Ουάσινγκτον. Οι σχέσεις ΗΠΑ-Βρετανίας είναι αμοιβαία επωφελείς: Πέραν του ότι η Βρετανία είναι η στενότερη σύμμαχος των ΗΠΑ είναι επίσης συχνά και μακρύ διπλωματικό χέρι της υπερατλαντικής υπερδύναμης. Το βλέπουμε να επαληθεύεται αναρίθμητες φορές. Το βλέπουμε και τώρα λόγω ευθυγράμμισης των δύο κρατών στο θέμα της κρίσης της ευρωζώνης.
Χρήσιμο είναι να γνωρίζουμε τους θεμελιώδεις άξονες της Βρετανικής διπλωματίας. Το Βρετανικό στρατηγικό δόγμα που και σήμερα ακολουθεί το Λονδίνο, διατυπώθηκε ήδη από τον Τσόρτσιλ το 1946, όταν όρισε τους τρεις κύκλους της μεταπολεμικής Βρετανικής διπλωματίας. Μεταξύ άλλων, όρισε την ειδική σχέση με τις ΗΠΑ ως την υπέρτατη επιλογή της μετά-αποικιακής Βρετανικής διπλωματίας. Στις ευρωπαϊκές υποθέσεις, αντίστοιχα, λειτουργώντας με κλασικούς Βρετανικούς στρατηγικούς όρους ενθάρρυνε τη συνεργασία αλλά όχι την ενοποίηση της Δυτικής Ευρώπης.
Ενώ αρχικά η Μεγάλη Βρετανία δεν συμμετείχε στην Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, το στίγμα των Βρετανικών σκοπών αποτυπώθηκε από τον Τσόρτσιλ όταν δήλωσε «είμαστε μαζί σας, αλλά όχι ένας από εσάς» («we are with you, but not one of you»). Το 1958 ο Μακμίλλαν, επίσης, έκανε σαφές στον Πρόεδρο Ντε Γκολ ότι ο λόγος που η Βρετανία ήθελε να ενταχθεί στην τότε ΕΟΚ –όπως τελικά και έγινε όταν αποχώρησε ο στρατηγός–, ήταν για να εμποδίσει τυχόν περαιτέρω ενοποιητικά βήματα και τυχόν στενότερες σχέσεις μιας συμμαχίας κρατών στην ηπειρωτική Ευρώπη με την Ουάσινγκτον, κατιτί που κατά τους Βρετανούς υποβαθμίζει τον ρόλο του Λονδίνου.
Τις επόμενες δεκαετίες οι κοινοί στρατηγικοί σκοποί Βρετανών και Αμερικανών συγκεκριμενοποιήθηκαν ακόμη ακριβέστερα: «Οι ΗΠΑ είναι στρατηγική δύναμη και η Ευρώπη μια περιφερειακή δύναμη», δήλωσε ο Κίζιγκερ το 1973. «Όριο είναι ο ουρανός για μια ευρωπαϊκή πολιτική διπλωματίας, άμυνας και ασφάλειας», δήλωσε η Θάτσερ το 1979, «αλλά αυτός ο ουρανός, συνέχισε, έχει οροφή, δηλαδή την Ατλαντική Συμμαχία».
Σταθερότητα, οικονομική συνεργασία, Ατλαντισμός και ισορροπία δυνάμεων και συμφερόντων είναι λοιπόν το τρίπτυχο της Βρετανικής διπλωματίας απέναντι στην ηπειρωτική Ευρώπη. Όταν αυτά δεν εκπληρώνονται το Λονδίνο δραστηριοποιείται διπλωματικά ή αν καταστεί αναπόφευκτο και στρατιωτικά. Η Βρετανία παρεμβαίνει δραστήρια, όταν η Ευρώπη οδηγείται σε αστάθεια ή όταν ενοποιείται αμφισβητώντας τη Βρετανική στρατηγική πρωτοκαθεδρία. Στην παρούσα φάση, εκτιμάται, το Λονδίνο παρεμβαίνει επειδή στρατηγικά μιλώντας διαφαίνεται στον ορίζοντα το ενδεχόμενο μιας πιθανής Γερμανικής ηγεμονίας και το φάσμα μιας ανεπίστροφης δρομολόγησης προϋποθέσεων μεγάλης αστάθειας.
Η Γερμανία ούτως ή άλλως τους τρεις τελευταίους αιώνες βρισκόταν και συνεχίζει να βρίσκεται στον πυρήνα όλων των στρατηγικών ζητημάτων της Ευρώπης και του Ευρωατλαντικού χώρου. Μετά το 1945, όλο το σύστημα ευρωπαϊκών και Ατλαντικών θεσμών του οποίου η Βρετανία υπήρξε κύριος αρχιτέκτονας, αποσκοπούσε στον οικονομικό, πολιτικό και στρατηγικό έλεγχο της Γερμανίας. Βασικά, δεν υπάρχει θεσμός στον Ευρωατλαντικό χώρο ο οποίος να μην είχε ως κύριο σημείο αναφοράς το «Γερμανικό ζήτημα».
Πρακτικά, αυτό σημαίνει, μεταξύ άλλων, τον έλεγχο των γερμανικών οικονομικών πολιτικών από υπερεθνικούς πλην διακυβερνητικά εποπτευόμενους θεσμούς, την απαγόρευση απόκτησης πυρηνικών όπλων από τη Γερμανία, την υιοθέτηση από το Βερολίνο χαμηλών τόνων στην εξωτερική πολιτική και την ένταξη των γερμανικών Ενόπλων Δυνάμεων στην Ατλαντική Συμμαχία και στους μικρότερης εμβέλειας ευρωπαϊκούς θεσμούς άμυνας και ασφάλειας. Συνολικά, ο σκοπός ήταν να διασφαλίζεται διαρκώς επαρκής στρατηγική εποπτεία επί της Γερμανίας στα πεδία της οικονομίας, της άμυνας και της διπλωματίας.
Το ρηθέν «οι ΗΠΑ με τη στρατηγική παρουσία τους στην Ευρώπη σώζουν τους ευρωπαίους από τους εαυτούς τους» συμβολίζει μια επαληθευμένη πραγματικότητα: Η Ευρώπη είναι στρατηγικά σταθεροποιημένη λόγω Αμερικανικής παρουσίας. Η σταθερότητα αυτή έχει ως συνέπεια τη στρατηγική εξάρτηση από τις ΗΠΑ στα πεδία της διπλωματίας, της άμυνας και της οικονομίας. Συντομεύοντας υπενθυμίζουμε ότι λόγω μεγάλων διλημμάτων ασφαλείας, το 1989-92, όταν η Γερμανία επανενωνόταν και πριν παρέμβουν οι ΗΠΑ, οι εύθραυστες στρατηγικές ισορροπίες στο τρίγωνο Βρετανίας-Γαλλίας-Γερμανίας έφτασαν σε σημείο τήξης και ρήξης.
Η Αμερικανική υψηλή στρατηγική με την οποία η Βρετανία συμπορεύεται πλήρως, φαίνεται να υπονομεύεται σοβαρά λόγω της χρηματοοικονομικής κρίσης. Το Λονδίνο βλέπει ξεκάθαρα ότι δημιουργούνται οι εξής συστημικές προϋποθέσεις οι οποίες δυνατό να αλλάξουν ριζικά το στρατηγικό περιβάλλον: Είτε διαλυθεί η ευρωζώνη είτε όχι, μια Γερμανική οικονομική ηγεμονία θα επιφέρει μια Γερμανική οικονομικοπολιτική πρωτοκαθεδρία. Το ίδιο ισχύει εάν διαλυθεί ή μετασχηματιστεί δραστικά η ΕΕ με σκοπό τη δημιουργία μιας «διαφοροποιημένης και ιεραρχημένης ευρωπαϊκής δομής» πολλών ταχυτήτων στην οποία αναπόδραστα θα δεσπόζει ο αναδυόμενος Γερμανικός πολιτικοοικονομικός κολοσσός.
Όπως ξεκάθαρα βλέπουμε να συμβαίνει τώρα ακόμη και υπό συνθήκες πολύ πιο χαλαρών δομών, τους πολιτικοοικονομικούς όρους των αποφάσεων τους ορίζει ο ισχυρός και ο αδύναμος υποχωρεί και προσαρμόζεται. Η ασυμμετρία σχέσεων προκαλεί οικονομική, πολιτική, στρατηγική και κοινωνική ασυμμετρία. Μέχρι τώρα αυτό μετριαζόταν επειδή επίμονα και επί δεκαετίες τα μέλη μεριμνούσαν η ΕΕ να διατηρεί αντί-ηγεμονικά χαρακτηριστικά. Δηλαδή, συναινετικές αποφάσεις, για να μην μπορεί ο ισχυρός να επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμή του και φροντίδα για να συντηρούνται και να αναπτύσσονται ισότιμες σχέσεις. Μια ιεραρχημένη δομή στη βάση κριτηρίων μεγέθους και ισχύος αλλάζει εκ βάθρων το κοινοτικό εγχείρημα και το καθιστά βασικά αχρείαστο.    
Το έμπειρο αετίσιο μάτι των Βρετανών διπλωματών, επιπλέον, βλέπει να σωρεύονται σύννεφα στο «Ανατολικό μέτωπο». Μια δηλαδή διαφαινόμενη προσέγγιση της Γερμανίας με τη Ρωσία. Απλά, όπως θα δούμε πιο κάτω, μια τέτοια εξέλιξη αναβιώνει εφιάλτες του παρελθόντος, όποτε και όταν Μόσχα και Βερολίνο συμπορεύτηκαν στρατηγικά.   
  
Η δεύτερη υψηλή στρατηγική η οποία τρίζει λόγω της κρίσης της ευρωζώνης είναι η εθνική στρατηγική της Γαλλίας την οποία θεμελίωσε ο Πρόεδρος Ντε Γκολ και την οποία υπηρέτησαν πιστά όλοι οι μετέπειτα πρόεδροι. Η Γαλλία στο πλαίσιο της δεδηλωμένης στρατηγικής της «εθνικής ανεξαρτησίας» διατηρεί πυρηνικά όπλα για μια πλανητική αναλογική στρατηγική αποτροπή, αλλά –όπως χαρακτηριστικά ειπώθηκε στο παρελθόν από υψηλά ιστάμενους Γάλλους ηγέτες–, το πυρηνικό αποτρεπτικό χρησιμεύει και ως «ψυχολογική εξισορρόπηση της Γερμανίας».
Επιπλέον, η Γαλλία ακολουθώντας μια ανεξάρτητη εθνική στρατηγική και κρατώντας επί δεκαετίες αποπνικτικά «σφικταγκαλιασμένη» τη Γερμανία με τη Συμφωνία του 1963, φρόντιζε ούτως ώστε μέχρι σήμερα η ΕΕ να παραμένει ένα κρατοκεντρικό σύστημα όπου οι υπερεθνικοί θεσμοί θα είναι εντολοδόχοι και όχι εντολείς των διακυβερνητικών θεσμών.
Για να το πούμε διαφορετικά και συνδέοντάς το με τα συντρέχοντα γεγονότα, η Γαλλία όπως και τα μικρότερα κράτη της ΕΕ δεν ήθελαν και δεν θέλουν να στριμωχθούν μέσα σε ένα υπερεθνικό θεσμό όπου λόγω υπερισχύουσας οικονομικής θέσης θα ηγεμονεύει το Βερολίνο. Φανταστείτε μια κοινή δημοσιονομική πολιτική η οποία θα είναι δήθεν υπερεθνική αλλά λόγω συντριπτικής υπεροχής της Γερμανίας θα ηγεμονεύεται από το Βερολίνο.
Οι τάσεις αυτή τη στιγμή είναι χαρακτηριστικές: Λόγω άνισου ανταγωνισμού και ασύμμετρων πολιτικοοικονομικών σχέσεων, το ένα μετά το άλλο τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη συνθλίβονται οικονομικά και υποτάσσονται με «μνημόνια» διαφόρων ειδών. Εν δυνάμει ή ήδη εμπράγματα ο πλούτος τους εκποιείται στους πλουσιότερους και μετατρέπονται σε Γερμανική αποικία νέου είδους.    
 
Οι επισημάνσεις που προηγήθηκαν μας οδηγούν στο ζήτημα των στρατηγικών προεκτάσεων της «ολοκλήρωσης» και των ύστερων νομισματικών αποφάσεων του 1991-2. Το γεγονός ότι η ΕΕ δεν προσαρμόστηκε στην κρατοκεντρική της φύση με το να μετατρέψει τους υπερεθνικούς θεσμούς σε αυστηρά εντολοδόχους των εντολέων διακυβερνητικών θεσμών, είναι ένα μεγάλο ζήτημα που αναλύθηκε αλλού (συνοπτικά αλλά πυκνά στο ημέτερο Κοσμοθεωρία των Εθνών).
Σημασία έχει εδώ να τονίσουμε ότι οι πιο πάνω λεπτές στρατηγικές ισορροπίες μπήκαν σε τροχιά αστάθειας, όταν λήφθηκε η απόφαση του 1991-92 για τη δημιουργία της ΟΝΕ. Πρόκειται για μια από τις πλέον ανορθολογικές αποφάσεις της σύγχρονης ιστορίας. Αυτή η απόφαση επαληθεύει ότι για κάποιο περίεργο λόγο ξανά και ξανά ακόμη και μεγάλα και πολύ οργανωμένα κράτη όλως περιέργως περιπίπτουν σε μοιραία και τραγικά πολιτικά σφάλματα. Αλλού υποστηρίξαμε ότι αυτό οφείλεται στο έλλειμμα πολιτικής σκέψης απόρροια μιας περιρρέουσας μοντερνιστικής ουτοπικής και ιδεολογικά βεβαρημένης ατμόσφαιρας που επέτεινε η στρατηγική και πνευματική σύγχυση του Ψυχρού Πολέμου και της παραληρηματικής μεταψυχροπολεμικής εποχής.  
Οι Γάλλοι, για παράδειγμα, αφελώς πίστεψαν πως «δένοντας το Βερολίνο με τις κλωστές» ενός νομισματικού συντονισμού θα ήλεγχαν τον ενοποιημένο πια Γερμανικό οικονομικό και κοινωνικό γίγαντα. Η ένταξη της Αυστρίας μαζί με τη σταδιακή ανάπτυξη δεσμών με τις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης απλά οδήγησε σε ένα πανίσχυρο γερμανικό μπλοκ στο κέντρο της Ευρώπης, που συνθλίβει οικονομικά τις ασθενέστερες εθνικές οικονομίες του Νότου και όχι μόνο. Εν τούτοις, οι Γάλλοι πίστεψαν εσφαλμένα πως δεν είχε μεγάλη σημασία η Γερμανική οικονομική ισχύς αυτή καθεαυτήν εάν δημιουργούσαν νομισματικούς εποπτικούς θεσμούς.
Παρενθετικά επισημαίνουμε ότι αναμφίβολα η άσκοπη και απροετοίμαστη Ελληνική ένταξη στην ΟΝΕ, πριν δέκα χρόνια, ήταν ένα ιστορικό πολιτικό και στοχαστικό «έγκλημα» στο οποίο εμπλέκονται αναρίθμητοι ηθικοί αυτουργοί, κυρίως τεχνοκράτες, αδιάβαστα μέλη του πολιτικού προσωπικού και συνάδελφοί μου που περιφέρονται μεταξύ διεθνικών ιδρυμάτων, διεθνικών συνάξεων και ελληνικών κομματικών και κυβερνητικών γραφείων. Δεν υπήρχε ο παραμικρός λόγος να αποφασιστεί μια απροετοίμαστη εσπευσμένη προσχώρηση σε ένα νομισματικό χώρο όπου θα υπήρχε ένας θηριώδης ανταγωνισμός που θα στερείτο (πανευρωπαϊκούς) κοινωνικούς και πολιτικούς ελέγχους.
Η πανταχόθεν περιρρέουσα πολιτική και πνευματική  σύγχυση κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων δεκαετιών έκανε πολλούς που αυτό-ονομάζονται «ορθολογιστές» να πιστέψουν πως μπορεί να υπάρξει μια κοινή ευρωπαϊκή δημοσιονομική πολιτική πάνω σε ένα κοινωνικά και εθνοκρατικά διαφοροποιημένο χώρο. Η ίδια καταστροφική εσφαλμένη σκέψη κατατρύχει πολλούς αυτή τη στιγμή, όταν όλες οι κοινωνίες και οι πολιτικές τους ηγεσίες έντρομες αναζητούν διέξοδο από τη δίνη που προκάλεσαν οι εσφαλμένες αποφάσεις του 1992.
Υπήρξαν ακόμη και φωνές «υψηλών» προσωπικοτήτων τις οποίες πολλοί από εμάς τότε δικαίως, χαρακτηρίσαμε «νοημοσύνης νηπίου», οι οποίοι δήλωναν πως με ωφελιμιστικά και χρησιμοθηρικά κριτήρια που θα βάθαιναν μέσω νομισματικών και οικονομικών αποφάσεων θα περνούσαμε, δήθεν, σε μια ευρωπαϊκή οικονομική ένωση που θα κατέληγε τελικά, δήθεν, σε μια πολιτική ένωση της Ευρώπης. Είναι γνωστές οι τότε ειρωνείες των Βρετανών που δεν συμμετείχαν και οι οποίοι αρχικά αντιστέκονταν στη μετονομασία της ΕΟΚ σε ΕΕ. Ονοματολογική αλλαγή που τελικά αποδέχθηκαν δηλώνοντας σαρκαστικά πως μια τέτοια μετονομασία δεν έχει και πολύ μεγάλη σημασία.
Τα κράτη και τις αυτοκρατορίες ή οποιεσδήποτε σύγχρονες υπερεθνικές και διακυβερνητικές ρυθμίσεις δεν τις συγκροτούν και δεν τις συγκρατούν θεσμικές κλωστές ή ωφελιμιστικά κριτήρια. Η εθνοκρατική συγκρότηση –και πολλοί ονειρεύονται επικίνδυνα μια τέτοια συγκρότηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο– συμπεριλαμβάνει μεν την οικονομία αλλά όχι μόνο αυτή. Είναι και μια πνευματική υπόθεση. Απαιτεί μια συνεκτική πολιτική ανθρωπολογία που νομιμοποιεί τις πανευρωπαϊκές μακροϊκονομικές αποφάσεις. Η μακροοικονομία όπως και τα ζητήματα άμυνας και ασφάλειας είναι «υψηλή πολιτική», όπως λέμε. Απαιτεί υψηλής βαθμίδας κοινωνική δέσμευση και κοινωνική νομιμοποίηση.
Αν υπάρξει ένωση των Ευρωπαίων με οικονομικούς δεσμούς, υπογράμμισε το 1966 ο Raymond Aron, «δεν θα αποτελέσει αλλαγή εντός της ιστορίας, αλλά αλλαγή της ιστορίας». Ο Raymond Aron, όμως, ήταν μια βαρυσήμαντη στοχαστική προσωπικότητα σπάνιας εμβέλειας. Η περιρρέουσα συμβατική ατμόσφαιρα ακαδημαϊκών και πολιτικών αναλύσεων στην Ευρώπη –για την Ελλάδα είναι περιττό να αναφερθούμε γιατί αποτελούν ρεσιτάλ πολιτικοστοχαστικού παραληρήματος διαρκείας δύο δεκαετιών– απλά ενίσχυσε τον ανορθολογισμό των πολιτικών, οικονομικών και στρατηγικών αποφάσεων. Έτσι, πολλοί πίστεψαν πως η «ολοκλήρωση» των Ευρωπαίων θα ήταν μια απλή και γραμμική οικονομική υπόθεση ή απλή υπόθεση ευθυγράμμισής τους με κάποια ιδεολογικά και θεσμικά δόγματα.
Επιπλέον, αναρίθμητοι ειδικοί των μεταφυσικών αλμάτων στο πεδίο των ψυχολογικών ερμηνειών οι οποίοι ποτέ δεν εργάστηκαν και οι οποίοι ζουν παρασιτικά μέσα σε πανεπιστημιακά ιδρύματα, συνηθίζουν εδώ και δεκαετίες να αναλύουν το «συλλογικό υποκείμενο» ως και να μπορούν, δήθεν, να εντοπίσουν την κατάσταση κάποιας μυστηριώδους (και πάντα κατ’ αυτούς χαλασμένης) «συλλογικής ψυχής». Μέσα σε αυτή την ψυχή μπορούν, δήθεν, να καταδυθούν για να μιλήσουν προπετώς για το πώς πρέπει να σκέφτονται οι άνθρωποι και για το πως θα πρέπει να οργανώνονται ανθρωπολογικά, κοινωνικά και πολιτικά.
Συναφώς, ιστορικά είναι αποδεδειγμένο ότι τα ποικίλων εκδοχών γενοκτονικά εγκλήματα και οι ηθικοί αυτουργοί τους στο πολιτικοστοχαστικό επίπεδο αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Συνειδητά ή ανεπίγνωστα αποτελούν πνευματικά τέκνα γενοκτονικών συλλογικών ενοχοποιήσεων της δεκαετίας του 1930.
Στην Ευρώπη εξώθησαν στο στρίμωγμα των εθνών μέσα σε ιδεολογικά επινοημένους κατασκευαστικούς θεσμούς. Στην Ελλάδα, παρομοίως, πολλοί υποστηρίζουν σήμερα, δεν φταίει ο τρόπος που συγκροτείται και ασκείται η πολιτική εσωτερικά και στην Ευρώπη αλλά τα «κακά ψυχόρμητα» των πολιτών. Αυτονόητα, αυτά είναι κακόγουστες ασυναρτησίες. Οι Έλληνες θα ματώσουν πολύ περισσότερο αν δεν κατανοήσουν τι συμβαίνει στην Ευρώπη και στον κόσμο τις τελευταίες δεκαετίες και αν δεν αρχίσουν να αγαπάνε την πατρίδα τους παραμερίζοντας όσα δεξιοαριστερά μεταμοντέρνα ορφανά του Ψυχρού πολέμου παραληρούν κοσμοπολίτικα και διεθνιστικά.        
 
Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά στα ίδια ακριβώς διλήμματα και προβλήματα της μεταπολεμικής περιόδου. Το ζήτημα είναι κατά πόσο είναι εφικτό να έχουμε μια εθνοκρατοκεντρική δομή ισότιμων σχέσεων αντί-ηγεμονικά διασφαλισμένων ή εάν θα εισέλθουμε ξανά μέσα στον χαώδη κόσμο των πολιτικοστοχαστικών παρακρούσεων.
            Το εξισωτικό και εξομοιωτικό σχέδιο νομισματικής ενοποίησης απέτυχε και τώρα η ακαταστασία που προέκυψε επιχειρείται να αντιμετωπιστεί με συμμόρφωση στους ανελέητους όρους που θέτει η Βόννη από θέση ισχύος και με αποφάσεις που κυριολεκτικά λαμβάνονται στο πόδι από κοινωνικά άγνωστους τεχνοκράτες ανατριχιαστικής προπέτειας. Η πολιτική οργάνωση της Ευρώπης, αν μη τι άλλο για να διασφαλιστούν τα συνεργασιακά κεκτημένα, δεν μπορεί παρά να συγκροτηθεί σύμφωνα με τη διαφοροποιημένη κοινωνική του φύση. Οι ρυθμίσεις στο οικονομικό πεδίο είναι κρίσιμης σημασίας και αυτό δεν φαίνεται να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη.
Πιο συγκεκριμένα, δεν αναφερόμαστε μόνο στις ιστορικές ταυτότητες και στις εθνικές ιδιαιτερότητες σε όλο το ανθρωπολογικό φάσμα (θεσμικές παραδόσεις, νομικά συστήματα, εργασιακές πρακτικές, πολιτισμικοί παράγοντες κτλ). Αναφερόμαστε επίσης στον κυριότερο παράγοντα μιας εθνοκρατικής συγκρότησης: Την κοινωνική δικαιοσύνη που συνδέει βαθειά τις κοινωνικές, οικονομικές και πνευματικές δομές στο εσωτερικό ενός εθνοκράτους. Ανά πάσα στιγμή η κοινωνική δικαιοσύνη ενσαρκώνει τον εθνικό τρόπο ζωής και νομιμοποιεί τις βαθύτατων διανεμητικών προεκτάσεων ιδιοκτησιακές, παραγωγικές, καταναλωτικές, διανεμητικές και εξουσιαστικές ιεραρχίες.
Με Αριστοτελικούς όρους, είναι η ανά πάσα στιγμή διανεμητική δικαιοσύνη όπως αναδεικνύεται μέσα από τις κοινωνικές σχέσεις και όπως εξελίσσεται το οικείο κοινωνικοπολιτικό σύστημα. Κανένα εθνοκρατικό σύστημα κοινωνικής δικαιοσύνης δεν είναι όμοιο με κάποιο άλλο. Ακόμη και τυφλοί μπορούν να δουν αυτή τη διαφοροποιημένη κοσμοθεωρητική, ηθική και κανονιστική συγκρότηση του πλανήτη. Μπορούν να το κάνουν με το να διαβάσουν τους νόμους, τα Συντάγματα και τις υπόλοιπες κρατικές εθνοκρατικές θεσμίσεις.
Όποιος πιστέψει πως μπορεί να καταστήσει τις κοινωνίες υποχείριο –ξεχνώντας ότι η καθεμιά εξ αυτών είναι ένας κινούμενος και ιδιόμορφα αναπτυσσόμενος κοινωνικοπολιτικός οργανισμός– για να κατασκευάσει μια ευρωπαϊκή δημοσιονομική «γερμανική σαλάτα» δεν είναι μόνο αφελής αλλά και άκρως επικίνδυνος. Δεν συγκροτούνται έτσι τα συστήματα  κοινωνικής και διανεμητικής δικαιοσύνης και οι εμπειρίες των τελευταίων δεκαετιών για υπερεθνική συγκρότηση στην πρώην ΕΣΣΔ, στην πρώην Γιουγκοσλαβία και στην ίδια την ΕΕ, αν και πολλά διδάσκουν εν τούτοις πολλοί αποδεικνύονται ανεπίδεκτοι μαθήσεως.   
 
Αυτές τις μέρες παρατηρούμε το ίδιο θέατρο του παραλόγου. Ακούμε τις ίδιες ηγεμονικά εμπνευσμένες και ανίατα στρεβλές διεθνιστικές και κοσμοπολίτικες παρακρούσεις. Μάλιστα, στη Γερμανία, η μέθη που προκαλεί η οικονομική ισχύς, παραμερίζει τα ιστορικά στρατηγικά ζητήματα και οι γερμανοί ηγέτες επιχειρούν να επιβάλουν μια γερμανικά εποπτευόμενη «κοινή» δημοσιονομική πολιτική και μια στενότερη θεσμική και πολιτική δομή που αναπόδραστα θα είναι εξαρτημένη μεταβλητή του ισχυρότερου. Οι γερμανικές αξιώσεις, αν και παράλογες, είναι εν τούτοις αναμενόμενες: Κλασικά ισχύει το ρηθέν ότι ο ηγεμόνας αγαπά πάντα αυτούς τους οποίους θέλει να κυριαρχήσει. Λογικό είναι η Βόννη να επιδιώκει μια κατά το δυνατόν στενότερη σχέση. Μια δυναστική ασύμμετρη σχέση!
Ο κατακτητής (εδώ ο οικονομικός κατακτητής) αγαπάει πάντα την ειρήνη και τη σταθερότητα στις σχέσεις του με τους κατακτημένους. Τα μνημόνια και οι νεόδμητες «αποικίες του ευρωπαϊκού Νότου» που ακυρώνουν την εθνική ανεξαρτησία και τη δημοκρατία των κρατών αυτών, είναι ο τρόπος και η μεθόδευση της Γερμανικής επικυριαρχίας. Υπό τις περιστάσεις η κοινή δημοσιονομική πολιτική εκπληρώνει τον σκοπό του οικονομικού και αύριο πολιτικού κατακτητή να έχει υπό τον έλεγχο τους ηττημένους μέσα σε μια Γερμανικά κυριαρχούμενη κοινή δομή.
Ένας πρώην υπουργός της Πρωθυπουργού Θάτσερ συνόψισε τις διαχρονικές επιφυλάξεις πολλών όταν δήλωσε: «Με την επανένωση η Γερμανία σχεδιάζει να επιτύχει με οικονομικό τρόπο ό,τι δεν πέτυχε ο Χίτλερ με στρατιωτικά μέσα». Όπως σημειώσαμε και πιο πάνω μια Γερμανική πολιτικοοικονομική ηγεμονία επί των «μνημονιακά» χειροπόδαρα δεμένων «αποικιών του Νότου» θα βαθαίνει ολοένα και περισσότερο. Ολοένα και περισσότερο οι «αποικίες» αυτές θα συνθλίβονται οικονομικά και θα εκποιούνται με εξευτελιστικούς όρους.  
Οι πιο πάνω τάσεις που εκδηλώνονται έντονα στο πεδίο της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης επιβεβαιώνουν ότι κάτι δεν πάει καθόλου καλά στο θολό βασίλειο της Εσπερίας. Τα υπόλοιπα μεγάλα ευρωπαϊκά κράτη –τα μικρότερα κατάντησαν θλιβεροί κομπάρσοι μέσα σε μια παρωχημένη «ευρωπαϊστική» ρητορική– είναι παγιδευμένα μέσα σε μια στρατηγική δίνη. Η δίνη αυτή συνδυάζει δυναμικά:
α) μια βαθειά οικονομική κρίση (παρόμοια είχαμε μόνο στο τέλος της δεκαετίας του 1920),
β) μια Γερμανική οικονομική ηγεμονία (ενώ είναι γνωστό ότι ποτέ η Γερμανία δεν μπορεί να γίνει αναίμαχτα ηγεμόνας της Ευρώπης),
γ) μια γιγαντιαία θεσμικοπολιτική υπερεθνική φούσκα που ανεξέλεγκτοι τεχνοκράτες διογκώνουν ολοένα και περισσότερο) και
δ) μια απουσία στρατηγικού σταθεροποιητή (καθότι είναι αμφίβολο κατά πόσο μπορεί να είναι αποτελεσματική η αγγλοσαξονική στρατηγική δραστηριοποίηση). 
 
Τώρα, τι ακριβώς κάνει το Λονδίνο; Γιατί αυτό το ξαφνικό έντονο ενδιαφέρον να «εφαρμόσει η Ελλάδα τις υποχρεώσεις της» και γιατί μια τόσο έντονη ανησυχία για το μέλλον της ευρωζώνης; Μιας ευρωζώνης για την οποία μέχρι πρότινος οι Βρετανοί ειρωνεύονταν!
Αφήνοντας κατά μέρος την ανάλυση του πως ακριβώς επηρεάζει τη Βρετανία μια άτακτη διάλυση της ευρωζώνης, για το Λονδίνο –και για τον εν μέσω εκλογικών αναμετρήσεων υπερατλαντικό συνεταίρο της Βρετανίας– ο κύριος λόγος ανησυχίας έγκειται στο γεγονός ότι οι διπλωμάτες οσφραίνονται μια επερχόμενη μεγάλη και παταγώδη κατεδάφιση του μεταπολεμικού πολιτικού, οικονομικού και στρατηγικού εποικοδομήματος.
Στη βάση πάγιων στρατηγικών αντιλήψεων στο Λονδίνο το συμφέρον της Βρετανίας έγκειται στο σταδιακό ξεφούσκωμα της προαναφερθείσης θεσμικοπολιτικής και οικονομικής φούσκας και στη δημιουργία μιας νέας θεσμικά πιο χαλαρής ευρωατλαντικής αρχιτεκτονικής (στο παρελθόν είχε προταθεί άπειρες φορές). Όμως, εγγενή χαρακτηριστικά του ευρωπαϊκού πολιτικού συστήματος, καθιστούν αυτή τη φορά κάτι τέτοιο δύσκολο ή και ανέφικτο. Το Λονδίνο ανησυχεί!
Κατ’ αρχάς, υπάρχει αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ Γερμανικής οικονομικής ηγεμονίας και Γερμανικής βούλησης να μεταφέρει επαρκείς πόρους σταθεροποίησης της ευρωπαϊκής οικονομίας μέσα σε μια μη ηγεμονική πολιτικοθεσμική δομή. Το Βερολίνο κατανοεί πως για πρώτη φορά μετά τον Βίσμαρκ είναι σε θέση να ορίσει και μάλιστα αναίμαχτα τους όρους και τις προϋποθέσεις ενός Γερμανικού υπερισχύοντος ηγεμονικού ρόλου στην Ευρώπη. Άλλωστε, κάθε βράδυ η κυρία Μέρκελ και ο κύριος Σόϊμπλε μας το υπενθυμίζουν στους τηλεοπτικούς μας δέκτες. Μόνο πολιτικά νήπια θα ανέμεναν αλτρουισμό.
Η Γαλλία, όντας και αυτή σε θέση αδυναμίας και με πολιτικούς ηγέτες που έφθασαν στο μικροπρεπές επίπεδο να προσβάλλουν έλληνες πολιτικούς ηγέτες (της αξιωματικής αντιπολίτευσης) μη αποδεχόμενοι συνάντηση, επειδή «δεν το επέτρεπε το πρωτόκολλο» –για να δεχθούν, λίγες μέρες μετά, τον αρχηγό του τρίτου κόμματος, ο οποίος υποθέτω λόγω απειρίας δέχθηκε–, κινούνται μεν σπασμωδικά μεταξύ Λονδίνου και Ουάσινγκτον, αλλά όλοι γνωρίζουν ότι αυτές οι σχέσεις είναι εφήμερες και επίπλαστες.
Η μόνη φορά που το Παρίσι μπόρεσε να αντιμετωπίσει τη Γερμανία τους δύο τελευταίους αιώνες ήταν όταν ο Χίτλερ ηττήθηκε. Με τις συμφωνίες του 1955 που επαναλήφθηκαν το 1994 κυριολεκτικά κράτησαν τη Γερμανία δεμένη χειροπόδαρα. Σήμερα και παρά το γεγονός ότι η κατοχή πυρηνικών όπλων είναι μια διόλου αμελητέα παράμετρος, είναι αμφίβολο κατά πόσο το Παρίσι μπορεί να κάνει πολύ περισσότερα. Το πιο επικίνδυνο είναι εάν οι Γάλλοι συνεχίσουν να λειτουργούν σπασμωδικά.
Αυτά που ακούμε σήμερα μοιάζουν πολύ με τις αποφάσεις του 1991-92 όταν δημιουργήθηκε η ΟΝΕ: Ξανά με ημίμετρα στημένα στο πόδι επιχειρούν να δέσουν τον Γερμανικό γίγαντα με κλωστές. Για να ακριβολογούμε, όχι να τον δέσουν, αλλά να τον δεσμεύσουν με μεταφορές κάποιων χρηματοοικονομικών πόρων οι οποίοι θα αποτελούν τρύπα στο νερό μιας και το πρόβλημα δεν είναι οι τεμπέληδες έλληνες, ιταλοί, ισπανοί, πορτογάλοι ή κάποιοι άλλοι, αλλά ο άνισος οικονομικός ανταγωνισμός.
Κοντολογίς, μόνο αν κανείς είναι τυφλός δεν μπορεί να δει ότι η Ευρώπη παγιδεύτηκε θανάσιμα: Μια ανέφικτη πολιτική ένωση είναι προϋπόθεση μιας οικονομικής ένωσης, ενώ βήματα προς οικονομική ένωση σημαίνει υποταγή στον Γερμανικό γίγαντα. Το γεγονός ότι πολλοί είναι εγκλωβισμένοι μέσα σε διεθνιστικές και κοσμοπολίτικες παρακρούσεις πολιτικά, κοινωνικά και ανθρωπολογικά ανεδαφικές είναι και το μεγάλο πρόβλημα της Ευρώπης σήμερα. Η στρατηγική και η πολιτική σκέψη είναι ελλειμματική και ο πολιτικός ορθολογισμός σπανίζει.
Τέλος αλλά όχι το τελευταίο που θα μπορούσε να τονιστεί, αφορά το μέγα στρατηγικό ζήτημα των σχέσεων Βερολίνου – Μόσχας. Η σχέση αυτή εξελίσσεται σύμφωνα με την εγγενή φύση των εξελίξεων των δύο τελευταίων δεκαετιών: Η πανίσχυρη πλέον Γερμανία ατενίζει Ανατολικά, και όχι μόνο. Το κατά πόσο αυτό αποτελεί προϊόν Γερμανικού στρατηγικού σχεδιασμού είναι αδιάφορο. Σημασία έχει ότι, πλέον, για εγγενείς δομικούς οικονομικούς λόγους που σχετίζονται με αγορές και πρώτες ύλες η Γερμανία προσβλέπει σε ένα «ζωτικό χώρο» στην Κεντρική Ευρώπη και στην Ανατολική Ευρώπη. Όσον αφορά τον Ευρωπαϊκό Νότο αλλά όχι μόνο, με ψυχραιμία και σιγουριά που παγώνει, το Βερολίνο επιχειρεί να τον μετατρέψει σε εκποιημένο και εξαγορασμένο από αυτήν αποικιακό χώρο.
Σίγουρο είναι ότι ο κλασικός εξισορροπητής, δηλαδή το Λονδίνο, «κινείται». Το ζήτημα όμως είναι κατά πόσο υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να συγκρατηθεί και για να μετασχηματιστεί το ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα. Εκτιμούμε πως είναι δύσκολο, αν όχι ανέφικτο. Όλα δείχνουν ότι τα πράγματα κινούνται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που δημιουργεί η υπερισχύουσα Γερμανική θέση.
Όμως, εδώ βρίσκονται και τα σπέρματα μιας μεγάλης αστάθειας: Ποτέ η Γερμανία δεν μπόρεσε να ηγεμονεύσει επί της Ευρώπης. Για στρατηγικούς λόγους που αφορούν την παγκόσμια κατανομή ισχύος και συμφερόντων οι Δυτικοί ποτέ δεν θα της το επιτρέψουν.
Διαχρονικά η θέση της Ρωσίας επί αυτού ήταν πονηρή και επαμφοτερίζουσα. Το στρατηγικό παίγνιο, αν και είναι δύσκολο, ευνοεί τη Μόσχα: Τυγχάνει σήμερα η Ρωσία να είναι η μόνη που διαθέτει πολιτική ηγεσία με ικανότητα θέασης του ιστορικού παρελθόντος και του μέλλοντος.
 
Στην Ελλάδα, μετά τις εκλογές της 6ης Μαίου λογικά έπρεπε να πάρουν το τιμόνι της διπλωματικής και οικονομικής διακυβέρνησης προσωπικότητες υψηλού πολιτικού και στοχαστικού κύρους, για να μπορέσουν να πλοηγήσουν το ελληνικό καράβι μέσα από τις συμπληγάδες. Το ίδιο ζήτημα τίθεται μετά τις εκλογές της 17ης Ιουνίου.
Οι συμπληγάδες είναι πολλές και αλληλένδετες. Η διαπραγμάτευση μέσα στο ρευστό στρατηγικό και πολιτικοθεσμικό πεδίο που προσπαθήσαμε να σκιαγραφήσουμε πιο πάνω απαιτεί κομματικά αδιάφθορες προσωπικότητες υψηλού πολιτικού κύρους και διακεκριμένων επιδόσεων. Επιπλέον, η διαχείριση των πρωτογενών ελλειμμάτων θα πρέπει να συνδυαστεί με κοινωνική συνοχή, ευνομία και οικονομική ανάπτυξη.